Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΕΠιλέξτε

Ιστορία με φοιτήρια και καθηγητή της στο πανπιστήμιο ή με FBI agent ΠΟυ καλείται να προστατέψει μια φαινομενικά άμυαλη σταρ του Χόλιγουντ;

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ψηφοφορία-αποτελέσματα

Κέικ->Πωλίνα Μπακ
Ελί-> Πωλίνα Μπακ
Πωλίνα Μπακ->Κική
Sandra Dee->Κική
Κατερίνα->Ελίζα
Πωλίνα Νικ->Σόφιτελ
Τασούλα->Σόφιτελ
Γεωργία Π-> Σόφιτελ

Δεν ψήφισε η Νάντια και η Σοφία Στεφ (αν δεν είναι η Σάντρα Ντι).

Κερδίζει...η Σόφιτελ!!!

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Mummy's choice (the middle one)


Δεν μπορώ να αποφασίσω.

Αλληλοψηφιστείτε.

Paulina Bak's choice

Πράσινο, λόγω των ματιών, σκέφτηκε η συνονόματη...!

Sofia Stef's choice (a psychedelic option)


My choice (alexandrite)


Exadelfi's choice


Katerina's choice


Georgia's choices (indecisive)



Cake's choice


Eliza's choice

Κάτι διακριτικό

Nantia's choice


Wedding details





Και στα δικά μας οι λέφτερες



Ο γάμος μας, όπως ήταν φυσικό, έγινε στο κάστρο του Τζέιμς στη Σκωτία παρουσία λίγων εκλεκτών φίλων και συγγενών. Το προσωπικό είχε στολίσει το κάστρο με μικρά κρυσταλλάκια και λουλούδια, τούλι και κορδέλες. Ήταν σαν να ήμασταν σε παραμύθι. Ο Τζέιμς είχε κανονίσει και περάσαμε όλοι μαζί πέντε μέρες εκεί. Συνδυάσαμε το γάμο με διακοπές και δραστηριότητες και ήταν μακράν οι πιο όμορφες μέρες της ζωής μου. Εγώ φόρεσα ένα στενό νυφικό που κολάκευε τις καμπύλες μου και εκείνος διάλεξε ένα μπλε σκούρο κοστούμι με μια γραβάτα καρώ στα χρώματα της φατρίας του. Οι παράνυμφές μου ήταν η Τζο, η Τζούλια και ο Κριστίν και ο Τζέιμς είχε στο πλάι του τρεις φίλους του από το κολλέγιο. Ο Φίλιπ, ο κουμπάρος του, είναι ο κολλητός του που δεν είδαμε όταν πήγαμε στην Οξφόρδη κι εγώ έκανα θεωρίες συνομωσίας ότι δεν μου τον γνωρίζει γιατί ντρέπεται για μένα. Στην πραγματικότητα, ο Φίλιπ έλειπε για ένα εξάμηνο, ως επισκέπτης καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο στην Ιταλία.

 Όλα ήταν στολισμένα σε τόνους του λιλά και η τούρτα είχε πάνω ζωντανές λιλά ορχιδέες. Στην πολυτελέστατη δεξίωση που παραθέσαμε για τους 50 συγγενείς και φίλους μας, ο Τζέιμς ανακοίνωσε ότι θα πάρουμε ένα μήνα άδεια για να ταξιδέψουμε μαζί.
«Αρκεί να μην πάτε στην Αφρική» είπε η Κριστίν λίγο μετά γελώντας. «Αρκετά πέρασε η φιλενάδα μου» πρόσθεσε και ο Τζέιμς την κοίταξε απορημένος Είναι δυνατόν; Μου διέφυγε να ενημερώσω την Κριστίν ότι δεν ξέρει;
«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Τζέιμς και η Κριστίν τού αράδιασε όσα περάσαμε τις μέρες της ομηρίας του. Ο Τζέιμς δεν είχε ιδέα για το ρόλο μου σε όλο αυτό και συγκινήθηκε πολύ.
«Εγώ δε θέλω ευχαριστώ, αλλά ξέρω μερικά άτομα που μπορούν να αξιοποιήσουν την εκτίμησή σου» του είπα αργότερα έχοντας στο μυαλό μου το όνειρο του Νέιθαν.

Η μητέρα μου και ο πατέρας μου κατάφεραν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και να συμπεριφερθούν κόσμια. Μάλιστα αγκάλιασαν τον Τζέιμς και του είπαν ότι τώρα βρήκε μια οικογένεια. Θεέ μου, σκέφτηκα από μέσα μου. Τι τον περιμένει…

Ο Τζέιμς μού χάρισε ένα μονόπετρο που ήταν στην οικογένειά του εδώ και γενιές λίγο πριν το γάμο. Όταν μου το πέρασε στο δάχτυλο άρχισα να κλαίω, φυσικά, και εκείνος τρόμαξε ότι δεν μου άρεσε. Μόλις τον διαβεβαίωσα ότι είναι δάκρυα χαράς, μου είπε ότι ελπίζει να μη το βγάλω ποτέ, για να θυμάμαι πάντα πόσο με αγαπάει.

Εγώ δεν του πήρα κάποιο ιδιαίτερο δώρο, αλλά του υποσχέθηκα να πάρω πέντε κιλάκια, μιας και γκρινιάζει συνεχώς ότι έχω αποστεωθεί και ότι έχω χάσει…τη γοητεία μου! Η Σαρλότ ήρθε στο γάμο με έναν καινούργιο φίλο της και μου είπε γελώντας ότι τώρα που παντρεύτηκε ο Τζέιμς αναγκάστηκε να βρει σύντροφο για να τη συνοδεύει στις δεξιώσεις. Η Τζούλια είναι εδώ και καιρό πολύ ευτυχισμένη με τον ψυχολόγο της και μάλιστα είναι και  έγκυος. Στο γάμο με ευχαρίστησε ξανά για όσα έκανα για εκείνη, αλλά η Μέι, επίσης παρούσα, της είπε ότι πέτυχε επειδή προσπάθησε πολύ η ίδια και όχι εμείς.

Μόλις γυρίσαμε στο Λονδίνο και μπήκαμε στους κανονικούς ρυθμούς δουλειάς, (εγώ παρέμεινα στο τμήμα όπου ήμουν κι ας γκρινιάζει ο Τζέιμς ότι πρέπει να έχω καλύτερη θέση ως γυναίκα του) βάλαμε σε εφαρμογή το σχέδιο «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι». Ο Τζέιμς θέλει πολύ σύντομα παιδάκια, το ίδιο και εγώ. Τίποτα δε θα με χαροποιούσε περισσότερο από ένα αγοράκι με τα μάτια του ή ένα κοριτσάκι με το πείσμα του.

«Ξέρεις πόσο ευτυχισμένο με κάνεις;» μου ψιθυρίζει στο αυτί ένα πρωινό πριν φύγουμε για δουλειά ενώ χτενίζω τα μαλλιά μου.
«Όσο κάνεις κι εσύ εμένα;» ρωτάω ενώ βάζω άρωμα.
«Πιο πολύ…» μου λέει και αρχίζει να με φιλάει.
«Θα αργήσουμε πάλι» γκρινιάζω.
«Ε και;» απαντάει και χάνομαι στα χάδια του.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Μονόπτερα

Τελειώνετε με τα μονόπετρα! Αύριο λήγει η προθεσμία και μέχρι στιγμής έχουν στείλει οι:
Νάντια, Πωλίνα Μπακ, Γεωργία Ποπ, Κέικ, Σοφία, Μάμι, Ελί, Κατερί. Τσοπ Τσοπ!

Κεφάλαιο 76-ε ναι!



«Είσαι πολύ όμορφη απόψε» μου λέει βραχνά όταν τον πλησιάζω. Με τραβάει σε ένα σημείο στην αίθουσα με λιγότερο κόσμο. Τον ξέρω αυτό τον τόνο. Στο παρελθόν αυτός ο τόνος σήμαινε ότι σε 30’’ θα κάναμε σεξ.
«Εσύ είσαι πάντα» του λέω με μια δόση χιούμορ. Σιωπή.
«Φοράς τα σκουλαρίκια μου» λέει και περνάει το δείχτη του πάνω από το δεξί λοβό μου. Ανατριχιάζω ολόκληρη και το ξέρει.
«Είναι τα αγαπημένα μου» λέω και τον βλέπω ανέκφραστο. «Επειδή μου τα πήρες εσύ».
Τον βλέπω να ξαφνιάζεται, αλλά προσπαθεί να το κρύψει. Εδραιώσαμε το σκοπό της συζήτησης. Ξέρει ότι τον ξελογιάζω.
«Δεν ήξερα ότι σου αρέσουν τόσο πολύ» μου λέει με ανασηκωμένο το φρύδι. Υπονοούμενο;
«Δε μου αρέσουν απλά. Τα αγαπώ» λέω σθεναρά ελπίζοντας ότι έπιασε το νόημα.
«Μάλιστα» λέει και το βλέμμα του έχει καρφωθεί στα χείλη μου. Δεν μπορώ να κάνω πίσω πια.
«Πώς είσαι;» ρωτάω ανάλαφρα για να αλλάξω λίγο το θέμα.
«Είμαι καλύτερα, ευχαριστώ. Σε λίγες μέρες θα φύγω για Παρίσι. Θα μείνω τρεις μήνες στην εκεί εταιρεία για έλεγχο. Μετά σειρά έχει η Ασία» μου λέει εξίσου ανάλαφρα.
«Χαίρομαι πολύ που είσαι καλύτερα. Πέρασες πολύ δύσκολα» απαντώ με τη σειρά μου και τεντώνω το χέρι μου προς το πρόσωπό του. Με την ανάποδη της παλάμης μου του χαϊδεύω το μάγουλο. Είναι νευρικός, αλλά δεν τραβιέται. Νιώθω τόσο οικεία που τον ακουμπώ. Έχει δροσερό δέρμα.
«Μας βλέπουν» μου λέει σοβαρά. «Δε φοβάσαι;»
«Όχι πια» απαντώ και βλέπω μια λάμψη να φωτίζει τα μάτια του.
Είναι ιδέα μου ή η φασαρία μέσα στην αίθουσα έχει μειωθεί; Είμαι σίγουρη ότι όλοι μας παρακολουθούν, αλλά δε θέλω να γυρίσω να δω. Δε θέλω να του δείξω ότι με νοιάζει.
«Ανίτα, δεν είμαι σίγουρος για όλο αυτό» λέει ξαφνικά εκείνος. Φοβάται. Είναι κοντά μου, αλλά τον νιώθω να απομακρύνεται.
Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω την Κριστίν. Είναι σε ετοιμότητα. Με παίρνει και φεύγουμε αν πάνε όλα στραβά.

Με αργές κινήσεις ακουμπώ το αριστερό μου χέρι πίσω από το λαιμό του και σηκώνομαι στις μύτες. Αγνοώντας την απόλυτη ησυχία που επικρατεί πια στην αίθουσα, τον πλησιάζω και τον φιλάω απαλά στα χείλη. «Συγχώρεσέ με. Αν με αγαπάς όσο σε αγαπώ κι εγώ, μην κάνεις πίσω τώρα, μη μας εγκαταλείψεις» του ψιθυρίζω στο αυτί και κάνω ένα βήμα πίσω. Το μπαλάκι είναι στο γήπεδό του τώρα.
Ο Τζέιμς με κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια. Δεν κινείται. Κανείς δεν ακούγεται. Τον βλέπω να βαριανασαίνει. Θα μετρήσω μέχρι το δέκα αργά και μετά θα τρέξω στην έξοδο. Ένα, δύο, τρία…

Ξαφνικά τον βλέπω να τεντώνει τα χέρια του και να με σφίγγει στην αγκαλιά του. Με στριφογυρίζει σαν πάνινη κούκλα και με φιλάει. Δεν ξέρω αν είμαι ξύπνια ή ονειρεύομαι όταν όλη η αίθουσα ξεσπάει σε έξαλλο χειροκρότημα και σφυρίγματα. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω την Τζο και την Κριστίν να αγκαλιάζονται δακρυσμένες ενώ απολαμβάνω το πιο μεθυστικό φιλί του Τζέιμς. Δεν περιμένουμε να καταλαγιάσει η φασαρία. Με πιάνει από το χέρι και πάμε σε ένα πριβέ χώρο που έχει η αίθουσα εκδηλώσεων. Εκεί με καθίζει στα γόνατά του και συνεχίζει να με φιλάει. Μετά από περίπου 5 λεπτά σταματάμε ασθμαίνοντας.
«Σε λατρεύω» μου λέει και νιώθω τα δάκρυα που προσπαθούσα να συγκρατήσω να καίνε το μάγουλό μου. «Μη μου κλαις, σε παρακαλώ» μου λέει και σκουπίζει τα δάκρυά μου.
«Τζέιμς, λυπάμαι για όλα. Σε αγαπώ τόσο πολύ. Δεν ξέρω τι φοβόμουν. Φοβόμουν ότι δεν είμαι αρκετή για σένα» λέω ενώ συνεχίζω να κλαίω και να τον φιλάω.
«Κι εγώ λυπάμαι για το περιστατικό με τη Σάρλοτ. Η Σάρλοτ είναι παιδική μου φίλη. Πηγαίναμε μαζί στο ίδιο οικοτροφείο. Με συνοδεύει συχνά σε δεξιώσεις. Δεν είναι κάτι ερωτικό. Συγγνώμη που σε πλήγωσα. Έπρεπε να σου το πω» μου λέει και τον σταματώ.
«Εγώ φταίω, με τις ανασφάλειές μου» λέω με έντονη τάση αυτοκριτικής. «Δε θα αφήσω τίποτα να μπει ξανά ανάμεσά μας» λέω. «Ούτε καν την απόσταση» λέω και του κλείνω το μάτι.
«Τι εννοείς;» με ρωτάει αυτός και απαντάω αμέσως. «Γαλλία, Ασία, η του Πυρός. Όπου πας θα είμαι δίπλα σου» λέω αποφασιστικά και χαμογελάει.
«Αν θες να ταξιδέψεις, καλώς. Αλλιώς μπορώ να τα καταφέρω να μένω λίγο περισσότερο κοντά σου. Δε μου είναι δα και δύσκολο» λέει και νιώθω πεταλούδες στο στομάχι μου.
«Δε σε αφήνω λεπτό πια» λέω αποφασιστικά. «Τι λες; Πάμε έξω; Είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις τη θύελλα των σχολίων;» γελάω.

Με πιάνει από το χέρι και με οδηγεί στο κέντρο της σάλας, όπου ζητάει την προσοχή όλων. Όλη η εταιρεία τον κοιτάει αποσβολωμένη. Χαμογελάει πλατιά.

«Κυρίες και κύριοι, όπως καταλάβατε η Ανίτα κι εγώ είμαστε μαζί. Χαίρομαι που το μάθατε, γιατί μας είναι δύσκολο να το κρύβουμε. Επίσης, σας ανακοινώνω ότι θα παραμείνω στην εταιρεία μας για καιρό, καθώς από εδώ θα διοικώ πια και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις μου. Σκοπός μου είναι να μειώσω τα ταξίδια μου, για να μη μου λείπει η γυναίκα μου» λέει και νιώθω μια ελαφριά ζαλάδα. Τι άκουσα;
Στην αίθουσα επικρατεί ησυχία. Όλοι με κοιτούν επίμονα. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Ήταν πρόταση αυτό ή προσταγή;
«Τζέιμς…» του λέω και του τραβάω το μανίκι σαν μικρό παιδάκι.
«Τι είναι; Δε θες να με παντρευτείς;» μου λέει χαμογελαστός.
«Θέλω! Πολύ!» λέω και ακούω τους συναδέλφους μας να μας φωνάζουν ευχές.

«Μπορείτε να συνεχίσετε χωρίς εμάς!» λέει σε όλους ο Τζέιμς και με οδηγεί στο ασανσέρ.

«Πάμε να σου βγάλω αυτό φόρεμα» μου λέει και χάνομαι στο φιλί του.

Κεφάλαιο 75-τι σε περιμένεις να' ξερες μόνο...όταν φύγουν όλα τα περιττά...



Η πρώτη μου κίνηση όταν μπαίνω στην αίθουσα της εκδήλωσης είναι να αρπάξω ένα ποτήρι σαμπάνια από ένα διερχόμενο γκαρσόνι και να το πιω στα γρήγορα. Βασίζομαι στο αλκοόλ για να πέσουν οι λίγες αναστολές που έχω ακόμα. Η Κριστίν δίπλα μου γελάει. «Κοίτα να μεθύσεις και να κάνεις εμετό μπροστά του την ώρα που θα πας να εξομολογηθείς τον έρωτά σου». Είναι πολύ καυστική μερικές φορές. Ωστόσο λαμβάνω αυτό που λέει υπόψη.
Αν κρίνω από το κακιασμένο βλέμμα της Λέιλα και μερικά βλέμματα θαυμασμού από άντρες πρέπει να έχω πετύχει το σκοπό μου σήμερα. Το φόρεμα μού πέφτει τέλεια και τα παπούτσια μου μου προσθέτουν τόσο ύψος όσο χρειάζομαι, χωρίς να παραπατάω άκομψα. Τα μαλλιά μου λάμπουν χάρη στις χθεσινοβραδινές μάσκες και τώρα πέφτουν στους ώμους μου σε χαλαρές μπούκλες. Δεν είμαι έντονα βαμμένη και το μόνο κόσμημα που φοράω είναι τα σκουλαρίκια που μου είχε πάρει ο Τζέιμς στη Σκωτία. Φυσικά και δεν ήταν τυχαία η επιλογή. Θέλω να τα δει και να θυμηθεί όσα έχουμε ζήσει. Θα τα προσέξει άραγε; Μακάρι.

Μιλάω με τους συναδέλφους μου και συστήνω την Κριστίν σε μερικούς από αυτούς. Μπορεί να βγει και κάτι καλό από την υπόθεση γιατί τη βλέπω να γελάει με κάτι που της λέει ο Πολ. Ο Πολ είναι πολύ καλό παιδί και πολύ μορφωμένο. Νομίζω ότι θα αρέσει στην Κριστίν. Η Τζο συνοδεύεται από τον Ιθαν, ο οποίος νιώθει σαν το ψάρι έξω από το νερό.
«Το καλό είναι ότι δοκιμάζω τα καναπεδάκια του κέτερινγκ της εταιρείας σας και παίρνω ιδέες» μας λέει χαμογελαστός και η Τζο του δίνει ένα πεταχτό φιλί.
«Εκεί το μυαλό σου εσύ!» του λέει.

Κατά τις 9.15 μπαίνει στην αίθουσα ο Τζέιμς και όλοι ξεσπάμε σε χειροκροτήματα. Εγώ χειροκροτώ λίγο πιο συγκρατημένα, γιατί βλέπω το πόσο άβολα νιώθει. Οι υπόλοιποι όμως σφυρίζουν και φωνάζουν «περαστικά» «καλωσόρισες, αφεντικό» κλπ. Εκείνος είναι μόνος του και νιώθω μια φοβερή αγαλλίαση που δεν έχει φέρει κάποια μαζί του. Η αποστολή μου μόλις γίνεται λίγο πιο εύκολη.

Η εκδήλωση έχει μεγάλη επιτυχία. Είμαστε όλοι πολύ κεφάτοι, (ακόμα κι εγώ!), και κάποιοι μάλιστα χορεύουν σε μια αυτοσχέδια πίστα. Η σαμπάνια ρέει άφθονη και το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό είναι ένα τεράστιο συντριβάνι σοκολάτας με μια απίθανη ποικιλία φρούτων και μπισκότων από κάτω για να βουτήξεις μέσα. Υπό κανονικές συνθήκες θα είχα κάτσει από κάτω και δε θα άφηναν κανέναν να πλησιάσει, αλλά απόψε δεν έχω πολλή όρεξη. Έχω πιάσει πολλές φορές το βλέμμα του Τζέιμς καρφωμένο πάνω μου, αλλά δεν έρχεται να μου μιλήσει. Δε θα κάνει το πρώτο βήμα. Είναι εμφανές. Θα κάνω εγώ όλη τη διαδρομή.

«Σε τρώει με τα μάτια» μου ψιθυρίζει η Τζο από πίσω και γυρίζω να την κοιτάξω. Χαμογελάει πονηρά. «Τον πέτυχες το στόχο σου. Μα καλά, πού βρήκες καλσόν με ραφή πίσω; Είναι πολύ σέξι!» μου λέει και κοιτάει τα πόδια μου.
«Το είχα χρόνια, αλλά ντρεπόμουν να το φορέσω. Είπα να βάλω τα μεγάλα μέσα απόψε!» της απαντώ χαμογελαστή κι εγώ. «Αλήθεια με κοιτάει;».
Αντί να περιμένω την απάντησή της γυρνάω προς το μέρος του και το βλέμμα του συναντά το δικό μου. Κοιτιόμαστε μερικά δευτερόλεπτα και μου γνέφει με ένα ανάλαφρο σήκωμα του κεφαλιού. Χαμογελάω και γέρνω το κεφάλι στα πλάγια. Σηκώνω το ποτήρι μου ψηλά και σχηματίζω με το στόμα μου ένα «εις υγείαν».

Σκέφτομαι ότι δεν ξέρει τι τον περιμένει. Κρατάω το βλέμμα του αιχμάλωτο και πλησιάζω αργά, πολύ αργά προς το μέρος του.
Είναι μόνος του. Είναι η ευκαιρία που έψαχνα όλο το βράδυ.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Oscar de la Renta


chapter 74-καμικάζι αγάπη μου




«Πάμε πάλι» μου λέει η Κριστίν ενώ ακουμπάει με αργές κινήσεις το φλιτζάνι της στο ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού μας. Καθόμαστε στον καναπέ μας και πίνουμε τσάι. Εγώ δεν έχω και πολλή όρεξη για κουβέντα, αλλά η Κριστίν είναι έτοιμη να γελάσει με αυτό που άκουσε. Δε θα με αφήσει ήσυχη αν δεν ακούσει αυτά που θέλει.
«Μου λες ότι σκοπεύεις να δημοσιοποιήσεις τη σχέση σας στην εκδήλωση;» με ρωτάει για τρίτη φορά και της γνέφω θετικά.
«Τώρα; Κατόπιν εορτής; Ενώ έχετε χωρίσει;» σε κάθε ερώτηση απαντώ με ένα κατέβασμα του κεφαλιού. Τι δεν καταλαβαίνει;
«Φιλενάδα, τα έχεις χαμένα» λέει γελώντας. «Το καλό είναι ότι θα έχω έτοιμο το αμάξι για να διαφύγουμε πριν αρχίσουν αν μας πετροβολάνε» λέει και την κοιτώ με απορία.
«Α ναι, ξέχασα να σου πω ότι θα έρθω τελικά» μου λέει και νιώθω ένα κύμα χαράς να με πλημμυρίζει. Η πρόσκληση έλεγε ότι μπορούμε να έχουμε συνοδό, οπότε ζήτησα στην Κριστίν να έρθει. Σήμερα έμαθε ότι ακυρώθηκε μια δίκη της και μπορεί να έρθει μαζί μου. Τέλεια.
«Θα με πάρεις και θα φύγουμε και αν με απορρίψει θα φύγω για το σπίτι της μητέρας μου να κρυφτώ μερικές βδομάδες μέχρι να ξεχαστεί το περιστατικό. Μετά  θα ψάξω νέα δουλειά» της λέω.
«Μην είσαι απαισιόδοξη» μου λέει συνοφρυωμένη η φίλη μου αλλά ξέρω ότι ανησυχεί εξίσου με μένα.
«Πώς να μην είμαι; Σκοπεύω να τον πλησιάσω και να τον φιλήσω μπροστά σε 200 άτομα, Κριστίν. Είναι πολύ πιθανό να τραβηχτεί ή να με διώξει κακήν κακώς. Μπορεί να συνοδεύεται από τη Σαρλότ. Το σκέφτηκες αυτό;» ρωτάω νευρικά.
«Δε νομίζω, Ανίτα. Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος από ό,τι έχω καταλάβει» μου λέει αλλά δε με πείθει. Η επιχείρηση αυτοκτονίας φαίνεται όλο και πιο γελοία στο μυαλό μου.

Την Πέμπτη το απόγευμα βγαίνουμε στα μαγαζιά για ψώνια. Η Κριστίν αγοράσει ένα ζευγάρι γόβες για το φόρεμα που σκοπεύει να φορέσει στο χορό. Είναι ένα μπλε σκούρο μακρύ φόρεμα που έχει ανοιχτή πλάτη. Εγώ πάλι διαλέγω ένα μαύρο στενό φόρεμα που φτάνει λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Μαύρες λουστρινένιες γόβες έχω. Θα αφήσω τα μαλλιά μου κάτω. Ο Τζέιμς μού είχε πει κάποτε ότι του αρέσει όταν ντύνομαι απλά. Θα κάνω ό,τι μου είπε. Το βράδυ βάφουμε τα νύχια μας και κάνουμε μάσκα προσώπου και μαλλιών. Αύριο μετά τη δουλειά δε θα έχουμε χρόνο. Προσπαθώ να διατηρήσω το κέφι μου αλλά είναι δύσκολο. Το καλό είναι ότι παρόλο που έχω άγχος για αύριο ξέρω ότι σε 24 ώρες από τώρα θα είμαι ανακουφισμένη. Μπορεί να πληγωθώ από την απόρριψη του Τζέιμς, μπορεί να με δεχτεί πίσω, αλλά σίγουρα θα του έχω πει πως νιώθω και θα νιώθω ανάλαφρη.

Την Παρασκευή τον πετυχαίνω στο ασανσέρ και με χαιρετάει ζεστά.
«Τι κάνεις, Ανίτα;» με ρωτάει.
«Καλά, εσύ;» απαντώ με ενδιαφέρον.
«Είμαι πολύ καλά, σε ευχαριστώ» μου λέει με μια παγερή ευγένεια.

Μια έκφραση απορίας διαγράφεται στο πρόσωπό του όταν με βλέπει να χαμογελάω πλατιά. Δεν ξέρει τι σκέφτομαι. Αλλά εγώ ξέρω τι σκοπεύω να κάνω απόψε. Θα τον κάνω να δει πόσο πολύ μετάνιωσα και πόσο πολύ είμαι διατεθειμένη να αλλάξω. Θα τα δώσω όλα για όλα και αν χάσω, τουλάχιστον θα ξέρω ότι έπαιξα.
Όταν ανοίγει η πόρτα στον όροφο του γραφείου μου. Γυρνάω προς το μέρος του.
«Θα σε δω απόψε, Τζέιμς!» του λέω γελαστή και εκείνος ανταποδίδει το χαιρετισμό με ένα νεύμα.

Κακομοίρη μου, πού να ΄ξερες τι σε περιμένει…


κεφάλαιο 73-αποφάσεις



Μία βδομάδα μετά ο Τζέιμς ήρθε στην εταιρεία. Το έμαθα από τη ρεσεψιόν την ώρα που κατέβηκα με την Τζο για τον καφέ μας. Μόλις ακούσαμε το νέο, η Τζό γύρισε και με κοίταξε τόσο απότομα που η κοπέλα στη ρεσεψιόν μπερδεύτηκε προς στιγμή.
«Σοκαριστήκαμε που γύρισε τόσο σύντομα» είπε η Τζο για να δικαιολογηθεί και βγήκαμε στο δρόμο βιαστικά. Ο Ιθαν μας περίμενε με δύο κομμάτια κέικ με επικάλυψη γλάσο από τυρί φιλαδέλφεια και ζάχαρη άχνη. Ακόμα και αυτό το παραδεισένιο γλυκό όμως δεν κατάφερε να μου φτιάξει το κέφι.
«Γιατί κατσούφιασες; Δε χαίρεσαι που είναι καλά και επέστρεψε στα καθήκοντά του;» με ρωτάει η Τζο και την κοιτάω σταθερά. Έχει δίκιο μάλλον.
«Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς να νιώσω. Συνεχίζει τη ζωή του χωρίς εμένα. Κι αν τον δω; Πώς να συμπεριφερθώ; Θα του πω περαστικά και ένα σωρό αβρότητες λες και δεν ξέρω τι έγινε; Λες και δεν ξέρω πόσα πέρασε από πρώτο χέρι;».
«Ξέρεις, ο Τζέιμς δε νομίζω ότι θα χαρεί αν το παίξεις άνετη και απόμακρη. Άλλωστε γι’ αυτό χωρίσατε» μου λέει.
«Χωρίσαμε γιατί δεν ήμουν έτοιμη να δημοσιοποιήσω τη σχέση μας. Φοβόμουν την κριτική» απαντώ κοιτώντας έξω από το καφέ ένα ζευγάρι που περπατάει χέρι χέρι.
«Και τώρα…;» με ρωτάει η Τζο και της απαντώ αυθόρμητα λες και μιλάω στον ψυχολόγο μου.
«Τώρα όλο αυτό μου φαίνεται γελοίο. Όταν τον είδα λιπόθυμο, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι είναι ζωντανός, σκέφτηκα πόσο χαζή ήμουν τόσο καιρό».

Η Τζο μου χαμογελάει ξέροντας ότι πέτυχε το στόχο της και εγώ βάζω το χέρι μου στο στόμα. Αυτό είναι, σκέφτομαι ενώ γουρλώνω τα μάτια μου. Τίποτα δεν έχει σημασία πια. Ούτε η έλλειψη αυτοπεποίθησής μου, ούτε οι ανασφάλειές μου. Η περιπέτειά του, η περιπέτειά μας, με δίδαξε ότι εκείνος είναι πάνω από όλα. Άρα η συνέχεια της ιστορίας είναι στο χέρι μου.
«Πρέπει να τον διεκδικήσω» μονολογώ και η Τζο γνέφει θετικά.
«Δημόσια» συνεχίζω κοιτώντας έξω. «Να τα βγάλω όλα στη φόρα. Να πω όσα νιώθω και μετά να χαθώ για πάντα» καταλήγω.
«Κακά ξεκινάμε» γελάει η Τζο. «Γιατί να χαθείς, παιδί μου; Κι αν πάνε όλα καλά;»
«Δεν έχεις δει πώς με κοιτάει, Τζο. Δε με θέλει πια. Το νιώθω. Αποστολή αυτοκτονίας είναι, αλλά θα το κάνω» λέω δυναμικά, σαν άλλη καμικάζι.

Επιστρέφω στο γραφείο μου και κοιτάζω γύρω γύρω το χώρο. Θα μου λείψει αυτή η δουλειά. Ελπίζω να μπορέσω να βρω σύντομα δουλειά μετά την απόλυσή μου από εδώ. Γιατί δεν πρόκειται να με αφήσει να δουλεύω εδώ μετά από αυτό που σκοπεύω να κάνω. Θα με διώξει κακήν κακώς και τρέχα γύρευε αν θα καταφέρω να βρω κάτι τόσο αξιόλογο στο μέλλον. Γιατί από πού να ζητήσω συστατική; Από τον Αντριου; Ας γελάσω…

Λίγο πριν φύγω από τη δουλειά λαμβάνω ένα μέιλ το οποίο έχει σταλεί από το τμήμα δημοσίων σχέσεων σε όλους τους εργαζομένους της εταιρείας. Το μέιλ έγραφε τα εξής:

Την Παρασκευή 25/3 και ώρα 21:00 σας καλούμε σε μια μικρή εκδήλωση στο ξενοδοχείο Τιτάν
προς τιμήν του προέδρου της εταιρείας
που επέστρεψε κοντά μας μετά την περιπέτειά του.
Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα.

Φυσικά απαντάω αμέσως θετικά και κάθομαι λίγο ακίνητη στο γραφείο μου. Θα παραθέσουν εκδήλωση. Φυσικά. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Τζέιμς στο τέλος Μαρτίου θα μετακινηθεί σε άλλη εταιρεία του για έλεγχο. Είναι η κατάλληλη περίσταση για μια εκδήλωση.

Και η κατάλληλη ευκαιρία. Για μένα.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

κεφάλαιο 72-Ο άντρας ο πολλά βαρύς



Ε έχει και η γαϊδουριά τα όριά της. Έχουν περάσει τέσσερις μέρες και δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μου. Εντάξει, δεν ξέρει ότι κόντεψα να πάθω χολέρα για χάρη του, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να με αγνοεί τόσο επιδεικτικά. Το καλό είναι ότι επέστρεψα στη δουλειά και έχω τόσα πολλά αφήσει πίσω που το μυαλό μου είναι πολύ απασχολημένο…μέχρι να σχολάσω. Στην εταιρεία έχει μαθευτεί το περιστατικό με τον Τζέιμς και είναι όλοι πολύ χαρούμενοι που γύρισε σώος και αβλαβής. Εγώ βέβαια κάνω την αδιάφορη. Δεν έχει κανείς συσχετίσει την απουσία μου με την απαγωγή του. Το απόγευμα που γυρίζω σπίτι, η Κριστίν διαβάζει κάτι δικόγραφα στο τραπέζι της κουζίνας και αναρωτιέμαι πού τη βρίσκει τόση ενέργεια και δουλεύει νυχθημερόν.
«Τίποτα;» με ρωτάει με το που με βλέπει και την αγριοκοιτάζω.
«Τι εννοείς;» ρωτάω αμέσως.
«Εννοώ ότι μάλλον δεν έχεις νέα του αν κρίνω από τα μούτρα που έχεις κατεβάσει» λέει και συνεχίσει να διαβάζει.
«Φυσικά και δεν έχω. Ποια είμαι εγώ άλλωστε για να με ενημερώσει; Ο τελευταίος τροχός της άμαξας. ‘Η μάλλον ούτε καν αυτό. Τα ίχνη που αφήνει η άμαξα στις λάσπες».
«Μην μιλάς έτσι για τον εαυτό του. Ό,τι έκανες το έκανες από αγάπη και αυτό είναι μεγάλη θυσία. Το να μην ξέρει, εννοώ».
«Και πάλι, Κριστίν. Νόμιζα ότι όταν θα με έβλεπε θα μαλάκωνε, θα ήθελε να τα βρούμε».
«Δώσε του λίγο χρόνο. Δεν έχει συνηθίσει να είναι αδύναμος» μου λέει και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι έχει δίκιο. Ο Τζέιμς είναι στο κρεβάτι και προσπαθεί να συνέλθει. Δεν είναι ο εαυτός του. Ίσως ντρέπεται που είναι σε τέτοια θέση. Ίσως πρέπει να κάνω το πρώτο βήμα εγώ. Πάλι.

Κάνω βιαστικά ένα ντους και φοράω ένα πρώην στενό τζιν και νυν άνετο και ένα φούξια μπλουζάκι. Μαζεύω τα μαλλιά μου σε ένα σφικτό κότσο και φοράω τις γαλότσες μου, γιατί έξω γίνεται χαλασμός Κυρίου. Ξεφυσώ νευρικά. Αυτή η πόλη δε σε αφήνει ποτέ να φτάσεις στον προορισμό σου με αξιοπρέπεια. Φεύγεις από το σπίτι υπερπαραγωγή, με μαλλί ισιωμένο, τακούνια, μακιγιάζ και ωραία ρούχα και φτάνεις με φριζαρισμένη αφάνα, πάνω σε δυο παπούτσια γεμάτα νερό και με το πρόσωπο πασαλειμμένο με μάσκαρα.

Στις οκτώ και είκοσι μπαίνω στο λόμπι του ουρανοξύστη του Τζέιμς και ενημερώνω το θυρωρό ότι θέλω να ανέβω. Φυσικά, έχω χάσει τα προνόμια της συντρόφου του Τζέιμς, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να περιμένω να καλέσει ο θυρωρός, να πάρει έγκριση και να με αφήσει να ανέβω. Ο θυρωρός μού κάνει νόημα ότι μπορώ να πάω πάνω και σπεύδω στο ασανσέρ. Ήθελα να του κάνω έκπληξη, αλλά δεν πειράζει.

Τον βρίσκω καθισμένο στο κρεβάτι με απλωμένους φακέλους γύρω γύρω, τηλέφωνα, φαξ, λάπτοπ και χαρτιά. Η νοσοκόμα του μου γκρινιάζει ότι δεν έχει κάτσει λεπτό ήσυχος, αλλά εγώ χαίρομαι που τον βλέπω να έχει πάρει τα πάνω του. Αυτή τη στιγμή μιλάει στο τηλέφωνο και είναι πολύ θυμωμένος με κάποιον. Τον ακούω να λέει ότι η περιπέτειά του δε σημαίνει ότι θα τους αφήσει να καταστρέψουν όσα έφτιαξε με κόπο κλπ κλπ. Ναι, είναι επίσημο. Είναι και πάλι κοντά μας. Χαμογελώ.
Όταν κλείνει το τηλέφωνο, σηκώνει το βλέμμα του προς το μέρος μου και με κοιτάει επίμονα.
«Πού είναι το αστείο;» ρωτάει.
«Απλώς χαίρομαι που είσαι καλά» λέω και σηκώνω τους ώμους μου.

Μου δείχνει μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι του και βολεύομαι. Σκέφτομαι ότι σε αυτό το δωμάτιο δεν έχω κάτσει ξανά. Ερχόμουν μόνο για να ξαπλώσω μαζί του, να κάνουμε έρωτα. Και τώρα κάθομαι στην καρέκλα λες και ήρθα για επίσκεψη σε κάποιο θείο μου.
«Λυπάμαι που δεν επικοινώνησα, αλλά είχα δουλειές» μου λέει ψυχρά.
«Δεν πειράζει, Τζέιμς. Είναι πολύ λογικό» λέω λίγο σοβαρά και λίγο ειρωνικά.
«Τι σημαίνει αυτό;» με ρωτάει ενώ ακουμπάει τα χαρτιά του κάτω. Έχω την προσοχή του.
«Εννοώ ότι είναι λογικό να μην με πάρεις τέσσερις μέρες. Δεν είμαστε μαζί» συνεχίζω σοβαρά. Ελπίζω να ακούγομαι πειστική.
«Αυτό ισχύει, αλλά και πάλι έπρεπε να σε ευχαριστήσω που ήρθες να με παραλάβεις» μου λέει.
«Κανένας κόπος. Κάποτε θα λέω στα παιδιά μου ότι είδα και τη Ρουάντα» χαμογελώ. Και το Μπουρουντί.

Περνάνε μερικές στιγμές σιωπής. Κοιταζόμαστε χωρίς να λέμε κάτι. Θέλω να πέσω στην αγκαλιά του και να τον φιλήσω. Μου έχει λείψει πολύ. Δεν ξέρω πώς κρατιέμαι.
«Αδυνάτισες» μου λέει ξαφνικά και σηκώνω το βλέμμα μου από τα χέρια μου. Ο τόνος του είναι δεικτικός.
«Ναι, πρέπει να έχω χάσει 5-6 κιλάκια» του λέω χαμογελαστή. «Καιρός ήταν» συνεχίζω τάχαμ αδιάφορα.
«Εσείς οι γυναίκες είστε τόσο χαζές μερικές φορές».
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι πήγες και αδυνάτισες και έχασες …τη γοητεία σου».
«Μα εγώ νόμιζα…»
«Τι νόμιζες; Ότι θα αρέσεις στους άντρες μόνο αν αδυνατίσεις; Εγώ σε αγαπούσα όπως ήσουν» μου λέει και νιώθω κάτι καυτό στα μάτια μου. Μην κλάψεις, Ανίτα. Προς Θεού, μην κλάψεις. Μόλις σου είπα ότι σε αγαπούσε. Χαρά και πόνος μαζί. Χαρά που σε αγάπησε, πόνος που δεν το κάνει πια. Αυτός ο αόριστος πρέπει να είναι ό,τι πιο άσχημο έχω ακούσει ποτέ. Μην κλάψεις, Ανίτα, μην κλάψεις.

«Λοιπόν…» ακούω τον εαυτό μου να λέει. «Χάρηκα που σε είδα, αλλά πρέπει να πηγαίνω.  Δε θέλω να σε ανησυχώ. Πρέπει να ξεκουραστείς» λέω κάνοντας ότι αγνοώ ότι θα συνεχίσει τη δουλειά του μόλις βγω από το δωμάτιο.
«Κι εγώ χάρηκα που σε είδα, Ανίτα και λυπάμαι που τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι ανάμεσα μας».

Ναι, στρίψε κι άλλο το μαχαίρι στην πληγή. Πες μας και ότι ελπίζεις να βρω την ευτυχία με κάποιον πιο άξιο από εσένα. Πες μας ότι θα μας προικίσεις κιόλας.

Όταν μπαίνω στο ταξί με προορισμό το διαμέρισμά μου σκέφτομαι ότι η σχέση μου με τον Τζέιμς είναι πια παρελθόν. Παρελθοντικός χρόνος.
Με αγαπούσε όπως ήμουν, είπε.

Εγώ γιατί συνεχίζω να τον αγαπώ όμως;

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Κεφάλαιο 71-back for good


«Γιατί κλαις;» με ρωτάει και κάνει μια προσπάθεια να γυρίσει προς το μέρος μου αλλά μια γκριμάτσα πόνου δείχνει ότι τα πλευρά του έχουν μάλλον κάποιο τραύμα.
«Πονάς;» τον ρωτάω και φιλάω το χέρι του. Δεν ξέρω τι να κάνω.
«Τι συνέβη; Εχω ένα φοβερό πονεκέφαλο!» μου λέει σοβαρός.

Οταν του εξηγώ για την απαγωγή αρχίζει να θυμάται σιγά σιγά ότι τον έδεσαν και τον πήγαν στην εκκλησία. Εκεί του έδιναν ελάχιστο φαγητό και νερό και περίπου ανά 12 ώρες του έκαναν μια ηρεμιστική ένεση με το όπλο που κάνουν ένεση στα άγρια ζώα από μακριά. Το σώμα του είναι γεμάτο μελανιές και έχει ρίξη σε μερικά πλευρά από τις βίαιες κινήσεις των κακοποιών. Ευτυχώς δεν τους χτυπούσαν. Ο τρίτος που είχαν απαγάγει κατάφερε να το σκάσει μάλλον και η αστυνομία τον αναζητάει ακόμα.
«Οι γιατροί σού έκαναν ένα σωρό εξετάσεις για να δουν αν οι συνεχείς ενέσεις ηρεμιστικών σού προκάλεσαν βλάβη, αλλά είναι όλα εντάξει. Θα ζήσεις!» του λέω με μια δόση χιούμορ αλλά ο Τζέιμς δε χαμογελάει.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» με ρωτάει ξαφνικά και νιώθω σαν κρυστάλινη μινιατούρα που την κρατάει στα χέρια της ένα τρίχρονο παιδί. Η ερώτηση που φοβόμουν. Η απάντηση που δεν ξέρω να δώσω.
«Ηρθα...για να δω αν είσαι καλά» λέω απλά, σηκώνοντας τους ώμους. Ετσι δεν είναι;
«Τόσα χιλιόμετρα για μένα;» σηκώνει τα φρύδια του και ξαφνικά θυμώνω. Τι δεν καταλαβαίνει; Τι νομίζει; Οτι τον είχα μόνο για διασκέδαση;
«Για σένα» του λέω σθεναρά, αλλά τα μάτια μου δεν μπορούν να τον κοιτάξουν. Κοιτάζω αμήχανη τα χέρια του. Εκείνος δε μιλάει. Τι να πει;
Είμαι τόσο χαρούμενη που τον βλέπω εδώ μπροστά μου, ζωντανό. Δε με νοιάζει τίποτα άλλο. Δεν θυμάμαι καν πόσα πέρασα μέχρι να τον βρούμε, δε με νοιάζει αν θα τα ξαναβρούμε. Μου φτάνει που είναι ζωντανός.

«Εχω επικοινωνήσει με μια ομάδα γιατρών από το Λονδίνο. Η Τζούλια έχει κανόνισε τη μεταφορά τους εδώ με το προσωπικό σου τζετ. Αν κρίνουν ότι είσαι σε θέση να μεταφερθείς, θα γυρίσουμε μαζί στο Λονδίνο και θα συνεχίσουν εκεί την θεραπεία σου» του λέω για να αλλάξω λίγο το θέμα, αλλά εκείνος συνεχίζει να φαίνεται πολύ σκεπτικός. Τι τον βασανίζει; Μήπως ψάχνει τρόπο να με ξεφορτωθεί;

«Λοιπόν, να σε αφήσω λίγο» του λέω και σηκώνομαι σιγά σιγά. Από μέσα μου προσεύχομαι να μου ζητήσει να μείνω, να καταλάβω ότι με θέλει εκεί, αλλά δεν αποκρίνεται. Δυστυχώς εκείνη την ώρα διάλεξε ο γιατρός να τον εξετάσει κι έτσι σε χρόνο μηδέν βρίσκομαι εκτός του δωματίου του. Οταν μένω μόνη μου ξεφυσώ δυνατά και τρέχω να μιλήσω στον Νέιθαν, να του πω τα καλά νέα.

Δύο μέρεες μετά, εγώ, ο Τζέιμς και οι δύο γιατροί του ταξιδεύουμε με το προσωπικό του τζετ για το Λονδίνο. Εκείνος είναι ακόμα πολύ καταβεβλημένος, αλλά έχει αρχίσει να παίρνει τα πάνω του. Οι οδηγίες που έχω δώσει σε ΟΛΟΥΣ ειναι να μην μάθει ο Τζέιμς πόσες μέρες ήμουν στη Ρουάντα και τι έκανα. Αν ρωτήσει κανέναν πρέπει να μάθει ότι πήγα όταν έμαθα ότι τον βρήκαν. Η αλήθεια είναι ότι δε θέλω να ξέρει πόσα έκανα, για να μη νιώσει υποχρεωμένος. Δε θέλω να νιώσει ότι πρέπει να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε επειδή έκανα τόσο κόπο. Και σιγά τον κόπο δηλαδή. Για τον Τζέιμς μιλάμε. Θα έκανα τα πάντα.

Στο διαμέρισμά του στο Λονδίνο, μας περιμένει η Τζούλια και μια νοσοκόμα η οποία θα είναι μαζί του μερικές μέρες μέχρι να νιώσει τελείως καλά. Δε θέλει να μπει σε κάποιο νοσοκομείο του Λονδίνου. Βαρέθηκε τους άσπρους τοίχους, λέει! Ετσι, με εντολή γιατρού, η νοσοκόμα θα μείνει μαζί του μέχρι να είναι έτοιμος να αυτοεξυπηρετηθεί. Ο ίδιος βέβαια γκρινιάζει, αλλά δεν τον ακούμε. Μπορεί να επιμένει όσο θέλει ότι δεν έχει ανάγκη. Ακόμα ζαλίζεται.

Θα ήθελα πολύ να προσφερθώ να μείνω εγώ μαζί του, αλλά εκείνος παραμένει απόμακρος. Δε θέλω να πιέσω καταστάσεις. Του δίνω χώρο και χρόνο. Αυτό είναι που χρειάζεται τώρα. Μια συναισθηματική καταιγίδα είναι το τελευταίο που θέλει.
Ελπίζω μόνο να γίνει σύντομα καλά και να καταλάβει πόσα πολλά σημαίνει για μένα.








Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Κεφάλαιο 70-rise and shine



Η αστυνομία επιμένει στις ανακρίσεις πολύ, αλλά οι  συλληφθέντες δεν ομολογούν. Εμείς λέμε στην αστυνομία ότι τους είδαμε να συνομιλούν με έναν νεαρό στην καλλιέργεια και να ανταλλάζουν πράγματα και σύντομα τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους. Οι αστυνομικοί λένε στους μεν τύπους με τη μηχανή ότι ο νέος στην καλλιέργεια τους κάρφωσε και το αντίθετο. Έτσι, μέχρι το βράδυ έχουν αποσπάσει ομολογία ότι εμπλέκονται σε ένα μικρό δίκτυο διακίνησης όπλων, με σκοπό την υποστήριξη του επαναστατικού αγώνα των Χούτου. Φυσικά, ο Επίτροπος επεμβαίνει και ανταλλάζει μερικά χρόνια φυλάκισης με πληροφορίες για τους απαχθέντες και έτσι σε λίγες ώρες μαθαίνουμε ότι οι τύποι με τη μηχανή ξέρουν ότι οι Χούτου έχουν τους απαχθέντες σε κάποια εγκαταλειμμένη εκκλησία αλλά δεν ξέρουν τίποτα περισσότερο. Η λογική τους είναι μέσω των απαγωγών να πιέσουν για χρήματα και να γίνει γνωστό στην Ευρώπη ότι είναι αποφασισμένοι να εδραιώσουν την εξουσία τους στη χώρα, ότι δε χρειάζονται τη βοήθεια από το δυτικό πολιτισμό και άλλες τέτοιες βλακείες.

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά και δεν μπορώ να ελέγξω τα δάκρυά μου ενώ κατευθυνόμαστε σε μια εκκλησία λίγο πιο έξω από την πόλη. Ο Νέιθαν πιστεύει ότι αν είναι κάπου οι απαχθέντες θα είναι εκεί.
Ο Ουγκούντου με χτυπάει φιλικά στην πλάτη. «Κυρία, μη φοβάστε, όλα θα πάνε καλά. Μην κλαίτε» λέει και προσεύχομαι να έχει δίκιο. Τι θα γίνει αν δεν τον βρούμε ζωντανό; Τι θα γίνει αν τον έχασα για πάντα;

Έχουμε 20 λεπτά δρόμο και προσπαθώ να σουλουπωθώ λιγάκι. Είναι βλακεία, το ξέρω, αλλά έχω τόσο καιρό να τον δω…Θέλω να είμαι λίγο εμφανίσιμη. Κοιτάω τα ρούχα μου. Τι χαζομάρα να προσπαθώ να φτιάξω τα μαλλιά μου ενώ είμαι ντυμένη έτσι…Ένα ταλαιπωρημένο στρατιωτικό παντελόνι και σκονισμένες μαύρες μπότες δεμένες σφιχτά, ένα μαύρο φαρδύ φανελάκι και μαύρα γυαλιά συμπληρώνουν το λουκ μου. Δε με λες ακριβώς και το θέαμα που περιμένεις να δεις μετά από μερικές μέρες σε ομηρία.

Η εκκλησία είναι ουσιαστικά ένα κτίριο με τριγωνική σκεπή και έναν πρόχειρο σταυρό. Στη Ρουάντα η πλειοψηφία των κατοίκων είναι ρωμαιοκαθολικοί. Δεν το ήξερα. Εύχομαι ο Θεός να είναι μαζί μας σε αυτό. Η αστυνομία μπαίνει με όπλα στο κτίριο και μετά από μερικά λεπτά εντοπίζει δύο άντρες ξαπλωμένους στο πάτωμα. Ο ένας είναι ένας ηλικιωμένος άντρας. Ο άλλος είναι ο Τζέιμς. Και οι δύο έχουν δεμένα χέρια με χειροπέδες. Έχουν τα μάτια κλειστά.

«Είναι ζωντανοί;» ουρλιάζω και τρέχω στο μέρος του Τζέιμς. Ακουμπώ το χέρι μου στο λαιμό του και νιώθω τον παλμό μου. Αρχίζω να κλαίω και να του ψιθυρίζω λόγια που υποθέτω ότι σε κάποιον τρίτο μοιάζουν ακατάληπτα. Είναι ζωντανός, Θεέ μου! Είναι ταλαιπωρημένος, έχει μούσια και μαύρους κύκλους. Τα ρούχα του είναι βρώμικα, αλλά δε φαίνεται να έχει εμφανή τραύματα. Δίπλα στους άντρες, υπάρχει ένα μπουκάλι νερό και ένα βρώμικο πιάτο με κάτι βρασμένους καρπούς. Αυτό έτρωγαν τόσες μέρες;

Μεταφέρονται στο νοσοκομείο με ένα παλιό ασθενοφόρο. Εκεί όλοι οι γιατροί πέφτουν πάνω τους. Οι ζωτικές ενδείξεις τους είναι καλές, αλλά παραμένουν με τα μάτια κλειστά.
«Είναι βαριά ναρκωμένοι» μας λένε οι γιατροί και κοιτάω τον Επίτροπο τρομαγμένη.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάω τον ένα γιατρό.
«Προφανώς τους νάρκωναν συνεχώς για να μην μπορούν να το σκάσουν. Είχαν νερό και τροφή και δε φαίνονται κακοποιημένοι. Απλώς ελέγχουμε αν προκλήθηκε κάποια βλάβη από τις συνεχείς ενέσεις ηρεμιστικών» μου λέει και ανακουφίζομαι. Όλα είναι υπό έλεγχο. Μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε, σκέφτομαι. Ο Τζέιμς είναι πολύ δυνατός. Θα τα καταφέρει.
«Ο τρίτος άντρας;» ρωτάει ο Νέιθαν έναν αστυνομικό που θα φυλάει το δωμάτιο των δύο αντρών.
«Υποθέτουμε ότι το έσκασε. Το ερευνούμε ακόμα» λέει και προσεύχομαι και για αυτόν. Μακάρι να είναι καλά ο άνθρωπος.

Η ομάδα σπεύδει στα γραφεία της Επιτροπής για να ενημερώσουν την οικογένεια του Φίλιπ, του ηλικιωμένου Βρετανού που βρέθηκε μαζί με τον Τζέιμς. Εγώ τους παρακαλώ να ενημερώσουν την Τζούλια και την Κριστίν, αλλά παραμένω το δωμάτιο του Τζέιμς. Θα μείνω εδώ μέχρι να γίνει καλά, σκέφτομαι. Τον κοιτάω να κοιμάται και ελπίζω να ξυπνήσει σύντομα και να μπορέσω να ξανακοιτάξω τα μάτια του. Λυπάμαι πολύ που χρειάστηκε όλο αυτό για να καταλάβω πόσο πολύ τον αγαπάω. Το ήξερα ότι τον αγαπώ, αλλά φοβόμουν ότι δεν ήμουν αρκετή για εκείνον. Φοβόμουν ότι δεν τον αγαπούσα αρκετά. Τώρα είμαι σίγουρη. Τον αγαπώ πιο πολύ και από τον εαυτό μου. Αν μου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία θα τα κάνω όλα σωστά. Αν.

Τον παρατηρώ να κοιμάται και περνάνε τα λεπτά και μετά οι ώρες. Κάπου τα ξημερώματα και ενώ με είχε πάρει ο ύπνος με το κεφάλι μου ακουμπισμένο στο κρεβάτι του και καθισμένη σε μια καρέκλα δίπλα του, νιώθω ένα χέρι να μου σφίγγει το μπράτσο.
Ανοίγω τα μάτια και βλέπω τον Τζέιμς να με κοιτάει χαμογελαστός. Ονειρεύομαι ή τα καταφέραμε;
«Σου έλειψα;» με ρωτάει και αρχίζω  ξανά να κλαίω.

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Κεφάλαιο 69-Μάτα Χάρι όλο χάρη



Και να ήθελα δε θα μπορούσα να κοιμηθώ περισσότερο. Η κοινότητα ξυπνάει στις τέσσερις, οπότε κι εμείς ακολουθούμε τους ρυθμούς τους. Στην τσάντα μου βρίσκω ένα κομμάτι σοκολάτα και το τρώω αντί για πρωινό και περιμένουμε να φύγουν όλοι μέχρι να μείνουμε μόνοι και να καταστρώσουμε το σχέδιό μας.

Ο Νέιθαν, εγώ, ο Ουγκούντου, ο Νάιτζελ και ο Μπουκάκα περπατάμε στα χωράφια γύρω από την κοινότητα για να είμαστε σίγουροι ότι δεν ακούει κανείς και σκεφτόμαστε πώς πρέπει να δράσουμε. Θεωρητικά επιβλέπουμε τις καλλιέργειες για κάποια επιδότηση. Έτσι, δε θα υποπτευθεί κανείς την παρουσία μας εκεί.
«Αν πλησιάσουμε την καλλιέργεια, θα μπορούμε να έχουμε τον Στόχο από κοντά» προτείνει ο Νέιθαν.
«Πρέπει να προσέχουμε να μην καταλάβει τίποτα» λέει ο Ουγκούντου και φυσικά συμφωνούμε όλοι.
«Ας χωριστούμε σε δύο ομάδες» προτείνω. «Άλλωστε, δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει δραστηριότητα για μερικές ώρες ακόμα. Δεν μπορεί να υπάρχει τόσο μεγάλη συχνότητα. Ούτε δέκα ώρες δεν πέρασαν από την ώρα που τους είδαμε χθες βράδυ!» λέω.
«Εγώ και ο Νέιθαν θα μείνουμε εδώ μέχρι το μεσημέρι και μετά εσείς οι τρεις» προτείνει ο Νάιτζελ και γνέφουμε θετικά.

Παρέα με τον Ουγκούντου και τον Μπουκάκα κάνουμε βόλτα στο χωριό και τις δίπλα κοινότητες. Με κοιτάνε παράξενα στο δρόμο, μάλλον επειδή είμαι λευκή, αλλά δε δίνω σημασία. Νιώθω πολύ ασφαλής, αλλά έτσι κι αλλιώς δε με νοιάζει τίποτα άλλο παρά να είναι καλά ο Τζέιμς. Προσεύχομαι συνεχώς να τον βρω και να είναι καλά.

Στις 12 το μεσημέρι και μετά από ένα σύντομο υπνάκο, πάμε να αλλάξουμε βάρδια. Αρχίζουμε να περπατάμε στα χωράφια ανάμεσα στους αγρότες, έχοντας πάντα το βλέμμα μας στραμμένο προς τον Στόχο. Ο Στόχος είναι μικροκαμωμένος και όχι πάνω από 22 ετών, αλλά έχει πολύ βλοσυρή όψη. Ενώ οι υπόλοιποι μιλάνε μεταξύ τους, αυτός παραμένει μακριά και δουλεύει απερίσπαστος. Φαίνεται ότι έχει παράξενη ιδιοσυγκρασία. Στις δύο το μεσημέρι ακούγεται μια καμπάνα που σημαίνει ότι τέλειωσε για σήμερα η δουλειά και όλοι μπαίνουν σε ένα μεγαλύτερο κτίριο, όπου προφανώς είναι η τραπεζαρία. Ο αρχηγός μάς καλεί για φαγητό αλλά του λέμε ότι δεν έχουμε τελειώσει την καταγραφή της σοδειάς (!) και δεν πάμε. Ενώ επικρατεί αναμπουμπούλα για το ποιος θα κάτσει και πού και τι φαγητό έχει σήμερα κλπ ο Στόχος ξεγλιστράει και κάνοντας τον κύκλο γύρω από το κτίριο αρχίζει να απομακρύνεται. Τον βλέπω με την άκρη του ματιού μου από την άλλη μεριά και αφήνω τον Μπουκάκα να βλέπει πού πάει ενώ πάω να φωνάξω τους άλλους δύο.

Σε 2 λεπτά είμαστε ετοιμοπόλεμοι. Πλησιάζουμε διακριτικά και βλέπουμε τον Στόχο να συνομιλεί με δύο άντρες και να τους δίνει μια πάνινη τσάντα. Δε βλέπω τι έχει μέσα, αλλά μου φαίνεται βαριά. Οι άντρες έχουν έρθει με μια πολύ παλιά μηχανή. Μετά την δοσοληψία χάνονται σε ένα δρομάκι.

«Είδαμε τη μηχανή» λέει ο Μπουκάκα με συγκρατημένη αισιοδοξία.
«Παίρνουμε το τζιπ και αρχίζουμε περιπολίες. Όταν τους δούμε στο χωριό θα τους ακολουθήσουμε. Αν είμαστε τυχεροί θα συνδέονται με τις απαγωγές» λέει ο Νέιθαν.
«Και αν δεν είναι στο χωριό;» ρωτάω όλο ανησυχία.
«Κάθε δώδεκα ώρες συναντιούνται. Δεν μπορεί να μένουν μακριά» λέει ο Νέιθαν και γνέφω. Έχει δίκιο.
«Ξεκινάμε από το βενζινάδικο;» λέει ο Ογκούντου ενώ μπαίνουμε στο τζιπ.

Έχει δίκιο, σκέφτομαι. Όλη η κοινότητα, καθώς και πέντε έξι χωριά γύρω γύρω μοιράζονται ένα υποτυπώδες βενζινάδικο. Σίγουρα ο υπάλληλος θα ξέρει όλα τα οχήματα, που φαντάζομαι δε θα είναι και πολλά. Με λίγο λάδωμα θα τα ξεράσει όλα.

Στις τρεις το μεσημέρι και ενώ έχω σκάσει από τη ζέστη, βλέπω τον Νέιθαν από το τζιπ όπου κάθομαι να δίνει ένα χαρτονόμισμα στον βενζινά και να τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη. Μόλις μπαίνει, μας λέει «φύγαμε» και βάζουμε μπρος.  Δεν τον ρωτάμε τι έμαθε, δεν έχει σημασία. Όταν φτάσουμε, θα καταλάβουμε πιστεύω.

Το χωριό όπου βρισκόμαστε είναι περίπου 20 λεπτά από την κοινότητα όπου μένουμε και είναι το πιο φτωχό μέρος που έχω δει. Οι άνθρωποι είναι χαμογελαστοί, αλλά κυκλοφορούν χωρίς παπούτσια και μένουν σε καλύβες από καλάμια. Τα παιδιά όταν μας βλέπουν με το τζιπ, μας κυνηγούν γελώντας με τα χέρια απλωμένα για να τους δώσουμε κάτι να φάνε. Σημειώνω στο μυαλό μου να τους δώσω κάτι φεύγοντας. Καλύτερα μετά παρά πριν. Μην ακουστεί ότι έχουμε χρήματα μαζί μας.

Οι τύποι με τη μηχανή κάθονται έξω από μια καλύβα και μας κοιτάνε προσεκτικά να τους πλησιάζουμε. Ο Νέιθαν τούς μιλάει στη γλώσσα τους. Δεν καταλαβαίνω τι λένε. Όταν απομακρυνόμαστε, ο Νέιθαν μού λέει ότι τους ρώτησε αν μπορεί κάποιος να μας βοηθήσει να μεταφέρουμε ένα φορτίο. Δε διευκρίνισε τι ακριβώς, αλλά πέταξε το δόλωμα. Είναι σίγουρος ότι αυτοί θα μας ακολουθήσουν και θα πέσουν στην παγίδα μας. Ο Νέιθαν τούς είπε τάχαμ αθώα πού μένουμε και ότι η «κυρία είναι από το εξωτερικό» και άλλα τέτοια και τους άφησε να φαντάζονται θησαυρούς. Άφησε επίσης να εννοηθεί ότι είναι μαζί τους και ότι είναι και αυτός μούτρο.  Αν είναι κακοποιοί θα έρθουν σε εμάς. Αλλά εμείς θα περιμένουμε με βοήθεια.

Στο δρόμο προς την κοινότητα, τηλεφωνούμε στην Επιτροπή και ζητάμε ενισχύσεις. 10 αστυνομικοί φτάνουν σε μία ώρα στην κοινότητα και διασκορπίζονται σε διάφορα σημεία, κυρίως πίσω από θάμνους.

Για καλή μας τύχη, οι τύποι με τη μηχανή έρχονται στην κοινότητα κάπου στις 12 τα μεσάνυχτα με σκοπό να μας κλέψουν. Ο Στόχος δεν εμφανίζεται, ίσως έχουν τελειώσει τη συνδιαλλαγή μαζί του, αλλά οι αστυνομικοί τους συλλαμβάνουν ενώ προσπαθούν να τρυπώσουν στο σπιτάκι μας κρατώντας όπλα. Αυτά είχε μέσα η τσάντα;

Τους οδηγούν στα κτίρια της αστυνομίας για ανάκριση και εγώ το μόνο που προσεύχομαι είναι να ξέρουν πού είναι ο Τζέιμς. Γιατί αν δεν ξέρουν, έχουμε χάσει τρεις μέρες.