Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 18-χιόνια στο καμπαναριό...


Κεφάλαιο 18

Ο Δεκέμβριος είχε μπει για τα καλά και όλο το σχολείο μετρούσε ανάποδα τις μέρες ως τις διακοπές των Χριστουγέννων και κυρίως το χριστουγεννιάτικο χορό. Κάθε χρόνο, τη μέρα που έκλεινε το σχολείο, το ίδιο βράδυ διοργανωνόταν ένας τεράστιος φιλανθρωπικός χορός στο Ρίτζγουεϊ και ήταν το event της χρονιάς. Από 10-20 Δεκεμβρίου είχαν εξετάσεις τριμήνου και μετά, στις 21, έκλεινε το σχολείο για Χριστούγεννα.  Το βράδυ της 21ης θα γινόταν η εκδήλωση. Οι προσκλήσεις είχαν ήδη σταλεί από τα σχολείο προς τις οικογένειες των μαθητών. Σε αυτή την εκδήλωση ήταν καλεσμένοι οι μαθητές της γ’ λυκείου και οι γονείς τους. Το κάθε άτομο που θα παρίστατο θα πλήρωνε 50 δολάρια και τα έσοδα θα πήγαιναν στο Σύλλογο Υποστήριξης Παιδιών με Αναπηρίες. Χρήματα επίσης θα συγκεντρώνονταν και από λαχειοφόρο αγορά καθώς και από διάφορες δωρεές χορηγών και ένα παζάρι με χειροποίητα χριστουγεννιάτικα στολίδια από τους μαθητές. Στο χορό θα δίνονταν βραβεία στους εξέχοντες μαθητές.

Προς το παρόν η Μόργκαν διάβαζε για τις εξετάσεις και είχε αφήσει στο πίσω μέρος του μυαλού της το χορό. Πού και πού η μητέρα της υπενθύμιζε να πάει να δοκιμάσει κανένα φόρεμα, αλλά η Μόργκαν το αμελούσε. Η Σαμάνθα είχε ήδη διαλέξει ένα μακρύ φόρεμα και είχε προτείνει στη Μόργκαν να πάνε να βρούνε κάτι για εκείνη μαζί, αλλά η Μόργκαν θεωρούσε ότι κάτι θα έβρισκε τελευταία στιγμή.

Το πρόγραμμα των εξετάσεων ήταν βαρύ και όλη η τάξη είχε αγχωθεί. Ο δε Εντουαρντ είχε ένα σημαντικό αγώνα στις 19 και μαζί με τις εξετάσεις είχε και διπλές προπονήσεις. Ερχόταν κάθε μέρα στο σχολείο με μαύρους κύκλους από την κούραση. Η απόδοσή του δεν είχε πέσει, αλλά ήταν εμφανές ότι είχε ξεπεράσει τα όριά του.
Μέσα σε όλα αυτά είχε και να ψυχαγωγεί και την Τζίνα, η οποία έδειχνε πολύ ερωτευμένη μαζί του.

Ένα βράδυ λίγες μέρες πριν τις εξετάσεις, η Μόργκαν άκουσε χάχανα από το ανοιχτό παράθυρο του Εντουαρντ. Σηκώθηκε να κλείσει το δικό της για να μην αποσπάται από το διάβασμα και εκείνη τη στιγμή βρέθηκε αντιμέτωπη με τον Εντουαρντ που είχε πλησιάσει στο παράθυρο για να κοιτάξει λίγο έξω. Τον κοίταξε λίγο και κατέβασε τα μάτια. Αυτός της έγνεψε και γύρισε την πλάτη του. Ξαφνικά η Μόργκαν είδε να σβήνει τα φώτα του και μετά άκουσε γυναικεία χάχανα.
Η Μόργκαν χώθηκε στο κρεβάτι της και έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε γοερά για ώρες ατέλειωτες μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Ο Εντουαρντ ήταν στο δωμάτιο με την Τζίνα και έκλεισε τα φώτα και μετά άκουσε χάχανα. Θεέ μου, έκαναν έρωτα. Η Μόργκαν ένιωσε να χάνεται, να σβήνει. Ήθελε να πάει και να χτυπήσει την πόρτα, να τους διακόψει, να του πει να σταματήσει αυτό που κάνει. Δεν ήταν δυνατό να έκανε έρωτα με την Τζίνα. Δεν μπορούσε να το δεχτεί. Ο Εντουαρντ της είχε πει άλλα πράγματα. Ότι ήθελε μαζί της να…Ότι θα περίμενε. Η ίδια δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της ερωτικά με άλλον άντρα και ήλπιζε ότι έτσι θα σκέφτεται και αυτός. Μάλλον όμως ίσχυε ότι οι άντρες έχουν πιο ζωώδη σεξουαλική όρεξη και δεν έχουν το συναισθηματισμό της γυναίκας. Η Μόργκαν έκλαιγε με αναφιλητά πια και μέσα στο σκοτάδι βρήκε ένα βραχιόλι που της είχε αγοράσει ο Εντουαρντ. Ήταν ένα ασημένιο αλυσιδάκι με μια μικρή καρδούλα στην άκρη. Ήταν ένα πανέμορφο κόσμημα και η Μόργκαν δεν τον έβγαζε ποτέ. Τώρα της έφερνε αηδία. Λιγότερο από 20 μέτρα μακριά ο Εντουαρντ γινόταν άντρας και αυτή έπρεπε να κάθεται εκεί και να το υπομένει.  Ο πόνος ήταν αφόρητος. Ήθελε να σπάσει κάτι για να ξελαφρώσει, αλλά δεν μπορούσε. Όλοι ήταν ήδη στο κρεβάτι και θα ξυπνούσαν από το θόρυβο. Πήρε τη Σαμάνθα αλλά είχε κλείσει το κινητό. Έβαλε γρήγορα γρήγορα τις καστόρινες μπότες της πάνω από την πιτζάμα της και ένα παλτό με γούνινο γιακά και βγήκε από το σπίτι κρατώντας ένα ζευγάρι κλειδιά και μερικά δολάρια μήπως και χρειαστεί τίποτα. Η ώρα ήταν περασμένες 12 και αύριο είχε σχολείο αλλά ήξερε ότι δεν επρόκειτο να κοιμηθεί. Βγήκε  στον κήπο και παρατήρησε ότι το αμάξι των γονιών του Εντουαρντ έλειπε. Φυσικά. Βρήκε ευκαιρία να φέρει τη γκόμενα στο σπίτι. Περπατούσε για ώρες μέσα στο χιόνι κλαίγοντας. Σκέφτηκε να αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα και να καπνίσει μήπως και χαλαρώσει, αλλά σκέφτηκε ότι δε θα χαλάσει την υγεία της για χάρη του. Έκατσε σε ένα παγκάκι και κοίταξε το ποτάμι να ρέει αργά και σκέφτηκε ότι έτσι είναι και ο χρόνος. Περνάει και δε σταματάει πουθενά. Και οι άνθρωποι είναι για το χρόνο ασήμαντοι όπως και μια πέτρα που ρίχνεις στο ποτάμι. Δεν είναι ικανή να σταματήσει τη ροή του.

Μία ώρα μετά, σε λίγο καλύτερη κατάσταση και αποφασισμένη να δεχτεί αυτό που είχε γίνει, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δεν είχε σημασία που αυτή δεν ενέκρινε την Τζίνα. Σημασία έχει να τη θέλει ο Εντουαρντ. Ίσως μαζί της ήταν πιο ευτυχισμένος απ’ ό,τι με τη Μόργκαν. Αυτό την πλήγωνε αλλά ήξερε ότι δεν είχε πολλές επιλογές παρά να το δεχτεί.

Είκοσι μέτρα από το σπίτι της είδε μια φιγούρα στα σκοτεινά στον κήπο του Εντουαρντ. Τρόμαξε. Έκατσε ακίνητη πίσω από ένα αμάξι να παραμονεύσει. Ποιος ήταν αυτός; Είχε πολύ κρύο, αλλά κατάφερε να μείνει ακίνητη χωρίς να τουρτουρίσει. Η Μόργκαν κοίταξε λίγο προσεκτικά και είδε πως η αντρική φιγούρα που περπατούσε νευρικά πάνω κάτω ήταν του Εντουαρντ! Τι έκανε εκεί; Η Μόργκαν σκέφτηκε ότι έπρεπε να προχωρήσει προς το σπίτι και να τον αντιμετωπίσει. Δεν μπορούσε να κάτσει εκεί μέσα στο κρύο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περπάτησε αργά προς το σπίτι της. Λίγα μέτρα πριν περάσει την πόρτα της τον άκουσε να της λέει.
«Τι κάνεις έξω τέτοια ώρα;». Η Μόργκαν γύρισε προς το μέρος του, αλλά δεν τον πλησίασε.
«Βόλτα. Εσύ;»
«Παίρνω αέρα».
Η Μόργκαν δεν ήξερε πώς να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση και έκανε να μπει στο σπίτι της.
«Είναι δυνατό να γυρίζεις τέτοια ώρα μόνη σου μέσα στο κρύο; Επίτηδες το κάνεις;»
«Ξέρεις, Εντουαρντ, δεν είναι δουλειά σου» του αντιμίλησε, αλλά μετάνιωσε αμέσως γιατί τον είδε με την άκρη του ματιού της μέσα στο σκοτάδι να την αρπάζει από τον αγκώνα και να τη σέρνει σε ένα κρυφό σημείο ανάμεσα στα σπίτια τους.

«Τι έχεις;» της φώναξε.
«Εντουαρντ, μη με τραβάς. Τι στο καλό έπαθες;»
«Εσύ τι στο διάολο έχεις και περπατάς μέσα στο χιόνι; Είχες πάει να συναντήσεις τον Πίτερ;»
«Εσένα τι σε νοιάζει;»
«Με νοιάζει».
«Γιατί;» ρώτησε με αυθάδεια η Μόργκαν. Δεν της άρεσε να την ελέγχει μετά από όσα είχε κάνει.
«Είμαστε τόσα χρόνια φίλοι» της είπε αυτός και η Μόργκαν ένιωσε σαν να είχε δεχτεί πυροβολισμό. «Έχω συνηθίσει να σε προσέχω από τις κακοτοπιές».
«Εντουαρντ, δεν έχω ανάγκη την προσοχή σου. Είμαι μεγάλο κορίτσι πια. Πήγαινε πάνω στη φίλη σου σε παρακαλώ να κολλήσεις χλαμύδια» του είπε με θράσος και έκανε να φύγει αλλά ο Εντουαρντ την πρόλαβε με μια απότομη κίνηση και την κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο.
«Τι εννοείς;» ρώτησε αυτός άγρια.
«Εννοώ ότι σε περιμένει η Τζίνα  Άκουσα τα χάχανά της» είπε η Μόργκαν προσπαθώντας να μη φανεί πειραγμένη, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία.
«Επάνω κοιμάται η μικρή ξαδέρφη μου και εγώ κοιμάμαι το σαλόνι μέχρι να φύγει. Η μητέρα της είναι στο νοσοκομείο και η μητέρα μου και ο πατέρας μου είναι εκεί απόψε. Επίσης τα χλαμύδια κολλάνε μόνο με σεξουαλική επαφή. Οπότε δεν κινδυνεύω. Ακόμα.» είπε ο Εντουαρντ χαμογελώντας. «Εσένα όμως τι σε νοιάζει; Ζηλεύεις;» ρώτησε αυτάρεσκα.
Η Μόργκαν είχε μείνει κόκαλο. Προσπαθούσε να μιλήσει και να πει κάτι για να ξεγλιστρήσει, αλλά δεν τα κατάφερνε. Εκείνο το «ακόμα» την είχε χτυπήσει σαν κεραυνός.
«Δε με νοιάζει, απλώς δεν ήθελα να σε απασχολώ από τη φιλεναδίτσα σου» κατάφερε να πει με μεγάλη καθυστέρηση. Ένιωθε το χέρι του να σφίγγει τον καρπό της και την ανάσα του να καίει το δέρμα της. Η έλξη ήταν τεράστια, δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Κοιτούσε τα χείλη του και προσευχόταν από μέσα της να χαμηλώσει το κεφάλι του και να τη φιλήσει. Να της πει ότι την αγαπάει ακόμα.  
«Λες ψέματα στο εαυτό σου, Μόργκαν» της είπε και ξαφνικά την άφησε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου