Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 55-ουπς

«Μην είσαι αχάριστη! Πήρες τον τρίτο καλύτερο βαθμό της τάξης! Μια χαρά είναι και το 78» της είπε ο Ολιβερ ενώ περπατούσαν χέρι χέρι σε ένα γραφικό σοκάκι στην Οξφόρδη και έτρωγαν παγωτό.
«Μα δεν παραπονιέμαι! Απλώς σου λέω ότι αν είχαν πάρει 80 θα ήμουν πιο χαρούμενη» του είπε η Εμμα ναζιάρικα και εκείνος χαμογέλασε.
«Τόσο έγραψες, τόσο σου έβαλα! Αν δεν είχες το μυαλό σου αλλού, θα είχες γράψει καλύτερα!» της είπε ψευτοαυστηρά.
«Σε σένα το είχα το μυαλό μου. Παραπονιέσαι;» ρώτησε η Εμμα και ο Ολιβερ τής έδωσε ένα τρυφερό φιλί στη μύτη. Περπατούσαν εδώ και είκοσι λεπτά, χωρίς προορισμό, μέσα στην πόλη. Μοιράζονταν το ίδιο πάθος για τους περιπάτους και όταν είχαν ελεύθερο χρόνο ήταν το πρώτο πράγμα που έκαναν. Μέχρι στιγμής είχαν αγοράσει ένα συλλεκτικό βιβλίο από έναν πλανόδιο και ένα μικρό αναμνηστικό μαγνητάκι για το ψυγείο του Ολιβερ.
«Στα άλλα μαθήματα πώς πήγες; Έμαθα καλά» είπε ο Ολιβερ και η Εμμα έγνεψε καταφατικά.
«Κοίτα ένα ωραίο καφέ εκεί πέρα! Να πάμε εκεί το μεσημεράκι» του είπε η Εμμα και συμπλήρωσε «Αν πάω καλά στην πτυχιακή θα βγάλω πολύ καλό μέσο όρο».
«Μπράβο το κορίτσι μου» της είπε και την αγκάλιασε από τη μέση. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που τους είδε χαμογέλασε. Ίσως σκέφτηκαν τα νεανικά τους χρόνια, υπέθεσε η Εμμα και αναρωτήθηκε αν επρόκειτο να ζήσει ως τα βαθιά γεράματα με τον Ολιβερ. Για κάποιο λόγο δεν ένιωθε και τόσο σίγουρη, παρόλο που εκείνος έκανε πραγματικά ό,τι μπορούσε για να την κάνει να νιώθει ποθητή και ακαταμάχητη. Εκτός από ένα πράγμα.
«Τελειώνεις από το μαγαζί σε δύο μέρες. Σωστά;» τη ρώτησε εκείνος και η Εμμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Ωχ Ολιβερ, συγγνώμη. Ξέρω ότι θες να βρούμε ημερομηνίες για τις διακοπές, αλλά μου ζήτησε το αφεντικό να κάνω τρεις βάρδιες πριν φύγω. Δε θέλω να τον αφήσω χωρίς βοήθεια. Προς το παρόν δεν έχει βρει αντικαταστάτρια».
«Εντάξει, μην ανησυχείς, άλλωστε μέχρι το τέλος της άλλης βδομάδας έχω ένα σωρό δουλειές στο πανεπιστήμιο για τη λήξη του εξαμήνου» της είπε και της χαμογέλασε.

Πέρασαν μια υπέροχη μέρα στην Οξφόρδη και γύρισαν στο σπίτι του Ολιβερ για να περάσουν μαζί το βράδυ. Η Εμμα είχε πια δικό της συρτάρι στο δωμάτιό του, με ρούχα και εσώρουχα και μόνιμα ένα μικρό βαλιτσάκι με καλλυντικά.
«Να φτιάξω κάτι να φάμε;» τον ρώτησε ενώ εκείνος έκανε ντους.
«Μόνο αν δε βαριέσαι» της φώναξε και αυτή ξεκίνησε να ψιλοκόβει φρέσκα λαχανικά και λουκάνικα για να φτιάξει μια ομελέτα. Όση ώρα ετοίμαζε το φαγητό, σκεφτόταν πόση πρόοδο είχε κάνει η σχέση τους μέσα σε τόσο μικρό διάστημα. Είχε βέβαια ανασφάλειες ότι μπορεί να προχωρούσαν πιο γρήγορα από όσο μπορούσε εκείνος να διαχειριστεί, δεδομένου ότι ήταν η πρώτη του σχέση, αλλά όλες τις αποφάσεις τις είχε πάρει μόνος του χωρίς να τον πιέσει κανείς. Οπότε δεν μπορούσε να της καταλογίσει ότι τον καταπίεζε.

Έφαγαν μαζί, καθισμένοι αγκαλιά στον καναπέ, ενώ έβλεπαν ένα ριάλιτι σόου. Σε κάθε μπουκιά, ο Ολιβερ έβγαζε ένα βογγητό απόλαυσης.
«Μαγειρεύεις τέλεια» της είπε όταν τέλειωσε το πιάτο του. Η Εμμα τού έτεινε το δικό της. Δεν είχε χορτάσει πλήρως αλλά εκείνος φαινόταν πιο πεινασμένος. «Δεν το θες;» τη ρώτησε και αυτή έγνεψε αρνητικά. «Με καμομαθαίνεις» της είπε ενώ συνέχισε να τρώει. Ο μεταβολισμός αυτού του άντρα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης. «Μαγειρεύεις υπέροχα και μοιράζεσαι το φαγητό σου μαζί μου» είπε ενώ κοιτούσε τηλεόραση. «Με φροντίζεις όσο κανείς, Εμμα, γιατί άραγε;» είπε εκείνος, πιο πολύ μονολογώντας.
«Επειδή σε αγαπάω» του είπε εκείνη και αμέσως μετά δάγκωσε δυνατά τα χείλη της. Τι είχε πει; Δεν ήταν ψέμα, αλλά δεν έπρεπε να το πει. Όχι τώρα. Όχι πρώτη. Χριστέ μου, και εκείνος γιατί δεν την κοιτούσε; Γιατί συνέχιζε να βλέπει τηλεόραση χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει; Γιατί το σαγόνι του είχε σφιχτεί; Να επιχειρούσε να πει κάτι; Να το σώσει; Αλλά τι; Ότι τον αγαπάει σα φίλο ή ότι δεν είναι αυτό που νομίζει;
Η Εμμα έκλεισε τα μάτια και ένιωσε σαν ηρωίδα σε ρομαντική κομεντί, όπου η πρωταγωνίστρια κάνει ένα μοιραίο λάθος. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση ο ήρωας δεν έδειχνε να δίνει σημασία.
Στην ατμόσφαιρα επικρατούσε παγωμάρα. Ο Ολιβερ είχε σταματήσει να τρώει. Ακούμπησε αργά το πιάτο στο τραπεζάκι μπροστά του και την κοίταξε. Πιο πολύ στο λαιμό παρά στα μάτια.
«Εμμα, δεν ξέρω τι να πω…Σε ευχαριστώ» είπε τελικά, κομπιάζοντας και εκείνη κατάλαβε ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο προσπάθειας. Αυτά τα συναισθήματα βγαίνουν αβίαστα. Και αφού δεν το είχε νιώσει μετά από τόσα καταιγιστικά γεγονότα, δε θα το ένιωθε ποτέ.

Και ξαφνικά ένιωσε ότι το παραμύθι της είχε τελειώσει.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

κεφάλαιο 54-φρούδες ελπίδες

«Θεέ μου!» είπε ξέπνοη η Εμμα και ξάπλωσε ανάσκελα, δίπλα στον Ολιβερ. Είχαν μόλις τελειώσει να κάνουν έρωτα και ήταν και οι δύο πολύ κουρασμένοι.
«Εσύ φταις! Είπε ο Ολιβερ γελώντας. «Αύριο γράφεις, και αντί να ξεκουράζεσαι, με παρέσυρες!» συμπλήρωσε.
«Ναι, σε είδα! Υπέφερες!» απάντησε εκείνη πειρακτικά και ο Ολιβερ τη φίλησε στο μάγουλο τρυφερά.
«Αφού το ξέρεις ότι δεν μπορώ να σου πω όχι» της είπε.
«Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι αύριο δίνουμε το τελευταίο μάθημα. Πότε πέρασε ένα εξάμηνο…» μονολόγησε η Εμμα. Ο Ολιβερ την έσφιξε στην αγκαλιά του.
«Ήταν…έντονο εξάμηνο όμως!» είπε και γέλασε.
«Τι θα κάνεις μετά, Ολιβερ;» ρώτησε εκείνη, προσεκτικά, για να μην νομίζει ότι τον ελέγχει. «Θα δουλέψεις στην εταιρεία σας;».
Εκείνος δεν μίλησε αμέσως. Φαινόταν αναποφάσιστος. «Κοίτα να δεις…ο πρύτανης μού είπε ότι του χρόνου έχει ένα μάθημα που μπορώ να διδάξω και θέλει να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας» της είπε.
«Ολιβερ, αυτό είναι θαυμάσιο!» είπε η Εμμα ενθουσιασμένη.
«Ναι, είναι. Δεν έχω οικονομικό πρόβλημα, το ξέρεις, αλλά για μένα η διδασκαλία στο πανεπιστήμιο είναι κάτι πολύ σημαντικό. Ως εδώ έφτασα με πολύ διάβασμα και κόπο. Δε με βοήθησε κανείς. Στην εταιρεία του πατέρα μου θα είμαι πάντα ο γιος του Τζέιμσον Πιρς. Στον κύκλο των ακαδημαϊκών με σέβονται ως οντότητα» της είπε και εκείνη έγνεψε. Τον καταλάβαινε απόλυτα. «Το καλοκαίρι φυσικά θα βοηθήσω τον πατέρα μου και για ό,τι θέλει θα είμαι εκεί, αλλά θα επικεντρωθώ στο συγγραφικό μου έργο. Άλλωστε καιρός είναι να βρει αντικαταστάτη μου» είπε. «Εσύ; Έχεις σχέδια για το καλοκαίρι;»
«Ναι. Έλεγα να πάω στη Τζούλια στη Φλωρεντία μία βδομάδα και μετά να σε βρω στην Προβηγκία. Κατά τα άλλα, θα τελειώσω την πτυχιακή μου για να την παραδώσω αρχές Σεπτέμβρη και μέχρι να πάρω το πτυχίο στα χέρια μου δεν μπορώ να ψάξω για δουλειά. Ίσως προσανατολιστώ σε καμιά άμισθη πρακτική σε κάποιο μουσείο» του είπε.
«Μπορώ να σε βοηθήσω σε αυτό» προσφέρθηκε αμέσως εκείνος. «Έχω ένα φίλο που έχει μια φοβερή γκαλερί και χρειάζεται μια κοπέλα για να βοηθάει με τις δουλειές. Θες να του μιλήσω;».
«Ολιβερ, είσαι τόσο καλός!» τον φίλησε η Εμμα. «Αλλά καλύτερα ό,τι κάνω να το κάνω μόνη μου» του είπε.
«Έχεις δίκιο. Όπως νιώθεις εσύ πιο άνετα!» είπε και γέλασε.

Κοιμήθηκαν μαζί ως το πρωί και ο Ολιβερ την άφησε λίγο πιο έξω από την πανεπιστημιούπολη για να πάει να γράψει. Η ΕΜμα δεν είχε άγχος. Στο μόνο μάθημα που είχε άγχος ήταν στο δικό του. Ήθελε να γράψει άριστα, για να του δείξει πόσο εκτιμούσε το μάθημά του και φυσικά για να μη ρεζιλευτεί. Τα θέματά του δεν ήταν και πολύ εύκολα αλλά αν είχες διαβάσεις μπορούσες να γράψεις. Τον παρακαλούσε να της πει αν έγραψε καλά, αλλά εκείνος δεν έλεγε κιχ. «Θα μάθεις όταν θα μάθουν και οι άλλοι» ήταν το μόνο που της έλεγε και η Εμμα γινόταν έξαλλη αλλά τουλάχιστον του αναγνώριζε ότι είχε τις αρχές του.

Αφού παρέδωσε την κόλλα της στον μεταπτυχιακό φοιτητή που είχε βάλει η Φούλμαν για επιτήρηση, βρήκε τα παιδιά έξω να την περιμένουν.
«Τι είναι αυτό το πράγμα με σένα που βγαίνεις πάντα τελευταία;» της γκρίνιαξαν.
«Τελευταία φορά! Το ορκίζομαι!» είπε δραματικά και ξεκαρδίστηκαν όλοι.
«Πάμε για φαγητό;» πρότεινε η Λούσι και συμφώνησαν.
Κάπου μισή ώρα μετά κάθονταν σε ένα πολύ γραφικό εστιατόριο στο Σόχο. Σέρβιρε πολύ λίγα πιάτα αλλά ήταν όλα με φρέσκα υλικά και μαγειρεύονταν όλα επιτόπου. Η κουζίνα είχε τζάμι μπροστά και έβλεπες τον σεφ να ετοιμάζει το πιάτο σου από το μηδέν.
«Πώς πάει η δουλειά, Εμμα;» τη ρώτησε ο Μαρκ.
«Καλά…αυτή τη βδομάδα και την άλλη δουλεύω. Μετά τον έχω ενημερώσει ότι θα φύγω. Θα βρω κάποια άμισθη πρακτική για το καλοκαίρι. Τέλος οι σπουδές, τέλος και το σερβίρισμα» είπε με κάποια πικρία.
«Εσύ, Λούσι;» ρώτησε ξανά ο Μαρκ.

Οι φίλοι έφαγαν με όρεξη και συζήτησαν τα καλοκαιρινά τους σχέδια. Η Εμμα ήταν ενθουσιασμένη. Ήθελε να φωνάξει ότι ήταν ερωτευμένη με τον πιο όμορφο άντρα του κόσμου και στα σχέδιά της είχε ένα ρομαντικό ταξίδι μαζί του αλλά δεν μπορούσε. Τουλάχιστον προς το παρόν. Άλλωστε δεν ήξερε πώς ένιωθε ο Ολιβερ.  Την περιελάμβανε στα σχέδιά του και ήταν τρυφερός, αλλά οι μέρες περνούσαν και ακόμα δεν της είχε πει…κάτι πιο…σαφές. Ίσως έπρεπε να χαλαρώσει λιγάκι και να μην το σκέφτεται περισσότερο.

Αυτό θα έκανε. Θα σταματούσε να περιμένει να της πει ότι είναι ερωτευμένος ή κάτι τέτοιο. Άλλωστε και εκείνη δεν του το είχε πει κι ας το ένιωθε. Σωστά; Ίσως είχε σκοπό να της το πει στην Προβηγκία, εκεί όπου έκαναν πρώτη φορά έρωτα. Ίσως είχε σχεδιάσει κάτι.


Η Εμμα ενθουσιάστηκε με αυτή την προοπτική και ηρέμησε κάπως. Ήταν σε όλα τέλειος. Θα ήταν και σε αυτό. 

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

les fleurs


κεφάλαιο 53-μα τόσο καλός πια; Ούτε ο Θανάσης έτσι!

«Κι άλλα λουλούδια;» ρώτησε η Φιλίπα περίπου τρεις βδομάδες μετά. Η Εμμα κοίταξε το βάζο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και χαμογέλασε δειλά.
«Ε να…ξέρεις…ο Ολιβερ» της είπε και έκατσε στον καναπέ παρέα με τη φίλη της, που μόλις είχε γυρίσει από την τελευταία νυχτερινή βάρδια του μήνα.
«Τι μετάλλαξη είναι κι αυτή όμως…» είπε η Φιλίπα ενώ έβγαζε τα παπούτσια της. «Από ορκισμένος εργένης, έγινε ο σούπερ σύντροφος. Είναι η τρίτη φορά που στέλνει λουλούδια και όλο βόλτες και ταξιδάκια είστε» είπε η Φιλίπα χαμογελαστή. Είχε ζήσει από κοντά όλο το δράμα της Εμμα, τα αντιφατικά συναισθήματα, τον καταιγισμό γεγονότων και το αίσιο τέλος και ένιωθε και αυτή κομμάτι της ιστορίας.
«Ε καλά, όχι και όλο βόλτες και ταξιδάκια! Πήγαμε ένα Σαββατοκύριακο στη Νήσο του Γουάιτ και μερικές ημερήσιες για να είμαστε πιο ήρεμοι ότι δε θα μας δει κανείς» είπε η Εμμα προσπαθώντας να κρύψει την περηφάνια της. Η σχέση της ήταν τέλεια.
«Και σαν να μη φτάνει που είναι κούκλος, είναι και γενναιόδωρος. Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο ευγενικός ήταν εκείνο το βράδυ που ήρθε εδώ» είπε η Φιλίπα. Η Εμμα θυμήθηκε αμέσως. «Είχες ξεχάσει τα γυαλιά σου και σου τα έφερε! Θυμάσαι πόσο γλυκός ήταν; Μας έφερε παγωτό και κεκάκια και μας ευχήθηκε να περάσουμε καλά, γιατί ήξερε ότι θα βλέπαμε ταινία. Δεν γκρίνιαξε καθόλου που θα τον άφηνες μόνο» είπε αναστενάζοντας βαθιά.
«Ε ναι, είναι πολύ γλυκός. Με παίρνει συνεχώς τηλέφωνο και μου παίρνει δώρα και δε μου χαλάει χατίρι. Άλλος άνθρωπος» είπε η Εμμα.
Η Φιλίπα την κοίταξε για λίγο και έμεινε σιωπηρή.
«Δε…φοβάσαι;» τόλμησε να πει αλλά η Εμμα ήξερε τι σήμαινε η σιωπή της και ήταν έτοιμη για αυτή την ερώτηση.
«Φοβάμαι, αλλά λιγότερο πια. Δεν ξέρω…με έχει πείσει. Φιλίπα, είναι τρελό, αλλά με έχει πείσει. Τα κάνει όλα τέλεια. Τον ρώτησα προχθές, πώς καταφέρνει να είναι τόσο τέλειος σύντροφος δεδομένου ότι δεν έχει ξανακάνει σχέση τόσο δεσμευτική. Ξέρεις τι μου είπε; Ότι του βγαίνει φυσικά μαζί μου να με φροντίζει και να με κακομαθαίνει και ότι του αρέσει πολύ να είμαστε μαζί» είπε η Εμμα και σήκωσε τους ώμους της. «Βγάλε άκρη» είπε. «Πώς να κρατήσω άμυνες και πώς να συγκρατηθώ όταν μου λέει όσα δεν έχω ακούσει ποτέ από άλλον άντρα, όταν μιλάμε ώρες ατελείωτες για τα όνειρά μας και γελάμε σαν μικρά παιδιά; Δεν ξέρω αν υπερβάλλω αλλά έχουμε φοβερή χημεία» είπε η Εμμα.
«Έλα, μην κατσουφιάζεις» της είπε η Φιλίπα. «Δεν είναι ανάγκη να απολογείσαι. Σε καταλαβαίνω απόλυτα. Θεέ μου, είναι τόσο κούκλος! Πώς αντέχεις να τον κοιτάς παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα; Εγώ ένιωσα να τυφλώνομαι όταν μου χαμογέλασε εκείνο το βράδυ!» είπε ονειροπόλα η Φιλίπα και η Εμμα την τσίμπησε φιλικά.
«Η ψυχή μου το ξέρει!» είπε γελώντας.
«Απλώς θέλω να είμαι σίγουρη ότι είστε στο ίδιο μήκος κύματος, Εμμα. Είναι προφανές ότι εσύ τον αγαπάς» είπε τελικά η Εμμα και η λέξη αντήχησε μέσα στο δωμάτιο. Η Εμμα έγνεψε καταφατικά. Δεν υπήρχε λόγος να το αρνείται. «Το ξέρει;» ρώτησε η φίλη της και η Εμμα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Δεν πειράζει, ίσως καλύτερα. Ίσως είναι νωρίς. Εμείς οι γυναίκες είμαστε πάντα πιο γρήγορες σε αυτά τα θέματα» είπε γελώντας η Φιλίπα αλλά η Εμμα δε γέλασε.
«Αυτός δε μου έχει πει ποτέ τίποτα, αλλά ούτε κι εγώ» είπε τελικά. «Απλώς όλες του οι πράξεις δείχνουν ότι νιώθει πράγματα για μένα. Θυμάται τι μου αρέσει και μου γράφει όμορφα μηνύματα. Ανυπομονεί να τελειώσει το εξάμηνο για να μην κρυβόμαστε, λέει, και κανονίζει τον Ιούλιο να πάμε ξανά στην Προβηγκία να δούμε τη λεβάντα ανθισμένη» είπε χαμογελαστή. «Κάτι σημαίνει αυτό. Σωστά; Δεν είναι απαραίτητο να έχουν όλα την ετικέτα ‘αγάπη’».
Οι δύο φίλες μίλησαν άλλο λίγο και η Εμμα αποσύρθηκε στο δωμάτιό της για να διαβάσει. Σε δύο μέρες ξεκινούσε η εξεταστική. Θα κρατούσε δέκα μέρες και μετά θα περίμεναν τα αποτελέσματα. Σε μερικές βδομάδες θα τέλειωναν όλα. Και μετά θα ζούσε τον έρωτά της με τον Ολιβερ στο φως του ήλιου. Λίγο πριν την πάρει ό ύπνος άκουσε τον ήχο του μηνύματος από το κινητό της.

Διαβάζεις, κοριτσάκι μου; Ελπίζω ναι!
Θα τα πούμε αύριο…


Η Εμμα χαμογέλασε. Εντάξει, δεν της είχε πει τα λόγια. Ήταν νωρίς άλλωστε. Αλλά αν όλα αυτά δεν ήταν αγάπη, τότε τι ήταν;

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 52-καμικάζι!

Τη Δευτέρα το πρωί την άφησε στην εστία με τη μηχανή του και ανανέωσαν το ραντεβού τους για το τέλος της βδομάδας μιας και οι δύο είχαν πολύ πυκνό πρόγραμμα. Εκείνη είχε διάβασμα με την εξεταστική και εκείνος της είχε εκμυστηρευτεί ότι ένα υποκατάστημα της εταιρείας τους είχε μερικά προβλήματα με το προσωπικό και ο πατέρας του τον πίεζε να αναλάβει την κατάσταση για να μάθει να χειρίζεται κρίσεις. Της είπε, φυσικά, ότι αν χρειαστεί κάτι μπορεί να πάει οποτεδήποτε θέλει σπίτι του και υποσχέθηκε να μιλάνε συχνά στο τηλέφωνο.

Η Εμμα δεν μπορούσε να κρατήσει τα μέλη της σταθερά. Έτρεμε ολόκληρη από ενθουσιασμό και ηδονή όλη τη βδομάδα. Την Τρίτη, στο μάθημά του, ήταν συγκρατημένη και δεν μίλησε καθόλου, κυρίως για να μην τον αποσπάσει. Τον παρατηρούσε μόνο να κάνει χειρονομίες και να μιλάει για πίνακες και έργα τέχνης με το ίδιο πάθος που μιλούσε πάντα, αλλά και με κάτι άλλο, που δεν το πρόσεξε εκείνη, αλλά η Λούσι.
«Τι έχει αυτός; Γελάνε και τα μουστάκια του!» είχε πει και συμφώνησαν όλοι. Δεν ήταν κάποια μεγάλη αλλαγή. Απλώς ένιωθες ότι είχε φύγει ένα βάρος από πάνω του. Μιλούσε πιο ανάλαφρα, και γελούσε πιο εύκολα. Είχε γίνει πια ένα με τους φοιτητές του. Πιο προσιτός, πιο προσηνής, πιο γλυκός. Η Εμμα ήλπιζε να ήταν αυτή ο λόγος της αλλαγής του, γιατί εκείνος, σίγουρα, ήταν ο λόγος της δικής της αλλαγής.

Είχε σταματήσει να αμφιβάλει για τον εαυτό της. Δύο βράδια μαζί του, μερικές βόλτες και δύο τρία γλυκά μηνύματα και την είχαν πείσει ότι άξιζε και αυτή την αμέριστη προσοχή ενός παθιασμένου άντρα. Οι πληγές του παρελθόντος δεν είχαν κλείσει, αλλά είχε συντελεστεί ένα μικρό θαύμα: είχε σταματήσει να τη νοιάζει. Είχε σταματήσει να πιστεύει ότι δεν ήταν άξια να κρατήσει τον αρραβωνιαστικό της και έφταιγε που δεν ήταν καλή στο…κρεβάτι. Η προσοχή και η τρυφερότητα του Ολιβερ, όσο κρατούσε, την είχαν πείσει ότι ήταν άξια να δεχτεί αμέριστη τρυφερότητα και ερωτική προσοχή. Με απλά λόγια, ο Ολιβερ επαναλάμβανε συνεχώς ότι περνούσε τέλεια μαζί της. Τώρα αν ξυπνούσε ένα πρωί και άλλαζε γνώμη…τότε…θα έβλεπε. Θα μάζευε τα κομμάτια της και θα συνέχιζε. Αλλά μια ζωή γεμάτη δίχτυα προστασίας και «πισινές» δεν ήταν μια ζωή που άξιζε να τη ζεις.

Την Πέμπτη στο μπαρ βρέθηκε με τον Τζούλιαν λίγο πριν τη βάρδια. Εκείνος έδειχνε ευδιάθετος, λες και ο κίνδυνος είχε περάσει. Έτσι ήταν ο Τζούλιαν. Δεν έμενε ποτέ για καιρό στενοχωρημένος.
«Του μίλησα χθες. Μου είπε ότι έχει μιλήσει με ιδιωτική ασφάλεια και θα σταματήσει» της είπε ψιθυριστά και η Εμμα μπήκε αμέσως στο νόημα.
«Είσαι σίγουρος, Τζούλιαν; Να μην βρούμε τον μπελά μας. Αν γίνει κάτι εμείς θα την πληρώσουμε. Εμείς ανοίγουμε και κλείνουμε το μαγαζί» του είπε συνοφρυωμένη, αλλά ο Τζούλιαν την καθησύχασε.
«Όχι, ρε Εμμα, μη φοβάσαι. Είναι σπαθί το αφεντικό. Αφού το είπε, θα το κάνει» της είπε και της χαμογέλασε τόσο πλατιά που την παρέσυρε με την αισιοδοξία του και την καθησύχασε. Δε θα αγχωνόταν λοιπόν άλλο. Τέρμα οι έγνοιες. Είχε μια καλή δουλειά, ένα χόμπι που την είχε κάνει διάσημη, ένα υπέροχο αγόρι και σπουδές με αναγνώριση. Τι άλλο ήθελε ένα κορίτσι; Σκέφτηκε και χαμογέλασε!

«Σφηνάκια για όλους! Κερασμένα από μένα!» είπε δυνατά και οι 30 θαμώνες στο μπαρ ούρλιαξαν από έξαλλο ενθουσιασμό.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 51β-σεξάκι

«Είσαι πολύ όμορφη» της ψιθύρισε ενώ φιλούσε το λαιμό της και το δεξί του χέρι χάιδευε αχόρταγα το κορμί της με αργές κινήσεις. Ο Ολιβερ είχε ξαπλώσει δίπλα της και στηριζόταν στον αριστερό αγκώνα του, αφήνοντας ελεύθερο το δεξί του χέρι για δράση.
«Σταμάτα» του είπε εκείνη ντροπαλά, ενώ χάιδευε το μπράτσο του.
«Τις κολακείες ή αυτό που κάνω;» τη ρώτησε χαμογελαστός ενώ το χέρι του κατέβηκε λίγο πιο χαμηλά και άρχισε να χαϊδεύει την κοιλιά της, γύρω γύρω από τον αφαλό της, ως το λάστιχο του εσώρουχού της. Αλλά δεν έλεγε να πάει παρακάτω. Τη βασάνιζε και το ήξερε. Η Εμμα δεν απάντησε. Δεν ήταν άλλωστε απαραίτητο. Ο Ολιβερ ήξερε πολύ καλά τι έκανε.
«Και μου αρέσει πολύ να σε αγγίζω» της είπε ενώ τη χάιδευε από το λαιμό, ανάμεσα στο στήθος και κάτω ως τον αφαλό και πάλι πάνω. «Μου αρέσει να σε κακομαθαίνω στο κρεβάτι» της είπε και η Εμμα αναστέναξε.
«Γιατί με τυραννάς;» τον ρώτησε βραχνά και εκείνος έδειξε ειλικρινή απορία. Σχεδόν.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε ενώ απομακρυνόταν από τον στόχο του. Τώρα έσερνε το δείχτη του στο λαιμό της και η Εμμα ένιωθε έτοιμη να εκραγεί. «Αν θες κάτι, μπορείς να μου το δείξεις» της είπε εκείνος και περίμενε υπομονετικά. Η Εμμα ένιωσε μια σειρά έντονων συναισθημάτων: ντροπή, πόθο, συστολή και αποφασιστικότητα. Θεωρητικά ήξερε ότι σε μια ερωτική σχέση δεν έπρεπε να υπάρχουν ταμπού και ντροπές, αλλά φοβόταν να του δείξει πόσο πολύ τον ήθελε και πόση ανάγκη τον είχε. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί όλη αυτή την πείνα που ένιωθε για εκείνον αυτή τη στιγμή. Συνήθως αυτός έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του και την οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην κορύφωση.
Ο Ολιβερ έχωσε τα χέρια του στα μαλλιά της και άρχισε να τη φιλάει αχόρταγα. Δεν της άφηνε πολλά περιθώρια να αμφισβητήσει το πόσο την ήθελε. Το σώμα του είχε μια μοναδική ένδειξη για αυτό.
Ξαφνικά, ένιωσε ένα κύμα να την παρασέρνει και ανίκανη να ελέγξει τον δικό της πόθο, άρπαξε το χέρι του και το οδήγησε ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνος χαμογέλασε στο λαιμό της και της ψιθύρισε στο αφτί «επιτέλους».
Η Εμμα πίστευε ότι θα ντραπεί αλλά ο Ολιβερ δεν της άφησε και πολύ χρόνο. Τα επιδέξια δάχτυλά του αφαίρεσαν σε χρόνο μηδέν το εσώρουχό της και άρχισαν μια καλά σχεδιασμένη επίθεση στο κέντρο της θηλυκότητάς της. Βογγητά άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα της και όλο το κορμί της τεντώθηκε σαν τόξο από την ηδονή ενώ εκείνος συνέχισε να τη χαϊδεύει κυκλικά.
«Είσαι τόσο υγρή» της είπε ενώ τη φιλούσε στην κοιλιά. «Πάντα έτοιμη για μένα» της είπε και συνέχισε την εξερεύνησή του. Η Εμμα ένιωθε σαν ποτάμι που γεμίζει νερό και είναι έτοιμο να ξεχειλίσει, αλλά εκείνος την τελευταία στιγμή, επιβράδυνε και την κρατούσε στα όρια της κορύφωσης.
«Γύρνα» της είπε ξαφνικά και τη γύρισε μπρούμυτα. Η Εμμα δεν είχε καμία δύναμη για να αντιδράσει. Κάθισε στα τέσσερα μπροστά του ενώ εκείνος κάλυπτε με τις μεγάλες παλάμες του το στήθος της. «Δε θα κρατήσω πολύ» της είπε σχεδόν απολογητικά «και είσαι κι εσύ έτοιμη» συμπλήρωσε. Με μια απότομη κίνηση, γλίστρησε μέσα της. Η Εμμα τον υποδέχτηκε με μια κοφτή ανάσα και φωνάζοντας το όνομά του. Άρχισε να κινείται μέσα της με φόρα ενώ με το δεξί του χέρι συνέχισε να τη χαϊδεύει από μπροστά. Η Εμμα δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό της και άρχισε να βογκάει δυνατά. Η ένταση με την οποία έμπαινε μέσα της και η διπλή απόλαυση ήταν πέρα από κάθε φαντασία της. Εκείνος ακολούθησε το ρυθμό της και σε λίγο άκουσε τον εαυτό της να ουρλιάζει από ηδονή ενώ έφτανε στην πιο έντονη κορύφωση που είχε φτάσει ποτέ. Ο Ολιβερ ακολούθησε μερικά δευτερόλεπτα μετά και αφού την έσφιξε στο στήθος του ξάπλωσαν αποκαμωμένοι δίπλα δίπλα. Η Εμμα κούρνιασε στην αγκαλιά του και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του.

«Δε σε χορταίνω» είπε εκείνος σχεδόν μονολογώντας. «Αντί να βαριέμαι, κάθε φορά νιώθω ακόμα μεγαλύτερο πόθο» συνέχισε και η Εμμα τον φίλησε απαλά στο σαγόνι. Αυτή θα ήταν μάλλον η μόνη ερωτική εξομολόγηση που θα άκογε από τα χείλη τουμ σκέφτηκε. «Φέρνεις κάτι στο κρεβάτι μας που δεν μπορώ να του δώσω όνομα, αλλά είναι κάτι, που δεν το έχω ξαναζήσει. Κάτι που κάνει το σεξ μεταξύ μας πιο ουσιαστικό» κατέληξε. Πραγματικά φαινόταν απορημένος. Η Εμμα δεν απάντησε. Ήξερε τι ήταν αυτό που έφερνε στο κρεβάτι τους, αλλά δεν ήθελε να του πει. Γιατί ήταν σίγουρη ότι μετά, θα τέλειωναν όλα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Λοιπόν....η Ανώνυμη ήταν σε καλό δρόμο αλλά η μεγάλη νικήτρια της αγάπης μου είναι η Τζόρτζια, η οποία με μία ανάγνωση, παρατήρησε το εξής:
Μετά από δύο-τρεις φορές σεξ το απόγευμα της Κυριακής, πήγαν για φαγητό και όταν γύρισαν σπίτι το βράδυ για νέο γύρο σεξ...γιατί περιέγραψε τα εσώρουχά της και εκείνος εντυπωσιάστηκε; Αφού τα είχε ξαναδεί! 

Ανεβάζω οσονούπω καινούργιο κεφάλαιο!
Ευχαριστώ για τη συμμετοχή!

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

1. Διόρθωσα τα ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΑ και όχι ορθογραφικά λάθη.
2. Διόρθωσα το τέλος, εκεί όπου τη σήκωσε από το πάτωμα. Έχετε δίκιο. Δεν το είχα προσέξει! χααχαχα
3. ΑΚΟΜΑ, δεν το έχετε βρει το λάθος. Είναι νοηματικό. Διαβάστε το 51Α και το 50 μαζί και μπορεί να το βρείτε.
4. Καλή επιτυχία!

διαγωνισμος

η πρωτη που θα βρει το λαθος στο κεφαλαιο 51α κερδιζει...την αγαπη μου!!!!

κεφάλαιο 51Α-είναι φτιαγμένος από το υλικό των ονείρων. Όπως και η Alfa Romeo Giulietta

Η Εμμα πέρασε δεύτερη φορά μέσα στην ίδια μέρα το κατώφλι της μονοκατοικίας του Ολιβερ λίγο μετά τα μεσάνυχτα, κρατώντας μια χαρτοσακούλα με δύο κομμάτια τιραμισού. Ο Ολιβερ είχε επιμείνει να τα αγοράσουν «μην τυχόν και τους πιάσει καμιά μεταμεσονύχτια λιγούρα». Η Εμμα είχε συμφωνήσει γελώντας ενώ από μέσα της πανηγύριζε που εκείνος έμμεσα της είχε δείξει την πρόθεσή του να περάσει το βράδυ μαζί της.
«Έχεις φέρει μαζί σου πράγματα για το βράδυ;» τη ρώτησε, σαν να διάβαζε τις σκέψεις της όταν κλείδωσε την πόρτα πίσω της και ενεργοποίησε το συναγερμό.
«Όχι, δεν ήξερα…» του είπε διστακτικά αλλά αυτός δεν την άφησε να ολοκληρώσει.
«Έχεις δίκιο. Είμαι απαράδεκτος αλλά δεν το έχω ξανακάνει αυτό. Έπρεπε να σε έχω ενημερώσει καλύτερα» είπε ενώ πηγαινοερχόταν στο σαλόνι κάνοντας μερικά συμμαζέματα πριν τον ύπνο. «Μην ανησυχείς όμως. Θα τα φροντίσω εγώ όλα» της είπε και της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στη μύτη. Η Εμμα ευχαρίστησε το Θεό που την έγδαρε λίγο με τα γένια του και κατάλαβε ότι είναι ξύπνια και δεν ονειρεύεται. Πώς ακριβώς από αμετανόητος εργένης έγινε τόσο τρυφερός σύντροφος; Μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά;
«Ολιβερ, πότε γεννήθηκε ο Πικάσο;» τον ρώτησε ξαφνικά και εκείνος γύρισε προς το μέρος της απορημένος.
«Το 1881. Τι χαζή ερώτηση είναι αυτή;» είπε ο Ολιβερ.
«Και τι βαθμό μου έβαλες στην εργασία και έγινα έξαλλη;» επέμεινε η Εμμα χαμογελώντας.
«Νομίζω 69» απάντησε εκείνος πονηρά. «Γιατί με ρωτάς;»
«Οι εγωγήινοι έκαναν καλή δουλειά» του είπε γελώντας και του ανακάτεψε τα μαλλιά ενώ ανέβαινε τις σκάλες προς το υπνοδωμάτιό του. «Είσαι ολόιδιος με τον Ολιβερ που γνώρισα» γέλασε.
«Είσαι πολύ χαζή, Εμμα! Επειδή προσπαθώ, με κοροϊδεύεις; Δεν είμαι ρέπλικα! Εγώ είμαι! Απλώς αποφάσισα να το δω αν έχεις δίκιο. Ελπίζω μόνο να μη μου βγει σε κακό με σένα που έμπλεξα» της είπε και άρχισε να γδύνεται. Η Εμμα ντρεπόταν να κάνει το ίδιο μπροστά του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και τον χάζευε να βγάζει αργά τα ρούχα του και να τα τακτοποιεί παράλληλα. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν ήταν σίγουρη ότι δε θα χόρταινε ποτέ το τέλεια σμιλεμένο σώμα του. Επίπεδη κοιλιά και κοφτεροί κοιλιακοί. Δυνατά μπράτσα, φαρδύ στέρνο και στενοί γοφοί και ένα δέρμα λείο σαν να μην το έχει επηρεάσει ο χρόνος. Θα μπορούσε να τον κοιτάει για ώρες αλλά προς το παρόν προτιμούσε να τον αγγίξει.
«Εσύ δε θα γδυθείς;» τη ρώτησε και της πέταξε ένα φανελάκι του. «Φόρα αυτό το βράδυ και την επόμενη φορά, φέρε μερικά πράγματά σου εδώ να νιώθεις άνετα» είπε και κατευθύνθηκε στο μικρό μπάνιο που ήταν μέσα στο δωμάτιό του.
«Ω Ολιβερ, σταμάτα πια! Παραπάει αυτό! Άκου να φέρω πράγματα εδώ! Εσύ σε μια βδομάδα θα μου κάνεις πρόταση γάμου έτσι όπως το πας!» είπε η Εμμα τάχαμ αγανακτισμένη και εκείνος της έκλεισε το μάτι με την οδοντόβουρτσα στο στόμα.
«Έχω μια οδοντόβουρτσα καινούργια στο ντουλάπι» της έδειξε «και μερικά είδη πρώτης ανάγκης» ολοκλήρωσε και αφού τέλειωσε το πλύσιμο των δοντιών του κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
«Εμμα, κάθεσαι εκεί, ντυμένη, σχεδόν υπνωτισμένη. Αν δεν γδυθείς άμεσα, θα το κάνω εγώ. Απλώς δε σου εγγυώμαι ότι τα ρούχα σου θα φοριούνται μετά» της είπε στεγνά και η γλώσσα της κόλλησε στο στόμα της. Ήθελε να πει κάτι έξυπνο αλλά δεν έβρισκε τίποτα.
«Θα το εκλάβω σαν πρόσκληση αυτό» της είπε και την πλησίασε, φορώντας μόνο ένα μαύρο κολλητό μποξεράκι που μετά βίας κάλυπτε τον ερεθισμό του. Έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και με τον δείχτη του χάιδεψε αργά το σαγόνι της. Χαμήλωσε το στόμα του στο δικό της και τη φίλησε απαλά στα χείλη. Με μια απότομη κίνηση της έβγαλε το φόρεμα και της τράβηξε το λαστιχάκι που συγκρατούσε τα μαλλιά της και αυτά χύθηκαν σαν χείμαρρος στους ώμους της. Στη συνέχεια η Εμμα κατέβασε αργά το καλσόν της και έμεινε μπροστά του φορώντας μόνο τα εσώρουχά της. Τουλάχιστον είχε προνοήσει και φορούσε ένα υπέροχο μαύρο δαντελένιο σετ που είχα αγοράσει πριν από μερικές μέρες ειδικά για εκείνον.

Με ένα επιφώνημα επιδοκιμασίας εκείνος τη σήκωσε απότομα στην αγκαλιά του και αφού τη στριφογύρισε μερικές φορές, την φίλησε και την έριξε στο κρεβάτι με φόρα. Και μετά ξάπλωσε δίπλα της…


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

κεφάλαιο 50-πείνασα!

«Μα δε θέλω να πάμε για φαγητό, Ολιβερ!» διαμαρτυρήθηκε η Εμμα. «Ας παραγγείλουμε μια πίτσα. Μπορώ να μαγειρέψω κι εγώ κάτι. Τι σε έπιασε τώρα και θες σώνει και καλά να βγούμε;»   συμπλήρωσε.
Είχαν περάσει δύο ώρες κάνοντας έρωτα ξανά και ξανά σαν έφηβοι που εξερευνούσαν πρώτη φορά την ηδονή.  Ήταν και οι δύο εμφανώς καταπονημένοι αλλά και χορτασμένοι από σεξ. Ο Ολιβερ όμως ήταν αποφασισμένος να πάνε βόλτα.
«Όχι κυρία μου!» της είπε δραματικά ενώ  έβαζε το τζιν του. «Αρκετά με έχεις κατηγορήσει! Δε θέλω να μου χρεώσεις ότι σε εκμεταλλεύτηκα και σε άφησα νηστική» είπε.
«Μα σε παρακαλώ! Εγώ σου το λέω. Βγάλε τα ρούχα σου! Είναι κρίμα να είσαι ντυμένος!» του είπε και γέλασε.
«Εμμα, ντύσου, σε παρακαλώ, και σταμάτα να με προκαλείς. Θα πάμε για φαγητό. Σου υποσχέθηκα δείπνο. Τι σόι κύριος θα ήμουν αν σε άφηνα νηστική;»
«Ολιβερ, είσαι πολύ ξεροκέφαλος» του είπε και τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να του δώσει ένα φιλί στα χείλη. Εκείνος ανταπέδωσε και συνέχισε να ντύνεται.

Σε δέκα λεπτά βρίσκονταν στην πόρτα του σπιτιού και η Εμμα φορούσε το κράνος της.
«Πρέπει να σου πάρω άλλο κράνος» είπε ο Ολιβερ πιο πολύ στον εαυτό του. Η Εμμα ένιωσε μια γλυκιά θαλπωρή να απλώνεται μέσα της. «Αυτό είναι πολύ αυστηρό. Θα σου πάρω ένα ένα ωραίο μαύρο με αφηρημένα σχέδια. Να είναι και το νούμερό σου. Αυτό πρέπει να σου είναι μεγάλο. Είναι αντρικό νούμερο» της είπε και η Εμμα χαμογέλασε για δύο λόγους. Πρώτον, που δεν είχε ήδη γυναικείο κράνος και δεύτερον, που σκεφτόταν την ασφάλειά της στο μέλλον.

Αγκαλιασμένη πάνω του και νιώθοντας τον αέρα να χαϊδεύει το κορμί της έφτασε έξω α πό ένα φίνο εστιατόριο στο κέντρο της πόλης.
«Δε νομίζεις ότι είναι λίγο…κεντρικό;» τον ρώτησε φοβισμένη. Αν τους έβλεπε κανείς;.
«Μένουν λίγες βδομάδες ως το τέλος του εξαμήνου. Χαλάρωσε» της είπε και την οδήγησε στο εσωτερικού ενός ιταλικού εστιατορίου με χαμηλή μουσική και ρομαντικό φωτισμό. Ένας άντρας τούς οδήγησε σε ένα τραπέζι για δύο που στο κέντρο είχε μια ανθοσύνθεση με ένα κερί. Ήταν όλα τόσο υπέροχα που η Εμμα νόμισε ότι ζει σε παραμύθι.
«Τι θα φάμε;» είπε εκείνος αφού κοίταξε λίγο το μενού.
«Λιγκουίνι με θαλασσινά και σαλάτα για μένα» του είπε κοκκινίζοντας.
«Είναι που δεν πεινούσες, αλεπού!» της είπε και αφού παρήγγειλε στο σερβιτόρο πήρε το χέρι της και το φίλησε. «Περνάω πολύ όμορφα μαζί σου» της είπε.
«Κι εγώ περνάω πολύ ωραία μαζί σου, Ολιβερ, αλλά θα περνούσε ακόμα καλύτερα αν όλα τα γυναικεία βλέμματα δεν ήταν στραμμένα πάνω σου αυτή τη στιγμή» του είπε κατσούφικα. Ήταν αλήθεια. Από τη στιγμή που είχαν μπει στο εστιατόριο δεν υπήρχε θηλυκή ύπαρξη που να μην τον κοιτούσε.
Εκείνος χωρίς να κοιτάξει καν γύρω για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά της, χαμογέλασε και της είπε «με κοιτάνε και οι άντρες ξέρεις». Όταν είδε την έκπληκτη έκφρασή της , συμπλήρωσε «αναρωτιούνται τι μου βρίσκει μια όμορφη γυναίκα σαν εσένα!».
«Ω έλα τώρα, κόλακα!» του είπε και τσίμπησε λίγο από την μπρουσκέτα που τους είχαν φέρει για καλωσόρισμα. «Τα λες αυτά σε όλες;».

Εκείνος σκοτείνιασε και άφησε το χέρι της σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα. «Οχι, Εμμα, όχι σε όλες. Δε χρειάστηκε μέχρι τώρα να κάνω τέτοια συζήτηση με άλλη γυναίκα» της είπε σοβαρά.
«Γιατί; Οι προηγούμενες δεν είχαν ανασφάλειες;» τον ρώτησε πικρά.
«Όχι, Εμμα, οι προηγούμενες δεν έβγαιναν ρομαντικά ραντεβού μαζί μου» της είπε και της έκλεισε το μάτι. Η Εμμα ένιωσε ντροπή για όσα είχε πει. Αυτός προσπαθούσε κι εκείνη του έβαζε τρικλοποδιές. Αν ήταν δυνατόν…
«Με συγχωρείς» του είπε και κοίταξε το πιάτο της.  

«Ω μην ανησυχείς. Είναι λογικό να νιώθεις έτσι. Απλώς προσπαθώ να σου δείξω όσο μπορώ ότι διατίθεμαι να προσπαθήσω κάτι διαφορετικό μαζί σου» είπε εκείνος ενώ τσιμπούσε μια πιρουνιά από τα σκαλοπίνια του. «Μμμ, είναι υπέροχα. Θες;» τη ρώτησε και της έτεινε το πιρούνι του. Η Εμμα συγκινήθηκε με την τρυφερότητά του.. Πόσο οικεία στιγμή. Ένα ζευγάρι αφού έχει κάνει θεϊκό σεξ, μοιράζεται μια πιρουνιά σκαλοπίνια σε ένα ρομαντικό ιταλικό εστιατόριο. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε να την εγκαταλείπουν οι άμυνές της. Όλη η ανησυχία τι θα γινόταν, πόσο θα κατέρρεε αν την εγκατέλειπε ξαφνικά , εξανεμίστηκε. Αποφάσισε εκείνη τη στιγμή, σε ένα μυσταγωγικό τελετουργικό με παρόντες όλους του θαμώνες του εστιατορίου, χωρίς να πει λέξη, ότι θα το ζούσε. Όλο αυτό που της ζητούσε. Όλο αυτό που είχε διεκδικήσει εκείνη πρώτη. Θα το ζούσε όποιο κι αν ήταν το κόστος. 

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

the hoodie


the motorcycle


κεφάλαιο 49-0-100 σε 3 δευτερόλεπτα

«Σοβαρολογείς;» ψέλλισε η Εμμα όσο πιο διακριτικά μπορούσε για να μην ακουστεί τριγύρω. Φοιτητές πηγαινοέρχονταν στην εστία και κινδύνευαν να τους προσέξουν καλύτερα αν ανέβαζε κι άλλο τον τόνο της φωνής της.
«Τι ήθελες; Να έρθω με την Aston Martin; Σταμάτα την γκρίνια και ανέβα επιτέλους!» της είπε και της έδωσε ένα μαύρο κράνος.
«Φοβάμαι!» διαμαρτυρήθηκε αδύναμα η Εμμα, αναφερόμενη στο μέσο.
«Και εγώ φοβάμαι» διαμαρτυρήθηκε ο Ολιβερ, αναφερόμενος στη σχέση.


Με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, η Εμμα ανέβηκε στη μηχανή του Ολιβερ. Ήταν μαύρη με μπλε και ασημί και φαινόταν πολύ ακριβή. Φόρεσαν τα κράνη τους και επιτέλους η Εμμα ένιωσε ασφάλεια στην ανωνυμία. Όση ώρα στέκονταν εκεί, παρόλο που ο Ολιβερ ήταν σχεδόν καλυμμένος με την κουκούλα ένιωθε ότι θα εκραγεί κάποια βόμβα στα χέρια της. Τώρα δεν τους έβλεπε κανείς.

Ο Ολιβερ έτρεχε. Όχι πολύ ώστε να φοβάται, αλλά αρκετά ώστε να δείχνει με τον τρόπο του ότι ανυπομονούσε να μείνει μόνος του μαζί της. Σε όλη τη διαδρομή η Εμμα προσπαθούσε να φανταστεί που έμενε και να τιθασεύσει το μυαλό της που είχε αρχίσει ήδη να παίρνει παράξενες στροφές. Αναρωτιόταν αν σήμερα, παρά τις διαβεβαιώσεις του, θα ήταν η τρίτη και τελευταία φορά που θα κοιμόταν μαζί της, αν θα τον ικανοποιούσε, αν θα κοιμόταν εκεί, αν, αν, αν…

Τον έσφιξε δυνατά πάνω της και ακούμπησε το μάγουλό της στην πλάτη του. Δε θα χαλούσε το απόγευμα με ηλίθιες σκέψεις. Ο φόβος να σε παρατήσει ο σύντροφός σου, ακόμα και μετά από 20 χρόνια γάμου, είναι πάντα εκεί. Οπότε σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να πει ότι ήταν και τυχερή που ήξερε περίπου τι την περιμένει.

Σταμάτησαν περίπου δεκαπέντε λεπτά μετά, έξω από ένα κλασικό λονδρέζικο σπίτι σε μια πολύ όμορφη γειτονιά στο Μέιφερ. Εκείνος έβγαλε το κράνος του και ίσιωσε λίγο τα μαλλιά του και ενώ η Εμμα έκανε κι αυτή το ίδιο, πέρασαν δύο κορίτσια και του χαμογέλασαν. Ο Ολιβερ δεν έδωσε σημασία αλλά η Εμμα ξεφύσησε με νόημα.
«Είναι πολύ εκνευριστικό αυτό» του είπε ενώ περπατούσαν πλάι πλάι σε ένα μικρό δρομάκι που οδηγούσε στην είσοδο του σπιτιού του.
«Συμφωνώ» της είπε απλά και την ξάφνιασε. Περίμενε να προσποιηθεί ότι δεν το κατάλαβε, ή να της πει ότι το έχει συνηθίσει. Δεν περίμενε να τον ενοχλεί. Αλλά και γιατί όχι; Δεν ήταν ρηχός άνθρωπος ο Ολιβερ. Πρέπει να ήταν εξοντωτικό να σε θεωρούν κάτι σαν αντικείμενο, σαν μπιμπελό, να περνάνε και να σου κλείνουν το μάτι άγνωστες και να σου χώνουν στο παντελόνι τηλέφωνα. Διάολε, ήταν ολόκληρος καθηγητής πανεπιστημίου, όχι go-go boy.

Άνοιξε την πόρτα του και παραμέρισε για να περάσει πρώτα εκείνη. Η Εμμα έκανε μερικά βήματα και  περίμενε o Ολιβερ να ανάψει τα φώτα. Όταν τελικά το έκανε, της ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός.
«Ολιβερ!» του είπε και εκείνος την αγκάλιασε από πίσω.
«Δεν ήξερα ότι…» του είπε και εκείνος τη φίλησε στο λαιμό.

Η Εμμα κοίταξε τριγύρω της ένα υπέροχο σπίτι όπου επικρατούσε το λευκό χρώμα. Στον ένα τοίχο υπήρχε μια τεράστια βιβλιοθήκη από μαόνι με εκατοντάδες βιβλία και δύο αφράτοι καναπέδες απέναντι από μια τεράστια πλάσμα τηλεόραση. Ήταν ένας υπέροχος χώρος, όπου δέσποζε ένα μαρμάρινο τζάκι και κρυσταλλένιοι πολυέλαιοι.
Και ακριβώς απέναντι από την είσοδο, στο κέντρο ενός τοίχου…ο πίνακάς της.
«Μου αρέσει το θέμα…τι να πω;» της είπε χιουμοριστικά ενώ έπαιρνε το παλτό της. Η Εμμα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι του άρεσε τόσο που τον έβαλε σε τόσο κεντρικό σημείο στο σπίτι του. Και κυρίως…επιτέλους! Τον ξανάβλεπε. Πλησίασε τον πίνακα και τον άγγιξε φευγαλέα.
«Φτιάχνω τσάι, θες;» της είπε εκείνος από την κουζίνα, αλλά του απάντησε όχι.
Εκείνος ωστόσο έφερε ένα δίσκο με διάφορα ροφήματα, καυτό νερό και βουτήματα.
«Με κακομαθαίνεις, Ολιβερ» του είπε, ενώ επέστρεφε το βλέμμα της στον πίνακα.
«Ζηλεύω ξέρεις» της είπε και άκουσε ένα χαμόγελο στη φωνή του. «Εδώ είναι το ζωντανό μοντέλο κι εσύ κοιτάς το αντίγραφο».
«Ξέρεις, δεν παραδέχτηκα ποτέ ανοιχτά ότι είσαι εσύ» του είπε και τον πλησίασε. Εκείνος στεκόταν δίπλα στο τζάκι και έβαζε μερικά ξύλα για να ανάψει φωτιά.
«Σωστά» είπε εκείνος και έριξε ένα σπίρτο στο προσάναμμα. Η φωτιά πήρε αμέσως και ο χώρος γέμισε μια ζεστή λάμψη. «Και αν δεν είμαι εγώ, τότε ποιος είναι;» τη ρώτησε ενώ την πλησίαζε αργά. Η Εμμα έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της, τόσο τρομαγμένη όσο και ανυπόμονη.
«Ε να…ένας γνωστός μου» του είπε και εκείνος παραμέρισε ένα τσουλούφι από το πρόσωπό της. Το αίμα της έκαιγε καυτό στις φλέβες της. Άλλο ένα βήμα και…
«Και είναι σημαντικός για σένα;» τη ρώτησε με ανασηκωμένο το φρύδι.
«Ε να…ξέρεις τώρα. Έχουμε ένα φλερτ αλλά δεν είναι κάτι σημαντικό» είπε εκείνη χαμογελώντας αχνά. «Δεν πιστεύω στις σχέσεις» συμπλήρωσε με ανεπαίσθητη ειρωνεία.
«Ίσως δεν έχει βρεθεί ακόμα ο κατάλληλος» της είπε και την έπιασε από τη μέση, τραβώντας τη αργά προς το μέρος του.
«Μπορεί» απάντησε απαλά η Εμμα ενώ το σώμα της είχε κολλήσει πια πάνω στο δικό του. Ο Ολιβερ χάιδευε αργά την πλάτη της.
«Πολύ λυπάμαι για σένα» της είπε ενώ πλησίαζε τα χείλη του στα δικά της, βασανιστικά αργά «γιατί εγώ έχω βρει ένα σπάνιο κορίτσι που μου αρέσει πολύ» της είπε ψιθυριστά πάνω στα χείλη της. Η Εμμα ένιωθε έτοιμη να λιώσει. «Και δε σκοπεύω να την αφήσω να φύγει απόψε» της είπε και εκείνη χαμογέλασε. «Σκοπεύω να την αποπλανήσω εδώ, στην κουζίνα, στο ντους, στο υπνοδωμάτιο…» είπε και τη φίλησε απαλά. «Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως πρέπει να την αποπλανήσω σε καθένα από τα τρία υπνοδωμάτια» είπε σκεπτικός και την ξαναφίλησε απαλά.
«Είστε σίγουρος ότι θα θέλει, δρ Πιρς;» ρώτησε εκείνη. «Γιατί εσείς το νιώθω ότι το θέλετε» του είπε χαμογελαστή ενώ κατέβαζε το βλέμμα της στο σημείο εκείνο του σώματός του που δεν μπορούσε να πει ψέματα.
«Ω αν θέλει, μπορεί να πει όχι» της είπε και τη φίλησε.



Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

κεφάλαιο 48-κι η νύχτα κατεβαίνει...με μαύρο φερετζέ...

Ποιος διάολο είχε χαλάσει πάλι τα φώτα του διαδρόμου;

Ο άντρας απέναντί της φαινόταν απειλητικός μέσα στο σκοτάδι. Τα συνήθως λαμπερά μάτια του τώρα θύμιζαν ατσάλι. Αλλά ήταν αυτός που περίμενε. Ο,τι και αν ήταν αυτό που τον είχε κάνει έξαλλο, χαιρόταν που τον έβλεπε.

Η Εμμα κοίταξε αριστερά και δεξιά το διάδρομο με έντονες κινήσεις του κεφαλιού.
«Κύριε Χάιντ; Μόνος; Αφήσατε το δρα Τζέκιλ σπίτι;» του είπε χιουμοριστικά αλλά εκείνος δε γέλασε. Αντίθετα, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και κατέβασε την κουκούλα του. Η Εμμα τον τράβηξε μέσα στο διαμέρισμα. «Είσαι τρελός; Τι κάνεις; Θες να σε πάρει κανά μάτι; Ο Φαμπιάν μένει στον πάνω όροφο!» του είπε.
«Τι έκανε εδώ ο μπάρμαν;» της είπε ξαφνικά κάνοντας τη λέξη «μπάρμαν» να ακούγεται σαν βρισιά και η Εμμα κατάλαβε το λόγο της νευρικότητάς του.
«Συνέβη κάτι στο μπαρ και έπρεπε να μου το πει. Συγγνώμη που σε καθυστέρησα. Πώς και ήρθες από εδώ;» τον ρώτησε ενώ περιφερόταν άσκοπα στο σαλόνι μαζεύοντας μπουκαλάκια και κουτάκια από την προετοιμασία της για να είναι απασχολημένη. «Σε δέκα λεπτά θα ήμουν στο πάρκο». Δεν ένιωθε άνετα να τον έχει στο σαλόνι της. Αν κάποιος χυπούσε το κουδούνι και τον έβλεπε εκεί…θα έχανε τη δουλειά του κι εκείνη το πτυχίο της. Ήταν πολύ ριψοκίνδυνο.

Ο Ολιβερ κάθισε στον καναπέ της με τα χέρια στα γόνατά του, σχεδόν άκαμπτος. «Ηρθα να σε πάρω για να μην ταλαιπωρηθείς. Αλλά μάλλον με πρόλαβε άλλος» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Τι στο καλό λες, Ολιβερ; Ποιος σε πρόλαβε;» όρθωσε τη φωνή της. «Δεν είμαι αντικείμενο σε κάποιο ράφι όπου μπορεί κάποιος να προλάβει να με αγοράσει. Είμαι άνθρωπος και διαλέγω την παρέα μου και διαλέγω εσένα» είπε και κοκκίνισε. Είχε πει περισσότερα από όσα σκόπευε.
Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να βάλει λίγο νερό. Έτσι ήταν ο Ολιβερ. Δεν περίμενε να πάρει άδεια από κανέναν. Έκανε αυτό που ήθελε. «Και μου λες ότι είναι τυχαίο όλο αυτό; Αν ερχόμουν δηλαδή πριν από μερικά λεπτά θα σας έβρισκα ντυμένους;» της είπε και η Εμμα πάγωσε από αυτό που άκουσε.
«Ολιβερ, το παρατραβάς. Ξέρεις ότι δεν κοιμάμαι με τον καθένα. Μην κάνεις προβολή της συμπεριφοράς σου πάνω μου. Δεν είμαστε ίδιοι» του είπε τάχαμ αδιάφορα ενώ ήθελε να τον πικάρει. Μα γιατί να συμβεί αυτό; Γιατί να τσακώνονται ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να δέσει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και να τον φιλήσει μέχρι να του κοπεί η ανάσα;
Εκείνος δε μίλησε για λίγο. Μάλλον σκεφτόταν όσα του είχε πει. Η Εμμα σταμάτησε απότομα αυτό που έκανε και έκατσε δίπλα του. Πήρε το χέρι του στο δικό της και γύρισε με τον δείκτη της το πρόσωπό του προς το μέρος της.«Μη βγάζεις βιαστικά συμπεράσματα» ήταν το μόνο που του είπε. Ο Ολιβερ ανασήκωσε ειρωνικά το φρύδι του. Δεν την πίστευε. Πώς θα συνέχιζαν μετά από αυτό;

«Μου ζητάς να σε εμπιστευτώ όταν εγώ σε παρακαλούσα να σου μιλήσω για τη Λουίζα και εσύ με απέφευγες» της είπε εκείνος χαμογελώντας πικρά και η Εμμα ήξερε ότι δεν είχε απάντηση σε αυτό. Έμεινε σιωπηλή. «Πες μου ότι δεν βγαίνεις με αυτόν τον βλάκα γιατί νιώθω πολύ ηλίθιος τώρα» της είπε κοιτώντας έξω από το παράθυρο.

Ο Ολιβέρ της, το πανέμορφο αυτό πλάσμα, γεμάτος ανασφάλειες στο σαλόνι της. Τι ήταν αυτό που τον είχε κάνει έτσι; Προσπαθούσε να θυμηθεί τον δυναμικό δρα Πιρς με τα ακριβά κοστούμια και την…τακτοποιημένη ζωή αλλά μπροστά της τι είχε; Ένα νεαρό με τζιν και φούτερ, ένα νεαρό τόσο όμορφο που την έκανε να αναρωτιέται πώς μπορούσε να κρατήσει το ενδιαφέρον του. Έναν νεαρό που ένιωθε εξαπατημένος.

«Λοιπόν να σου πω κάτι;» του είπε εκείνη ανάλαφρα. «Ανυπομονούσα να σε δω όλη τη βδομάδα. Δε θα κάτσουμε να τσακωνόμαστε για κάτι που δεν υπάρχει. Μη με αναγκάσεις να σου κάνω ερωτική εξομολόγηση για να σε πείσω» του είπε γελώντας. «Πάω να ντυθώ και σε πέντε λεπτά φεύγουμε για όπου έχεις κανονίσει να πάμε» του είπε.

Φόρεσε στα γρήγορα ένα ωραίο φόρεμα και δερμάτινες μπότες, βάφτηκε λίγο και έπλεξε μια πλαϊνή κοτσίδα τα μαλλιά της. Ήταν ευχαριστημένη με το αποτέλεσμα και με το χρόνο που έκανε να ετοιμαστεί. Μόλις τέσσερα λεπτά. Ο Ολιβερ δεν είχε μιλήσει όση ώρα εκείνη ετοιμαζόταν. Τον βρήκε να διαβάζει ένα από τα βιβλία που είχε αφήσει η Φιλίπα στο τραπεζάκι του σαλονιού σχετικά με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
«Η συγκάτοικός μου είναι νοσοκόμα» του είπε και εκείνος σήκωσε τα μάτια του. Της χαμογέλασε ζεστά. Η Εμμα ήξερε ότι τα είχε καταφέρει.
«Είσαι πολύ όμορφη» της είπε και η Εμμα χαμογέλασε. Είχε βρει τον εαυτό του. «Θες να παραλείψουμε το δείπνο;» τη ρώτησε περνώντας ασυναίσθητα τη γλώσσα του από το κάτω χείλος του σαν να τη γευόταν από μακριά. Η Εμμα έγνεψε. Ακόμα κι αν ήθελε να μιλήσει, δεν μπορούσε. Οι λέξεις είχαν κολλήσει στο λαιμό της.

Ω σίγουρα, είχε βρει τον εαυτό του.



Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 47-τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια...

Κάπου στις 16.00, και ενώ η Εμμα είχε αρχίσει ήδη να χάνει την υπομονή της με το πόσο αργά περνάει ο χρόνος, χτύπησε το κινητό της. Ο ήχος κλήσης πρόδιδε ότι ήταν κάποιος από το μπαρ. Κοίταξε την οθόνη. Ήταν ο Τζούλιαν. Τι να ήθελε άραγε;
«Τζούλιαν! Τι κάνεις;» ρώτησε τον φίλο της με ανάμεικτη χαρά και απορία. Σπάνια της τηλεφωνούσε μέρες που δε δούλευαν.
«Όχι και πολύ καλά» της είπε εκείνος σοβαρά. Το αίμα της πάγωσε. Ο Τζούλιαν ήταν πάντα κεφάτος. Ακόμα και στα δύσκολα, είχε κάτι θετικό να πει.
«Τι έγινε;» ρώτησε η Εμμα ανήσυχη για τον φίλο της. «Είσαι καλά; Οι δικοί σου; Πες μου ντε!» τον προέτρεψε.
«Όχι από το τηλέφωνο. Πρέπει να σε δω από κοντά» της είπε και τότε η καρδιά της Εμμα έκανε μια περίεργη αναπήδηση.
«Εμ…Τζούλιαν…» ψέλλισε ενώ σκεφτόταν αν θα προλάβει να είναι έτοιμη στις έξι. Τελικά όμως πρυτάνευσε η δύναμη της φιλίας «εδώ θα είμαι, σε περιμένω» του είπε και το έκλεισε.

Αναρωτήθηκε τι να ήταν το τόσο σημαντικό που έπρεπε να της το πει από κοντά, αλλά τουλάχιστον ανακουφίστηκε που ήταν θέμα υγείας. Το πρόβλημα ήταν ότι ίσως αργούσε στο ραντεβού με τον Ολιβερ. Δεν ήθελε να της μιλάει ο Τζούλιαν και αυτή να κοιτάει το ρολόι. ¨Άρπαξε το κινητό της από τον καναπέ, πήρε μια βαθιά ανάσα και πληκτρολόγησε «Ολιβερ, μου συνέβη κάτι έκτακτο. Μπορούμε να το κάνουμε στις 19.00;» και το έστειλε.

Δεν ήξερε αν θα του έλεγε την αλήθεια για το λόγο που θα αργούσε. Ο Ολιβερ είχε δείξει…φονικά ένστικτα εναντίον του Τζούλιαν και δεν ήθελε να του δώσει λάθος εντυπώσεις. Ειδικά στο πρώτο τους, έστω και άτυπο, ραντεβού.

Εντάξει, κορίτσι μου. Μην ανησυχείς καθόλου

Αυτό της απάντησε άμεσα ο Ολιβερ και η Εμμα έμεινε να κοιτάει την οθόνη σαν χαζή για μερικά δευτερόλεπτα. Πόσο γλυκός ήταν! Ήταν χαμένη από χέρι!

Ο Τζούλιαν, δυστυχώς, δεν ήρθε αμέσως. Της χτύπησε το κουδούνι περίπου στις 5 παρά δέκα και μπήκε μέσα φουριόζος. Κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι από τον καναπέ όπου κάθισε εκείνη.
«Να σου φέρω κάτι;» ρώτησε ευγενικά η Εμμα αλλά εκείνος έγνεψε αρνητικά. Έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του και άρχισε να καπνίζει χωρίς να μιλάει.
«Θα μου πεις τι έγινε;» ρώτησε η Εμμα τρομαγμένη και εκείνος άρχισε να μιλάει, κοιτώντας έξω από το παράθυρο, κοφτός και σοβαρός όσο ποτέ.
«Ξέχασα τα γυαλιά μου στο μπαρ χθες το βράδυ και πήγα σήμερα το μεσημέρι να τα πάρω. Ξέρεις ότι έχω κλειδιά» της είπε και η Εμμα έγνεψε θετικά. «Άκουσα ομιλίες στην αποθήκη, σαν να τσακώνονταν κάποιοι. Φοβήθηκα ότι ήταν κλέφτες. Άκουσα πολλούς και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να τους αντιμετωπίσω όλους μαζί» είπε και η Εμμα άρχισε να φοβάται πραγματικά για τη συνέχεια της ιστορίας.
«Πλησίασα αθόρυβα και κοίταξα μέσα από τις γρίλιες της πόρτας. Ήταν ο Μπομπ και 3 μαυροντυμένοι άντρες στη μέση της αποθήκης με κούτες μπουκάλια γύρω τους και συζητούσαν έντονα».
«Ο Μπομπ;» είπε απορημένη η Εμμα. «Το αφεντικό μας ο Μπομπ;» ρώτησε και ο Τζούλιαν έγνεψε θετικά. «Μα αυτός δεν πάει ποτέ στο μπαρ πρωί, δεν ασχολείται με την αποθήκη. Τα έχεις αναλάβει εσύ και ο Αντριου αυτά!» είπε η Εμμα, αναφερόμενη στον Αντριου, τον ανιψιό του Μπομπ, που ήταν κάτι σαν υπεύθυνος προμηθειών.
«Κι όμως, αυτός ήταν» είπε ο Τζούλιαν και σηκώθηκε να περπατήσει λιγάκι. «Από τα λίγα που άκουσα, οι τρεις άντρες τον απειλούσαν ότι θα κάψουν το μπαρ αν σταματήσει να προμηθεύεται από αυτούς μπόμπες».
Το αίμα της Εμμα * πάγωσε στις φλέβες της. Το θέμα ήταν όντως πολύ τρομακτικό.
«Τι λες; Ποιες μπόμπες; Πουλάμε εμείς νοθευμένα ποτά;» ρώτησε σαν χαζή.
«Τι να σου πω, Εμμα; Έτσι φαίνεται. Εγώ δεν πίνω ποτέ εν ώρα εργασίας και εσύ άντε να πιείς κανά κοριτσίστικο κοκτέιλ. Άντε να καταλάβεις. Αν πίναμε κανά σκέτο ουίσκι θα το καταλαβαίναμε ίσως» είπε εκείνος. «Άλλωστε απ’ ό,τι κατάλαβα δεν πρέπει να γίνεται καιρό αυτή η δουλειά. Θυμάσαι που είχαν πέσει λίγο οι δουλειές τα Χριστούγεννα; Μάλλον τότε αποφάσισε να το ρίξει στα νοθευμένα για να ρίξει το κόστος και να ρεφάρει στα κέρδη» είπε ο Τζούλιαν ενώ έτριβε το αξύριστο σαγόνι του. Φαινόταν καταρρακωμένος.
«Τι θα κάνουμε, Τζούλιαν;» ρώτησε η Εμμα τρομαγμένη. Το κράτος έχει πολύ αυστηρούς νόμους για τη νοθεία. Άλλωστε αν οι τραμπούκοι εννοούν τα μισά από όσα λένε, μπορεί να κάνουν κακό» είπε εκείνη.
«Βλέπεις γιατί επέμενα να μιλήσουμε;» είπε ο Τζούλιαν και η Εμμα έγνεψε. Το θέμα απαιτούσε όντως σοβαρή συζήτηση και λεπτό χειρισμό. «Αν μας πιάσουν με μπόμπες, αν μας καρφώσει κανείς, έχω και εγώ ευθύνες ως μπάρμαν».
«Και αν μας βάλουν φωτιά, θα πάμε όλοι αδιάβαστοι!» είπε η Εμμα προσπαθώντας να ελαφρύνει ην ατμόσφαιρα αλλά μάταια.
«Ο Μπομπ έδειχνε να θέλει να σταματήσει να συνεργάζεται μαζί τους αλλά εκείνοι τον απείλησαν ανοιχτά. Η μόνη λύση είναι να του μιλήσω» είπε ο Τζούλιαν. «Θα μπορούσα και να παραιτηθώ, αλλά τον άλλο μήνα είναι ο διαγωνισμός μπάρμαν και πρέπει να δουλεύω σε μπαρ για να συμμετάσχω» είπε. «Ο Μπομπ είναι καλό αφεντικό. Έχει μπλέξει, αλλά πρέπει να τον βοηθήσουμε» είπε και η Εμμα συμφώνησε.
«Ναι αλλά πώς; Δεν είναι να τα βάζεις με τη μαφία» είπε φοβισμένη.
«Θα δούμε. Ίσως πρέπει να μιλήσουμε στην αστυνομία» είπε εκείνος.
«Και να παραδεχτεί ότι αγόραζε μπόμπες;» ρώτησε εύλογα η Εμμα. «Δίκοπο μαχαίρι είναι» συμπλήρωσε. Ο Τζούλιαν δεν απάντησε. Κάθε λύση είχε και ένα εμπόδιο.
«Πώς θα ξαναπάμε στη δουλειά, Εμμα; Κι αν μας την πέσουν κανά βράδυ ενώ είμαστε μόνοι και μαζεύουμε; Ο Μπομπ δεν είναι συχνά στο κλείσιμο. Εμείς θα βρούμε τον μπελά μας» είπε εκείνος ανήσυχος. «Ίσως πρέπει να φύγεις» της είπε τελικά και η Εμμα δε μίλησε αμέσως. Σπάνια κάπνιζε αλλά η κατάσταση σήκωνε τσιγάρο. Πήρε ένα από το πακέτο του Τζούλιαν και το άναψε.
«Κοίτα να δεις, Τζούλιαν, αυτό είναι το μόνο εύκολο. Σε 3-4 μήνες τελειώνω τελείως το μεταπτυχιακό και φεύγω από την εστία, οπότε για αυτούς τους μήνες μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Δε σκόπευα να σερβίρω μια ζωή» του είπε. «Αλλά δεν θέλω να σας αφήσω πίσω. Δεν είσαι μόνο εσύ και ο Μπομπ. Είναι όλο το προσωπικό που κινδυνεύει. Το πρώτο βήμα είναι να μιλήσουμε στον Μπομπ. Να του πούμε ότι ξέρουμε τι παίζει. Θα ανακουφιστεί» του πρότεινε και ο Τζούλιαν συμφώνησε.
«Δεν πρέπει να χάσουμε χρόνο. Απόψε μπορείς;» τη ρώτησε εκείνος και η Εμμα ζύγισε τις επιλογές της.
«Τζούλιαν, απόψε δεν μπορώ. Έχω ένα ραντεβού και ήδη έχω αργήσει. Αύριο πρωί πρωί είναι εντάξει; Δεν έχω πανεπιστήμιο» του είπε και εκείνος χαμογέλασε.
«Ραντεβού; Με ξεπέρασες κιόλας;» τη ρώτησε μισοαστεία μισοσοβαρά.
«Τζούλιαν…» είπε εκείνη. «Έχεις καταλάβει νομίζω» του είπε και εκείνος χαμογέλασε πιο πλατιά.
«Ε βέβαια…Μπορώ να πάρω εγώ τη μοντέλα;» ρώτησε, εννοώντας τη Λουίζα.
«Χαρά μου» είπε η Εμμα και γέλασαν και οι δύο.

Όταν έφυγε τελικά ο Τζούλιαν, η ώρα ήταν 18.30. Η Εμμα κοίταξε το ρολόι της και σκέφτηκε ότι όταν δε θες ο χρόνος κυλάει πολύ γρήγορα. Φορούσε ακόμα ένα πρόχειρο τζιν και φανελάκι από πιτζάμα και είχε μπροστά της ένα τέταρτο για να γίνει κούκλα και να φύγει όταν χτύπησε η πόρτα της. Ο Τζούλιαν θα είχε ξεχάσει κάτι. Έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε διάπλατα.
«Τι ξέχα…;» είναι το μόνο που πρόλαβε να πει. Αυτός που στεκόταν έξω από την πόρτα της δεν ήταν ο Τζούλιαν. Ήταν κάποιος από την εστία μάλλον. Το βλέμμα της πλανήθηκε στα παπούτσια του πρώτα και μετά προς τα πάνω. Μαύρα All Star με μαύρη σόλα και μαύρα κορδόνια, χαμηλοκάβαλο τζιν που κολλούσε στα γυμνασμένα πόδια του, φούτερ με το λογότυπο της Οξφόρδης και κουκούλα κατεβασμένη σχεδόν ως τη μύτη του. Το στόμα, όμως, δεν της άφηνε περιθώρια να αμφισβητήσει την ταυτότητα του σκοτεινού επισκέπτη της.

«Μήπως διακόπτω;» άκουσε τη φωνή του να λέει παγωμένα και κατάλαβε ότι είχε μπλέξει.


 *χεχεχεχε


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

κεφάλαιο 46-σκέψεις γυναικείες...

Εντάξει τώρα…ποιος σοβαρός άνθρωπος είχε ραντεβού στις έξι και είχε ξεκινήσει να φτιάχνεται από το πρωί; Ούτε νύφη να ήταν.

Το κακό της υπόθεσης ήταν ότι η Φιλίπα είχε όλο το Σαββατοκύριακο εφημερία, οπότε δεν μπορούσε να τη βοηθήσει να φτιαχτεί. Όχι βέβαια ότι ήξερε τι ήθελε να φτιάξει…Από τη μία ήθελε να περιποιηθεί, να βάλει κάτι ωραίο για να νιώθει κι αυτή κάπως…αντάξιά του. Από την άλλη, δεν ήθελε να το παρακάνει και εκείνος να νομίζει ότι έκανε τόσο κόπο για χάρη του. Άλλωστε υπήρχε και ένα μεγάλο ζήτημα. Τι θα έκαναν. Είχαν συζητήσει διάφορες εκδοχές: να φάνε κάπου έξω ή σπίτι του και είχαν καταλήξει σπίτι του για να μην τους δει κανείς. Αλλά τι φοράει κάποια όταν είναι καλεσμένη σε σπίτι για φαγητό και της αρέσει ο άλλος αλλά δεν πρέπει να το δείξει και δεν ξέρει αν θα κοιμηθεί εκεί; Ουφ! Τι μπέρδεμα! Άτιμο Εθνικό Σύστημα Υγείας! Αν ήταν εδώ η Φιλίπα θα ήξερε τι να κάνει.

Όλες αυτές οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της ενώ είχε απλωμένη στο πρόσωπό της μια πράσινη κολλώδη ουσία που υποσχόταν λάμψη μέσα σε 10 λεπτά. Προς το παρόν δεν έλαμπε, αλλά θύμιζε ζόμπι. Παράλληλα έβαφε τα νύχια της ένα απαλό ροζ. Αυτό το χρώμα το είχε δανειστεί από τη Φιλίπα. Εκείνη είχε μόνο ένα μπορντό και ένα διάφανο. ‘Η του ύψους ή του βάθους σκέφτηκε γελώντας.

Στη συνέχεια έκανε αποτρίχωση και έβγαλε τα φρύδια της. Η ώρα δεν έλεγε να περάσει. Ήταν ακόμα 14.00 και ανυπομονούσε να πάει έξι. Θα τον συναντούσε στο πάρκο, οπότε θα έφευγε κανά τέταρτο πιο πριν για να είναι εκεί στην ώρα της. Αλλά μέχρι τότε είχε τέσσερις ώρες να σκοτώσει.

Ήθελε τόσο να τον δει…Μετά από εκείνη την μέρα στην Προβηγκία είχαν όλα αλλάξει. Ο καταρράκτης συναισθημάτων την είχε σχεδόν πνίξει. Το απόλυτο πάθος για 12 ώρες, έρωτας, ηδονή…μετά απογοήτευση, ζήλια, θυμός και ξανά έρωτας, φλερτ. Απόψε όμως θα είχε την ευκαιρία να βολιδοσκοπήσει λίγο την κατάσταση. Θα μιλούσαν, σίγουρα. Θα έβλεπε αν ήθελε να συνεχίσουν και πώς. Τα μηνύματά του ήταν πολύ γλυκά. Της είχε πει ότι θα το πάνε αργά και όπου βγει. Αυτό σήμαινε ότι ήθελε να το δοκιμάσουν.

Η καρδιά της είχε αρχίσει πάλι να χτυπάει δυνατά. Μόνο στην ιδέα ότι θα έμενε πάλι μαζί του μόνη…ότι θα έτρωγαν μαζί και θα μιλούσαν όπως εκείνο το βράδυ στις Κάννες, ότι μπορεί να έκαναν έρωτα. Είχε περάσει από το μυαλό της ότι ίσως την ήθελε μόνο για ένα βράδυ, μόνο για να συμπληρώσει την Τρίτη φορά. Αλλά κάτι μέσα της δεν την άφηνε να το πιστέψει. Κάτι πάνω του της έδειχνε ότι είχε αλλάξει. Ίσως είχε αποφασίσει, αν όχι να αφεθεί, τουλάχιστον να ρισκάρει να νιώσει κάτι. Στην αντίθετη περίπτωση, η Εμμα είχε μπλέξει για τα καλά. Γιατί ό,τι άμυνες είχε αναπτύξει μετά την εμφάνιση της Λουίζας και την δήλωση «δεν πιστεύω στον έρωτα, θέλω σεξ τρεις φορές και τέλος» τώρα πια είχαν γίνει σκόνη. Ήταν χαμένη. Αυτός ο άντρας είχε σχεδιαστεί  για να την τρελάνει. Πώς γινόταν να του κρατήσει κάποια μούτρα; Άραγε όλες αυτές οι ορδές γυναικών που είχαν γευτεί τον έρωτά του τι να έκαναν τώρα; Πόσες είχαν κλειστεί σε ψυχιατρείο; Πόσες να είχαν απαρνηθεί τα εγκόσμια;

Θα ζωγράφιζε. Ναι, θα ζωγράφιζε. Αυτό θα έκανε! Έτσι θα περνούσε γρήγορα η ώρα και δε θα σκεφτόταν συνεχώς πόσο όμορφος ήταν και πόσο της είχε λείψει.
Θα ζωγράφιζε κάτι και θα του το έδινε. Μαζί με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί θα ήταν το τέλειο δώρο.


κεφάλαιο 45-Αφιερωμένο στο Πωλινάκι, που είχε γενέθλια και το ξέχασα! Χρόνια πολλά...

Ο φίλος του Ολιβερ, επέμεινε να τον φωνάζουν με το μικρό του όνομα από τη στιγμή που μπήκαν στο σπίτι του. Τελικά μόνο 12 σπουδαστές από το τμήμα κατάφεραν να πάνε καθώς οι άλλοι είχαν πελαγώσει με τις πτυχιακές τους και δεν ξεμυτούσαν από το σπίτι.
Η Εμμα κοιτούσε έναν απίθανο Ρόθκο ενώ έπινε σαμπάνια από ένα κρυστάλλινο ποτήρι. Μα ποιος καθηγητής κανόνιζε μια τέτοια εμπειρία για τους σπουδαστές του; Χαμογέλασε. Ένας καθηγητής με πάθος για τη δουλειά του. Ο δρ Ολιβερ Πιρς.

«Έχουμε και ένα μικρό μπουφέ για όλους» είπε ο Λουθήρος και έδειξε προς το σημείο όπου είχαν στήσει τραπέζια με ένα σωρό ορεκτικά σε ασημένιες πιατέλες. Εκτός από τους σπουδαστές, άλλα 10 άτομα ήταν σήμερα στην ιδιωτική έκθεση. Πρέπει να ήταν συνεργάτες του Λουθήρου, γιατί τους μιλούσε πολύ προσεκτικά, ενώ με τα παιδιά ήταν πιο χαλαρός.

«Διασκεδάζετε;» ρώτησε ο ευγενικός οικοδεσπότης τους φίλους της. Η Εμμα τον παρατήρησε για πρώτη φορά από κοντά. Ήταν γοητευτικός. Όχι όσο ο Ολιβερ (πώς θα ήταν αυτό δυνατόν φυσικά;). Είχε όμως τύπο. Φορούσε ένα μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο με χρυσά μανικετόκουμπα. Είχε μούσι και ίσια μαλλιά που έπεφταν σχεδόν ως τους ώμους του. Θύμιζε ναυαγό.
«Πολύ, κύριε. Ευχαριστούμε για την πρόσκληση!» είπε η Λούσι.
«Παρακαλώ! Και σταματήστε να με λέτε κύριο. Είμαι συνομήλικος με τον Ολιβερ. Πόσο σας περνάει; 5-6 χρόνια; Σιγά!»
«Από πού τον ξέρετε;» ρώτησε ο Τζέισον και η Εμμα τον ευχαρίστησε σιωπηρά. Ο Ολιβερ ήταν τόσο μυστηριώδης που κάθε λεπτομέρεια για τη ζωή του ήταν ευπρόσδεκτη.
«Ήμασταν συγκάτοικοι στο οικοτροφείο» είπε εκείνος χαμογελαστός και ρούφηξε μια γουλιά από το ουίσκι του. «Ήταν και είναι ο καλύτερός μου φίλος» συμπλήρωσε ντροπαλά και η Εμμα χάρηκε που ο Ολιβερ είχε μια τόσο ζεστή σχέση με κάποιον.
«Δυσκολεύομαι να τον φανταστώ μικρό» είπε ο Τζέισον γελώντας. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο αυστηρός είναι μαζί μας!» είπε.
«Αυστηρός αυστηρός, αλλά μας παραχώρησε το σπίτι στην Προβηγκία και μας κανονίζει να δούμε σπάνιους πίνακες» διαμαρτυρήθηκε η Τζο και η Εμμα έγνεψε θετικά.
«Είναι πολύ καλός ο Ολιβερ» είπε ο φίλος του. «Απλώς είναι λίγο κλειστός. Σπάνια αφήνει τα συναισθήματά το να φανούν. Εγώ είμαι πιο αυθόρμητος. Ανέκαθεν. Εκείνος ήταν ήρεμη δύναμη. Διάβαζε και περνούσε τα μαθήματα σαν αυτόματο. Ταυτόχρονα έσκιζε στα αθλήματα και ξετρέλαινε τα κορίτσια. Χωρίς όμως να αφήνει ποτέ καμία να τον καταλάβει πραγματικά» είπε. Η Εμμα ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Πού πήγαινε να μπλέξει; Αφού το DNA δεν αλλάζει…
«Σπουδάσατε κι εσείς Ιστορία της Τέχνης;» τον ρώτησε τελικά η Μιράντα.
«Όχι, όχι» είπε κείνος γελώντας. «Εγώ σπούδασα Ναυτιλιακά. Το μικρόβιο με την τέχνη μου το κόλλησε ο Ολιβερ. Έχω βρει μερικά ιδιαίτερα κομμάτια χάρη στα ταξίδια μου και εκείνος απλώς δεν μπορεί να το ξεπεράσει» είπε θριαμβευτικά.

Μίλησαν λίγο και απόλαυσαν τα γευστικά εδέσματα μέχρι που η ώρα πήγε 21.00 και έπρεπε ο καθένας να γυρίσει σπίτι του για διαφορετικό λόγο. Καθώς κατευθύνονταν προς την γκαρνταρόμπα, ο Λούθηρος ξέφυγε από την παρέα των φίλων του και φώναξε την Εμμα.
«Δεσποινίς, μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;» τη ρώτησε και η Εμμα απόρησε. «Είπατε ότι οι γονείς σας ασχολούνται με τον τουρισμό. Μπορώ να έχω πέντε λεπτά μαζί σας στο γραφείο μου; Με συγχωρείτε παιδιά» είπε στους υπόλοιπους και την πήρε μαζί του. Οι υπόλοιποι δεν έδωσαν σημασία. Πότε ακριβώς του είχε μιλήσει για τους γονείς της. Πότε ακριβώς του είχε μιλήσει γενικά; Την οδηγούσε σε ένα δαίδαλο από διαδρόμους και δωμάτια, ξύλινα πατώματα και χρυσούς πολυελαίους και δεν ήξερε τι συμβαίνει. Είχε αρχίσει να φοβάται όταν εκείνος έπιασε το χέρι της και την τράβηξε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
«Ανοίξτε τα φώτα αμέσως» είπε εκείνη απότομα και εκείνος γέλασε. Πληκτρολόγησε κάτι σε ένα ταμπλό γεμάτο φωτάκια και μια πόρτα άνοιξε αυτόματα οδηγώντας τους σε ένα άδειο λευκό δωμάτιο.
«Δεν καταλαβαίνω. Τι συμβαίνει εδώ;» είπε η Εμμα σοβαρά. Ο Λούθηρος την κοίταξε και τελικά μίλησε. «Ο Ολιβερ μού ζήτησε να σου δείξω αυτό» της είπε και της έδειξε με ένα νεύμα του κεφαλιού. Η Εμμα γύρισε και κοίταξε τι δέσποζε μέσα στο δωμάτιο.
Χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα για να καταφέρει να πάρει ανάσα. «Η Λήδα και ο Κύκνος…Πώς είναι δυνατόν;» ψέλλισε ενώ κοιτούσε αχόρταγα τον πίνακα μπροστά της.
«Νόμιζες κι εσύ ότι δεν υπάρχει πια; Ε λοιπόν υπάρχει…Τον έχω εγώ. Τουλάχιστον μέχρι να με πιάσουν τύψεις και να τον δώσω σε κανά μουσείο» είπε εκείνος χιουμοριστικά.
«Μα πώς…;» ρώτησε η Εμμα χωρίς να ξέρει τι ρωτάει ακριβώς.
«Μα πώς τι;» ρώτησε εκείνος. «Πώς τον βρήκα; Σε ένα παλάτσο που αγόρασα στην Ιταλία. Ήταν στο υπόγειο κελάρι και σάπιζε» είπε εκείνος θριαμβευτικά.
«Ο Ολιβερ τι λέει;» είπε η Εμμα ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Έβλεπε μπροστά της ένα αριστούργημα του τεράστιου Ντα Βίντσι. Ένα έργο μόνο για εκείνη.
«Λέει ότι είμαι τρελός» γέλασε ο Λούθηρος «και συμφωνώ μαζί του. Τον έχω δύο χρόνια και δεν τον έχω χορτάσει ακόμα. Του υποσχέθηκα όμως ότι το 2014 θα τον δωρίσω στην Εθνική Πινακοθήκη» είπε μουτρωμένος.
«Και γιατί τον έδειξες μόνο σε μένα και όχι σε όλους;» ρώτησε τελικά η Εμμα χωρίς να παίρνει τα μάτια της από τον πίνακα.
«Δεσποινίς, μόνο τρία άτομα έχουν δει τον πίνακα. Η μητέρα μου, ο Ολιβερ και τώρα εσείς. Δε θέλω να διαρρεύσει ότι έχω τον πίνακα. Είχα τις αναστολές μου. Για να είμαι ειλικρινής ούτε σε εσάς ήθελα να τον δείξω, αλλά ο Ολιβερ με έπεισε» είπε εκείνος χαμογελαστός. Κάτι έκρυβε.
Η Εμμα ανασήκωσε με απορία το φρύδι.
«Με απείλησε ότι θα με καρφώσει» είπε ο Λουθήρος και γέλασε.
«Σε ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανες» είπε η Εμμα και ξαναγύρισε να κοιτάξει μια τελευταία φορά τον πίνακα. «Είναι πολύ σπάνιο θέαμα. Νιώθω ευλογημένη» του είπε.
Καθώς τη συνόδευε έξω, η ερώτηση που της έκαιγε τα σωθικά βρήκε το δρόμο προς τη γλώσσα της.
«Πώς ήξερες ότι είμαι εγώ;» του είπε. Εκείνος κοντοστάθηκε.
«Μου είπε ότι είσαι η πιο όμορφη» της είπε και η Εμμα κοκκίνισε. «Άλλωστε έπρεπε να δεις το πρόσωπό σου όταν μιλούσα για εκείνον» την αποτελείωσε. «Το ξέρει;» τη ρώτησε απαλά. Ο Λούθηρος δεν ήξερε να κρύβει τις σκέψεις του. Ούτε η Εμμα.
«Όχι» του είπε και κατέβασε το κεφάλι της.
«Καλύτερα» της είπε εκείνος ανέκφραστος και της άνοιξε την πόρτα προς την σάλα όπου γινόταν η προβολή.

Αφού τους χαιρέτησε όλους ευγενικά και κανόνισε τη μεταφορά τους με ταξί ο Λούθηρος επέστρεψε στην παρέα των συνεργατών του.

Ο Μαρκ, ο Τζέισον, η Λούσι και η Μελίντα έφυγαν για ένα ποτό και η Εμμα επέστρεψε σπίτι για να ετοιμαστεί για το μπαρ.

Το κινητό της βούηξε μέσα στο ταξί. Ήταν εκείνος.

Πέρασες καλά;

Μόλις έφυγα. Ήταν όλα υπέροχα. Και πάλι ευχαριστούμε. Θα σε δω αύριο.

Ανυπομονώ.

Κι εγώ…





Η Εμμα είχε σταματήσει να σκέφτεται. Απλώς ένιωθε. Μια απέραντη χαρά που θα τον έβλεπε μετά από τόσες μέρες και τεράστια ανυπομονησία μέχρι τις 18.00 αύριο. Προσπαθούσε να αγνοήσει τις ερωτήσεις που γεννούσε το μυαλό της σχετικά με το τι εννοούσε ο Λουθήρος και το πού πήγαινε αυτή η σχέση και είχε αποφασίσει να την απολαύσει όσο κρατούσε. Και όταν τέλειωνε, γιατί ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό, θα έκλεινε με αγάπη αυτό το κεφάλαιο, και θα έβρισκε κάποια στιγμή έναν άλλον άντρα. Και θα προσπαθούσε. Με νύχια και με δόντια. Να τον αγαπήσει όσο τον Ολιβερ.

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

κεφάλαιο 44-Sms party part 2

Και τι θα βάλεις απόψε; Ελπίζω κάτι σεμνό.
Ακόμα προσπαθώ να ξεπεράσω το γκρι μπλουζάκι χωρίς πλάτη.
Και χωρίς σουτιέν προφανώς.

Τα κορίτσια θα φορέσουμε φόρεμα και τα αγόρια καλό παντελόνι
και πουκάμισο, αλλά όχι σακάκι. Είπαμε να μην είμαστε πολύ καλά ντυμένοι.

Δεν απάντησες.

Θα φοράω σουτιέν J

Σεμνά, εντάξει; Ο Λούθηρος ξέρει να γοητεύει τις γυναίκες.

Ω, μην ανησυχείς γι΄αυτό. Μου αρέσει άλλος. Ένα παιδί από το μπαρ.

Αν του σπάσω τα μούτρα και το αφτί του βρεθεί
εκεί όπου πρέπει να είναι η μύτη του θα συνεχίσει να σου αρέσει; L

Αν είχες αγαπήσει ποτέ θα ήξερες ότι η ομορφιά δεν παίζει ρόλο.

Ώστε τον αγαπάς;

Ολιβερ, κάνεις πλάκα;

Τον αγαπάς;

Απορώ πώς πήρες διδακτορικό με τόσο χαμηλό δείκτη νοημοσύνης.

Το αγόρασα.

Τώρα εξηγούνται όλα.

 Μπορείς να μην ξαναμιλήσεις στον ανεγκέφαλο μπάρμαν ποτέ;

Δεν είναι ανεγκέφαλος.

Θα τα σπάσω όλα. Με ακούς; Θα έρθω εκεί και θα δεις.

Θα συνεχίσω να του μιλάω γιατί είμαστε φίλοι. Τέλος. Εσύ με τη Λουίζα;

Ήμασταν ζευγάρι και μετά χωρίσαμε. Ηρθε στην Προβηγκία γιατί έμαθε ότι ο πρώην άντρας της της υπέκλεπτε τις συνομιλίες.
Χρειαζόταν εχεμύθεια και καλό δικηγόρο.
Ζήτησε τη βοήθειά μου. Αυτό ήταν, μικρή τρελή, που ήθελα να σου πω.

Τι ιππότης!

Με ειρωνευεσαι;

Λιγάκι…

Θα έρθεις την Κυριακή;

Με έχεις ρωτήσει 10 φορές. Ναι, θα έρθω! Στις 18.00 θα περάσεις να με πάρεις από το πάρκο Ροσαλίντ
για να μη μας πάρει κανά μάτι στην εστία. Εντάξει;

Πολύ εντάξει.

Σε αφήνω να ντυθώ! Xxx

Τι κρίμα…xxxxxxxxxxxx






κεφάλαιο 43-sms party

Οι ενοχές που ένιωθε ήταν κάτι το εξωπραγματικό. Τον είχε χτυπήσει στ’ αλήθεια; Είχε σηκώσει το χέρι της πάνω του;
Είχαν περάσει δύο μέρες και η παλάμη της ακόμα είχε αυτό το μυρμήγκιασμα που νιώθεις μετά από ένα δυνατό χτύπημα σε επίπεδη επιφάνεια. Την είχε εξοργίσει, ναι. Της είχε πει κάτι τόσο προσβλητικό που είχε χάσει εντελώς την ψυχραιμία της. Και δε θα την ένοιαζε τόσο πολύ αν δεν τον αγαπούσε. Αλλά τον αγαπούσε πολύ. Παρόλο που ήταν ένα κάθαρμα. Γι΄ αυτό και ένιωθε τώρα τόσο άσχημα που τον είχε χαστουκίσει. Σκέφτηκε μάλιστα να του ζητήσει και συγγνώμη, αλλά δεν είχε το κινητό του και δεν ήθελε να στείλει μέιλ. Θα ήταν πολύ απρόσωπο.

Και πού να ήταν τώρα; Σε ποια χώρα; Μόνος ή με παρέα;
Ουφ, ζήλευε αφόρητα. Και ποιον; Ένας άντρα που δεν μπορούσε να ελέγξει τις ορμές του; Έναν άντρα που ήθελε να κοιμηθεί μαζί της άλλη μία φορά για να εκπληρώσει τη θεωρία του αλλά ταυτόχρονα ζήλευε στην ιδέα ότι εκείνη είχε σχέση με τον Τζούλιαν; Ο υποκριτής!

Είχε παραδώσει την εργασία της Φούλμαν και μέχρι την επόμενη βδομάδα δεν είχε πολύ διάβασμα. Το Σάββατο τέλειωναν και οι δύο βδομάδες που δούλευε στο μπαρ χωρίς ρεπό, οπότε θα ήταν πιο χαλαρή. Είχε μάλιστα αρχίσει να ζωγραφίζει πάλι. Είχε στήσει έναν καμβά στο δωμάτιό της και ζωγράφιζε ένα βραδινό τοπίο, κάτι σαν ένα απομονωμένο νησί με λίγα σπιτάκια. Τη βασάνιζε λιγάκι το πώς θα φώτιζε το φεγγάρι το νερό, αλλά κάτι θα έβρισκε.

Μια έκπληξη την περίμενε όταν άνοιξε το λάπτοπ της το βράδυ, λίγο πριν πέσει για ύπνο. Στα μέιλ του λογαριασμού του πανεπιστημίου βρήκε ένα μήνυμα από τον δρα Πιρς, που απευθυνόταν σε όλο το τμήμα.

Αγαπητοί σπουδαστές,

Ο κος Λούθερ Αντανμσον θα σας περιμένει για να σας δείξει τη συλλογή του. Εγώ δυστυχώς δε θα είμαι εκεί. Σας παρακαλώ να είστε κόσμιοι!
Στείλτε μου μια λίστα με τα ονόματα όσων σκοπεύουν να πάνε, για να ενημερώσω το φίλο μου και αυτός τον φύλακα.
Η διεύθυνση είναι οδός Μπέικερ 15, Τσέλσι, Λονδίνο. Είναι ένα μοναδικό σπίτι και οι πίνακες θα σας εντυπωσιάσουν.
Η προβολή θα γίνει 18.00-20.00.

Φιλικά,
Δρ Ολιβερ Τ. Πιρς

Δε θα ήταν εκεί; Γιατί; Απογοητεύτηκε. Μετά από όλα όσα είχαν γίνει της έκανε εντύπωση που ένιωθε ακόμα έτσι.
Ωστόσο, την είχε συγκινήσει. Ήταν προφανές ότι είχε αλλάξει την ώρα για χάρη της. Τώρα, μπορούσε άνετα να πάει.

Πάτησε γρήγορα το εικονίδιο «απάντηση» και άρχισε να πληκτρολογεί το μήνυμά της.

Αγαπητέ δρ Πιρς,

Χαίρομαι ιδιαίτερα για την αλλαγή της ώρας. Θα πάω με μεγάλη χαρά στην έκθεση.
Επίσης, λυπάμαι. Ξέρετε γιατί.

Εμμα

Εκείνος απάντησε αμέσως.

Χαίρεσαι και λυπάσαι ταυτόχρονα; Μήπως είσαι τρελή;
 07833145787 Ολιβερ

Τρελή για σένα. Η Εμμα πήρε το κινητό του στα χέρια και άρχισε να πληκτρολογεί το μήνυμά της.

Έχω το κινητό του πιο περιζήτητου εργένη; Ουάο! Τιμή μου!
Και πάλι συγγνώμη για τη Δευτέρα. Πού είσαι;

Πάντα τυπικός ο Ολιβερ, απάντησε αμέσως.

Νόμιζα ότι είναι ο πρίγκιπας Χάρι.
Δεν πειράζει, το άξιζα. Στο Οσλο.

Η Εμμα γέλασε. Άκου ο πρίγκιπας Χάρι! Είχε κοιταχτεί στον καθρέπτη;

Τι κάνεις εκεί; Τόλμησε.

Προέκυψε ένα θέμα στα γραφεία μας εδώ και ήρθα να το διευθετήσω.
Ο πατέρας μου είναι άρρωστος. Ευτυχώς κατάφερα να μεταφέρω το μάθημα.

Ελπίζω να γίνει καλά ο πατέρας σου. Καλή επιστροφή, Ολιβερ J

Θέλω να σε δω. Θα φάμε μαζί την Κυριακή;

H Εμμα είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και χαμογελούσε όσο πληκτρολογούσε σαν καμιά χαζή μαθητριούλα. Είχε καυτό ραντεβού με τον Ολιβερ. Χωρίς καν να είναι δίπλα της.

Το πας φιρί φιρί να μας πάρει κανά μάτι. Εσύ θα χάσεις τη δουλειά σου κι εγώ το πτυχίο μου.

Σπίτι μου.

Να φοράω και κόκκινη κάπα;

Φόρα ό,τι θες. Δε θα είναι για πολύ…

Δρ Πιρς, μου την πέφτετε; Αυτό είναι σεξουαλική παρενόχληση.

Δεσποινίς Μπένετ, και μόνο που αναπνέετε είστε σεξουαλική παρενόχληση.

Η Εμμα κοκκίνισε. Δεν είχε ακούσει ποτέ κάτι τόσο εξωφρενικά πρόστυχο και κολακευτικό ταυτόχρονα.

Ολιβερ, φοβάμαι.

Σιγά σιγά κι όπου βγάλει, κορίτσι μου.

Η Εμμα δεν ήθελε κάτι άλλο. Ακόμα και αυτό της έφτανε. Η πιθανότητα, έστω και η ελάχιστη, να βγάλει κάπου όλο αυτό.

Θα το σκεφτώ…J

Θα περιμένω…J










Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 42-μην το διαβάσετε αν είστε ευαίσθητες

«Συγγνώμη, αλλά τι θέλει από σένα;» γέλασε η Φιλίπα το επόμενο πρωί.
«Πού να ξέρω; Κάπου μέσα μου ήλπιζα ότι θέλει να απολογηθεί για την εμφάνιση της Λουίζα, αλλά δεν το έκανε» είπε η Εμμα, τυλιγμένη με μια αφράτη ρόμπα και κρατώντας ένα γιγάντιο φλιτζάνι-μπολ με γάλα και σοκολατένια δημητριακά.
«Γιατί σε κυνηγάει; Λες να την έχει πατήσει;» τη ρώτησε η Φιλίπα, με μια έκφραση στο πρόσωπό της που έδειχνε πόσο αμφέβαλε γι’ αυτό.
«Μου είπε ότι δεν ήξερε ότι δουλεύω εκεί και τον πιστεύω» είπε η Εμμα.
«Ναι, γιατί ο λόγος του είναι συμβόλαιο» είπε η Φιλίπα και γέλασε ξανά. Η Εμμα δεν κατάφερε να συγκρατηθεί και γέλασε κι αυτή.
«Μη γελάς, ρε. Δεν είναι αστείο» είπε στη φίλη της, ενώ γελούσε. Ήταν τόσο στενοχωρημένη που της έβγαινε σε…κέφι.
«Μα πώς; Δεν είναι αστείο;» είπε η Φιλίπα και άνοιξε την τηλεόραση για να χαζέψουν. Ήταν Κυριακή και συνήθως τέτοια ώρα χάζευαν παιδικά.

Η Εμμα ξεκουράστηκε λίγο, παρέα με τη φίλη της. Σκέφτηκε πόσα είχαν αλλάξει από τη στιγμή που τον γνώρισε. Ξεπέρασε τελείως την προδοσία του πρώην, και έμαθε να ζει με την ιδέα ότι κάποιος την ήθελε μόνο για σεξ. Υπό κάποιες συνθήκες, θα λέγαμε ότι ο δρ Πιρς την έκανε καλύτερο άνθρωπο. Η Εμμα χαμογέλασε. Έπρεπε να τον ευχαριστήσει. Να του δώσει άλλη μια ευκαιρία να σπάσει την καρδιά της για να είναι σίγουρη ότι είναι πια κι αυτή μία από τις τόσες που κάνουν σεξ χωρίς να περιμένουν τίποτα από τον άλλον.

Η Κυριακή πέρασε δυστυχώς γρήγορα και τη Δευτέρα στις 08.57 μπήκε στο αμφιθέατρο για το έκτακτο μάθημα με τον δρα Πιρς. Δεν είχε καμία όρεξη για αντιπαραθέσεις σήμερα. Νύσταζε πολύ και δεν της άρεσε να διαπληκτίζεται μαζί του. Δεν υπήρχε λόγος. Δεν είχαν κάτι να χωρίσουν.
Στις 09.00 μπήκε εκείνος, και κάποια από πίσω αναστέναξε. Ο Πιρς δεν αντέδρασε. Συγκεκριμένα έκανε ότι δεν το άκουσε αλλά οι περισσότεροι γέλασαν. Ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη του πρόδιδε ότι ήξερε τι είχε συμβεί. Αυτάρεσκο κάθαρμα, σκέφτηκε η Εμμα. Σκορπάς τον πανικό και το απολαμβάνεις.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάλυσης της τεχνικής της σχολής της Βενετίας, και ειδικότερα του Τιτσιάνο μέσα από τα έργα του που είχαν να κάνουν με την αρχαία ελληνική μυθολογία, ο δρ Πιρς έβαλε επιτέλους τελεία. Είχαν κρατήσει όλοι πάνω από 10 σελίδες σημειώσεις από τη διάλεξή του. Όλα πάνω του σήμερα μαρτυρούσαν ότι κάτι τον απασχολούσε. Μιλούσε γρήγορα, δε χαμογελούσε καθόλου και σχολίασε τον μύθο της Ανδρομέδας και του Περσέα χωρίς συναίσθημα. Τους άφησε πέντε λεπτά διάλειμμα αντί για 10 και ύψωσε τον τόνο της φωνής του όταν η Μελίντα ψιθύρισε κάτι στην Τζο κατά τη διάρκεια του μαθήματος. «Είστε εδώ για να μάθετε, όχι για να κάνετε δημόσιες σχέσεις» της είχε πει και η Μελίντα είχε αποσβολωθεί. Δεν είχε και πολύ άδικο βέβαια, παραδέχτηκε απρόθυμα η Εμμα. Αν τα κορίτσια άρχιζαν να ψιθυρίζουν δε σταματούσαν ποτέ. Και ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό όταν προσπαθούσες να συγκεντρωθείς.

«Λοιπόν, όπως ξέρετε» είπε λίγο πριν τελειώσει το μάθημα, απόλυτα σοβαρός, κοιτώντας έξω από το παράθυρο και όχι απευθείας σε αυτούς «θα λείψω μέχρι την Παρασκευή βράδυ στο εξωτερικό». Η Εμμα ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας. Μήπως πήγαινε κάπου με τη Λουίζα; «Το Σάββατο το πρωί θα είμαι πίσω στο Λονδίνο. Το Σάββατο βράδυ, ένας πολύ καλός οικογενειακός φίλος θα κάνει μια πολύ κλειστή προβολή της ιδιωτικής συλλογής του. Έχει μοναδικά κομμάτια και θέλω να τα δείτε. Σας περιμένω όλους» είπε τελικά και αφού πήρε την τσάντα του εξαφανίστηκε από την αίθουσα.

«Φοβερή ευκαιρία!» είπε ενθουσιασμένη η Λούσι και όλοι συμφώνησαν. Η Μιράντα ήδη είχε αρχίσει να αναρωτιέται τι φοράει κάποιος σε μια τέτοια περίσταση.
«Θα σας βρω μετά» είπε η Εμμα στον Τζέισον και τον Μαρκ οι οποίοι κατευθύνονταν στη βιβλιοθήκη για διάβασμα. Την Τετάρτη παρέδιδαν μια εργασία για τη δρα Φούλμαν και ακόμα βρίσκονταν στη μέση. Οι υπόλοιποι έφυγαν για καφέ.

«Δρ Πιρς, μπορώ να σας απασχολήσω λιγάκι;» τον ρώτησε όταν χτύπησε την πόρτα του γραφείου του και μπήκε μέσα. Εκείνος έγνεψε θετικά και της έκανε νόημα να κλείσει την πόρτα. Από την τελευταία φορά που μπήκε εδώ μέσα, είχαν αλλάξει πολλά. Τα βιβλία του ήταν σε όμορφες βιβλιοθήκες τέλεια τακτοποιημένα και αρκετά προσωπικά αντικείμενα στόλιζαν τις επιφάνειες. Ήταν ένας χώρος αρκετά ζεστός, για γραφείο καθηγητή.
«Κάθισε, παιδί μου» της είπε λες και ήταν 60 ετών και η Εμμα ξίνισε τα μούτρα της. Εκείνος το αντιλήφθηκε.
«Δρ Πιρς, είπατε ότι είναι σημαντική η παρουσία μας στην προβολή του φίλου σας, αλλά δηλώνω από τώρα ότι δεν μπορώ» του είπε και έκανε να φύγει. Εκείνος σήκωσε το χέρι του και της έδειξε την καρέκλα απέναντί του.
«Κάθισε» είπε αυστηρά.
«Με περιμένουν στη βιβλιοθήκη» παραπονέθηκε η Εμμα αλλά ήξερε ότι δεν πιάνει.
«Γιατί δεν μπορείς;» της είπε σοβαρά.
«Ξέρεις ότι δουλεύω» του είπε εκείνη σε πιο άνετο τόνο.
«Πάρε άδεια».
«Πήρα άδεια για να έρθω στην Προβηγκία, και τι κατάλαβα;» είπε η Εμμα πριν προλάβει να συγκρατηθεί.
«Εσύ θα χάσεις αν δεν έρθεις» είπε εκείνος αγνοώντας το προηγούμενο σχόλιο.
«Δεν μπορώ να ζητήσω κι άλλη άδεια και δη Σάββατο. Τι δεν καταλαβαίνεις; Καμιά φορά νομίζω ότι το κάνεις επίτηδες. Γιατί δεν το κανόνισες για απόγευμα;» είπε εκείνη νευριασμένη.
«Συγγνώμη, δεσποινίς μου, αλλά δεν είναι δική η συλλογή για να κανονίζω εγώ την ώρα. Εγώ απλώς εξυπηρετώ» της είπε ειρωνικά και η Εμμα εκνευρίστηκε.
«Ε τότε, δηλώνω ότι δεν μπορώ να έρθω» είπε πεισμωμένη η Εμμα. «Και σιγά τη συλλογή. Αν είναι φίλος σας, καμιά συλλογή με εξώφυλλα του Playboy θα έχει» του είπε, γνωρίζοντας ότι μιλούσε σαν πικραμένη 16χρονη. Εκείνος ξέσπασε σε ένα γάργαρο γέλιο. Τουλάχιστον κάποιος από τους δύο το διασκέδαζε.
«Είμαι σίγουρος ότι έχει και από αυτά, αλλά έχει και δύο Πικάσο, έναν Τζιότο, Ρέμπραντ και Ροθκο» της είπε ενώ συνέχισε να γελάει.
«Χαίρομαι που γελάς. Αυτό επιβεβαιώνει τη θεωρία μου ότι είσαι αναίσθητος» του είπε και σηκώθηκε να φύγει.
«Θα φάμε μαζί απόψε;» τη ρώτησε την ρώτησε την ώρα που γυρνούσε το πόμολο για να πεταχτεί έξω. Η Εμμα κοκάλωσε. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά.
«Δε θα πεινάω» του είπε και γύρισε προς το μέρος του. Λάθος κίνηση. Την κοιτούσε. Και όταν συνέβαινε αυτό, όλες οι προθέσεις της να αντισταθεί εξανεμίζονταν.
«Έλα εσύ και δε χρειάζεται να φάμε» είπε εκείνος προκλητικά.
«Θα ερχόμουν, αλλά φοβάμαι ότι θα έρθω μούρη με μούρη με την επίσημη αγαπημένη» ειρωνεύτηκε η Εμμα, κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια. Διάολε, και αυτή ωραία μάτια είχε. Δεν είχε μόνο αυτός.
«Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Η Λουίζα έρχεται Τρίτη-Πέμπτη-Κυριακή. Τις υπόλοιπες μέρες εξυπηρετώ άλλες γυναίκες» της είπε και η Εμμα σκέφτηκε ότι μπορεί να έλεγε και αλήθεια το κάθαρμα.
«Α συγγνώμη, κύριε, δε λέω, πολύ ελκυστική η πρότασή σας, αλλά θα αναγκαστώ να αρνηθώ. Προτιμώ τους άντρες που θέλουν εμένα και μόνον εμένα» του είπε χαμογελαστή και σε μια αυθόρμητη απόφαση συμπλήρωσε «και πιστέψτε με, υπάρχουν και τέτοιοι» με στόμφο.

Πετάχτηκε από την καρέκλα του, σαν να τον είχε ζεματίσει κάποιος και κλείδωσε την πόρτα. Την έπιασε από το μπράτσα και άρχισε να την ταρακουνάει. Η Εμμα τρόμαξε.
«Τα ‘χεις με αυτόν τον γελοίο τον μπάρμαν; Πες μου! Μίλα!» της είπε έντονα και η Εμμα δεν απάντησε αμέσως.
«Να μη σε νοιάζει» είπε τελικά και εκείνος την άφησε απότομα.
«Δε με άφησες ποτέ να σου εξηγήσω τι συνέβη στην Προβηγκία και τώρα μου λες ότι έμπλεξες με εκείνον τον ανεγκέφαλο; Μήπως τελικά σε μέτρησα λάθος;» της φώναξε ενώ της είχε γυρισμένη την πλάτη και είχε ακουμπήσει τα χέρια του στο γραφείο του. Είχε χαμηλώσει το κεφάλι του ανάμεσα στους ώμους του. Αδυναμία;
«Τι να μου εξηγήσεις; Αυτό που συνέβη μεταξύ μας ήταν λάθος και το διόρθωσες επιστρέφοντας στη Λουίζα» του είπε ενώ έπαιζε νευρικά με το πόμολο λες και υπήρχε ελπίδα να ξεκλειδώσει η πόρτα χωρίς το κλειδί.
«Λάθος;» της είπε αργά και γύρισε προς το μέρος της. Η Εμμα ένιωσε σαν μια γάτα που την είχαν ρίξει σε ένα κλουβί με μια τίγρη. Πεινασμένη.
«Άνοιξε την πόρτα. Είσαι τρελός;» τον ρώτησε.
«Είπες λάθος;» τη ρώτησε ξανά και εκείνη έγνεψε. Ήταν λάθος, ναι, ήταν.

Την κοίταξε σχεδόν με απέχθεια και της πέταξε το κλειδί. Το έπιασε με το δεξί και άνοιξε την πόρτα ελάχιστα αλλά σταμάτησε λίγο πριν φύγει από το γραφείο του. Ήθελε να του πει κάτι τελευταίο αλλά την πρόλαβε.

«Έχω μια θεωρία, Εμμα» της είπε κοιτώντας τη με παγωμένο βλέμμα. Εκείνη έμεινε μαγνητισμένη, εκεί, στη θέση της. Ακόμα και η μάχη μεταξύ τους της έδινε ζωή. «Έχω μια θεωρία ότι μια γυναίκα έχει να σου δώσει ό,τι είναι να σου δώσει στο σεξ την τρίτη φορά. Την πρώτη συνήθως είναι ντροπαλή, τη δεύτερη μαθαίνει και την τρίτη τελειοποιείται. Γι’ αυτό δεν πάω ποτέ με κάποια πάνω από τρεις φορές. Βαριέμαι» της είπε και ανασήκωσε τους ώμους. Είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και το πουκάμισό του κόντευε να σκιστεί από τα δυνατά μπράτσα του.
 Η Εμμα τον κοιτούσε ανίκανη να καταλάβει τι εννοούσε. Κούνησε το κεφάλι με απορία.
«Ωραία θεωρία, αλλά τι σχέση έχει αυτό με εμένα;» τον ρώτησε και ανασήκωσε το φρύδι. Τι άλλο θα άκουγε από αυτόν τον άντρα;
«Ε να, εμείς κοιμηθήκαμε μαζί μόνο δύο και αναρωτιέμαι τι μπορείς να κάνεις την τρίτη φορά» της είπε.

Ο ήχος από την παλάμη της στο μάγουλό του αντήχησε στο μικρό δωμάτιο. Η Εμμα δεν κατάλαβε ποτέ αν ο εγκέφαλος έδωσε σήμα στο χέρι της ή το έκανε απλώς το υποσυνείδητό της. Το σημάδι από τα δάχτυλά της κοσμούσε τώρα το μάγουλό του και εκείνος την κοιτούσε πραγματικά αγριεμένος ενώ έτριβε με το χέρι του το σημείο κρούσης.

Τον είχε χτυπήσει. Μετάνιωνε που χρησιμοποίησε βία, ειδικά πάνω του, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Είναι κάποιες στιγμές στη ζωή που ακούς ή βλέπεις κάτι και η ψυχή σου δεν μπορεί να το αντέξει.


Άνοιξε την πόρτα διάπλατα και βγήκε από το γραφείο του τρέχοντας, αδιάφορη για τα αδιάκριτα βλέμματα. Και ορκίστηκε, βαθιά μέσα της, ότι αυτός ο άντρας είχε πεθάνει για εκείνη.