Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

κεφάλαιο 26-μαμ, κακά, και νανι



Δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο να πετάγεται τόσο απότομα πάνω.
«Έχεις δίκιο! Είσαι πανέξυπνη» της είπε ενώ καλούσε κάποιον με το κινητό του. Την άφησε μόνη της στο σαλόνι και έτρεξε να μιλήσει σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Υπό κανονικές συνθήκες θα ενθουσιαζόταν που κάποιος την είχε επαινέσει για το μυαλό της, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν ένιωθε χαρά. Το αντίθετο. Ο Ερικ είχε εκσφενδονιστεί από τον καναπέ και την είχε αφήσει μόνη. Μιλούσε πάνω από πέντε λεπτά. Είχε αφήσει το πιάτο και το ποτήρι του στη μέση. Λες και δεν τον ένοιαζε η παρέα της. Μάλωσε τον εαυτό της. Φυσικά και δεν τον ένοιαζε η παρέα της. Μόλις άκουσε αυτό που ήθελε, πετάχτηκε πάνω και πήγε να δώσει λύση στο πρόβλημα μία ώρα αρχύτερα.

Με βαριά καρδιά άρχισε να μαζεύει τα ποτήρια και ό,τι είχε απομείνει στο τραπέζι τους. Άρχιζε να τα πλένει μανιωδώς και ακόμα και όταν είχε τελειώσει ο Ερικ παρέμενε άφαντος. Σκέφτηκε πως ήταν ώρα να πάει στο δωμάτιό της για να κάνει ένα ντους. Θα συνέχιζε το πρόγραμμά της κανονικά. Ήταν προφανές ότι ο Ερικ ήταν…αλλού.

Κάπου ένα τέταρτο μετά, τον άκουσε να χτυπάει την πόρτα της.
«Μισό λεπτό» του φώναξε, ενώ φορούσε τη ρόμπα της. Όταν τον είδε να στέκεται στην πόρτα της της πέρασαν τα νεύρα. Μα πόσο ωραίος πια;
«Πρέπει να φύγω για την πόλη. Χρειάζομαι ίντερνετ για να κάνω λίγη έρευνα. Έχεις δίκιο, δεν υπήρχε νερό στο κομοδίνο» της είπε σοβαρά. Η Τζένιφερ δεν είχε όρεξη ούτε για να απαντήσει. «Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα ακόμα. Με συγχωρείς» της είπε και της γύρισε την πλάτη.

Η Τζένιφερ κλείστηκε στο μπάνιο της και έκανε ένα όργιο καθαριότητας και περιποίησης. Έκανε ένα απολαυστικό αφρόλουτρο, μάσκα μαλλιών, απολέπιση, μάσκα προσώπου, αποτρίχωση, σχηματισμό φρυδιών και μανικιούρ. Δύο ώρες μετά, ήταν ένας άλλος άνθρωπος…με τα ίδια ακριβώς νεύρα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι θα περνούσε έτσι άλλες πέντε τουλάχιστον μέρες. Διάβασε λίγο και όταν πια είχε βραδιάσει για τα καλά, κατέβηκε στην κουζίνα, όπου βρήκε τον Ερικ να μαγειρεύει. Είχε φορέσει ένα πολύ στενό τζιν και ένα κολλητό κόκκινο μπλουζάκι. Για κάποιο λόγο ήθελε να τον προκαλέσει.
«Τέλειωσες;» τον ρώτησε απορημένη. Αν είναι δυνατόν να είχε τελειώσει και να μην την ενημέρωσε! Από την άλλη, απλώς συνυπήρχαν στο ίδιο σπίτι. Δεν είναι ότι συγκατοικούσαν κιόλας!
«Ναι, και μαγειρεύω για να σε ευχαριστήσω» της είπε ενώ δοκίμαζε τη σάλτσα του. Έφτιαχνε λαζάνια.
«Δε χρειάζεται. Μια ενημέρωση αρκεί» του είπε λίγο ψυχρά, αλλά αυτός έπιασε το υπονοούμενο. Γύρισε προς το μέρος της, αλλά δεν έδειξε να προσέχει τα ρούχα της.
«Έχεις δίκιο. Θα σου τα πω όλα» της είπε χαμογελαστός και άρχισε να της εξιστορεί πόσο χάρηκαν στο αρχηγείο με την ιδέα της. Ο Πλαμ, ο φίλος του, έλεγξε φωτογραφίες από τη σκηνή του εγκλήματος. Δεν υπήρχε πουθενά ποτήρι με νερό. Κάποιες ανεξήγητες μέχρι πρότινος μελανιές στο πρόσωπο της Μιράντας μάλλον ήταν ένδειξη ότι κάποιος την ανάγκασε να καταπιεί τα χάπια. Ίσως ήταν αυτός που είδε εκείνο το βράδυ η Τζένιφερ. Εκείνη ανατρίχιασε.
«Άρα μπορείτε να ανακρίνετε τον Πλέιτον;» τον ρώτησε εκείνη λίγο μετά.
«Ναι, φυσικά» είπε αυτός σκεφτικός.
«Λυπάμαι» του είπε αυτή σοβαρά και χαμογέλασε όταν τον είδε να σηκώνει τα φρύδια του. «Που είσαι εδώ μαζί μου, στις ερημιές και μαγειρεύεις λαζάνια, ενώ οι συνάδελφοί σου κάνουν αυτό που προφανώς αγαπάς» του είπε πικρά.
Εκείνος την κοίταξε και δεν απάντησε. Κάτι στο βλέμμα του της έλεγε ότι ήθελε να της απαντήσει ότι δεν ίσχυε αυτό που έλεγε αλλά δεν το έκανε. Αντί γι’ αυτό, συνέχισε να ανακατεύει τη σάλτσα του.

Έφαγαν σε απόλυτη ηρεμία και η Τζένιφερ τού ανακοίνωσε ότι την επόμενη μέρα σκόπευε να κάνει μια βόλτα στη λίμνη. Ο Ερικ αντέδρασε λιγάκι αλλά τελικά το δέχτηκε. Της είπε ότι θα την άφηνε υπό τον όρο ότι θα πρόσεχε.
«Πώς να προσέχω δηλαδή;» ρώτησε εκείνη γελώντας.
«Θα σου δώσω κάτι να έχεις μαζί σου» της είπε εκείνος σοβαρά και πάγωσε το χαμόγελό της.
«Τι εννοείς; Όπλο;» ρώτησε και εκείνος έγνεψε.
«Θα σου δώσω ένα μικρό» της είπε.
«Τι εννοείς, μικρό; Έχεις πολλά; Έχεις και πάνω σου;» ρώτησε. Το ήξερε ότι ακουγόταν σαν ηλίθια αλλά δεν μπορούσε να το φανταστεί. Εκείνος δεν απάντησε. Αυτό της έλεγε πολλά.
«Θα κάνω ό,τι χρειαστεί. Θέλω να βγω βόλτα. Κουράστηκα όλη μέρα μόνη μου!» του είπε νευρικά.
«Κι εγώ δεν είμαι καλή παρέα. Τι μπορώ να κάνω για να σε διασκεδάσω;» της είπε χαμογελαστός.

Να γδυθείς, σκέφτηκε η Τζένιφερ από μέσα της.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

can't blam 'em...



κεφάλαιο 25-πειράζει που είσαι και μεγάλη φίρμα, πειράζει;



Η Τζένιφερ προσπάθησε να κρύψει ότι δεν έτρωγε ομελέτα.
Ο Ερικ το κατάλαβε.

Μετά το φαγητό ήπιαν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο σαλόνι, χαζεύοντας τηλεόραση. Εκείνος φαινόταν πολύ πιο χαλαρός τώρα. Τον χάζευε όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Ήταν τόσο όμορφος που της έκοβε την ανάσα. Είχε δει πώς τον κοιτούσαν οι φοιτήτριες στο πανεπιστήμιο. Τον έδειχναν διακριτικά η μία στην άλλη και κοκκίνιζαν στο πέρασμά του. Και τώρα ήταν μόνη του μαζί του. Μόνη με έναν άντρα που θυμίζει διαφήμιση ανδρικού αρώματος.

 Η Τζένιφερ δεν μπόρεσε να κρατηθεί και τον ρώτησε για τις έρευνες για να μην τον σκέφτεται ξαπλωμένο στο κρεβάτι της.
«Ερικ, τι έμαθες στο πανεπιστήμιο; Γιατί ήσουν θυμωμένος;»τον ρώτησε απαλά ενώ εκείνος άλλαζε κανάλια. Για λίγο δεν της απάντησε και εκείνη νόμιζε ότι θα την αγνοήσει. Όταν τελικά άρχισε να της μιλάει, ήξερε ότι είχε σημειώσει μια μικρή νίκη.
«Δεν έμαθα τίποτα σοβαρό. Γι’ αυτό εκνευρίστηκα. Οι φίλες της δεν έδειχναν πρόθυμες να μου μιλήσουν και ο φίλος της λείπει σε ένα εκπαιδευτικό ταξίδι στην Κίνα! Ακου στην Κίνα!» της είπε δραματικά και εκείνη γέλασε.
«Τι είπαν τα κορίτσια;» ρώτησε η Τζένιφερ.
«Τα κλασικά. Ότι η φίλη τους ήταν λίγο μελαγχολική τον τελευταίο καιρό. Την ρωτούσαν τι είχε, αλλά τους έλεγε ότι την απασχολεί ένα οικογενειακό θέμα».
«Αυτό είναι παράξενο. Νόμιζα ότι είναι ορφανή ή κάτι τέτοιο».
«Οι φίλες της δεν το ήξεραν αυτό» της είπε.
«Παράξενο. Ήταν όμορφη η κοπέλα;» ρώτησε η Τζένιφερ και σκέφτηκε ότι μπορεί να παρεξηγούσε την ερώτησή της. Εκείνος όμως δεν το έκανε.
«Από τις φωτογραφίες μού φάνηκε ελκυστική. Ψηλή και αδύνατη, με μαύρα μακριά μαλλιά. Όχι και τίποτα ιδιαίτερο» της είπε.
«Ψηλή, αδύνατη με μακριά μαύρα μαλλιά;!! Ακούγεται κάτι συνηθισμένο!» γέλασε η Τζένιφερ.
«Υποθέτω ότι έχω διαφορετικά γούστα» της είπε και τον είδε να χαμογελάει φευγαλέα. Τι να εννοούσε; Ότι προτιμάει τις ξανθιές; Μακάρι. Αλλά και πάλι. Τι την ένοιαζε αυτήν;
«Μάθαμε αν είχε συχνές επαφές με τον Πλέιτον;» τον ρώτησε για να αλλάξει θέμα.
«Οι φίλες της ήξεραν ότι έχει ένα πλούσιο θείο, ο οποίος πλήρωνε για τις σπουδές της. Δεν τον είχαν δει ποτέ, αλλά έβλεπαν ότι η Μιράντα ζούσε πλουσιοπάροχα».
«Πλουσιοπάροχα;»
«Ναι, ξέρεις. Καλό αμάξι, καλό λάπτοπ, ακριβά ρούχα» της είπε.
«Άρα είναι δύο τα σενάρια. ‘Η ο Πλέιτον τη βοηθούσε από φιλανθρωπία ή είχε και κάποιο άλλο έσοδο. Δούλευε;» τον ρώτησε.
«Δε νομίζω, όχι. Ούτε έλειπε συχνά τα βράδια. Το ρώτησα αυτό. Εκεί πήγε κι εμένα το μυαλό μου» της έκλεισε το μάτι.
«Και ο Πλέιτον επιμένει ότι δεν ξέρει τι έκανε εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο η προστατευομένη του;».
«Όχι μόνο αυτό. Προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν έχουμε δικαίωμα να τον ανακρίνουμε μιας και δεν μπορούμε να αποδείξουμε αν πρόκειται για αυτοκτονία ή δολοφονία. Μάλιστα, χθες με πήρε ο συνάδελφός μου και μου είπε ότι του δήλωσε ότι θέλει να τον αφήσουν ήσυχο για να θρηνήσει το χαμό της αγαπημένης του προστατευόμενης».
«Αν είναι δυνατόν! Πειράζει που εμένα αυτός ο τύπος μου φέρνει εμετό;» τον ρώτησε.
«Κι εμένα» συμφώνησε αμέσως. «Αλλά ισχύει ότι δεν μπορούμε να αποδείξουμε αν είναι δολοφονία» είπε και κατσούφιασε.
«Ερικ, είναι φανερό ότι είναι δολοφονία!» τσίριξε εκείνη και ο Ερικ γύρισε και την κοίταξε.
«Ναι, αλλά πώς αποδεικνύεται; Αν το αποδείξουμε και πάρουμε ένταλμα, μπορούμε να τον ανακρίνουμε όσο θέλουμε!» της είπε.
«Είχε πάρει χάπια, σωστά;» τον ρώτησε και εκείνος έγνεψε θετικά. «Τι χάπια ήταν αυτά; Από εγκληματολογικής άποψης το θύμα σπάνια καταναλώνει χάπια τα οποία δεν έχει ξαναπάρει».
«Δε μας βοηθάει αυτό. Πήρε ηρεμιστικά. Πολλά. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να παίρνει ηρεμιστικά» της είπε.
«Τότε, θα πρέπει να ξανακοιτάξετε τις φωτογραφίες από τη σκηνή το εγκλήματος» του είπε και τον είδε να την κοιτάει απορημένος.
«Γιατί έτσι, Σέρλοκ;» αστειεύτηκε εκείνος.
«Είχε νερό δίπλα από το κρεβάτι της;»

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

κεφάλαιο 24β-Ε όχι και πολύ κωλόπαιδο



Τι στο καλό είχε μέσα αυτή η τσάντα και γιατί την άφησε πίσω της;

Ανέβηκε στο δωμάτιό του, έβγαλε τα ρούχα του και φόρεσε μια φόρμα και ένα φανελάκι. Είχε ανάψει τη θέρμανση και κάπως είχε ζεσταθεί ο χώρος. Όταν κατέβηκε ξανά στην κουζίνα, εκείνη, φυσικά, δεν ήταν εκεί. Είχε θυμώσει και είχε κλειστεί στο δωμάτιό της.

Ήταν πια μεσημέρι και πεινούσε. Σκάρωσε μια ομελέτα και για τους δυο τους ενώ σκεφτόταν μήπως φέρθηκε πιο άσχημα από όσο σκόπευε.  
Όλα ήταν έτοιμα και είχε στρώσει και το τραπέζι. Σκόπευε να τη φωνάξει, αλλά ντρεπόταν. Τι να της έλεγε;

Η τσάντα πάνω στον πάγκο είχε κεντρίσει την περιέργειά του. Τι είχε; Γιατί την άφησε πίσω; Γιατί θύμιζε σακούλα δώρου;
Μήπως…
Μπα, μάλωσε τον εαυτό του. Αποκλείεται.

Πίεσε τον εαυτό του να πάει στην πόρτα της και να τη χτυπήσει. Είχε σφάλει και όφειλε να της ζητήσει συγγνώμη.
«Πέρνα» του είπε εκείνη και άνοιξε την πόρτα. Τη βρήκε μέσα στα σκεπάσματα να διαβάζει περιοδικά μόδας και του θύμισε έφηβο κορίτσι που διαβάζει περιοδικά αντί να μελετάει για το σχολείο. Είχε βγάλει την περούκα και τα χρυσά μαλλιά της λούζονταν από το μεσημεριάτικο ήλιο. Ήταν πραγματικά πανέμορφη.

«Έχω μαγειρέψει. Θα έρθεις;» της είπε μαλακά. Δεν ήξερε πώς να ζητήσει συγγνώμη. Θα το έκανε περιφραστικά.
«Δεν πεινάω» είπε εκείνη χωρίς να τον κοιτάει.
«Έλα να μου κάνεις παρέα» επέμεινε εκείνος.
«Γιατί; Για να ξεσπάσεις πάλι πάνω μου;» ρώτησε εκείνη ειρωνικά ενώ ξεφύλλιζε νευρικά ένα περιοδικό.

Ο Ερικ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Πήρε μια ανάσα.
«Τι έχει μέσα η σακούλα;» τη ρώτησε, κρατώντας την με το δείχτη του.
«Δες μόνος σου» του είπε εκείνη και εκείνος υπάκουσε. Άνοιξε το σελοτέιπ και έβγαλε από μέσα ένα μικρό κουτάκι. Όταν το άνοιξε, είδε ένα μπρελόκ με το όνομά του και μερικές γραμμές για την ιστορία του. «Πρόσεξα ότι δεν έχεις μπρελόκ για το κλειδί του αυτοκινήτου. Μάλλον επειδή είναι καινούργιο» του είπε ενώ συνέχιζε να ξεφυλλίζει το περιοδικό. «Λυπάμαι αν σε έφερα σε δύσκολη θέση με το δώρο» κατέληξε.

Ο Ερικ ήθελε να μουντζώσει τον εαυτό του. Εκείνη του πήρε δώρο και αυτός την αποπήρε.
«Εγώ λυπάμαι, που σου φώναξα. Δε θα ξαναγίνει» της είπε τρυφερά και μόνο τότε σήκωσε τα μάτια της. Σαν να μην πίστευε ότι εννοούσε όσα έλεγε. Την κοίταξε βαθιά και συνέχισε. «Το δώρο σου είναι υπέροχο και θα το βάλω αμέσως  στα κλειδιά μου. Σπάνια μου κάνουν δώρα και γι΄αυτό τα εκτιμώ τόσο». Η Τζένιφερ έγνεψε. «Θες να κατέβεις να φάμε τώρα;» της είπε.

Εκείνη  πήρε τον κλάδο ελαίας του. Του άρεσε που δεν κρατούσαν για καιρό τα μούτρα της. Αντιπαθούσε τις γκρινιάρες γυναίκες.
«Ακόμα δεν μου έχεις πει τι σημαίνει το Π.. Ερικ Π. Ανταμσον…» είπε η Τζένιφερ από πίσω του με φωνή όλο μυστήριο.

Ο Ερικ χαμογέλασε. Επίμονη γυναίκα. «Δεν είμαι ακόμα έτοιμος. Θέλω να γνωριστούμε καλύτερα πρώτα» της είπε και την άκουσε να γελάει πίσω του.

Κεφάλαιο 24-Κούλα, πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος



Η Τζένιφερ στάθηκε στο ράφι με τα βιβλία μητρότητας.
Ο Ερικ κατευθύνθηκε στους κοιτώνες.


Χάζεψε μερικά βιβλία μέσα στη βιβλιοθήκη και θαύμασε τις ορδές φοιτητών που μπαινόβγαιναν στο μεγαλειώδες κτίριο. Ήταν όλοι βιαστικοί. Έμπαιναν, δανείζονταν βιβλία και έφευγαν τρέχοντας, προφανώς για να προλάβουν κάποιο μάθημα. Υπήρχαν φυσικά και μερικοί που διάβαζαν στο αναγνωστήριο, αλλά δεν ήταν πάνω από 10-20. Περιπλανήθηκε στους διαδρόμους, ανάμεσα στα ψηλά ξύλινα ράφια και αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να δανειστεί κάποιο βιβλίο. Μάλλον όχι. Ακόμα και αν τα βιβλία δεν προορίζονταν αποκλειστικά για χρήστη των σπουδαστών, για να δανειστεί κάτι θα έπρεπε να δώσει την ταυτότητά της…και μετά…θα ξεκινούσαν τα προβλήματα.

Τελικά μετά από περίπου μιάμιση ώρα περιπλάνησης, μπήκε στο αμάξι του Ερικ και έβαλε μπρος. Είχε προσέξει ταμπέλες που οδηγούσαν στο κέντρο της πόλης. Ήθελε να ψωνίσει μερικά ρούχα, ίσως κάποιο σουβενίρ για τον Σάιμον και μερικά τρόφιμα. Σκέφτηκε ότι δεν είχε τρόπο να επικοινωνήσει με τον Ερικ, μιας και της είχε απαγορέψει τη χρήση κινητού, αλλά αυτός είχε το δικό του. Οπότε, η πρώτη της δουλειά ήταν να αγοράσει το πιο φτηνό κινητό και μια κάρτα με μονάδες και να του στείλει ένα απλό μήνυμα που έλεγε ότι όταν τέλειωνε μπορούσε να της στείλει μήνυμα να πάει να τον πάρει.

Στην πόλη είδε μερικά πολύ όμορφα μαγαζιά και ψώνισε μια πλεκτή ζακέτα σκούρα μπλε, για να τη φοράει μέσα στο σπίτι. Αγόρασε ένα μικρό κρυστάλλινο ποτηράκι για τον Σάιμον και ένα μαγνητάκι για το ψυγείο της. Ευτυχώς κανείς δεν την είχε αναγνωρίσει. Την ανακούφιζε να κυκλοφορεί άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Στάθηκε έξω από ένα εστιατόριο που της τράβηξε την προσοχή. Φαινόταν μικρό και είχε μόνο μερικά τραπέζια και μάλιστα για λίγα άτομα. Όλα ήταν διακοσμημένα σε μπεζ αποχρώσεις. Ο χώρος ήταν φωτεινός και το μενού, σύμφωνα με την επιγραφή με την κιμωλία έξω από το μαγαζί έδειχνε ότι το μαγαζί σέρβιρε λαχταριστό φαγητό. Πόσο της είχε λείψει να βγει λίγο έξω…να πάει ένα ραντεβού…να φάει με κάποιον. Η ζωή της είχε γίνει αφόρητα μπερδεμένη τον τελευταίο καιρό.

Στο σούπερ μάρκετ αγόρασε φρούτα και δημητριακά, φρέσκο γάλα, ψωμί, κρέας και λαχανικά. Πλήρωσε με μετρητά και όχι με πιστωτική (διαταγές του Ερικ) και τα φόρτωσε στο αμάξι. Είχαν περάσει τρεις ώρες από τη στιγμή που τον άφησε στην πανεπιστημιούπολη και δεν την είχε καλέσει. Έβαλε μπρος και κατευθύνθηκε εκεί όπου τον άφησε. Ήλπιζε να μην αργούσε πολύ και χαλούσαν τα τρόφιμα. ΑΝ και το κρύο ήταν τόσο έντονο που δεν φοβόταν και πολύ για την συντήρησή τους.

Μετά από μισή ώρα αναμονής στο πάρκινγκ, τον είδε να περπατάει προς το μέρος της, κρατώντας το κινητό του. Μάλλον διάβαζε το μήνυμά της που έλεγε ότι τον περιμένει. Φαινόταν προβληματισμένος. Τι να είχε ανακαλύψει;

Μπήκε στο αμάξι του και κάθισε στη θέση του οδηγού. Εκείνη καθόταν ήδη στη θέση του συνοδηγού. Τον είδε να προσαρμόζει κάθισμα και καθρέπτη στα μέτρα του.
«Ωραία η ιδέα σου με το καινούργιο κινητό» της είπε χωρίς να κοιτάζει προς το μέρος της. «Αλλά μην ξανακάνεις τίποτα χωρίς να με ρωτήσεις πρώτα. Με κατάλαβες;» τη ρώτησε απότομα.
Η Τζένιφερ ζάρωσε στη θέση της. Περίμενε τόσες ώρες να τον δει, ήθελε να του προτείνει να φάνε μαζί. Ανυπομονούσε…
Τι συμπεριφορά ήταν αυτή;
Δεν του απάντησε. Προφανώς ήταν θυμωμένος με κάτι, αλλά δεν ήταν και έγκλημα αυτό που έκανε. Μάλιστα ήταν και έξυπνο. Εκείνος μάλλον δεν ήθελε να παίρνει πρωτοβουλίες, αλλά δεν μπορούσε να κάθεται με σταυρωμένα χέρια και να τον περιμένει. Προτίμησε να μην απαντήσει. Δεν είχε τι να του πει. Είχε ήδη σκεφτεί τι θα του μαγείρευε το βράδυ και ήθελε να δουν μαζί μια ταινία. Όμως τώρα δεν ήθελε  καν να είναι στο ίδιο αμάξι μαζί του.

Εκείνος έβαλε μπρος και οδήγησε όλο το δρόμο χωρίς να της πει κουβέντα. Και εκείνη όμως, ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Οδηγούσε σχετικά γρήγορα και έτσι σε 50 λεπτά περίπου είδαν από μακριά το σπίτι. Η θέα της λίμνης της έκοβε πάντα την ανάσα, αλλά αυτή τη στιγμή η Τζένιφερ δε σκεφτόταν καθαρά. Ήταν απελπισμένη από τη σκληρότητά του.

Μόλις έσβησε τη μηχανή, βγήκε από το αμάξι του και πήρε τις σακούλες από πίσω. Εκείνη πήρε στα χέρια της μόνο τα προσωπικά της ψώνια. Ο Ερικ παρέμενε σιωπηλός. Δεν άντεχε το θυμό του.

Μπήκαν στο σπίτι και αφού ο Ερικ έριξε μια γρήγορη ματιά, της έκανε νόημα να περάσει. Εκείνη τακτοποίησε τα τρόφιμα στα ράφια και στο ψυγείο μέσα σε 20΄΄ και αφού άφησε μια μικρή σακούλα πίσω της ανέβηκε στο δωμάτιό της τρέχοντας. Δεν σκόπευε να τον ξαναδεί άλλο σήμερα.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

κεφάλαιο 23-μαθήματα οδήγησης



Άτιμη γυναίκα, εσύ θα είσαι η καταστροφή μου.

Η Τζένιφερ ρουφούσε κυριολεκτικά το τοπίο ενώ ο Ερικ οδηγούσε προς την πόλη. Είχε χρόνια να απολαύσει τόσο μια διαδρομή. Συνήθως οι υπόλοιποι άντρες, στην προσπάθειά τους να την εντυπωσιάσουν, οδηγούσαν πολύ νευρικά και γρήγορα κι εκείνη ένιωθε φοβερή ανασφάλεια. Ο Ερικ όμως οδηγούσε ήρεμα, με κινήσεις άνετες λες και είχε γεννηθεί στο τιμόνι. Έτσι, μπορούσε κι εκείνη να συγκεντρωθεί στις αχανείς πεδιάδες που διέσχιζαν, στην αρχή καταπράσινες γύρω από τη λίμνη και στη συνέχεια πιο άγονες μέχρι που άρχισαν να πλησιάζουν τις κατοικημένες περιοχές και φυσικά την πόλη.
«Από πού θα ξεκινήσουμε;» ρώτησε όλο ενδιαφέρον. Ο Ερικ σήμερα δεν ήταν και πολύ ομιλητικός. Όχι ότι ήταν και ποτέ δηλαδή, αλλά σήμερα φαινόταν πολύ απορροφημένος στις σκέψεις του. Εκείνη προσπαθούσε να μην τον ενοχλεί. Είχε μάθει να σέβεται την ιδιωτικότητα των σκέψεων και δεν της άρεσε να διακόπτει κάποιον ενώ σκεφτόταν. Αλλά σε αυτή την περίπτωση…επειδή ήταν οι δυο τους όλο το 24ωρο, δεν μπορούσε να αντέξει τόση…ησυχία.
Εκείνος γύρισε και την κοίταξε φευγαλέα. Συνέχισε να οδηγεί λες και δεν είχε ακούσει την ερώτησή της αλλά μετά από δύο περίπου λεπτά της απάντησε.
«Έχω κάνει λίγη έρευνα και έμαθα ότι η Μιράντα έκανε παρέα με δύο κορίτσια και ένα αγόρι στο πανεπιστήμιο. Λέω να προσπαθήσουμε να τους βρούμε και να μιλήσουμε και στον πρύτανη μήπως και είχε ιδέα για το ποιον της» είπε εκείνος. Η Τζένιφερ ενθουσιάστηκε που θα συμμετείχε στις έρευνες.
«Α ωραία! Θα τους πούμε ότι είμαστε από το FBI;» ρώτησε τελικά.
«Τζένιφερ, πώς αλλιώς θα τους πείσουμε να μιλήσουν; Πώς θα μπούμε στο δωμάτιό τους και θα κάνουμε ερωτήσεις; Με τι πρόσχημα; Φυσικά και θα πω ότι είμαι από το FBI» είπε και εκείνη έμεινε ξέπνοη. Ο τρόπος που τη μάλωνε διακριτικά, αλλά κυρίως, ο τρόπος που πρόφερε το όνομά της της έφερνε ανατριχίλα.
«Κι εγώ…;» ρώτησε ντροπαλά.
«Μπορείς να περιμένεις στο αμάξι ή να κάνεις βόλτες στο κάμπους» της είπε εκείνος.
«Θέλω να έρθω κι εγώ όταν κάνεις ερωτήσεις!» είπε πεισματικά και ο Ερικ δεν απάντησε αμέσως. Το ένιωθε ότι τον πίεζε, αλλά δεν μπορούσε να περιφέρεται μόνη της σε μια πόλη.
«Μπορείς να έρθεις, φυσικά» της είπε με απόλυτη ηρεμία. «Απλώς μετά, μέχρι να μετρήσουμε ως το δέκα, θα έχει έρθει κάποιος να σε σκοτώσει».

Η Τζένιφερ ένιωσε σαν να την είχε χαστουκίσει. Ήταν πολύ ηλίθια. Είχε μιλήσει αυθόρμητα, αλλά εκείνος δεν συγχωρούσε τις επιπολαιότητες. Αν πήγαιναν μαζί για τις «ανακρίσεις» ήταν θέμα χρόνου μέχρι να διαρρεύσει ότι ένας πράκτορας, παρέα με μια «νεαρή γυναίκα» κάνει ερωτήσεις από εδώ και από εκεί σχετικά με το θάνατο της Μιράντα Γκρόουβ. Και πάλι, όμως, έπρεπε να είναι τόσο σκληρός;
«Συγγνώμη, έχεις δίκιο» του παραδέχτηκε. «Λέω να κρυφτώ στη βιβλιοθήκη μερικές ώρες. Επίσης μπορώ να πάω και σούπερ μάρκετ αν μου εμπιστεύεσαι το αμάξι σου» είπε τελικά. Ένιωθε λες και την είχαν βάλει τιμωρία.
Εκείνος επιβράδυνε και έκανε στην άκρη. Την κοίταξε για λίγο και τελικά της είπε «λυπάμαι που είμαι τόσο απότομος. Θέλω να σε προστατεύσω, αλλά ταυτόχρονα έχω κι άλλες δουλειές. Θέλω να προσέχεις και να με ακούς. Δεν είναι ότι δε σε θέλω μαζί μου. Απλώς θέλω να σε προστατεύσω. Δεν πρέπει να μας βλέπουν μαζί. Και επίσης, δεν δανείζω ΠΟΤΕ το αμάξι μου» της είπε και εκείνη έγνεψε θετικά. Πόσο απλά μιλούσε, σκέφτηκε. Απλά και άμεσα.
Έβαλε μπρος και σε δέκα λεπτά πάρκαραν λίγο πιο μακριά από το πανεπιστήμιο. «Θα μιλήσω με μερικούς συμφοιτητές της και μετά θα έρθω να σε βρω. Δεν ξέρω πόσο θα πάρει…». Η Τζένιφερ σήκωσε το χέρι της και τον διέκοψε. «Μην ανησυχείς. Θα σε περιμένω στη βιβλιοθήκη». του είπε.

Ο Ερικ βγήκε από το αμάξι και άφησε τα κλειδιά στη μηχανή. «Θέλω δημητριακά με σοκολάτα και μπανάνες από το σούπερ μάρκετ» της είπε χαμογελαστός και απομακρύνθηκε. Η Τζένιφερ χαμογέλασε όταν έμεινε μόνη της στο αμάξι. Της είχε εμπιστευτεί το αμάξι του. Αν έκρινε από τα χιλιόμετρά του, δεν πρέπει να το είχε πάνω από έξι μήνες.
Μπήκε στη θέση του οδηγού και οδήγησε προς το εσωτερικό της πανεπιστημιούπολης. Βήμα πρώτο, βιβλιοθήκη. Βήμα δεύτερο, σούπερ μάρκετ και μαγαζιά. Είχε πολύ χρόνο να ξοδέψει…

Ξαφνικά, την πλημμύρισε απελπισία. Μια αίσθηση εγκατάλειψης. Άραγε ήταν φυσικό να της λείπει ήδη;

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

κεφάλαιο 22-μέλι ή μαρμελάδα;


«Τώρα είναι δυνατόν να κοιμόμαστε με ανοιχτές τις πόρτες;» διαμαρτυρήθηκε η Τζένιφερ   ενώ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της.
Ο Ερικ δεν άργησε να της απαντήσει από δίπλα «πρέπει να μπορώ να ακούω καλά ό,τι συμβαίνει. Θέλω να είσαι ασφαλής».
«Ωραίο και κατανοητό όλο αυτό, αλλά τι θα γίνει αν περάσεις το βράδυ για να πας τουαλέτα και με πετύχεις σε καμία περίεργη στάση; Ντρέπομαι» παραδέχτηκε.
«Πώς ακριβώς κοιμάσαι;» ρώτησε αυτός γελώντας δυνατά.
«Κι αν ροχαλίζω;» συνέχισε τις ερωτήσεις εκείνη. Ηξερε ότι κάνει σαν χαζή, αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να χαλαρώσει ξέροντας ότι ο Ερικ τριγυρνάει έξω από το δωμάτιό της.
«¨Το μόνο που θέλω είναι να κοιμάσαι ντυμένη» είπε εκείνος σοβαρά. «Όλα άλλα μπορώ να τα χειριστώ».

Η Τζένιφερ ξύπνησε στις 8 το επόμενο πρωί και κατέβηκε να φτιάξει πρωινό με τα λίγα τρόφιμα που είχαν φέρει μαζί τους μέχρι να πάνε σούπερ μάρκετ. Είχε χρόνια να κοιμηθεί σε τόσο απόλυτη ηρεμία. Το μόνο που διατάραξε την ηρεμία της ήταν ένα ερωτικό όνειρο με τον Ερικ. Πώς ήταν φυσικό να μην ονειρευτεί κάτι τέτοιο μετά από το χθεσινοβραδινό σχόλιο; Ένιωσε την καρδιά της να σπάει όταν τον άκουσε να παραδέχεται την αδυναμία του. Χάρηκε που δεν ήταν η μόνη που ένιωθε έτσι, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι πιο πιθανό ήταν να υποκύψει ο πάπας στα θέλγητρά της παρά ο Ερικ. Ήταν αποφασισμένος να την προστατεύσει και δε θα άφηνε ούτε τον ίδιο του τον εαυτό να σταθεί εμπόδιο σε αυτό.

Έφτιαξε καφέ και έκοψε λίγο κέικ. Έστυψε μερικά πορτοκάλια σε χυμό και έστρωσε το τραπέζι. Δεν ήξερε τι ώρα ξυπνούσε ο Ερικ και τι ακριβώς πρόγραμμα είχε, αλλά  είχε μερικά πράγματα να κάνει ώστε να μη βαρεθεί μόνη της. Όταν άνοιξε την τηλεόραση και κάθισε στον καναπέ σκέφτηκε ότι είχε καιρό να χαλαρώσει έτσι.
Ξαφνικά, ένας ήχος τράβηξε την προσοχή της. Τρόμαξε.  Γύρισε προς την πόρτα και είδε τον Ερικ στο κατώφλι. Ηταν ήδη ντυμένος με ένα ωραίο μαύρο τζιν και μαύρο πλεκτό ζιβάγκο που αναδείκνυε τα υπέροχα μάτια του.

«Με τρόμαξες!» του είπε εκείνη για να κρύψει…τις σκέψεις της.
«Με συγχωρείς. Δεν ήξερα ότι θα είχες ξυπνήσει τόσο νωρίς. Περίμενα…»
«Ξυπνάω πολύ νωρίς. Ελπίζω να μη χρειαστεί να σου ξαναπώ ότι δεν πρέπει να κολλάς σε στερεότυπα. Δεν ξυπνάνε όλοι οι ηθοποιοί το απόγευμα!» είπε εκείνη σοβαρά.
«Συγγνώμη, δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε. Είχα βγει μια βόλτα να ελέγξω μερικά θέματα στην περίμετρο. Είμαστε σχετικά ασφαλείς. Δεν έχει τόση βλάστηση ώστε να μπορεί να κρυφτεί κάποιος στους θάμνους» είπε εκείνος σοβαρά.

Η Τζένιφερ τον κοίταξε. Φαινόταν τόσο οργανωμένος, σοβαρός και μετρημένος. Είχε ξυπνήσει νωρίς για να ελέγξει την περίμετρο! Άραγε χαλάρωνε ποτέ; Θα κατάφερνε να τον πείσει ποτέ να πιούν ένα ποτήρι κρασί και να μιλήσουν περί ανέμων και υδάτων; Πώς κατάφερνε να είναι στην τσίτα όλο το 24ωρο;

«Ας φάμε το πρωινό μας και ας μιλήσουμε για το σημερινό πρόγραμμα» τον προέτρεψε και εκείνος συμφώνησε. Την ευχαρίστησε για το πρωινό και αφού μασούλησε μερικά κομμάτια κέικ και ήπιε λίγο καφέ αλλά όχι χυμό, προθυμοποιήθηκε να πλύνει τα πιάτα. Η Τζένιφερ δεν τον άφησε, όχι επειδή ήταν παραδοσιακή γυναίκα, αλλά επειδή βαριόταν.
«¨Θες να πάμε μια βόλτα στο πανεπιστήμιο; Έχουμε να αγοράσουμε και μερικά τρόφιμα. Μπορούμε να πάμε και σινεμά αν θες. Δε θέλω να βαρεθείς. Κάποια βραδινή προβολή ίσως, να μη μας δει πολύς κόσμος».
Η Τζένιφερ πέταξε από τη χαρά της. «Ναι, ναι! Θέλω πολύ να πάω σινεμά! Τι ώρα θα φύγουμε από εδώ;»

«Ανέβα να ντυθείς, φόρεσε και την περούκα σου και μεγάλα γυαλιά και ξεκινάμε όταν είσαι έτοιμη».

Η Τζένιφερ διάλεξε ένα μάλλινο καφέ φόρεμα μέχρι τους μηρούς και τις καστόρινες μπότες της. Έβαλε προσεκτικά την περούκα της και βάφτηκε λιγάκι. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Χαμογέλασε. Της άρεσε πολύ αυτή η περούκα. Οσες φορές τη φορούσε δεν την αναγνώριζε κανείς. Αντί για τα μακριά ξανθά μαλλιά της, αυτή ήταν καστανή και με μπούκλες. Της έδινε μια πιο νεανική όψη. Έβαλε και τα πιο μεγάλα γυαλιά ηλίου της και κατέβηκε στο σαλόνι όπου την περίμενε ο Ερικ φορώντας πια το μπουφάν του.

Όταν γύρισε και την κοίταξε είδε κάτι στο βλέμμα του. Ήταν όμως τόσο φευγαλέο που σχεδόν απόρησε αν το είδε πραγματικά. Τι ήταν; Θαυμασμός; Πόθος; Απόρριψη;
«Σε σόκαρα;» τον ρώτησε τελικά όταν εκείνος δε μίλησε.
«Όχι, φυσικά. Πάμε;»

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Κεφάλαιο 21-μακαρονάδα πουτανέσκα



Ο Ερικ τακτοποίησε τα ρούχα του.
Η Τζένιφερ καταπιάστηκε με δουλειές.

«Τι έμαθες;» ρώτησε τον Ερικ όταν έκλεισε το κινητό του. Είχε βραδιάσει πια και είχαν κάτσει στο σαλόνι για να δουν λίγη τηλεόραση όταν χτύπησε το κινητό του. Σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει. Με κάθε λέξη που άκουγε συνοφρυωνόταν όλο και πιο πολύ. Μιλούσε με κάποιον συνάδελφο από το FBI, αυτό το καταλάβαινε η Τζένιφερ, αλλά δεν ήξερε τι έλεγαν. Και ο Ερικ δε μιλούσε πολύ.
«Τίποτα σημαντικό» της είπε στεγνά αλλά εκείνη δεν παραιτήθηκε τόσο εύκολα.
«Εννοείς ότι δε θες να μου πεις. Κόντεψαν να σου πεταχτούν έξω τα μάτια με αυτά που άκουγες και μου λες ότι δεν ήταν κάτι σημαντικό;» επέμεινε.
«Είναι για την υπόθεση Γκρόουβ. Δεν επιτρέπεται να τη συζητήσω μαζί σου» της είπε και η Τζένιφερ ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι.
«Είμαστε στις ερημιές, δύο ξένοι άνθρωποι ενώ οι δουλειές μας τρέχουν στο Σικάγο και τολμάς να μου λες ότι δεν επιτρέπεται να συζητάς μαζί μου την υπόθεση για την οποία είμαστε εδώ;» φώναξε ξαφνικά. Έβαλε τα χέρια στην μέση και συνέχισε. «Δεν έκανα εγώ το έγκλημα! Και δεν έχω επικοινωνία με κανέναν! Αν θυμάσαι καλά, μου απαγόρεψες να ανοίγω το κινητό μου! Το άφησα σπίτι! Ποια; Εγώ! Που χωρίς κινητό και ίντερνετ δε μπορώ να ζήσω ούτε λεπτό. Έκανα ό,τι μου είπες κι εσύ δε με εμπιστεύεσαι. Κάτσε τότε μόνος σου εδώ και μίλα με τους τοίχους. Εγώ πάω πάνω να διαβάσω!» τέλειωσε θριαμβευτικά και ενώ άρχιζε να περπατάει ζωηρά προς τη σκάλα τον άκουσε να λέει με την μπάσα φωνή που της έφερνε πάντα ανατριχίλα.
«Πάντα τόσο γκρινιάρα είσαι;» της είπε αργά, σχεδόν κοροϊδευτικά και η Τζένιφερ ένιωσε την επιθυμία να του πετάξει κάτι βαρύ.
«Τι είπες;» φώναξε και κατευθύνθηκε κατά πάνω του, αλλά αυτός δεν έκανε πίσω.
«Με άκουσες» της απάντησε με ένα ελαφρύ χαμόγελο.
«Εσύ είσαι πάντα τόσο εκνευριστικός;» τον ρώτησε σε εξίσου οξύ τόνο.
«Υποθέτω ότι αυτό το κρίνει ο συνομιλητής μου. Για να το λες, ίσως έχεις δίκιο» απάντησε ήρεμα εκείνος.
«Όχι ίσως. Έχω» είπε η Τζένιφερ ενώ τον κοιτούσε προσεκτικά. Πώς είχε φτάσει ως εδώ η συζήτηση; Αυτός ο άντρας έπρεπε να κάνει άλλα πράγματα μαζί της και όχι να τσακώνεται!
«Λυπάμαι που δεν πληρώ τις προϋποθέσεις σου, Τζένιφερ. Για τις επόμενες μέρες θα πρέπει να ζεις με αυτό».
«Ξέρεις κάτι, Ερικ; Αν θες να συνεχιστεί έτσι η συγκατοίκησή μας, ας είναι. Δε με νοιάζει. Έχω φέρει βιβλία και μπορώ να μη σου απευθύνω και καθόλου το λόγο. Καλό είναι να μην φτάσουν εκεί τα πράγματα όμως» τον προειδοποίησε.
«Καλύτερα να μην συνεχίσουμε τη συζήτηση γιατί βλέπω ότι αναστατώνεσαι. Λυπάμαι που δεν μπορώ να σου πω τις εξελίξεις στο θέμα Μιράντα Γκρόουβ, αλλά υπόσχομαι ότι αύριο θα πάμε μαζί στο πανεπιστήμιο να ανακρίνουμε κόσμο για το παρελθόν της. Τι λες;» πρότεινε κλάδο ελαίας.
«Εντάξει, αλλά μόνο γιατί θέλω να επισκεφτώ την πόλη και να πάρω μερικά πράγματα που ξέχασα. Έχω φέρει και μια περούκα μαζί μου, οπότε μην ανησυχείς» του είπε λίγο πιο ήρεμα.
«Ωχ, ναι!» χτύπησε με την παλάμη του το μέτωπό του. «Το είχα ξεχάσει ότι είσαι αναγνωρίσιμη. Ίσως χρειαστεί να μείνεις στο αμάξι».
«Ναι, καλά, κάνε όνειρα. Θα βγω και θα σε βοηθήσω στην έρευνα» είπε εκείνη αποφασιστικά. «Τώρα πες μου να τελειώνουμε, θα φάμε τίποτα πριν κοιμηθούμε;»

Το ήξερε ότι δεν έπρεπε να μαλακώσει τόσο γρήγορα, αλλά δεν ήθελε να τον αφήσει νηστικό. Του είχε βγει η γλώσσα από τις δουλειές. Έκανε τις μισές από τις δουλειές του σπιτιού και κουβάλησε ξύλα για το τζάκι, άναψε φωτιά και έφτιαξε μια πρίζα. Και όλα αυτά, ενώ παρέμενε μαγευτικός μέσα σε μια φόρμα που έπεφτε χαλαρά στους γοφούς του και ένα στενό μαύρο φανελάκι με ένα αναγνωρίσιμο λογότυπο.

«Έχουμε μερικά τρόφιμα για μια μακαρονάδα, αλλά αύριο πρέπει να πάμε σούπερ μάρκετ» της είπε ενώ πήγαιναν στην κουζίνα να μαγειρέψουν.

Η Τζένιφερ σκέφτηκε ότι δεν είχε νιώσει ποτέ τόσο οικεία με κάποιον, ποτέ δεν είχε μοιραστεί την καθημερινότητά της. Ήταν κάτι πρωτόγνωρό και δεν ήξερε αν το απολάμβανε επειδή της συνέβαινε ή επειδή της συνέβαινε με τον Ερικ.