Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Κεφάλαιο 19-έλα! Αλήθεια;



Η Εμμα ήταν έξαλλη. Μα πού είχε το μυαλό της και δεν είχε πάρει την ομπρέλα της μαζί της; Η ώρα ήταν 15.30 και μόλις είχε βγει από το γραφείο της δρος Φούλμαν, αλλά συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να γίνει παπί για να βγει από το κτίριο και να πάει ως τη στάση του λεωφορείου. Μα ειλικρινά, ποια Λονδρέζα κυκλοφορούσε χωρίς ομπρέλα και αδιάβροχο;

Μια Λονδρέζα που έχει αλλού το μυαλό της, απάντησε μια φωνή στο μυαλό της.

Κοιτούσε τον ουρανό και έβλεπε ότι η βροχή δε θα σταματούσε σύντομα. Είχε αρχίσει και να μπουμπουνίζει και πραγματικά δεν ήξερε τι να κάνει. Σκόπευε να πάει να αγοράσει τελάρα και πινέλα από ένα μαγαζί με είδη χόμπι λίγο πιο έξω από την πόλη και αν δεν έπαιρνε το επόμενο λεωφορείο δε θα το προλάβαινε ανοιχτό. Βέβαια, και σπίτι δεν μπορούσε να πάει, γιατί η εστία της απείχε μερικά λεπτά με τα πόδια και θα γινόταν παπί. Είχε εκνευριστεί με τον εαυτό της. Είχε χάσει τελείως το μυαλό της.  Αφού περίμενε αδίκως δέκα λεπτά να κοπάσει η βροχή, τελικά βγήκε από το πανεπιστήμιο σκεπασμένη με την τσάντα της και άρχισε να περπατάει γρήγορα προς τη σκεπαστή στάση. Θα έπαιρνε το λεωφορείο, θα πήγαινε στο μαγαζί, θα αγόραζε τα υλικά και θα γυρνούσε με ταξί. Το θέμα ήταν πώς θα έφτανε στην στάση. Το νερό είχε λιμνάσει σε πολλά σημεία και τα παπούτσια της είχαν βάλει ήδη νερό. Άσε το καινούργιο κούρεμα. Αντί για τη γυναίκα γεμάτη αυτοπεποίθηση που βγήκε από το κομμωτήριο πριν από μερικές ώρες, τώρα ήταν σαν παιδάκι που το ξέχασαν στη βροχή και τα μαλλιά του είχαν κολλήσει στα μάγουλά του. Μάζεψε τα μαλλιά της σε μια σφικτή κοτσίδα και συνέχισε το δρόμο της. Η βροχή ήταν τόσο έντονη που δεν έβλεπε μπροστά της. Ένιωθε μόνο τον κόσμο γύρω της να τρέχει πανικόβλητος, για να βρει κάπου να προστατευτεί. Τη χώριζαν τριάντα περίπου βήματα από τη στάση όταν ένα σκούρο αυτοκίνητο φρέναρε απότομα δίπλα της. Ενστικτωδώς έκανε στο πλάι για να μη την βρέξει. Το παράθυρο άνοιξε αργά και άκουσε μια αντρική φωνή να της φωνάζει. «Είσαι τρελή; Μπες μέσα αμέσως!».
Η Εμμα γύρισε να δει ποιος είναι αν και ήξερε. Τι δουλειά είχε Εκείνος εδώ; Δεν είχε φύγει; Και πώς περίμενε να μπει στο αμάξι του; Κοίταξε τριγύρω της. Αυτός πρέπει να κατάλαβε τις αμφιβολίες της.
«Μπες μέσα αμέσως, είπα! Τώρα!» είπε νευρικά και η Εμμα άνοιξε την πόρτα και έκατσε στα αναπαυτικά δερμάτινα καθίσματα. «Αν μας δει κάποιος;» ρώτησε ντροπαλά ενώ ζέσταινε τα χέρια της στους αεραγωγούς του υπερπολυτελούς αυτοκινήτου.
«Θα έλεγε ότι ένας σωστός άντρας δε θα άφηνε ποτέ μια γυναίκα τόσο απροστάτευτη» της είπε και έβαλε μπρος. Η Εμμα τον κοίταξε διακριτικά. Εκείνος κοιτούσε το δρόμο και δεν της έδινε σημασία. Άντρας και γυναίκα. Όχι καθηγητής και μαθήτρια. Χαμογέλασε.
«Δεν ήμουν απροστάτευτη» είπε χωρίς μεγάλη πειστικότητα.
«Με τέτοια κοσμοχαλασιά, τι στο καλό βγήκες να κάνεις;» τη ρώτησε θυμωμένος. «Τι μεγάλη ανάγκη προέκυψε;» τη ρώτησε ενώ έσφιγγε τα δάκτυλά του γύρω από το τιμόνι σαν να ήταν ο λαιμός της. Η Εμμα παρατήρησε τα χέρια του. Πρώτη φορά ήταν τόσο κοντά του σε έναν τόσο απομονωμένο χώρο.  Τα δάχτυλά του ήταν μακριά και τα χέρια του ήταν πολύ δυναμικά, γεμάτα ρώμη. Πριν αρχίσει να σκέφτεται τι μπορούσαν να κάνουν, έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα: επίθεση.
«Γιατί τόσα νευράκια;» ρώτησε ειρωνικά.
Εκείνος γύρισε και την κοίταξε ενώ ανέβαζε τη σκάλα του υαλοκαθαριστήρα. Η βροχή είχε δυναμώσει κι άλλο. «Ηρθαν όλοι σήμερα για feedback. Όλοι. Ακόμα και η Τσάστιτι, που έχει βάλει το μεταπτυχιακό στον αυτόματο» της είπε και η Εμμα ήθελε να του ουρλιάξει ότι ήταν φυσικό να πάει η Τσάστιτι και η κάθε Τσάστιτι αφού ήταν τόσο κούκλος. Τα μάτια του ήταν σκούρα γκρι αυτή τη στιγμή και η Εμμα ήξερε γιατί είχε εκνευριστεί. «Μόνο εσύ δεν ήρθες. Γιατί, παρακαλώ, απαξιώνεις έτσι το μάθημά μου;» τη ρώτησε ενώ γκάζωνε επικίνδυνα.
«Δεν απαξιώνω τίποτα» του είπε. «Απλώς δεν ήθελα να έρθω» του είπε και σήκωσε τους ώμους της. Είχε κουρνιάσει στο κάθισμα και απολάμβανε την ηρεμία και τη ζεστασιά.
«Δεν ήθελες να επιστρέψεις στον τόπο του εγκλήματος;» είπε Εκείνος χαμογελώντας σατανικά και η Εμμα ένιωσε να της κόβεται ο αέρας.
«Δεν ήθελα να δω τα αυτάρεσκα μούτρα σας» του είπε προκλητικά και εκείνος σταμάτησε υποχρεωτικά σε ένα φανάρι.
«Ε βέβαια! Ζωγράφισες τα μούτρα μου σε καμβά 1.80x1.30 και τώρα δε σου αρέσουν» της είπε ειρωνικά ενώ ξεκινούσε. Η Εμμα δεν ήξερε πού πήγαιναν, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήταν μαζί του. Λυπόταν που το παραδεχόταν αλλά ίσχυε.
«Θα μου το χτυπάς συνέχεια;» τον ρώτησε. «Άλλωστε δε διαλέγουν όλοι οι καλλιτέχνες όμορφα μοντέλα. Δες τον Μασίς» είπε η Εμμα γελώντας. Επιφανειακά.
«Με συγκρίνεις με την Ασχημη Δούκισσα; Πού σε πάω;» της είπε ενώ έστριβε βγαίνοντας από ένα στενό. Η Εμμα δεν ήξερε τι να του πει. Είχε χάσει τα λόγια της. Δεν ήθελε να φτάσουν. Ήθελε να συνεχίσουν να τσακώνονται.
«Δεν είναι ανάγκη…» ψέλλισε. «Σε όποια στάση δείτε με κατεύθυνση βόρεια» του είπε ευγενικά.
«Πού πας;» τη ρώτησε ήρεμα. Φαινομενικά.
«Στο Painters Corner» στο Χάροου» είπε δειλά.
«Θα σε πάω» της είπε ξερά.
«Το κατάλαβα» του απάντησε εξίσου ξερά.

Η διαδρομή ήταν πάνω από ένα τέταρτο, και η Εμμα άρχισε να νιώθει αμήχανα. Τι θα έλεγαν;
«Σας ευχαριστώ πολύ για το βαθμό» του είπε τελικά. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Έγραψες πολύ καλά. Δε σου έβαλα τυχαία 81. Είχες διαβάσει και το έδειξες» απάντησε. Η Εμμα χαμογέλασε. Είχε όντως πάει καλά. Ως εκ τούτου δήλωσε και συμμετοχή στην εκδρομή. Ήλπιζε μόνο αυτή η διαδρομή να μη της άλλαζε την γνώμη.
«Ακούτε κλασική μουσική, δρ Πιρς;» τον ρώτησε. Από τη στιγμή που μπήκε άκουγε ένα άγνωστο κομμάτι. Η κλασική δεν της άρεσε πολύ. Προτιμούσε τους στίχους.
«Όχι πάντα, δεσποινίς Εμμα Ιμοτζεν Μπένετ» είπε εκείνος. «Μόνο όταν είμαι μόνος» συμπλήρωσε και τέντωσε το δάχτυλό του στο ταμπλό. Έκλεισε τη λειτουργία CD και της είπε «βάλε ό,τι θες».

Η Εμμα ψαχούλεψε μερικούς σταθμούς και άφησε έναν με δυνατή χορευτική μουσική. Ένιωσε ανακουφισμένη. Έτσι, δε θα ένιωθε ότι έπαιζε σε ρομαντική κομεντί. Εκείνος άρχισε να παίζει με τα δάχτυλά του στο τιμόνι ανάλογα με το ρυθμό. Η Εμμα το διασκέδαζε. Δεν τον είχε δει ποτέ τόσο χαλαρό. Δε φορούσε καν καλό παντελόνι και πουκάμισο. Αντίθετα, φορούσε ένα μπλε τζιν και ένα μάλλινο εκρού πουλόβερ, μάλλον από κασμίρ. Αν το χάιδευε θα καταλάβαινε. Ωραία δικαιολογία βρήκες, μάλωσε τον εαυτό της!

«Είσαι πάντα έτσι ήσυχη;» την ξάφνιασε με την ερώτησή του. «Πρώτα σηκώνεις τον πήχη και μετά κάθεσαι αμίλητη. Θες να με τρελάνεις;» της είπε.
«Ποιον πήχη σήκωσα; Απλώς διεκδικώ τα δικαιώματά μου» του είπε σχετικά με όσα είχαν συμβεί στο πανεπιστήμιο.
«Ποιο δικαίωμα διεκδικούσες στο γραφείο μου;» την ξάφνιασε. Ήταν προφανές ότι σήμερα ήθελε να τα συζητήσουν όλα. Πώς είχε μπλέξει έτσι;
«Της γυναικείας αξιοπρέπειας» του είπε γρήγορα. «Με θίξατε» συμπλήρωσε.
«Ισχύει και λυπάμαι γι’ αυτό, αλλά θα σας πρότεινα να μην προβείτε ξανά σε παρόμοιες ενέργειες, δεσποινίς Εμμα Ιμοτζεν Μπένετ» είπε αργά σαν να την κορόιδευε.
Θεέ μου, τι ντροπή! Σκέφτηκε η Εμμα και κοκκίνισε. Γιατί δεν έφταναν; ΓΙΑΤΙ ΕΙΧΕ ΔΗΛΩΣΕΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΡΟΜΗ;
«Εντάξει, δρ Πιρς» του είπε σοβαρά. Ήθελε να απαντήσει κάτι καυστικό αλλά δεν της ερχόταν τίποτα.

Εκείνος δε μίλησε για λίγο. Στο ράδιο τώρα έπαιζε το “I Just wanna make you sweat” και η Εμμα είχε αρχίσει να σκέφτεται πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν ήταν καθηγητής της και δεν ήταν μαθήτριά του. Θα άλλαζε κάτι; Μάλλον όχι.

Εκείνος επιτάχυνε και βγήκε στην έξοδο για το Χάροου. Σε δύο λεπτά θα ήταν στο πάρκινγκ του καταστήματος. Η Εμμα πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Βροχή ανακατεμένη με Ολιβερ. Το απόλυτο άρωμα, σκέφτηκε. Ντρεπόταν για όσα της είχε πει, αλλά μέσα της ήθελε να τεντώσει το χέρι της και να τον χαϊδέψει. Όλο της το κορμί φλεγόταν από την επιθυμία να ακουμπήσει πάνω του.

«Ειδικά επειδή δεν μπορώ να αντιδράσω» της είπε ξαφνικά εκείνος σπάζοντας την εκκωφαντική σιωπή.   

Η Εμμα ήξερε ότι η μοίρα την είχε φέρει κοντά στον πιο εξωφρενικά γοητευτικό άντρα στον κόσμο. Αλλά δεν μπορούσε να τον έχει. Όσο κι αν τον αγαπούσε.

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Κεφάλαιο 18-ντεγκραντέ

Παρασκευή πρωί  έπρεπε να περάσει από το πανεπιστήμιο να δει το βαθμό της και ανάλογα να δηλώσει ή όχι συμμετοχή στο ταξίδι.
Σε ένα ομαδικό μέιλ που τους είχε στείλει εκείνος από την Τετάρτη, τους ενημέρωνε ότι θα αναρτούσε τη βαθμολογία τους έξω από το γραφείο του και θα έδινε 12.00-14.00 λεπτομερές feedback σε όποιον ήθελε. Η Εμμα παραδέχτηκε ότι ήταν πολύ σωστός σε αυτό. Αντί για ένα πρόχειρο σχολιασμό πάνω στο γραπτό ή μια παράγραφο σε ένα μέιλ, Εκείνος διάλεξε να μιλήσει στον καθένα ξεχωριστά και να τον καθοδηγήσει. Όχι βέβαια ότι σκόπευε να του ζητήσει διευκρινίσεις. Ο,τι της είχε βάλει...θα το δεχόταν.

Θα πήγαινε λοιπόν να δει τους βαθμούς της μετά τις 14.00 για να είναι σίγουρη ότι δε θα τον πετύχει.
Είχε αρκετό χρόνο να κάνει μερικές δουλειές που είχε αφήσει στην άκρη τόσο καιρό. Το πρώτο ήταν να πεταχτεί μέχρι το κέντρο του Λονδίνου και να κάνει μερικά ψώνια. Αγόρασε ένα δώρο για τη Φιλίπα και ένα ζευγάρι πιτζάμες για τη μαμά της, που είχε γενέθλια την άλλη εβδομάδα και θα της έκανε έκπληξη. Θα πήγαινε να μείνει εκεί την Κυριακή και τη Δευτέρα, που έτσι κι αλλιώς δεν είχε μάθημα. Θα ηρεμούσε λιγάκι και θα έβλεπε τους δικούς της. Της είχαν λείψει πολύ. Ήλπιζε μόνο να μην άκουγε τίποτα για τον Αντριου. Οι γονείς της τη ρωτούσαν συχνά αν είχε νέα του.
Ναι, σκέφτηκε. Δεν λέει να σηκωθεί από το κρεβάτι.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η προδοσία του Αντριου δεν τη γέμιζε μια θλίψη. Μόνο μια πικρία που και αυτή ήταν πολύ αμυδρή.

Πριν πάρει το τρένο των 13.32 από το σταθμό για να πάει στο πανεπιστήμιο, είδε στο δρόμο της ένα κομμωτήριο. Είχε πολύ καιρό να περιποιηθεί τον εαυτό της και ήθελε μια αλλαγή.
Μπήκε μέσα, έκατσε σε μια αναπαυτική θέση και ζήτησε φιλάρισμα και έντονες αφέλειες που να ξεκινούν από αρκετά πίσω. Ο κομμωτής κατάλαβε αμέσως τι ήθελε και μετά από μιάμιση ώρα, δεν πίστευε αυτό που έβλεπε στον καθρέπτη. Τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της λαμπερά και αφράτα και έδειχναν πιο υγιή και πιο πλούσια. Οι αφέλειες τής έδιναν ένα πολύ μοιραίο λουκ. Ο κομμωτής την είχε γεμίσει κοπλιμέντα και τον πίστευε. Όντως της πήγαιναν πολύ. Πλήρωσε το κούρεμα και ένα γενναίο φιλοδώρημα και κατευθύνθηκε στο σταθμό γεμάτη όρεξη. Ήταν νέα, όμορφη και είχε φίλους, σπουδές και δουλειά για να την κρατούν απασχολημένη. Και με τον Τζούλιαν ίσως τους έβγαινε αν το προσπαθούσε λιγάκι.

Δεν υπήρχε κανένας λόγος να αγχώνεται. Κ-α-ν-έ-ν-α-ς.

Σημείωση από τη συγγραφέα της καρδιά σας

Μικρές αιμοδιψείς αναγνώστριες,

Ανεβάζω ό,τι μπορώ αλλά τρέχω και δε φτάνω στη δουλειά!

Καλωσορίζουμε τις Ιωάννες στην παρέα μας!

Φιλιά

Δεύτερες σκέψεις



Πέμπτη πρωί

«Καλά, καλά, σταματήστε να επιμένετε» είπε ψιθυριστά η Εμμα. Ενώ είχαν μάθημα με τον δρα Τζέφερσον και αυτός φλυαρούσε για έναν πίνακα που του άλλαξε τη ζωή, οι φίλοι της προσπαθούσαν να την πείσουν ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάει μαζί τους στην Προβηγκία και ότι τίποτα δε θα είναι το ίδιο χωρίς αυτήν, και είναι τελευταία ευκαιρία πριν το τέλος του μεταπτυχιακού να ταξιδέψουν μαζί και να περάσουν καλά και ένα σωρό άλλα εύλογα επιχειρήματα που τα άκουγε, αλλά δεν μπορούσε να τα χωνέψει.

«Αφήστε με να το σκεφτώ λιγάκι» επέμεινε. «Θέλω να επιλέξω μόνη μου. Μπορώ να δηλώσω συμμετοχή μέχρι αύριο το απόγευμα. Δε χάθηκε ο κόσμος αν το αποφασίσω τελευταία στιγμή. Πρέπει να ρωτήσω και το αφεντικό μου» είπε και όλοι ησύχασαν επιτέλους. Ευτυχώς που είχε ακόμα τον άσσο «το κακό αφεντικό» στο μανίκι της.

Τις τελευταίες 72 ώρες είχε αποφασίσει να πάει 10 φορές και άλλες τόσες να μην πάει. Είχε κουραστεί με τον ίδιο της τον εαυτό. Δεν ήξερε τι ήθελε. Ήθελε να πάει, αλλά δεν ήθελε να είναι εκεί Εκείνος. Ήθελε να είναι χαλαρή και να περάσει ωραία. Αν ήταν Εκείνος εκεί, που θα ήταν δηλαδή, θα έπρεπε να προσέχει τι κάνει συνεχώς. Όλες τις οι αισθήσεις θα ήταν σε εγρήγορση. Αντί να χαλαρώσει θα γινόταν ένα ψυχολογικό ράκος. Θα κυκλοφορούσε στο σπίτι του ενώ είχαν γίνει όλα αυτά μεταξύ τους; Θα έπεφταν οι πολυέλαιοι να την πλακώσουν. Άσε το άλλο! Αν έφερνε και την κα Τέλεια μαζί του; Πώς θα την αντίκριζε; Εκτός του ότι είχε προκαλέσει ερωτικά τον φίλο της, ένιωθε μια απέραντη ζήλια να της τρώει τα σωθικά όταν τη σκεφτόταν. Το γιατί, προσπαθούσε να το αγνοήσει.

Ουφ, δεν άντεχε άλλο.

Σήμερα είχε να παραδώσει μια εργασία στον Τζέφερσον και μετά θα πήγαινε σπίτι να ξεκουραστεί για την αποψινή βάρδια.
Αύριο έβγαιναν και οι βαθμοί του Πιρς για την πρόοδο.

Αυτό είναι! Σκέφτηκε.

Θα άφηνε να κρίνει η βαθμολογία της το αν θα πήγαινε στην εκδρομή.
Είχε γράψει καλά, και σε σχέση με όσα της είπαν οι υπόλοιποι, είχε γράψει καλύτερα από το μέσο όρο.
Αν λοιπόν της είχε βάλει πάνω από 70-75 θα πήγαινε. Θα έδειχνε με τον τρόπο του ότι είχε δώσει τέλος στην αντιπαράθεσή τους και θα μπορούσε να ελπίζει σε εξομάλυνση των σχέσεων.
Αν όμως της έβαζε κανένα 65, δε θα πήγαινε. Αυτό θα σήμαινε αυτόματα ότι ήταν εκδικητικός και κακός και δεν ήθελε καμία επαφή μαζί του εκτός από τα πλέον απαραίτητα.

«Σήκω!» τη σκούντησε ο Τζέισον και κατάλαβε ότι το μάθημα είχε τελειώσει. Ονειροπολούσε για άλλη μια φορά.

Αμφιβολίες

Τετάρτη βράδυ

"Θα πάμε όλοι και θα λείπεις εσύ; ΠΟΤΕ!" είπε ο Μαρκ και όλοι συμφώνησαν. Είχαν τελειώσει το μάθημα και είχαν μαζευτεί για καφέ στο δωμάτιο της Λούσι.Είχαν πάρει και μερικά μπριος με σολωμό από ένα ντελικατέσεν κοντά στην εστία και κάθονταν στο πάτωμα ακια πολάμβαναν το απόγευμά τους.
"Εχω πολλή δουλειά στο μπαρ και είμαι πιεσμένη με τις εργασίες" ψέλλισε η Εμμα αλλά ήξερε ότι οι δικαιολογές της ήταν σαθρές. Επρεπε να βρει κάτι πιο πειστικό αλλιώς οι φίλοι της θα καταλάβαιναν γιατί απέφευγε ένα τόσο ελκυστικό ταξίδι.
"Ολοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Θα ξημοροβραδιαστούμε στη βιβλιοθήκη αν χρειαστεί, αλλά θα τα καταφέρουμε" πρότεινε ήρεμα ο Μαρκ. "Δεν πρόκειται να πάμε χωρίς εσένα".
Η Λούσι γέλασε. "Ασε που θέλουμε να δούμε τα μούτρα του Πιρς όταν σε δει να απλώνεις τα πόδια σου πάνω στο καλό του τραπεζάκι" είπε και όλοι γέλασαν.

Η Εμμα έκανε μια γκριμάτσα δυσφορίας. "Εσείς γελάτε, αλλά μετά από όλα αυτά εγώ πώς μπορώ να πάω να μείνω σπίτι του;" είπε. Ορίστε. Το είχε πει. Ο πραγματικός της φόβος ήταν αυτός. Αφού την αντιπαθούσε τόσο εμφανώς, με τι μούτρα θα έμενε σπίτι του; Είχε σκεφτεί να μείνει μόνη σε ξενοδοχείο, αλλά αυτό θα εδειχνε και στους υπόλοιπους καθηγητές ότι υπήρχε θέμα.

"Επειδή υπάρχει μια αντιχημεία είπε ο Τζόσουα, "δε σημαίνει ότι πρέπει να χάσεις το ταξίδι".
"'Η το αντίθετο" είπε η Μιράντα και χαμογέλασε. "Πολλή χημεία".

 Η Εμμα δεν απάντησε. Ο,τι κι αν έλεγε θα μετρούσε εις βάρος της.

"Μην είσαι χαζή. Θα περάσουμε τέλεια και θα χορτάσουμε να βλέπουμε το δρα Πιρς να αλλάζει ρούχα" είπε ο Μαρκ και η Εμμα χαμογέλασε.

Μακάρι να μην έφερνε τη Λουίζα, σκέφτηκε.

Συζητήσεις

Τρίτη βράδυ.

"Είσαι τρελή;" είπε η Φιλίπα ενώ έβγαζε τα φρύδια της το ίδιο βράδυ. "Θα πας και θα πεις κι ένα τραγούδι. Δεν μπορεί να χάσεις τέτοια εκδρομή!" τσίριξε και όταν η Εμμα δεν απάντησε συνέχισε. "Θα κάνεις γνωριμίες, θα ακούσεις σημαντικές ομιλίες, θα ξεκουραστείς! Πόσο καιρό έλεγες ότι θες να πας ένα ταξίδι;" είπε.

Η Εμμα δίπλωσε τα πόδια της από κάτω της και βολεύτηκε πάνω στον καναπέ τους.

Μωρέ μήππως ήταν υπερβολική; Μήπως έπρεπε να πάει; Και τι θα συνέβαινε; Θα ήταν μαζί με 30 συμφοιτητές της. Αποκλείεται να της έλεγε κάτι και να την προσβάλει. Αλλωστε τις τελευταίες μέρες δεν είχε συμβεί τίποτα. Την αγνοούσε. Αυτό ήταν καλό.

"Ισως έχεις δίκιο" είπε και η Φιλίπα χτύπησε παλαμάκια. "Θα αγοράσεις ένα μικροσκοπικό μαγιώ και θα του πετάξεις τα μάτια έξω!" είπε.
"Φιλίπα, καλή μου, αυτό το στερεότυπο ότι στη νότια Γαλλία έχει πάντα καλοκαίρι δεν ισχύει. Είδα τις θερμοκρασίες και θα έχει το πολύ 25 βαθμούς τον Μάρτιο. Δε θα κάνουμε μπάνιο!" της είπε γελώντας.
"Εδώ έχουμε 10 βαθμούς και συνέχεια βροχή. Εκεί τουλάχιστον θα έχει ήλιο! Ενα μαγιώ επιβάλλεται!" είπε επίμονα η φίλη της και η Εμμα έγνεψε θετικά. "Ο,τι πεις".


Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

σκέψεις



Τρίτη πρωί και η Εμμα ήταν στο μάθημα. Όλοι οι φίλοι της ήταν συνεπαρμένοι με την ιδέα και είχαν καταφέρει να την συμπαρασύρουν. Θα απολάμβανν το ζεστό γαλλικό ήλιο και θα χόρταιναν τυριά και κρασί. Τα κορίτσια είχαν κανονίσει να πάνε για ψώνια. Ήθελαν να ρωτήσουν το δρα Πιρς αν είχε πισίνα, αλλά ντρέπονταν.
Θα πήγαινε. Τι θα συνέβαινε άλλωστε; Θα είχε κρύψει στο δωμάτιό της κάποιο σαρκοβόρο ζώο και θα το άφηνε να την κατασπαράξει; Αφού δεν της έδινε σημασία τις τελευταίες μέρες. Φαντάσου πόσο αδιάφορη του πέρασε. Κι αν σχεδίαζε να την εκδικηθεί στην εκδρομή; Μπροστά σε όλους;
Χαζή, μάλωσε τον εαυτό της. Δε φοβάσαι εκείνον. Τον εαυτό σου φοβάσαι.

Κεφάλαιο 17-γράφουμε, τώρα, γράφουμε!



Το σούσουρο για την εκδρομή δεν έλεγε να τελειώσει. Η Εμμα κόντευε να ζαλιστεί από την πολυλογία και τον ενθουσιασμό όλων.
«Γράφουμε σε δέκα λεπτά, δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε σε αυτό;» τους είπε ενώ καθόταν στη θέση της, με τα στιλό της παραταγμένα, έτοιμη για μάχη. Γιατί για μάχη ετοιμαζόταν. Ήταν σίγουρη ότι δε θα την άφηνε να γλυτώσει με εύκολα θέματα ή καλούς βαθμούς.
«Ωχ, Εμμα, χαλάρωσε λίγο!» είπε τσιρίζοντας ο Τζόσουα. «Πάμε ταξίδι στην Προβηγκία. Ποιος σκάει για μια πρόοδο;» είπε και όλοι γέλασαν. Η Εμμα σκέφτηκε ότι μόνο εκείνη ανησυχούσε. Μια πρόοδος ήταν μια καλή ευκαιρία να πάρεις ένα καλό βαθμό, αλλά ακόμα κι αν δεν πήγαινες καλά, είχες την εξεταστική για να ρεφάρεις.
«Μα καλά, πόσο πλούσιος είναι αυτός και έχει σπίτι στην Προβηγκία;» αναρωτήθηκε η Μιράντα και όλοι συμφώνησαν με την απορία της.
«Δε φτάνει που είναι ΘΕΟΣ, έχει και λεφτά» γκρίνιαξε η Λούσι.
«Και τα φοράει» είπε ο Μαρκ, γνωστός λάτρης της μόδας. «Αυτό το μαύρο παντελόνι που φορούσε την περασμένη βδομάδα ήταν φοβερό. Αν δεν κάνω λάθος ήταν Lanvin. Πεθαίνωωωω» είπε δραματικά.
«Νομίζω ότι υπερβάλλετε» είπε η Εμμα. Δεν μπορούσε να τους ακούει να τον εκθειάζουν έτσι. Ήθελε κάποιον να συμφωνήσει μαζί της. Ότι ήταν κάθαρμα, εμπαθής και εκνευριστικός.
«Καθόλου» είπε η Λούσι γελαστή. «Είπαμε ότι είναι κούκλος και καλοντυμένος. Δεν είπαμε ότι είναι φιλικός!» κατέληξε και όλοι γέλασαν. Ακόμα και η διπλανή παρέα, η Σου, η Μπέλα και ο Κρίστοφερ.
«Ναι, ισχύει» πετάχτηκε η Σου. «Δεν είναι φιλικός, αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Κάνει καλό μάθημα και αυτό φτάνει» είπε. Η Εμμα σκέφτηκε ότι όλοι τον συμπαθούσαν. Ίσως έφταιγε αυτή. Μπορεί να ήταν εκείνη αγενής.

«Εγώ πάντως δε με βλέπω να παίρνω εύκολα άδεια από το μπαρ για το τριήμερο, οπότε μάλλον δε θα έρθω» είπε. Το είχε σκεφτεί καλά, και είχε αποφασίσει ότι δε θα άντεχε να πάει ακόμα και στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου και να μένει σπίτι του! Και ακόμα δεν ήξερε αν θα πήγαινε κι εκείνος. Το πιο πιθανό ήταν βέβαια να πάει. Όλοι οι καθηγητές θα ήταν παρόντες. Δε θα έλειπε εκείνος.

Όλοι ξαφνικά αντέδρασαν. «Όχι, Εμμα!» γκρίνιαξε ο Μαρκ. «Δε γίνεται να πάμε χωρίς εσένα!» είπε.
«Μη στενοχωριέσαι» του είπε. «Τρεις μέρες θα περάσουν γρήγορα».

Την ώρα που γινόταν πανικός μέσα στην τάξη και όλοι φώναζαν ενθουσιασμένοι, μπήκε ο δρ Πιρς μέσα στην τάξη, φορώντας ένα μακρύ μαύρο παλτό και γκρι μάλλινο ζιβάγκο πάνω από το τζιν του. Ναι, τζιν. Η Εμμα κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό από το πόσο ωραίος ήταν σήμερα. Άκουσε μερικούς αναστεναγμούς από πίσω, και κατάλαβε ότι δεν ήταν η μόνη που το σκέφτηκε.
«Καλημέρα σας!» είπε εκείνος, κρατώντας υπό μάλης τα θέματα. Η Εμμα είχε αγχωθεί. Πάντα αγχωνόταν πριν γράψει κάποιο τεστ, αλλά σήμερα είχε ξεπεράσει τον εαυτό της. Το πρωί πριν φύγει από το σπίτι άνοιξε η μύτη της. Ευτυχώς που ήταν εκεί η Φιλίπα και την φρόντισε. Μεγάλο πράγμα η συγκάτοικος να είναι νοσοκόμα, είχε πει  στη φίλη της και εκείνη γέλασε.

«Καλημέρα, κύριε» φώναξαν όλοι μαζί.
Εκείνος τους χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο. «Θα σας μοιράσω τα θέματα και έχετε δύο ώρες στη διάθεσή σας να γράψετε. Τις υπόλοιπες δύο ώρες θέλω να κάνουμε μάθημα γιατί έχουμε κάτι εκκρεμότητες» είπε και ακούστηκε ένα μακρόσυρτο «ωχ» στην τάξη. Και εκείνος, έκανε το πιο αναπάντεχο πράγμα. Γέλασε.
Η Εμμα τον κοιτούσε να μεταμορφώνεται αργά σε λίγο πιο ζεστό καθηγητή και ήξερε ότι δεν είχε καμία ελπίδα να την καταλάβει κανείς όταν θα την δίκαζαν για το φόνο του.

Τους μοίρασε ο ίδιος τις κόλλες και ξεκίνησε να γράφει. Δηλαδή προσπάθησε να γράψει γιατί για δέκα περίπου λεπτά δεν μπορούσε να διαβάσει τις ερωτήσεις. Όταν ήρθε από πάνω της να της δώσει το θέμα της, πέρασε το χέρι του πάνω από το δικό της για να τεντωθεί και να δώσει και στον Μαρκ που καθόταν δίπλα της. Ένα απλό άγγιγμα και την έκανε να τρέμει σαν 15χρονη. Για όνομα του Θεού. Πόσο δέος πια;

Ευτυχώς έγραψε καλά. Όχι ότι αυτό σήμαινε ότι θα της έβαζε και καλό βαθμό, αλλά εκείνη είχε γράψει καλά. Τους είχε βάλει απαιτητικά θέματα, αλλά ήταν όλα θέματα που είχαν συζητήσει στην τάξη οπότε δεν υπήρχε κανείς που να παραπονέθηκε.

Μετά το σύντομο διάλειμμα μπήκαν όλοι στην αίθουσα για το δίωρο μάθημα. Κανείς όμως δεν είχε όρεξη.
«Κύριε!» φώναξε ο Μαρκ όλο τσαχπινιά και σήκωσε το χέρι του μόλις μπήκαν μέσα.
«Παρακαλώ, κύριε Φιτς» είπε Εκείνος.
«Είναι μεγάλο το σπίτι σας στην Προβηγκία;» είπε και όλοι γέλασαν. Η Εμμα παρακολουθούσε τον δρα Πιρς να εκπλήσσεται και μετά να το διασκεδάζει.
«Αν και η ερώτηση είναι εκτός μαθήματος, θα απαντήσω» είπε σοβαρά ενώ τα μάτια του γελούσαν. «Το σπίτι μου στην Προβηγκία είναι αρκετά μεγάλο. Είναι μια παλιά θερινή κατοικία και έχει και ένα επιπλέον πέτρινο οίκημα για το προσωπικό που δεν χρησιμοποιείται πια. Αν αναρωτιέστε αν χωράτε όλοι, η απάντηση είναι ναι» είπε χαμογελαστός. Κάποιος σφύριξε.
«Είμαστε τυχεροί λοιπόν που το συμπόσιο γίνεται στην Προβηγκία» είπε η Σου. «Φανταστείτε να γινόταν στη Φλωρεντία!» είπε και όλοι γέλασαν. Ο δρ Πιρς δεν απάντησε. Παρέμεινε χαμογελαστός.
«Τι; Μη μου πείτε!» είπε ο Μαρκ και όλοι σοβαρεύτηκαν. Ο δρ Πιρς δεν απάντησε.
«Και στη Φλωρεντία;» είπε ο Τζόσουα.
Ο δρ Πιρς ανασήκωσε τους ώμους του. Συνέχισε να χαμογελάει.
«Δεν μπορώ να καταλάβω τι σχέση έχει η περιουσία μου με το μάθημα, παιδιά, αλλά ας πούμε ότι οι γονείς μου φρόντισαν έτσι ώστε να μπορώ να φιλοξενώ τους μαθητές μου όπου κι αν πάμε» είπε και όλοι γέλασαν. «Άλλη μία ερώτηση και ξεκινάμε μάθημα» είπε αυστηρά.
Θα έρθεις μαζί μας; αναρωτιόταν συνεχώς από μέσα της η Εμμα αλλά κανείς ηλίθιος δεν έκανε αυτή την ερώτηση.
«Εσείς πού θα μείνετε αν εμείς κάνουμε κατάληψη στο σπίτι σας;» είπε ξαφνικά η Λούσι και όλοι τον κοίταξαν με ενδιαφέρον. Η Εμμα κράτησε την ανάσα της. Η απάντησή του την ενδιέφερε πολύ. Αν εκείνος δεν πήγαινε, θα πήγαινε εκείνη.
«Μπορεί να μείνω στο ξενοδοχείο με τους καθηγητές ή να με φιλοξενήσει κάποιος φίλος. Μην ανησυχείτε για μένα. Απλώς να μου προσέχετε το σπίτι» είπε και άνοιξε το βιβλίο του.

Αυτό ήταν. Η συζήτηση είχε τελειώσει και μαζί και το όνειρό της να πάει στην Προβηγκία. Θα έστελνε μέιλ ότι δεν μπορούσε να πάει λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων και θα περνούσε το τριήμερο με το κεφάλι της χωμένο κάτω από μαξιλάρι της. Μακάρι να υπήρχε ένα μαξιλάρι με αφρό αμνησίας, σκέφτηκε και αναστέναξε.

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Κεφάλαιο 16-Κρουαζιέρα θα σε πάω....



Δεν κατάλαβε πώς πέρασε η υπόλοιπη ώρα. Σαν αυτόματο γύρισε στην αίθουσα μετά το…περιστατικό. Σαν αυτόματο έκατσε στο πίσω πίσω έδρανο και σαν αυτόματο κράτησε σημειώσεις. Σαν αυτόματο απάντησε στην παρέα της ότι ήταν λίγο ζαλισμένη και γι’ αυτό δε μιλούσε πολύ. Δεν τολμούσε ούτε να σηκώσει τα μάτια της να τον κοιτάξει. Είχε συμβεί πραγματικά όλο αυτό ή το είχε ονειρευτεί; Είχε φλερτάρει τόσο απροκάλυπτα με τον καθηγητή της; Ο,τι και να είχε συμβεί μεταξύ τους δεν επιτρεπόταν να τον προσεγγίσει τόσο ερωτικά. Στην τελική αυτός έδειχνε την αντιπάθειά του. Αυτό ήταν φυσιολογικό. Περίπου. Σε καμία περίπτωση δεν της έδινε το δικαίωμα να του κάνει τέτοιο πέσιμο.

Εκείνος ακουγόταν ήρεμος. Έκανε και δύο αστειάκια και γέλασαν όλοι. Εκείνη δεν είχε ακούσει τι είπε και έμεινε σκεπτική, να κρατάει σημειώσεις, μέχρι που αποφάσισε ότι αυτό που έγινε δεν ήταν κάτι που μπορείς να το σβήσεις μένοντας απαθής. Ήταν μια κίνηση που αν ήθελε να τη στηρίξει έπρεπε να δείχνει πιο αποφασιστική. Πιο σίγουρη.

Σήκωσε τελικά τα μάτια της και τον κοίταξε. Σε δέκα λεπτά σχολούσαν. Το μόνο που πρόδιδε όσα είχαν συμβεί ήταν ότι μετά το διάλειμμα δε φορούσε γραβάτα. Την είχε χώσει στην τσέπη του. Το έβλεπε γιατί κρεμόταν μια άκρη από το μεταξωτό ύφασμα απ’ έξω. Θα του την είχε τσαλακώσει και δε θα μπορούσε να τη φορέσει. Χαμογέλασε. Θα είχε κάνει να θυμάται όταν γυρνούσε σπίτι του. Ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς τραβήχτηκε. Ποια δύναμη άντλησε και κατάφερε να φύγει από κοντά του. Αν έμενε άλλο ένα δευτερόλεπτο, θα περνούσε τα χείλη της πάνω από τα δικά του, θα τύλιγε τα χέρια της πίσω από το λαιμό του και θα τον φιλούσε όπως δεν είχε φιλήσει ποτέ κανέναν. Ήθελε πολύ να το κάνει, αλλά ήξερε ότι μετά δε θα υπήρχε γυρισμός. Ενώ τώρα…μπορούσε απλώς να πει ότι έπαιζε μαζί του.

Το κουδούνι χτύπησε και πετάχτηκαν όλοι από το κάθισμά τους. Εκείνος τους είχε βάλει να μελετήσουν τη Λαίδη του Σαλότ του Γουότερχαουζ. Ήταν ένας πίνακας βασισμένος στο ομώνυμο ποίημα του λόρδου Αλφρεντ Τένισον. Ευτυχώς τον ήξερε τον πίνακα και είχε μερικά βιβλία για τη βικτωριανή ποίηση. Το επόμενο θα ήταν το τελευταίο μάθημα πριν την πρόοδο και έπρεπε να έχουν λύσει τυχόν απορίες τους. Η Εμμα έκανε νοερά έναν υπολογισμό του ελεύθερου χρόνου της και σκοτείνιασε. Αυτή τη βδομάδα θα είχε πολλή δουλειά στο μπαρ λόγω αγώνων ποδοσφαίρου, αλλά τουλάχιστον δεν είχε να ζωγραφίσει. Το Σαββατοκύριακο θα έκανε μια ωραία επανάληψη για τον Πιρς και θα τελείωνε την εργασία της δρος Πέτερσον. Δύο τρεις επισκέψεις στη βιβλιοθήκη με τα παιδιά ήταν επιτακτικές. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μάζεψε τα πράγματά της. Είχαν μείνει οκτώ διδακτικές βδομάδες και μετά εξεταστική. Θα τα κατάφερνε να μην τον ξανασυναντήσει μόνο του. Σωστά;

Το πρώτο βήμα ήταν να μην αντιδράει στις προκλήσεις του. Ήθελε να της βάζει 69; 59; Ακόμα και 32; Ας το έβαζε. Δε θα αντιδρούσε. Ήθελε να τη βγάζει έξω επειδή άργησε; Δε θα ξανααργούσε, αλλά ακόμα και αν συνέβαινε δε θα έβγαζε κιχ. Ήθελε να της στείλει ειρωνικά μέιλ; Θα απαντούσε ήρεμα. Δε θα του έδινε τη χαρά να της χαλάσει το τελευταίο εξάμηνό της στη σχολή. Αυτός ο άντρας δεν είχε βρεθεί για καλό στο δρόμο της.

Η υπόλοιπη βδομάδα πέρασε σε μια φρενίτιδα. Η δρ Φούλμαν αποφάσισε να το παίξει αυστηρή, χωρίς κανείς να ξέρει το λόγο, και τους ανέθεσε να διαβάσουν κάτι χιλιάδες σελίδες και ανά ομάδες να συντάξουν μικρές περιγραφές για κάθε καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε την περίοδο που είχε αναλάβει έκαστο γκρουπ να μελετήσει. Η Εμμα, η Μιράντα και η Λούσι είχαν αναλάβει τα έτη 1720-1800 και είχαν ήδη φτάσει στα όριά τους. Έπρεπε να διαβάσουν ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε στη βιβλιοθήκη και μετά να συντάξουν τις παραγράφους για το Ροκοκό. Για όλο αυτό έπρεπε να αφιερώσουν ώρες που δεν είχαν, δεδομένου ότι είχαν πρόοδο για τον Πιρς. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ο δρ Τζέφερσον τους ζήτησε να ετοιμάσουν μια μικρή ομιλία για ένα σεμινάριο που θα έκανε στους προπτυχιακούς! Θεέ μου, πόση δουλειά!

Η Εμμα ξεκίνησε αγοράζοντας βιταμίνες και αλλάζοντας μαξιλάρι για να κοιμάται καλύτερα. Πήρε ένα από αυτά με τον ειδικό αφρό μνήμης και μαζί αγόρασε και αιθέρια έλαια λεβάντας. Θεωρητικά όλα αυτά βοηθούσαν στον ύπνο, αλλά διατηρούσε τις επιφυλάξεις της. Στη συνέχεια, έκανε ένα συμβιβασμό με το αφεντικό της και κάθε μέρα θα έφευγε στη μία αντί για 2 και του υποσχέθηκε να συμπληρώσει μέρες μετά το τέλος της εξεταστικής. Δε χάρηκε και πολύ αλλά ο Τζούλιαν τον έπεισε ότι θα τα κατάφερναν χωρίς εκείνη, ειδικά τις καθημερινές.

Είχε φτάσει η Δευτέρα βράδυ πριν το διαγώνισμα του δρα Πιρς και δεν τον είχε δει ή σκεφτεί καθόλου. ‘Η σχεδόν καθόλου. Διάβαζε ασταμάτητα και προσπαθούσε να είναι αισιόδοξη. Τι θα έκανε; Θα της έβαζε κακό βαθμό ακόμα κι αν είχε γράψει καλά; Δεν ήταν τόσο τρελός. Άλλωστε, μπορούσε να ζητήσει και δεύτερη βαθμολόγηση. Χτύπησε το κινητό της και είδε ένα μήνυμα από τον Μαρκ.

ΑΝΟΙΞΕ ΤΑ ΜΕΙΛ ΣΟΥ ΤΩΡΑ!!! ΓΙΟΥΠΙ!!!!!

Άνοιξε τα μέιλ της και πήρε κοντά της το χυμό της. Πραγματικά ανυπομονούσε να δει τι είχε ενθουσιάσει τόσο τον Μαρκ.

Δύο τρία μέιλ από την πρυτανεία για διοικητικά θέματα και ένα από τη δρα Φούλμαν. Θεέ μου, όχι κι άλλο διάβασμα!
Έκανε κλικ στο εικονίδιο που αναβόσβηνε και άρχισε να διαβάζει.

Από: δρ Φούλμαν
Θέμα: Συναρπαστικά Νέα!

Αγαπητοί σπουδαστές,

Όπως γνωρίζετε στις 8,9,10 Μαρτίου θα λάβει χώρα το ετήσιο Συμπόσιο Αναγεννησιακής Ζωγραφικής στην Προβηγκία. Κύριοι ομιλητές φέτος θα είναι ο δρ Τζέφερσον, η δρ Μπερτινάρι από το πανεπιστήμιο της Ρώμης και ο δρ Ντιπόν από το πανεπιστήμιο της Σορβόνης καθώς και πλήθος άλλων επιστημόνων με πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες. Δείτε κάτωθι το λινκ της διοργάνωσης.
Με τη σύμφωνη γνώμη του πρύτανη και του εκπαιδευτικού προσωπικού θα ήταν μεγάλη μας τιμή αν συμμετείχατε σε αυτό το συμπόσιο. Θα κερδίσετε πολλά από τις ομιλίες και τις γνωριμίες με εξέχουσες προσωπικότητες του χώρου μας. Φυσικά, μπορείτε να ετοιμάσετε ένα Powerpoint με μια παρουσίαση. Οι συμποσιαστές απολαμβάνουν πάντα τις σπουδαστικές παρουσιάσεις. Αν το αποφασίσετε, στείλτε μου ένα abstract μέχρι την άλλη Τετάρτη για να το καταθέσω.
Για το ταξίδι, θα πρέπει να δηλώσετε συμμετοχή μέχρι την Παρασκευή στη γραμματέα μου ώστε να κλείσουμε όλοι μαζί τα αεροπορικά εισιτήρια. Μετά από μια σύντομη αναζήτηση, οι τιμές κυμαίνονται γύρω στα 240 λίρες για Λονδίνο-Μασσαλία και πίσω.
Οι συμποσιαστές θα μείνουμε στο ξενοδοχείο όπου γίνονται και οι ομιλίες.
Σχετικά με τη δική σας διαμονή, ο δρ Πιρς έναν ξενώνα στην περιοχή (!) και μπορεί να σας φιλοξενήσει.

Πολύ φιλικά,
Δρ Ιλεάνα Μάργκαρετ Φούλμαν


Ένα πλήθος σκέψεων και συναισθημάτων πέρασαν από το μυαλό και την καρδιά της αντίστοιχα. Αρχικά ενθουσιάστηκε με την ιδέα να παραστεί στο συμπόσιο. Πραγματικά θα ήταν μεγάλη ευκαιρία και να μάθουν πράγματα, και να κάνουν γνωριμίες, αλλά και να ξεκουραστούν στο γαλλικό νότο μετά από τόσες βδομάδες πίεσης. Μετά, έχασε τον ενθουσιασμό της όταν είδε την πρόταση για το powerpoint. Αυτές οι «προτάσεις» της Φούλμαν, ήταν πάντα προτροπές. Άρα, θα έπρεπε να ετοιμάσουν όλοι κάτι καλό και να το παρουσιάσουν, μπροστά στα ιερά τέρατα της ιστορίας της τέχνης. Μετά χάρηκε με τις τιμές των εισιτηρίων. Δεν ήθελε να ζητάει λεφτά για τους γονείς της και η τιμή αυτή τη βόλευε πολύ. Δεν είναι ότι δε θα της έλειπαν κιόλας, αλλά χρειαζόταν διακοπές, μακριά από όλους. ‘Η μάλλον μακριά από Εκείνον.

Γι’ αυτό και κόντεψε να σταματήσει η καρδιά της όταν διάβασε τη γραμμή σχετικά με τη διαμονή τους. Μια πλημμύρα ερωτήσεων την κατέκλυσε. Πόσο μεγάλος ήταν ο ξενώνας και χωρούσε 30 σπουδαστές; Πού τον βρήκε; Τι σχέση είχε με την Προβηγκία; Και κυρίως…θα ήταν και αυτός στο ταξίδι;

Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της εκείνο το βράδυ, αναρωτήθηκε αν εκείνο το όνειρο που είχε δει ήταν προφητικό. Και λίγο πριν προλάβει να θυμώσει με τον εαυτό της που δεν μπορούσε να είναι πιο ήρεμη, αποκοιμήθηκε.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Κεφάλαιο 15-1-1

Η Φιλίπα γελούσε με την ψυχή της το επόμενο απόγευμα. Είχε γυρίσει από την εφημερία της και είχε ακούσει με υπομονή όλα όσα είχαν συμβεί στην δημοπρασία.
«Έβαλες τα κλάματα;» είπε ενώ γελούσε με την καρδιά της. Η Εμμα δεν ήταν τόσο κεφάτη.
«Για εκατοστή φορά, δεν έβαλα τα κλάματα!» φώναξε η Εμμα. «Απλώς δάκρυσα. Με συγκίνησε αυτό που είπε για τον πίνακα. Ότι είναι δύσκολο να αποχωρίζεσαι κάτι τόσο δικό σου. Μόνο αυτός κατάλαβε τόσα χρόνια πώς νιώθω. Ακόμα και οι γονείς μου μου λένε να μη δένομαι με τους πίνακές μου ώστε να μπορώ να τους πουλάω πιο εύκολα» εξήγησε ξανά.
«Και πώς το πήρε το κλάμα;» ρώτησε η Φιλίπα τρώγοντας μια κουταλιά παγωτό.
«Το δάκρυ, διάολε! Όχι το κλάμα!» τη διόρθωσε η Εμμα. «Δεν είπε τίποτα. Του το αναγνωρίζω αυτό. Αρκετά άβολα ένιωθα. Αν το σχολίαζε και αυτό, θα πέθαινα».
Η Φιλίπα έγνεψε. «Και για πες…πώς ήταν η άλλη;»
«Η άλλη;» ρώτησε η Εμμα ενώ έτρωγε παγωτό από το μπωλ της Φιλίπα. «Θεά. Δύο μέτρα πόδια, ξανθά μαλλιά, τέλειο δέρμα και καταπληκτικό σώμα» κατέληξε. «Αλλά δε μας νοιάζει αυτό. Εγώ θέλω να μου βάλει καλό βαθμό στο εξάμηνο, όχι να τον παντρευτώ» είπε.
«Έτσι όπως μου τον έχεις περιγράψει, εγώ θα ήθελα» είπε η Φιλίπα συνεχίζοντας να αστειεύεται μέχρι που η Εμμα της έριξε μια αυστηρή ματιά. «Και πού τα βρίσκει τόσα λεφτά;» ρώτησε τελικά η φίλη της.
Η Εμμα ανασήκωσε τους ώμους. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. «Φαίνεται να έχει αέρα. Ντύνεται ακριβά και αγοράζει πίνακες σαν να είναι τσίχλες. Ποιος ξέρει τι βύσμα θα είναι» είπε και από μέσα της μετάνιωσε για την κακία της. Ήταν αξιόλογος καθηγητής.
«Πώς περάσατε με τον Τζούλιαν;» ρώτησε η Φιλίπα και η Εμμα χάρηκε που άλλαξαν θέμα.
«Βγήκαμε για φαγητό και μετά πήγαμε για δουλειά. Ο Τζούλιαν είναι πολύ εντάξει. Έχει καταλάβει ότι δεν τον βλέπω ερωτικά. Νομίζω ότι στη δημοπρασία κατάλαβε ότι είμαστε πολύ διαφορετικοί. Μέσα σε πέντε λεπτά βαρέθηκε να κοιτάει πίνακες. Τι θα λέμε αν τα φτιάξουμε;».
«Δεν είναι ανάγκη να μιλάτε!» είπε η Φιλίπα και γέλασε ξανά.
«Ναι, γιατί είμαι και ταλεντάρα» είπε η Εμμα μουτρωμένη.
«Ωχ αρχίσαμε πάλι τα ίδια; Το κάθαρμα έψαχνε δικαιολογία να σε κερατώσει. Και αν δεν ήσουν καλή, θα το κρίνει ο επόμενος, που ελπίζω να ξέρει πού βρίσκεται τι» είπε θριαμβευτικά. Η Εμμα χαμογέλασε. «Αύριο έχετε μάθημα πάλι;» ρώτησε τελικά.
«Ναι, κανονικά. Σε δύο βδομάδες γράφουμε πρόοδο και έχω αρχίσει να διαβάζω από τώρα. Αν τον έχω ψυχολογήσει καλά, θα κλείσει ξανά σαν το στρείδι μετά το χθεσινό» είπε η Εμμα.
Η Φιλίπα σηκώθηκε από τον καναπέ και έβαλε νερό να βράσει για τσάι.
«Φιλενάδα, θα έρθω μια μέρα στο μάθημα να σου τον συγυρίσω αν έρθεις κι εσύ να βάλεις στη θέση του τον γιατρό που μου κάνει τον έξυπνο στη βάρδια» είπε χαμογελαστή. Έτσι ήταν τα πράγματα. Και η Φιλίπα είχε έναν ξεροκέφαλο υπεύθυνο αλλά δεν είχε γίνει κομμάτια σαν την Εμμα.

Η Εμμα ήξερε ότι αντιδράει υπερβολικά, αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει όλον αυτό το χείμαρρο συναισθημάτων που την είχε καταπνίξει. Εκείνος ήταν τόσο διαφορετικός από κάθε άντρα που είχε γνωρίσει. Ένιωθε ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να συνεννοηθεί μαζί του μέχρι που χθες, της μίλησε κατευθείαν στην καρδιά.


Την επόμενη μέρα, όμως, την περίμενε μεγάλη ψυχρολουσία όταν μπήκε στην τάξη τρία λεπτά καθυστερημένη. Εκείνος είχε μπει και όταν χτύπησε την πόρτα, εκείνος την άνοιξε και της είπε ότι μπορεί να περάσει για μάθημα μετά το διάλειμμα και ότι καλά θα κάνει να περιορίσει τις νυχτερινές δραστηριότητές της αν θέλει να είναι τυπική στις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις της!!!

Η Εμμα έμεινε με το στόμα ανοιχτό και το ίδιο και οι συμφοιτητές της που έδειξαν την αντίδρασή τους. Λίγο πριν κλείσει η πόρτα άκουσε τον Μαρκ να λέει ότι αυτά είναι απαράδεκτα πράγματα και Εκείνον να απαντάει ότι «απαράδεκτα πράγματα είναι να αργείς στο μάθημα».

Η Εμμα προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυά της για να μην του δώσει τη χαρά και περίμενε στωικά έξω από την αίθουσα μιάμιση ώρα, μέχρι να τους βγάλει για διάλειμμα. Οι φίλοι της ξεχύθηκαν έξω γεμάτοι νεύρα. Η Μιράντα τής είπε ότι κατάφερε να κρατήσει τέλειες σημειώσεις.
«Θα είναι σαν να ήσουν εκεί!» της είπε.
«Σε ευχαριστώ, φιλενάδα» είπε η Εμμα.
«Πάμε για καφέ;» πρότεινε η Λούσι και η τάξη άδειασε. Η Εμμα τους είπε ότι θα πήγαινε σε πέντε λεπτά. Έπρεπε να τον αντιμετωπίσει πρώτα.

Είχε γυρισμένη την πλάτη του προς εκείνη και έτσι δεν την αντιλήφθηκε να τον πλησιάζει. Η Εμμα καθάρισε τη φωνή της για να καταλάβει ότι ήταν εκεί. Γύρισε απότομα και την κοίταξε.
«Τι έγινε, δεσποινίς; Θα μου κάνετε κήρυγμα;» της είπε ειρωνικά.
«Δρ Πιρς, τι στο καλό έχετε μαζί μου;» του είπε επιθετικά.
«Εσείς δεσποινίς Μπένετ, τι έχετε με το μάθημά μου και αργείτε, αγνοείτε τους κανόνες και αυτενεργείτε;» της αντιγύρισε. Σοβαρός και αγέρωχος. Με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ντυμένος στα μαύρα. Πανέμορφος. Όπως πάντα.
«Δρ Πιρς, η εμπάθεια που μου δείχνετε είναι πλέον εμφανής και σας προειδοποιώ ότι μπορεί να παρεξηγηθεί» του είπε σηκώνοντας το ένα φρύδι. Θα σου κλονίσω την αυτοπεποίθηση, κάθαρμα, σκέφτηκε. Θα τον χτυπούσε εκεί πού πονάει κάθε καθηγητή. Στη σεξουαλική παρενόχληση.
Εκείνος χαμογέλασε αργά. Είχε καταλάβει το υπονοούμενο.
«Δεσποινίς Μπένετ, μη γελοιοποιήστε, σας παρακαλώ. Είδατε τη Λουίζα την Κυριακή. Ποιος θα πίστευε ότι…» της είπε και γέλασε.

Ένας οξύς πόνος διαπέρασε την Εμμα. Ήθελε να εξαφανιστεί από κει μέσα. Δεν έπρεπε να τα βάλει μαζί του. Ήταν πιο δυνατός. Είχε δύο επιλογές. Να το βάλει στα πόδια ή να συνεχίσει και να γελοιοποιηθεί. Μακάρι να της έβγαινε να πει κάτι έξυπνο.

Του γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς την πόρτα με τους ώμους κατεβασμένους, πλήρως ηττημένη. Πίσω της τον ένιωσε να ανακουφίζεται που αυτή η άβολη συζήτηση είχε πάρει τέλος και μπορούσε να συνεχίσει το διάλειμμά του. Πού να ήξερε.

Όταν έφτασε στην πόρτα, άργησε επίτηδες λιγάκι, σαν να το σκέφτεται και μετά γύρισε το πόμολο και κλείδωσε την πόρτα. Τώρα θα δεις, Ολιβερ.

Γύρισε ξανά προς το μέρος του, και περπάτησε αργά. Εκείνος είχε κοκαλώσει στη θέση του και την παρακολουθούσε να πλησιάζει ανίκανος να τη σταματήσει.
Όταν έφτασε μπροστά του, άρπαξε τη γραβάτα του στην γροθιά της και άρχισε να την τυλίγει αργά αργά κάνοντας το κεφάλι του να πλησιάσει επικίνδυνα το δικό της. Ήξερε πώς τον κοιτούσε. Τον κοιτούσε όπως θα ήθελε να τον κοιτάει αν δεν ήταν όλα αυτά ανάμεσά τους.

Εκείνος είχε μισοκλείσει τα μάτια και τα χείλη του είχαν πλησιάσει επικίνδυνα τα δικά της. Τον είχε. Το έβλεπε. Αν όχι για κάτι παραπάνω, για ένα φιλί όμως, τον είχε.
Και εκείνη τη στιγμή, ελευθέρωσε απότομα τη γραβάτα και το κεφάλι του τινάχτηκε απότομα πίσω.


«Εσύ» του ψιθύρισε ερωτικά στο αυτί. «Εσύ θα το πίστευες». Και έφυγε. 

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Emma Imogen Bennett


Κεφάλαιο 14-You'll be laughing till you cry back to me

Η δημοπρασία προχωρούσε γρήγορα. Είχαν ήδη δημοπρατηθεί 17 πίνακες. Ο δικός της ήταν ο 20ος στη σειρά και μετά σιγά σιγά θα μπορούσαν να φύγουν για το δείπνο τους. Ο Τζούλιαν είχε ενθουσιαστεί με έναν πίνακα και νόμιζε ότι εκείνος ήταν δικός της, αλλά έκανε λάθος. Κατά μέσο όρο οι προηγούμενοι πίνακες πουλήθηκαν για 1.000 λίρες ο καθένας, με μεγαλύτερη τιμή τις 2.500 λίρες για το πορτρέτο που της άρεσε και χαμηλότερη τις 500 λίρες για έναν πραγματικά ερασιτεχνικό πίνακα.

Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και η δράση της δημοπρασίας την είχε καταβάλει τόσο που δε σκέφτηκε να γυρίσει προς το μέρος του καθηγητή της ούτε μία φορά Βέβαια κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο. Εκείνος θα την έβλεπε και θα έβγαζε τα λάθος συμπεράσματα. Είχε ήδη περάσει ήδη τον κίνδυνο να αναγνωρίσει τον εαυτό του στον πίνακα και γι’ αυτό ευγνωμονούσε τον Θεό. Αρκετή αυτοπεποίθηση είχε ήδη. Άντε να τον πείσεις ότι δε σήμαινε τίποτα η ομοιότητα.

«Και τώρα ο πίνακας νούμερο 20!» φώναξε δυνατά ο κοσμήτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών Πίτερ Ρόλαντ, ο  οποίος κρατούσε το σφυράκι. Η Εμμα αναπήδησε. Μερικά δευτερόλεπτα ακόμα και η ταυτότητά της θα αποκαλυπτόταν. Ηλπιζε μόνο να μην πατώσει ο πίνακάς της και γίνει ρεζίλι. «Ένας πίνακας εμφανώς επηρεασμένος από την Ποπ Αρτ και τον ντανταϊσμό» είπε ο κοσμήτωρ και η Εμμα σκέφτηκε ότι ξέχασε να αναφέρει τον κυβισμό. «Ο καλλιτέχνης δούλεψε με φλούο χρώματα και σπάτουλα» συμπλήρωσε. «Τιμή εκκίνησης οι 200 λίρες» είπε και περίμενε. Η διαδικασία είχε ως εξής: οι παρευρισκόμενοι είχαν μικρά στρογγυλά κομμάτια από μαυροπίνακα και μια κιμωλία όπου έγραφαν την προσφορά τους και όταν ήθελαν τα σήκωναν και «χτυπούσαν» τον πίνακα. Η Εμμα προσευχήθηκε σιωπηρά να ξεπεράσει τις 2.000 λίρες.
Άρχισε βαβούρα στην αίθουσα. Ξεκίνησαν οι προσφορές. Ο Τζούλιαν παρακολουθούσε συνεπαρμένος. «Η κυρία με το κόκκινο προσφέρει 1.500 λίρες» φώναξε ο κοσμήτορας και μετά με απίστευτη ταχύτητα «ο κύριος με το μαύρο δίνει 3.000 λίρες, η κυρία με το κόκκινο ανεβαίνει στις 4.000, ο κύριος με το μπλε δίνει 4.300, ο κύριος με το καφέ δίνει 5.000» είπε και πήρε ανάσα. Η Εμμα δεν πίστευε στα αφτιά της. Ένιωθε τον Τζούλιαν εντυπωσιασμένο. «Πέντε χιλιάδες ένα, πέντε χιλιάδες δύο, πέντε χιλιάδες…» είπε ο κοσμήτορας και ξαφνικά κοκάλωσε. Όλα τα μάτια στην αίθουσα ακολούθησαν το βλέμμα του. «Δέκα χιλιάδες για τον δρα Πιρς». Ένα σούσουρο απλώθηκε στην αίθουσα. Η Εμμα δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. «Δέκα χιλιάδες ένα, δέκα χιλιάδες δύο, δέκα χιλιάδες και έκλεισε» στρίγγλισε. «Ο πίνακας ανήκει στον καθηγητή μας δρα Πιρς» είπε και όλη η αίθουσα ξέσπασε σε μια φρενίτιδα χειροκροτημάτων.

Η Εμμα δεν κρατήθηκε. Γύρισε προς το μέρος του ίσα για να τον προλάβει να δίνει ένα πεταχτό φιλί στη Λουίζα. Τι είχε γίνει; Είχε μόλις δώσει 10.000 λίρες για τον πίνακά της; Για τον πίνακα που είχε σχολιάσει ως ερασιτεχνικό; Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος. Μετά θα έπρεπε να πάει να τον συναντήσει. Έτσι ήταν οι όροι. Να γνωρίσεις τον αγοραστή. Και τι θα του έλεγε; Κι αν τώρα καταλάβαινε την ομοιότητα; Μήπως να έφευγε χωρίς να χαιρετήσει; Αυτά τα ερωτήματα την βασάνιζαν μέχρι το τέλος της δημοπρασίας περίπου 20 λεπτά μετά.

«Σας ευχαριστώ όλους για την υπέροχη βραδιά» είπε ο κοσμήτορας Ρόλαντ στο τέλος.  «Απόψε συγκεντρώθηκαν 37.700 λίρες που θα βοηθήσουν νέους καλλιτέχνες με την τέχνη τους. Ελπίζω η αποψινή βραδιά να αποτελέσει εφαλτήριο για κάποιον καλλιτέχνη και να του αλλάξει τη ζωή» είπε κλείνοντας και η Εμμα ευχήθηκε τα λεφτά να διατεθούν με σύνεση. «Ώρα να γνωρίσετε τους αγοραστές σας» είπε στους καλλιτέχνες και κατέβηκε από το βήμα. Η Εμμα ένιωσε όπως είχε νιώσει στο γυμνάσιο, όταν μια φορά την είχαν σηκώσει να πει μάθημα και ήταν αδιάβαστη.

Ο Τζούλιαν τής ζήτησε συγγνώμη και πετάχτηκε μέχρι ένα μαγαζάκι απέναντι να πάρει τσιγάρα και της είπε να συναντηθούν στην είσοδο για να φύγουν μαζί για το Αντόνιο’ς.  Ήταν μόνη. Ήταν μόνη. Να αντιμετωπίσει το θεριό.
Έβαλε το μυαλό της να σκεφτεί. Αν έφευγε στα γρήγορα ο Πιρς δε θα την έβλεπε ποτέ και δε θα μάθαινε. Τουλάχιστον όσο ήταν εκεί. Γιατί αν ρωτούσε τον κοσμήτορα θα του έλεγε. Η ταυτότητά της αποκαλυπτόταν μετά. Αλλά δεν την ένοιαζε. Αρκεί να μην ήταν μπροστά του, να μην τον αντιμετώπιζε. Την φόβιζε αυτός ο άντρας. Την έκανε να νιώθει λες και ήταν πέντε χρονών και είχε κάνει κάποια αταξία.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το φόρεμά της και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Τι στο καλό; Δεν ήταν μωρό. Ήταν μεγάλη γυναίκα. Δεν θα τον άφηνε να την τρομάξει. Ο Πιρς την είδε να τον πλησιάζει από την άλλη άκρη της αίθουσας όπου στεκόταν στηριγμένος σε έναν τοίχο. Εκείνη τη στιγμή ήταν μόνος του. Πού ήταν η Λουίζα; Εκείνος δεν κουνήθηκε. Είχε τα χέρια του μπλεγμένα στο στήθος και την περίμενε να έρθει προς εκείνον. Το βλέμμα του δεν άφησε το δικό της ούτε λεπτό. Σαν να υπήρχε μεταξύ τους μια αόρατη κλωστή. Αυτός κρατούσε τη μία άκρη και η Εμμα την άλλη. Δεν κατέβασε το βλέμμα της. Περπάτησε τα τελευταία μέτρα που τους χώριζαν με αυτοπεποίθηση και ένα μικρό λίκνισμα στους γοφούς. Έτσι, για να μη νομίζει ότι την τρομάζει.

«Δεσποινίς Εμμα Ιμοτζεν Μπένετ, συγχαρητήρια» είπε εκείνος και της έτεινε το χέρι του. Η Εμμα το πήρε με επιφύλαξη. Εκείνος την έσφιξε. Το βλέμμα του ήταν κάτι παραπάνω από ζεστό. Κάπως έτσι πρέπει να ήταν και το βλέμμα του σατανά. Ηταν υπέροχος. Τα χρώματά του θερμά, σαν καραμέλα λιωμένη. Τα μάτια του είχαν μια απόχρωση που αυτή τη στιγμή έμοιαζε με καταιγίδα την άνοιξη.
«Δρ Πιρς, ο πίνακας που αγοράσατε είναι δικός μου» του είπε ήρεμα.
«Το ξέρω» της είπε απλά.
Η Εμμα κόντεψε να πνιγεί.
«Σας άρεσε τόσο πολύ που δώσατε 10.000 λίρες; Νόμιζα ότι σας φάνηκε ερασιτεχνικός» του είπε ειρωνικά. Μετά όμως το μετάνιωσε. Προς το παρόν αυτός δεν είχε πει τίποτα κακό.
«Επιμένω ότι είναι ερασιτεχνικός, αλλά είναι πολύ καλό έργο» της είπε αγνοώντας την κακία της. Αλλά δεν κρατήθηκε πολύ. «Κυρίως τον αγόρασα όμως επειδή μου άρεσε το μοντέλο» είπε και της χάρισε ένα εκτυφλωτικό χαμόγελο.

Η Εμμα κοκκίνισε μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της και κοίταξε αμέσως το πάτωμα.
Το είχε καταλάβει; Τι ντροπή! Πώς να του εξηγούσε ότι δε σήμαινε τίποτα;

«Πού είναι η συνοδός σας;» τον ρώτησε για να αλλάξει θέμα. Όλο αυτό ήταν πολύ για εκείνη. Είχε δώσει 10.000 λίρες για τον πίνακά της και είχε καταλάβει ότι τον είχε ζωγραφίσει. Νόμιζε ότι θα λιποθυμήσει.
«Η Λουίζα; Μιλάει με μια συνάδελφό της» της είπε και της έδειξε την άλλη άκρη της αίθουσας. Η πανέμορφη ξανθιά μιλούσε με μια πανέμορφη μελαχρινή. Ουάο. Σίγουρα για τις νέες τάσεις στο μακιγιάζ.
«Λοιπόν, χάρηκα που τα είπαμε» του είπε ξαφνικά και έκανε να φύγει αλλά εκείνος την πρόλαβε.
«Πού πας;» της είπε απότομα.
«Θα βγω για φαγητό με τον συνοδό μου και μετά δουλεύουμε» του είπε.
«Πού δουλεύετε;» ρώτησε εκείνος όλο ενδιαφέρον. Το μαρτύριο δεν έλεγε να τελειώσει.
«Σε ένα μπαρ λίγα χιλιόμετρα από εδώ. Εγώ σερβίρω και αυτός είναι μπάρμαν» του είπε.
«Και πώς καταφέρνεις να διαβάζεις για το μεταπτυχιακό, να ζωγραφίζεις και να δουλεύεις παράλληλα;» τη ρώτησε με ειλικρινή απορία. Και θαυμασμό.
«Με πολύ λίγο ύπνο και πολλούς καβγάδες με τους καθηγητές μου» του είπε χαμογελαστή. Εκείνος χαμογέλασε.
«Ο πίνακας είναι δικός σου αν τον θες» της είπε και η Εμμα νόμισε ότι δεν άκουσε καλά. «Σε είδα να τον κοιτάς και κατάλαβα ότι είναι δικός σου. Πρέπει να είναι δύσκολο να αποχωρίζεσαι κάτι τόσο δικό σου» της είπε και ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. Ποτέ κανείς δεν είχε καταλάβει τόσο απόλυτα πώς ένιωθε. Πόσο πολύ ήθελε οι πίνακές της να μένουν κοντά της.
«Δεν μπορώ να δεχτώ τόσο μεγάλο δώρο» του είπε χαμογελαστή ενώ ένα μικρό δάκρυ έρεε πάνω στο μάγουλό της. «Αυτή είναι η χαρά του καλλιτέχνη. Να πουλάει πίνακες σε ανθρώπους που τους εκτιμούν. Ξέρω ότι στα χέρια σας θα χαίρει της εκτίμησης που θα έχαιρε στα δικά μου» του είπε σοβαρά και μετά από μια σύντομη χειραψία απομακρύνθηκε από κοντά του. Με την άκρη του ματιού της τον είδε να στέκεται εκεί που τον άφησε και να την κοιτάει να ξεμακραίνει.


Όταν βγήκε έξω ένιωσε λες και είχε σωθεί από κάποια μεγάλη καταστροφή. Ανάπνευσε τον δροσερό αέρα και ένιωσε να αναζωογονείται.  Πήρε αγκαζέ τον Τζούλιαν, και ξεκίνησαν για το υπόλοιπο βράδυ τους μαζί. 

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

κεφάλαιο 13-νευράκια τσαταλάκια

«Δεσποινίς, με συγχωρείτε, σας έβρεξα» είπε η Εμμα απόλυτα ντροπιασμένη. Ήταν ανάγκη να γίνει αυτό; Η ξανθιά γυναίκα δεν έδειχνε θυμωμένη, ευτυχώς, αλλά είχε γίνει ρεζίλι. Την κοιτούσαν δύο ζευγάρια μάτια επίμονα.
«Πάω στην τουαλέτα να ρίξω λίγο νερό στο ύφασμα και να το το στεγνώσω με τον αέρα για τα χέρια. Με συγχωρείτε» είπε με φοβερή ηρεμία η ξανθιά γυναίκα.

Η Εμμα έμεινε μόνη της με τον Ολιβερ. Εκείνος φορούσε ένα μαύρο παντελόνι από κάποιο καλό κοστούμι σίγουρα και ένα μαύρο πουκάμισο με καρώ λεπτομέρειες στο γιακά. Η Εμμα δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ τόσο κοντά του. Μύριζε το άρωμά του. Κάτι σε Bulgari πρέπει να ήταν αλλά δεν ήταν σίγουρη.

«Κύριε καθηγητά, λυπάμαι για αυτό που έγινε» του είπε με κατεβασμένο το κεφάλι. Τι είχε πάθει; Γιατί δεν μπορούσε να τον κοιτάξει; Δεν την είχε πιάσει δα να κάνει σκονάκι. Εικόνες από βασανιστήρια πέρασαν από το μυαλό της.
«Δεν πειράζει, παιδί μου. Η Λουίζα είναι μοντέλο. Έχει συνηθίσει στο γυναικείο ανταγωνισμό» είπε αυτός και ξαφνικά η Εμμα σήκωσε το κεφάλι της για να συναντήσει το αυτάρεσκο χαμόγελό του. Δύο δόντια ξέφευγαν από την ευθεία. Να, ορίστε. Είχε και αυτός ατέλειες.
«Πώς τολμάτε να υπονοείτε πως εγώ…» κόμπιασε. Και «παιδί μου;» Ποιος ήταν; Ο παπάς της ενορίας; Πόσα χρόνια διαφορά είχαν; Είκοσι;
Η Εμμα ξαφνικά σταμάτησε. Δεν ωφελούσε. Ο άνθρωπος ήταν τρελός. Κατέβασε τους ώμους και ξεκίνησε να φύγει όταν εκείνος ξέσπασε σε γέλια.
«Έπρεπε να δεις το ύφος σου!» της είπε και η Εμμα κατάλαβε ότι την κορόιδευε. Είχε θυμώσει πραγματικά τώρα. «Η Λουίζα είναι όντως μοντέλο, αλλά δεν αντέδρασε γιατί είναι φύσει ήρεμος άνθρωπος» της είπε αργά, διασκεδάζοντας με το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της.
«Με συγχωρείτε, κύριε καθηγητά» του είχε και αναμείχτηκε με τον κόσμο. Κοίταξε για μερικά τελευταία δευτερόλεπτα τον πίνακά της και έκανε να φύγει όταν τον ένιωσε ακριβώς από πίσω της να της ψιθυρίζει «ωραίος πίνακας».
Η Εμμα έκανε ότι τον αγνοούσε αλλά αυτός επέμεινε. «Είναι βέβαια ερασιτεχνικό έργο και θέλει  πολλή δουλειά ο καλλιτέχνης, αλλά έχει προοπτική. Αυτή εδώ η γραμμή είναι πολύ καλή» της έδειξε τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια, «αλλά θέλει λίγη εξάσκηση στο πινέλο» της είπε τελικά. Η Εμμα είχε γίνει ειλικρινά έξαλλη αλλά δεν μπορούσε να το δείξει.
«Ζωγραφίζετε, κύριε καθηγητά;» τον ρώτησε απλά. Εκείνος αιφνιδιάστηκε από την ερώτηση.
«Όχι, δεσποινίς. Δεν πιάνει καθόλου το χέρι μου. Οι γονείς μου με έτρεξαν στους καλύτερους γιατρούς αλλά δεν έγινε τίποτα» της είπε με μια δόση χιούμορ.
«Και για τους τρόπους σας γιατί δεν έκαναν τίποτα;» του είπε ειρωνικά. Τον είδε να σοβαρεύει αργά και τα μάτια του να σκουραίνουν. Η στάση του σώματός του έδειχνε ότι είχε τσιτώσει. Ήταν μια όμορφη βραδιά, ένας όμορφος χώρος με απαλή μουσική. Απέναντί της ήταν ένας γοητευτικός άντρας. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν μπορούσε να τον αφήσει να του περάσει. Ακόμα δεν του είχε συγχωρήσει το άδικο 69.

«Πάμε, αγάπη μου;» είπε η Λουίζα που τους είχε πλησιάσει αλλά δεν την είχαν αντιληφθεί. Ο Ολιβερ την κοίταξε άλλο λίγο βαθιά μέσα στα μάτια σαν να ήταν οι δυο τους μόνοι μέσα στο χώρο και μετά γύρισε προς τη συνοδό του.
«Πάμε, κορίτσι μου» της είπε και η Εμμα ένιωσε σαν να έφαγε μια κλωτσιά.
Ο απόλυτος άντρας και η απόλυτη γυναίκα. Μαζί. Όπως θα έπρεπε να είναι τα πράγματα. Η Λουίζα είχε την αγάπη και την αφοσίωσή του και αυτή την απόλυτη περιφρόνηση και ειρωνεία. Δεν έπρεπε να την πειράζει, αλλά ποτέ κανείς στο παρελθόν δεν την είχε αντιμετωπίσει έτσι. Σαν σκουπίδι.
Πήγε και αυτή στη θέση της και κάθισε δίπλα στον Τζούλιαν. Είχε βρει θέσεις στη δεύτερη σειρά. Ο Ολιβερ και η Λουίζα πρέπει να κάθονταν αρκετά πίσω. Δεν ένιωθε άνετα να ξέρει ότι τον έχει από πίσω της. Προσπάθησε να χαλαρώσει. Ο Τζούλιαν της χάιδεψε το μάγουλο.
«Έχεις άγχος;» τη ρώτησε.
«Μπα , όχι. Απλώς έχω λίγο πονοκέφαλο» του είπε.

«Εγώ πάντως δεν καταλαβαίνω τίποτα από τέχνη. Όλα ωραία μου φαίνονται» είπε ο Τζούλιαν και η Εμμα γέλασε. Ήταν ειλικρινής. Δε θα μπορούσε ποτέ να είναι με έναν άντρα που δεν ήξερε τίποτα από ζωγραφική, αλλά τουλάχιστον εκτιμούσε την ειλικρίνειά του. 

You can't beat that, can you?


Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

song

κεφάλαιο 12-don't bother

Η Εμμα έφτασε στο χώρο όπου γινόταν η έκθεση και έδωσε την πρόσκληση της στην είσοδο. Ο χώρος ήταν τεράστιος και ένιωσε δέος όταν πέρασε με τον Τζούλιαν τις πύλες. Ήταν ένα παλιό εγκαταλειμμένο εργοστάσιο που είχε μετατραπεί σε εκθεσιακό χώρο και εκεί γίνονταν πολλά events του πανεπιστημίου, όπως συναυλίες, ρεσιτάλ, εκθέσεις βιβλίων, ζωγραφικής, μέχρι και μόδας!

Οι τοίχοι ήταν πέτρινοι και μετά την ανακατασκευή οι αρχιτέκτονες είχαν αφήσει την πέτρα εκτεθειμένη και είχαν προσθέσει μερικά βιτρώ στα τεράστια τζάμια που σου έδιναν την αίσθηση ότι το έξω και το μέσα ήταν ένα. Ο χώρος ήταν ενιαίος και χωριζόταν μόνο με τεράστια κομμάτια γάζας που κρέμονταν από το ταβάνι. Υπήρχαν παντού κεριά αναμμένα και χαμηλός φωτισμός, λες και ήσουν στις Χίλιες και Μία Νύκτες. Η Εμμα χαμογέλασε. Της άρεσε πολύ η ατμόσφαιρα. Ξαφνικά της έφτιαξε το κέφι. Θα περνούσε ωραία με τον Τζούλιαν και θα έβλεπε ξανά τον πίνακά της.

Ξαφνικά την πλησίασε ο Τζόναθαν Μπερνς, ένας κριτικός τέχνης που είχε γνωρίσει πριν από μερικά χρόνια. Ήταν ένας μεσόκοπος άντρας, λίγο βαρετός, αλλά πολύ ευγενικός.
«Εμμα, σε ευχαριστούμε πολύ για τη σημερινή συμμετοχή σου. Δεν ξέρω ποιος πίνακας είναι δικός σου, αλλά υποψιάζομαι» της είπε και χαμογέλασε. Η Εμμα ήξερε ότι παρόλο που είχε αλλάξει το στιλ της ο Μπερνς ήταν ο μόνος που μπορεί να κατάλαβε ότι ήταν έργο της το φλούο πορτρέτο. Αφού του σύστησε τον Τζούλιαν, τον ρώτησε αν είδε τον πρύτανη.
«Ναι, είναι μαζί με τον καθηγητή Φέργκιουσον και συζητάνε το πώς μπορούν να κατανεμηθούν τα χρήματα που θα συγκεντρώσουν οι πίνακές σας με τον καλύτερο τρόπο» είπε ο Μπερνς.
«Πάω να χαιρετήσω. Με συγχωρείτε» του είπε και του υποσχέθηκε να μιλήσουν σε λιγάκι. Μετά από μερικές τυπικές συνομιλίες και άχαρες χειραψίες κατευθύνθηκε στο μπαρ όπου πήρε δύο ποτήρια σαμπάνια για εκείνη με τον Τζούλιαν. Ευτυχώς, η ανησυχία της για το πώς θα περνούσε εκείνος ήταν αβάσιμη. Είχε μια πολύ ζωηρή συζήτηση με έναν παρευρισκόμενο, ο οποίος ήταν πελάτης στο μπαρ και έτσι ένιωσε κι αυτή πιο άνετα να αναμιχθεί με τον κόσμο και να κάνει δημόσιες σχέσεις. Η έκθεση είχε πολύ κόσμο. Συνάντησε πολλούς γνωστούς και μίλησε για λίγο με τον Μαρκ και τον Τζόσουα που πέρασαν για ένα γεια. Δεν κατάφεραν να την πείσουν να τους πει πριν τη δημοπρασία ποιος είναι ο πίνακάς της αλλά τον σχολίασαν θετικά όταν πέρασαν από δίπλα.

Η αλήθεια ήταν ότι όλοι οι πίνακες ήταν πολύ καλοί. Ήταν συνολικά 23 πίνακες, κυρίως αντρικές φιγούρες αλλά και κάποιες γυναικείες. Ο αγαπημένος της πίνακας ήταν μια γυναικεία φιγούρα μιας ηλικιωμένης γυναίκας γεμάτης ρυτίδες φτιαγμένη από κάρβουνο. Ήταν απίθανο έργο και ζήλεψε την τεχνική του καλλιτέχνη. Αυτό το έργο και το δικό της είχαν τον περισσότερο κόσμο γύρω τους.

Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα ήταν ήδη 19.00 και κανονικά έπρεπε να ξεκινήσει η δημοπρασία. Ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται σε μια γωνία του κτιρίου όπου είχαν τοποθετηθεί καθίσματα και μια μεγάλη βάση με το κλασικό σφυράκι. Άραγε ποιος θα ήταν το κρατούσε; Ο Τζούλιαν την έπιασε από τη μέση και την έσφιξε πάνω του. Η Εμμα γέλασε.
«Τι έκανα;» τον ρώτησε.
«Τίποτα! Απλώς περνάω ωραία» της είπε και της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο κεφάλι.
«Πήγαινε να μας πιάσεις μια θέση και έρχομαι» του είπε και κατευθύνθηκε στον πίνακά της διακριτικά. Της είχε λείψει. Αυτός ο πίνακας ήταν από τα αγαπημένα της έργα και σε μερικές ώρες δε θα τον ξαναέβλεπε ποτέ. Είχε επενδύσει σε αυτόν συναισθήματα που δεν ήξερε ότι υπήρχαν, πειραματίστηκε με νέα χρώματα και τεχνικές. Σηματοδοτούσε μια νέα αρχή για αυτήν, και ένιωθε ότι όταν τον έδινε θα έδινε μαζί του και ένα κομμάτι της. Άραγε θα συνήθιζε ποτέ στην αίσθηση του να αποχωρίζεσαι κάτι τόσο δικό σου;

Η Εμμα ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι κοιτούσε πολλή ώρα τον πίνακα και έπρεπε να πάει στον Τζούλιαν. Πόση ώρα στεκόταν εκεί; Έκανε μια απότομη κίνηση και έπεσε πάνω σε ένα άτομο. Το βλέμμα της έπεσε στο βαθύ ντεκολτέ μιας πανύψηλης γυναίκας. Ήταν ξανθιά, λεπτή και τόσο πανέμορφη που σε έκανε να πιστεύεις ότι γι΄αυτή έγραψε η Σακίρα το Dont Bother. Από την απότομη κίνηση η Εμμα έριξε λίγη σαμπάνια πάνω της. Εκείνη διασκέδασε με την αμηχανία της. Μάλλον θα είχε συνηθίσει να τα χάνουν μπροστά της.
«Με συγχωρείτε, δεσποινίς» είπε κομπιάζοντας και μετά, σαν χαμένη γύρισε προς το μέρος του άντρα που την κρατούσε από το χέρι.


Ήταν Εκείνος.