Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 22-Τολμηρές αποφάσεις



Κεφάλαιο 22

Σήμερα ήταν 24 Δεκεμβρίου. Παραμονή Χριστουγέννων. Η Μόργκαν κατέβηκε στον κάτω όροφο και βρήκε την οικογένειά της μαζεμένη. Ο αδερφός της ο Ρόμπι είχε έρθει για διακοπές και θα έμενε μέχρι τις 6 Ιανουαρίου.
«Καλημέρα» είπε σε όλους και κάθισε να τσιμπήσει κάτι. Η μητέρα της ήταν ακόμα παγωμένη και αυτό ήταν εμφανές. Ο μπαμπάς της και ο Ρόμπι όμως της μιλούσαν κανονικά. Αυτό σήμαινε ότι την καταλάβαιναν ή ότι απλώς δεν μπορούσαν να της κρατήσουν μούτρα αναρωτήθηκε.

«Θα φτιάξουμε κέικ σήμερα. Θα βοηθήσεις;» τη ρώτησε η μητέρα της ξαφνικά.
«Φυσικά» απάντησε σε πολύ χαλαρό τόνο η Μόργκαν.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε όρεξη για τίποτα, πόσω μάλλον για κέικ και βλακείες. Κανονικά θα συμμετείχε με χαρά, αλλά σήμερα το πρωί συνειδητοποίησε ότι είχε να δει τρεις μέρες να δει τον Εντουαρντ και της έλειπε. Τι αξία έχουν τα Χριστούγεννα όταν λείπει αυτός που αγαπάς; Και αυτός ο βλάκας δεν μπορεί μια χρονιά να μην πάει για σκι; Καταραμένες πίστες, καταραμένο χιόνι.

Το κέικ τους είχε ρούμι και διάφορους καρπούς. Το έψηναν πάντα παραμονή και το έτρωγαν στο μεγάλο τραπέζι που έκανε η μαμά της τη μέρα των Χριστουγέννων για όλη την οικογένεια. Φέτος πρέπει να είχαν κάνει πολύ καλή δουλειά γιατί μύρισε υπέροχα. Μόλις κρύωσε, το πασπάλισαν με ζάχαρη άχνη και το έβαλαν σε ένα κρυστάλλινο δίσκο. «Πάω να αγοράσω δώρα» είπε η Μόργκαν και ανέβηκε στο δωμάτιό της να βάλει κάτι πιο ζεστό και να πάρει λεφτά. Φόρεσε ένα χοντρό κασκόλ και ένα μπουφάν με γούνα από μέσα και βγήκε στον παγωμένο αέρα. Θα πήγαινε με τα πόδια στην πόλη και εκεί θα συναντούσε τη Σαμάνθα. Θα ψώνιζαν μαζί τα δώρα και η Μόργκαν θα έβρισκε ευκαιρία να την ψαρέψει για να δει τι θέλει και αυτή.

«Καλώς την» της φώναξε η Σαμάνθα όταν την είδε, μετά από είκοσι λεπτά.
«Το μαγαζί απέναντι έχει προσφορές σε παλιά βιβλία και λεξικά. Πάμε να δούμε;»
Η Μόργκαν συμφώνησε και μπήκαν. Αγόρασε τελικά δύο κλασικά βιβλία για τη μαμά της, που λάτρευε το διάβασμα. Στη συνέχεια πήγαν σε ένα μαγαζί με καλλυντικά και αγόρασαν ένα άρωμα για τον Ρόμπι και ένα για τον μπαμπά της Σαμάνθα και από ένα μαγαζί με εργαλεία η Μόργκαν αγόρασε μια εργαλειοθήκη για τον μπαμπά της. Τελικά αφού τελείωσαν με τα δώρα κατέληξαν σε ένα μαγαζί με γυναικεία. «Να πάρουμε και κάτι για εμάς» είπε η Σαμάνθα γελώντας. Η Μόργκαν αγόρασε ένα μπορντό πλεκτό φόρεμα για την ίδια και ένα μπλε μπλουζάκι για τη Σαμάνθα, αλλά της είπε τάχα ότι είναι για την ξαδέλφη της. Η Σαμάνθα αγόρασε ένα ζευγάρι μπότες. Βγήκαν από το μαγαζί χαρούμενες με τα ψώνια τους. Η Μόργκαν είχε επιτέλους χαλαρώσει. Είχε λίγη ώρα να σκεφτεί πόσο της έλειπε ο Εντουαρντ.
«Πάμε για ένα μιλκσέικ;» πρότεινε η Σαμάνθα και αμέσως συμφώνησε.

Στο μαγαζί με τα μιλκσέικ συνάντησαν μερικούς συμμαθητές τους και έστειλαν μήνυμα στην Χέλεν και τη Μαίρη να έρθουν αν μπορούν. Σε μισή ώρα είχαν μαζευτεί έξι εφτά άτομα και έτρωγαν μπέργκερ και έπιναν μιλκσέικ. Η Μόργκαν είχε  χαλαρώσει πλήρως. Η παρέα της την έκανε πάντα να ξεχνιέται και να περνάει καλά. Όταν έμενε μόνη της όμως, το μυαλό της έκανε παράξενα ταξίδια, με τον ίδιο πάντα προορισμό. Τον Εντουαρντ.

Κατά τις πέντε γύρισε στο σπίτι. Ολοι ήταν απασχολημένοι με κάτι. Ο μπαμπάς της και ο Ρόμπι έφτιαχναν μερικά ράφια στην κουζίνα και η μαμά της έφτιαχνε το γιορτινό τραπέζι. Η Σαμάνθα βοήθησε λίγο τη μητέρα της με το κόψιμο των λαχανικών και έπλυνε το καλό σερβίτσιο για να είναι έτοιμο. Ανυπομονούσε να δει τους συγγενείς της. Κάποιοι έμεναν 60 χλμ από την Αουγκούστα και δεν τους έβλεπε τόσο συχνά. Κάθε Χριστούγεννα όμως μαζεύονταν όλοι για το γιορτινό τραπέζι και περνούσαν πάντα καλά.

Με τη σκέψη ότι αν έμενε απασχολημένη δε θα σκεφτόταν πόσο της έλειπε ο Εντουαρντ συνέχισε να κάνει ένα σωρό δουλειές μέσα στο σπίτι. Είχε ξεπατωθεί στην κούραση μέχρι που η μητέρα της τη σταμάτησε. «Σταμάτα, καλέ, πήγε δέκα η ώρα. Θα είσαι κουρασμένη αύριο, γιορτινή μέρα».
«Μια χαρά είμαι, μαμά» επέμεινε η Μόργκαν αλλά η μαμά της δεν άκουγε.
«Πήγαινε πάνω να ξαπλώσεις ή κάτσε να ξεκουραστείς. Σταμάτα τις δουλειές» είπε.

Η Μόργκαν βαριόταν να βγει τέτοια ώρα και ανέβηκε στο δωμάτιό της να δει λίγη τηλεόραση. Παραδοσιακά παραμονή Χριστουγέννων είχε ασπρόμαυρες ρομαντικές ταινίες. Η αναπνοή της κόπηκε όταν μπήκε στο δωμάτιό της. Στο σπίτι των Λάμπερτ υπήρχε αναμμένο το φως στο χολ στον πάνω όροφο και η Μόργκαν έβλεπε μια σκιά να περπατάει. Το αμάξι της οικογένειας έλειπε όμως. Ήταν ακόμα διακοπές. Ποιος να ήταν; Μήπως ήταν κλέφτης; Έπρεπε να πάει να δει. Πού θα έλεγε στους δικούς της ότι θα πήγαινε όμως; Το μυαλό της είχε πάρει φωτιά. Επρεπε να επέμβει. Δεν ήθελε να γυρίσουν να βρουν το σπίτι τους γυαλιά καρφιά. Είχε χρέος ως γειτόνισσα. Και όχι μόνο.

«Μαμά, πετάγομαι στη Σαμάνθα να της δώσω το δώρο της» είπε η Μόργκαν στη μαμά της ξαφνικά. «Μου έστειλε μήνυμα ότι θα λείπει αύριο τελικά και θέλω να της δώσω».
Η μαμά της δίστασε λίγο, αλλά τελικά δεν είπε τίποτα. Άλλωστε η Μόργκαν είχε προ πολλού μπει στα 18. Μπορούσε να βγει μια βόλτα στις δέκα.

Η Μόργκαν κρατούσε την τσάντα με την μπλούζα στο χέρι και στην τσέπη του χοντρού μπουφάν της είχε ένα σπρέι πιπεριού. Δεν ήξερε τι έπρεπε να πάρει για να αντιμετωπίσει ένα ληστή. Ίσως πήγαινε να χτυπήσει την πόρτα για να τον τρομάξει και μετά θα έπαιρνε την αστυνομία. Ήταν πολύ τολμηρό αυτό που έκανε, αλλά δεν ήθελε να το αφήσει έτσι.


Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 21-Οπως η Θύρα!


Κεφάλαιο 21

«Μιλάτε;» ήταν η πρώτη κουβέντα της μαμάς της όταν μπήκαν στο αμάξι. Η Μόργκαν δεν απάντησε, αλλά η μαμά της επέμεινε.
«Ναι. Τι θες τώρα;» απάντησε νευρικά.
«Θέλω να μην μπλέξεις πάλι μαζί του και σε παρασύρει και δεν προχωρήσεις στη ζωή σου».
«Ναι, γιατί ο Εντουαρντ είναι γνωστός χασομέρης και αλήτης» ειρωνεύτηκε ανοιχτά η Μόργκαν. Είχε βαρεθεί να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Θα τον υπερασπιζόταν. Του το χρωστούσε.
«Τον υπερασπίζεσαι; Μετά από όσα σου έκανε;»
«Δε μου έκανε τίποτα που δεν ήθελα» είπε η Μόργκαν πριν προλάβει να σκεφτεί τι σήμαινε αυτό που είπε. Άσε τη να νομίζει ό,τι θέλει. Δεν ακούει άλλωστε, σκέφτηκε πεισμωμένη η Μόργκαν.
«Μάλιστα» είπε η μαμά της και έκανε μια μεγάλη παύση. Ο μπαμπάς της προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα. «Περάσαμε μια ωραία βραδιά, μην τη χαλάμε» είπε στη γυναίκα του. «Κι εσύ, Μόργκαν, μη μιλάς με τόση αυθάδεια στη μητέρα σου».
«Αφησέ τη, Μάικλ, ας κόψει το κεφάλι της. Αλλά αν ξαναμπλέξει με εκείνον εμένα και τα λεφτά μου για το κολέγιο μπορεί να μας ξεχάσει».
«Φραν, μη λες μεγάλα λόγια» είπε ο πατέρας της ενώ πάρκαρε έξω από την πόρτα τους. Η Μόργκαν πετάχτηκε έξω και έτρεξε στο δωμάτιό της. Έβγαλε το φόρεμά της και το πέταξε στο πάτωμα. Μετά ξεβάφτηκε πρόχειρα και χώθηκε στο κρεβάτι φορώντας τα εσώρουχά της μόνο. Δεν είχε κουράγιο ούτε να βάλει πιτζάμες.
Σκεπάστηκε μέχρι το κεφάλι με το πάπλωμά της και άρχισε να κλαίει.

Είχε περάσει τόσο όμορφα απόψε. Είχε γελάσει, είχε χορέψει, είχε απολαύσει τη ζεστή αγκαλιά του Εντουαρντ μετά από δύο χρόνια. Γιατί έπρεπε να της το χαλάσουν; Γιατί να μην μπορεί να μιλάει στον Εντουαρντ; Γιατί να πρέπει να διαλέξει εκείνον ή τη μητέρα της; Εκείνον ή τη μόρφωσή της; Ήταν τεράστια διλήμματα αυτά για μια κοπέλα της ηλικίας της. Ένιωθε το βάρος των αποφάσεών της να τη βαραίνει. Πώς ήταν δυνατό να διαλέξει;

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα φετινά Χριστούγεννα όπως και τα περσινά θα ήταν απαίσια. Είχε συνηθίζει να περνάει τα Χριστούγεννα με τον Εντουαρντ. Να στολίζουν μαζί το δέντρο, να φτιάχνουν στολίδια και να πίνουν σοκολάτα με μαρσμέλοουζ. Μετά το ατύχημα δεν τον έβλεπε σχεδόν καθόλου τα Χριστούγεννα. Οι Λάμπερτ πήγαιναν διακοπές σε κάποιο βουνό για να κάνουν σκι και έτσι ο Εντουαρντ πήγαινε μαζί τους. Όχι ότι αν έμενε θα μιλούσαν ή θα περνούσαν χρόνο μαζί. Αλλά θα τον έβλεπε έστω. Ίσως φέτος τον πετύχαινε στο δρόμο και του έλεγε και μερικές ευχές. Αλλά πού να τον βρει; Στα βουνά; Άραγε θα έφευγαν αύριο ή θα έμεναν μερικές μέρες;

Η Μόργκαν ένιωθε ένα τεράστιο βάρος να την πλακώνει. Δεν μπορούσε να χαλαρώσει με τίποτα. Ήταν τόσο δυστυχισμένη που ήθελε να κοιμηθεί και να ξυπνήσει όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει. Δυστυχώς όμως ο ύπνος δεν της έκανε τη χάρη. Έμεινε ξάγρυπνη μέχρι τις 3 τουλάχιστον. Τα φώτα του Εντουαρντ είχαν σβήσει. Θα κοιμάται, σκέφτηκε. Η Μόργκαν κουλουριάστηκε, έκλεισε τα μάτια της και ονειρεύτηκε ότι είναι στην αγκαλιά του. Σε λίγα λεπτά είχε αποκοιμηθεί. 

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

The song

Σε μια ώρα θα' χουν όλα τελειώσει...


Χορός

Όταν τελείωσε η δημοπρασία των έργων των μαθητών και η λαχειοφόρος αγορά σηκώθηκε ο διευθυντής του σχολείου να μιλήσει στο πόντιουμ. Κανείς δεν ήξερε τι θα έλεγε, καθώς δεν είχε πει σε κανέναν ότι θα έβγαζε λόγο. Μάλλον ήταν κάποια απόφαση της στιγμής, αλλά κανείς δεν την εκτίμησε, επειδή έπρεπε να περιμένουν να τελειώσει και αυτό μέχρι να σερβιριστεί το φαγητό. Ο κύριος Μακέιν όμως έβγαλε ένα μακροσκελή λόγο για τη χαρά του να είσαι νέος, τις φιλοδοξίες και τα όνειρα που έχουν οι νέοι, τη δύσκολη οικονομική συγκυρία και άλλα πολλά, ώσπου προς μεγάλη έκπληξη όλων, κάλεσε στο πόντιουμ τον Εντουαρτν να βγάλει ένα λόγο επειδή όπως είπε «είναι το καμάρι του λυκείου χάρη στις αθλητικές και σχολικές επιδόσεις του».

Ο Εντουαρντ έδειχνε να μην ξέρει από πού του ήρθε και η Μόργκαν χαμογέλασε. Του πήρε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να πάρει την απόφαση να σηκωθεί. Μόνο εκείνη ήξερε ότι σιχαινόταν να μιλάει μπροστά σε κοινό. Η Σαμάνθα τής τσίμπησε το χέρι κάτω από το τραπέζι. Ο Εντουαρντ σηκώθηκε αργά και πήγε στο πόντιουμ φανερά αμήχανος. Προσάρμοσε το μικρόφωνο πιο ψηλά και καθάρισε τη φωνή του.

Κυρίες και κύριοι, καταρχήν ευχαριστούμε όλοι που ήρθατε απόψε να στηρίξετε το φιλανθρωπικό μας σκοπό και ευχαριστώ και τον κύριο Μακέιν για τα καλά του λόγια. Δε θα σας κουράσω πολύ, αλλά θέλω να πω μερικά λόγια μιας και μου δόθηκε η ευκαιρία.

Η Μόργκαν είχε μείνει άναυδη. Ο Εντουαρντ μιλούσε μπροστά σε κοινό 400 ατόμων χωρίς να κομπιάζει. Ε λοιπόν, είχαν αλλάξει πολλά μέσα σε δύο χρόνια σκέφτηκε με κάποια λύπη…

Ελπίζω μέσα σε αυτή την ομολογουμένως άσχημη οικονομική συγκυρία όλοι οι απόφοιτοι του Ρίτζγουεϊ να βρουν το δρόμο τους προς την επιτυχία. Ελπίζω οι μόχθοι μας, είτε λίγοι είτε πολλοί, να ανταμειφθούν με μια λαμπρή καριέρα και σε μερικά χρόνια να βλεπόμαστε στο δρόμο και να καμαρώνουμε για όσα έχουμε καταφέρει.

Κυρίως όμως εύχομαι, σε αυτό το μονοπάτι προς την επιτυχία, να μην αφήσουμε πίσω τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα. Η επιτυχία χωρίς την προσωπική ευτυχία είναι μισή. Δουλέψτε, διαβάστε, κοπιάστε, αλλά βρείτε λίγο χρόνο να κάνετε κάτι που αγαπάτε παρέα με φίλους ή με το άλλο σας μισό. 

Σας εύχομαι ένα όμορφο βράδυ.

Η αίθουσα σείστηκε από χειροκροτήματα. Μικρό μήνυμα αλλά και περιεκτικό. Ακόμα και οι γονείς της Μόργκαν χειροκρότησαν διακριτικά. Οι γονείς της Σαμάνθα που δεν ήξεραν τι είχε συμβεί με τους Λάμπερτ είπαν στο τραπέζι «εξαίρετος νέος». Οι γονείς της Μόργκαν φυσικά δεν απάντησαν, αλλά η Μόργκαν από μέσα της είχε φουσκώσει από περηφάνια.

Μισή ώρα μετά, τα φαγητά είχαν σερβιριστεί και οι περισσότεροι είχαν αποφάει τις υπέροχες λιχουδιές που είχε ετοιμάσει το καλύτερο κέιτερινγκ του Μέιν. Η Σαμάνθα πήρε τη Μόργκαν από το χέρι για να πάνε να συναντήσουν τους συμμαθητές τους που ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορα τραπέζια με τους γονείς τους. Ευτυχώς οι γονείς της Μόργκαν παρόλο που δεν ήξεραν καλά τους γονείς της Σαμάνθα μιλούσαν ευχάριστα μαζί τους και έτσι τα κορίτσια δε χρειάστηκε να ανησυχήσουν μήπως βαρεθούν.

«Θα χορέψουμε; Τι λες;» είπε η Χέλεν στη Σαμάνθα.
«Ε φυσικά. Ποιος έχει αναλάβει τη μουσική παρεμπιπτόντως;»
Κανείς δεν ήξερε, αλλά μόλις άρχισαν τα πρώτα κομμάτια λύθηκε η απορία όλων τους. Παρόλο που μερικοί μαθητές ήταν γνωστοί για την πλούσια μουσική συλλογή τους, κανείς δεν είχε επιλεχθεί για να διαλέξει τραγούδια για την αποψινή βραδιά. Ο λόγος ήταν ότι ο κύριος Τρίνιτ είχε αποφασίσει να διαλέξει αυτός τα τραγούδια με σκοπό να περάσει μηνύματα στη δεσποινίδα Γουίλιαμς. Καθόταν πίσω από τον υπολογιστή και επέλεγε κομμάτια κοιτώντας τη με νόημα. Το αποτέλεσμα είναι όλο το βράδυ να ακούγονται μπαλάντες και χορευτικά τραγούδια της δεκαετίας του ’80 και να διασκεδάζουν μόνο οι γονείς.

«Τι θα κάνουμε;» είπε ο Πίτερ. «Πολύ φοβάμαι ότι σε λίγο θα ακούσουμε και disco”.
Tα παιδιά είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. «Θεέ μου, ας βάλει έστω λίγη Βritney Spears, να αλλάξει ο αιώνας» είπε δραματικά ο Ρος.
Εκείνη την ώρα ήρθε και ο Εντουαρντ με την Τζίνα αγκαζέ. Μπλιαχ.
«Ρε παιδιά, τι έγινε με τη μουσική; Αν ακούσω το Hello θα αυτοκτονήσω» είπε η Τζίνα.
«Κάτι πρέπει να κάνουμε» είπε σοβαρά ο Εντουαρντ και όλοι συμφώνησαν.
«Έχει κανείς πάνω του ή στο αμάξι κάποιο στικάκι ή MP3 player; Να κάνουμε μια μεγάλη λίστα με καινούργια τραγούδια και να ζητήσουμε να παίξει αυτή. Ελπίζω να έχει καταλάβει ότι η δεσποινίδα Γουίλιαμς τον αγνοεί και να μην επιμείνει άλλο» είπε η Μόργκαν.

Σε δέκα λεπτά είχαν μαζέψει γύρω στα 100 τραγούδια των τελευταίων δέκα ετών και τα φόρτωσαν στον υπολογιστή που ήταν συνδεδεμένος με τα μεγάφωνα.
«Και εγένετω 21ος αιώνας» αναφώνησε ο Φρεντ ενώ πατούσε Play σε ένα σύγχρονο χορευτικό κομμάτι.

Ξαφνικά η πίστα γέμισε μαθητές που χόρευαν ξέφρενα στους ρυθμούς του r nb κομματιού. H Μόργκαν χόρευε πότε με τον Πίτερ και πότε με τη Σαμάνθα και τη Μαίρη. Όλοι περνούσαν επιτέλους πολύ καλά. Η μουσική ήταν φοβερή και όλοι έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους στην πίστα. Φοβερό ρυθμό είχε κυρίως η Τζίνα, παραδέχτηκε απρόθυμα από μέσα της η Μόργκαν. Η «προϋπηρεσία» της ως μαζορέτα την είχε κάνει πολύ ικανή χορεύτρια. Τώρα χόρευε με τον Εντουαρντ ένα αργό κομμάτι και έδειχναν πολύ ταιριαστοί. Η Μόργκαν αποκαρδιώθηκε και έκανε να πάει προς τους γονείς της, αλλά την πρόλαβε ο Πίτερ πριν κατέβει από την πίστα.
«Μου χρωστάς ένα μπλουζ» της είπε και η Μόργκαν δέχτηκε. Δεν ήθελε να δώσει λάθος εντυπώσεις στον Πίτερ, αλλά ήθελε να χορέψει με κάποιον κάτι πιο αργό.
Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Πίτερ την κράτησε στην αγκαλιά του δείχνοντας την πρόθεσή του να χορέψει ξανά μαζί της. Η Μόργκαν δεν ήθελε, αλλά δεν ήθελε να τον προσβάλει.
«Μπορώ;» άκουσε τον Εντουαρντ να λέει στον Πίτερ.
«Έλεγα να χορέψω εγώ μαζί της» είπε ο Πίτερ.
«Μόλις χόρεψες» του είπε δυναμικά ο Εντουαρντ και άρπαξε την Μόργκαν. Ο Πίτερ εκνευρίστηκε, αλλά δεν το έδειξε. Η Σαμάνθα τού ζήτησε να χορέψουν ενώ έμπαινε το επόμενο τραγούδι.

Ο Εντουαρντ πήρε τη Μόργκαν αγκαλιά και αυτή ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του. Το τραγούδι που έπαιζε ήταν πολύ ρομαντικό. Ένιωθε ότι ζούσε σε ένα παραμύθι. Ήταν πάλι στην αγκαλιά του.
«Μα τώρα πες μου» του ψιθύρισε «πώς πέτυχες το τραγούδι;»
«Είναι δικά μου τραγούδια και ήξερα τι θα παίξει μετά» γέλασε.
«Ξέρω δύο τραπέζια τουλάχιστον που έχουν πάρει φωτιά αυτή τη στιγμή. Επίτηδες το έκανες;» ρώτησε η Μόργκαν.
«Μπορείς να το πεις και έτσι» παραδέχτηκε σατανικά.
«Μας κοιτάνε όλοι» είπε η Μόργκαν γελώντας.
«Εσένα κοιτάνε. Είσαι ασύλληπτα όμορφη απόψε».
Η καρδιά της Μόργκαν κόντεψε να σπάσει με αυτό που άκουσε. «Ασύλληπτα όμορφη» είχε πει; Άραγε είχε πει και στην Τζίνα τα ίδια;

Χόρευαν αγκαλιασμένοι, ίσως λίγο πιο σφιχτά απ’ ό,τι έπρεπε, και η Μόργκαν αφουγκραζόταν την καρδιά του. Ήθελε να σηκώσει τα μάτια της και να του πει όσα ένιωθε, αλλά δεν ήξερε τι θα της απαντούσε. Μύριζε ξανά το άρωμά του, ήταν ξανά δικός της έστω για λίγο. Το τραγούδι κόντευε να τελειώσει και δεν άντεχε στην ιδέα ότι δε θα τον ξαναένιωθε ποτέ τόσο κοντά της. Η χρονιά θα τέλειωνε και μετά θα περνούσαν σε διαφορετικές πόλεις. Ίσως δεν τον ξανάβλεπε ποτέ. Ξαφνικά ένιωσε δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της και έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο του.

«Μην κλαις, καρδιά μου, ό,τι έγινε έγινε» της ψιθύρισε και την άφησε από την αγκαλιά του όταν τέλειωσε το τραγούδι.

Η Μόργκαν απέμεινε μόνη στη μέση της πίστας ώσπου την τράβηξε η Σαμάνθα να χορέψουν. Όση ώρα χόρευε η Μόργκαν σκεφτόταν αυτό που της είχε πει ο Εντουαρντ. Δεν είχε καταλάβει τίποτα. Είχε παρανοήσει. Νόμιζε ότι έκλαιγε για όσα συνέβησαν τότε, όμως εκείνη έκλαιγε για όσα συνέβησαν μετά. Θεέ μου, θα καταλάβει ποτέ; αναρωτήθηκε και προσπάθησε να διασκεδάσει.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

morgward!


Κεφάλαιο 20-άντε γεια!



Κεφάλαιο 20

Η Μόργκαν είχε βάλει πάνω από 10 φορέματα και η Σαμάνθα δεν είχε εγκρίνει κανένα. «Ρε Μόργκαν, βάλε ένα μαύρο να τονιστεί το λευκό δέρμα σου και τα κόκκινα μαλλιά σου. Άσε τα φούξια και τα μπλε για καμιά άλλη. Με έχεις κάνει έξαλλη» παραπονέθηκε η Σαμάνθα. «Σαμάνθα, δε θέλω να βάλω μαύρο. Είναι πολύ επίσημο χρώμα. Θα με μεγαλώνει» είπε η Μόργκαν ψιθυριστά για να μην τις ακούσει η πωλήτρια και επέμβει στη συζήτηση. «Θα κάνεις ελαφρύ χτένισμα και μακιγιάζ και θα το αντισταθμίσεις. Τελείωνε όμως γιατί έτσι όπως το πας δε θα είσαι έτοιμη για αύριο!» είπε γελώντας η Σαμάνθα.

Η Μόργκαν δοκίμασε τελικά ένα μαύρο φόρεμα το οποίο άφησε άφωνη τη Σαμάνθα. Η αλήθεια είναι ότι της πήγαινε πολύ. Είχε ένα περίτεχνο σχέδιο στο μπούτσο και από τη μέση και κάτω ήταν ίσιο και έφτανε ως τους αστραγάλους της. Η πωλήτρια δε, της είπε ότι επειδή έχει μείνει μόνο αυτό το νούμερο έχει έκπτωση 30% και έτσι η Μόργκαν το αγόρασε. Πήρε μαζί και ένα ζευγάρι απλές μαύρες γόβες και βγήκε από το μαγαζί μαζί με τη Σαμάνθα η οποία δεν είχε σταματήσει να λέει πόσο πολύ της πήγαινε το χρώμα και πόσο χαζή ήταν που δεν εκμεταλλευόταν τα φυσικά κάλλη της, ότι θα έκανε την Τζίνα να σκάσει και τον Εντουαρντ να σέρνεται πίσω της και άλλα τέτοια.

«Και ποιος σου είπε ότι με ενδιαφέρει αυτό;» αντέδρασε η Μόργκαν.
«Έλα τώρα, πες τα στη Σαμάνθα να ξελαφρώσεις!» είπε ξεκαρδισμένη η φίλη της.
«Αφού τα ξέρεις, τι να σου πω;»
«Ώστε το παραδέχεσαι;»
«Δεν το αρνούμαι».
«Μεγάλη πρόοδος.»
«Και τι κατάφερες τώρα;»
«Εγώ τίποτα. Εσύ όμως με το φόρεμα που αγόρασες θα καταφέρεις πολλά αύριο!» είπε η Σαμάνθα.

Σάββατο απόγευμα η οικογένεια της Μόργκαν ετοιμαζόταν για το χορό. Ο μπαμπάς της φόρεσε ένα σκούρο κοστούμι και η μαμά της ένα μακρύ φόρεμα στο χρώμα της σκουριάς και ένα ασορτί σάλι. Ο αδερφός της Σαμάνθα δεν είχε έρθει από το κολλέγιο για το Σαββατοκύριακο, οπότε δε θα ερχόταν μαζί τους. Η Μόργκαν τελειοποίησε τον απλό κότσο της και πέρασε λίγο άχρωμο λιπ γκλος στα χείλη της. Το φόρεμά της ήταν τόσο εντυπωσιακό που δε χρειαζόταν κι άλλο στάιλινγκ. Κατέβηκε στον κάτω όροφο και μπήκε στο αμάξι με τους γονείς της. Ο μπαμπάς της τη γέμισε κοπλιμέντα και της ανέβασε την αυτοπεποίθηση. «Το πιο όμορφο κορίτσι έχουμε» είπε χαμογελαστή η μαμά της.

Στις οκτώ ακριβώς πέρασε τη διπλή πόρτα της αίθουσας τελετών του λυκείου Ρίτζγουεϊ και με τη συνοδεία μιας συμμαθήτριάς της έφτασε στο τραπέζι όπου θα καθόταν με τη Σαμάνθα και τους γονείς της. Αφησε τους γονείς της εκεί και πήγε να βρει τα παιδιά για να ξεκινήσουν τη δημοπρασία. Ο στολισμός της αίθουσας ήταν πραγματικά απίστευτος. Τα παιδιά είχαν ξεπεράσει τον εαυτό τους. Στα τραπέζια υπήρχαν στρογγυλά γυάλινα δοχεία με λευκά τριαντάφυλλα και πάνω από τα κεφάλια τους υπήρχε ένα παράξενο πλέγμα από λευκά λαμπιόνια που θύμισε ιστό αράχνης. Τα τραπέζια είχαν στρωθεί με λευκό τραπεζομάντιλο και λιλά πετσέτες και τα καθίσματα είχαν ασορτί κάλυμμα. Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν ένα γαργαλιστικό άρωμα από τα εδέσματα που θα σέρβιραν αργότερα. Όλα ήταν μαγικά.

Η Σαμάνθα έφτασε λίγο μετά από τη Μόργκαν, απαστράπτουσα μέσα στο μοβ μακρύ της φόρεμα. Ήταν μια κούκλα απόψε. Η Μόργκαν χάρηκε που την είδε. Το ίδιο και το αγόρι της, ο Κρίστιαν από το C1, ο οποίος τις πλησίασε να τις χαιρετήσει..
«Δεν έχει έρθει κανείς άλλος από το τμήμα» είπε στη φίλη της η Μόργκαν.
«Είδα απ’ έξω μερικά παιδιά, αλλά έχουν δουλειές και θα αργήσουν να μπουν» τις ενημέρωσε ο Κρίστιαν, αλλά η Μόργκαν δεν ενδιαφερόταν για όλους, αλλά για έναν συγκεκριμένο. Λες να μην έρθει; σκέφτηκε. Ο Εντουαρντ δεν είναι και πολύ κοινωνικός, ειδικά τον τελευταίο καιρό. Μπορεί να είναι ακόμα κουρασμένος από τον αγώνα ή να τραυματίστηκε σοβαρά και να μην μπορεί να σηκωθεί. Θεέ μου, σκέφτηκε τρομαγμένη. Ούτε ένα συγχαρητήρια δεν του έστειλα για τον αγώνα, σκέφτηκε μετά  Με αυτές τις σκέψεις πήγε να αφήσει το σάλι της μητέρας στης στο βεστιάριο όπου ήταν υπεύθυνη η Τζίνα. Εκεί βρήκε είδε τον Εντουαρντ να της μιλάει. Φορούσε ένα κατακόκκινο φόρεμα και της πήγαινε πολύ.

Έμεινε για λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Κοιτούσε το τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο κέντρο της σάλας, αλλά στην πραγματικότητα σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Ο Εντουαρντ είχε γυρισμένη την πλάτη του, αλλά και πάλι η Τζίνα την είχε δει. Έπρεπε να χαιρετήσει.

«Τζίνα, να σου αφήσω αυτό;» είπε η Μόργκαν και η Τζίνα πήρε το σάλι χωρίς να απαντήσει κάτι. Ο Εντουαρντ γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε από πάνω μέχρι πάνω. Κάτι στο βλέμμα του της έλεγε ότι του άρεσε αυτό που έβλεπε αλλά δεν είπε τίποτα. «Συγχαρητήρια για τον αγώνα» του είπε σοβαρά η Μόργκαν κάνοντας το πρώτο βήμα. «Παίξατε πολύ ωραία» πρόσθεσε.
«Ήσουν στον αγώνα;» είπε ο Εντουαρντ σηκώνοντας το φρύδι.
«Φυσικά. Δεν ήταν δυνατόν να τον χάσω» απάντησε η Μόργκαν πειραγμένη. Μα είναι δυνατόν να νόμιζε ότι δεν πήγε;
«Ε λοιπόν σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και καλά να περάσεις απόψε» της είπε και της γύρισε την πλάτη για να συνεχίσει να μιλάει στην Τζίνα.

Ωραία, σκέφτηκε η Μόργκαν. Καλά που δε μου έδωσε και μια κλωτσιά για καλό κατευόδιο.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 19-Εξομολόγηση


Κεφάλαιο 19

Οι μέρες περνούσαν με πολύ διάβασμα. Η Μόργκαν διάβαζε λες και δεν υπήρχε αύριο, όχι γιατί φοβόταν ότι δε θα γράψει καλά, αλλά γιατί δεν ήθελε να θυμάται τη συνάντησή της με τον Εντουαρντ. Παρόλο που χάρηκε που ήρθε τόσο κοντά του, πολύ φοβόταν ότι ο Εντουαρντ είχε δει στα μάτια της ότι ήθελε να τη φιλήσει. Γι’ αυτό λοιπόν η Μόργκαν είχε εστιάσει στο διάβασμα και δεν σκεφτόταν αυτό που είχε γίνει εκείνο το βράδυ. Προσπαθούσε να αποφεύγει κάθε σκέψη που είχε να κάνει με τα σαρκώδη χείλη του, το αξύριστο σαγόνι του, το δυνατό του στέρνο. Εντωμεταξύ στο σχολείο οι πυρετώδεις ετοιμασίες για το χορό είχαν ξεκινήσει. Οι περισσότεροι μαθητές της γ’ λυκείου είχαν και από ένα ρόλο. Μόνο ο Εντουαρντ δεν είχε κάποιοι συγκεκριμένο ρόλο γιατί στις 19 έπαιζε σε ένα πολύ σημαντικό αγώνα με την ομάδα του σχολείου απέναντι στους εδώ και 4 χρόνια νικητές του σχολικού πρωταθλήματος. Επίσης ρόλο δεν είχε και περίπου άλλοι έξι μαθητές επειδή είχαν κάποιο πρόβλημα υγείας ή είχαν ζητήσει απαλλαγή. Η Σαμάνθα είχε αναλάβει να στρώσει τα τραπέζια μαζί με δύο κορίτσια του C2, η Μόργκαν είχε αναλάβει μαζί με τον Φρεντ και τη Μαίρη τη δημοπρασία μερικών καλλιτεχνικών έργων των μαθητών, ο Πίτερ θα κρεμούσε τα φωτάκια, ο Τζόσουα θα ήταν στην υποδοχή, η Τζίνα θα ήταν στο βεστιάριο, ο Μπίλι θα βοηθούσε στο παρκάρισμα κ.ά.

Και έτσι οι μέρες κυλούσαν ώσπου ήρθε η 19η Δεκεμβρίου, η μέρα δηλαδή που έδιναν χημεία το πρωί και το απόγευμα έπρεπε να παρευρεθούν στον αγώνα του σχολείου τους. Ο Εντουαρντ είχε γίνει σκιά του εαυτού του με τόση κούραση, είχαν παρατηρήσει τα παιδιά. Προσπαθούσαν όλοι να του κάνουν λίγη πλάκα και να τον κάνουν να ξεχαστεί, αλλά φαινόταν πολύ κουρασμένος. Διάβαζε για τις εξετάσεις και έκανε διπλές προπονήσεις. Ευτυχώς μετά τον αυριανό αγώνα θα είχε την ευκαιρία να ξεκουραστεί για μερικές μέρες, αφού το πρωτάθλημα ξεκινούσε πάλι στις 20 Ιανουαρίου.

Το απόγευμα της Τετάρτης όλο το λύκειο Ρίτζγουεϊ ήταν στις κερκίδες του κλειστού γηπέδου μπάσκετ του σχολείου. Ο αγώνας είχε προγραμματιστεί για τις έξι. Στις πέντε και είκοσι έφτασε και το λύκειο Κένιαν και βγήκες το παρκέ για ζέσταμα. Η Μόργκαν μισούσε τους αγώνες μπάσκετ και δεν ήθελε να έρθει, αλλά ήταν σημαντικός αγώνας για το σχολείο τους και έπρεπε να στηρίξει την ομάδα.

«Τι μούτρα είναι αυτά καλέ; Ευτυχώς που δεν έγινες μαζορέτα» την πείραξε η Σαμάνθα.
«Ξέρεις πόσο με αγχώνουν οι καταιγιστικοί ρυθμοί του μπάσκετ» γκρίνιαξε η Μόργκαν.
«Το ξέρω, αλλά ο αγώνας είναι σημαντικός και δε λείπει κανείς. Άλλωστε σήμερα είναι η ευκαιρία του Εντουαρντ να λάμψει. Θες να το χάσεις;»
«Τον έχω ξαναδεί να παίζει και σε πληροφορώ ότι δεν είναι τόσο διασκεδαστικό όταν πέφτει κάτω από κάποιο χτύπημα».
«Να είσαι αισιόδοξη, όλα θα πάνε καλά».
«Το Κένιαν σκίζει εδώ και τέσσερα χρόνια. Τι πιθανότητες έχουμε;»
«Θα δούμε!» είπε όλο χαρά η Σαμάνθα αλλά δεν κατάφερε να αλλάξει το κέφι της Μόργκαν.

Οι μαζορέτες του Ρίτζγουεϊ με αρχηγό φυσικά την Τζίνα είχαν αρχίσει τα χορευτικά τους με σκοπό να ενθουσιάσουν το κοινό. Φορούσαν την κλασική στολή με την κοντή φούστα και το κόκκινο μπλουζάκι με ένα κίτρινο R στο κέντρο. Οι μαζορέτες του Κένιαν φορούσαν μοβ και ήταν κυρίως ξανθές.
Ο αγώνας ξεκίνησε στις έξι ακριβώς και αμέσως το στάδιο πήρε φωτιά. Οι κερκίδες ήταν γεμάτες και στο πάνω διάζωμα υπήρχαν άτομα που παρακολουθούσαν τον αγώνα όρθιοι. Μαθητές όλου του λυκείου, όλοι οι καθηγητές και οι γονείς μερικών μαθητών είχαν έρθει να χειροκροτήσουν τον αγώνα του Ρίτζγουεϊ απέναντι στη «βασίλισσα του μπάσκετ», όπως λεγόταν τα τελευταία χρόνια το λύκειο Κένιαν.

Η Μόργκαν είχε σταυρώσει τα χέρια της πάνω στα πόδια της και προσευχόταν από μέσα να πάνε όλα καλά. Θα ήταν σημαντική νίκη όχι μόνο για το σχολείο, αλλά και για τον Εντουαρντ. Η Μόργκαν ήξερε καλύτερα από όλους πόσο ήθελε μια μεγάλη επιτυχία ώστε να πάρει την υποτροφία που ήθελε. Μια πετυχημένη σεζόν θα ήταν εισιτήριο για το μέλλον του.

Στο πρώτο ημίχρονο το Ρίτζγοεϊ έχανε με 8 βαθμούς, αλλά στη δεύτερη περίοδο κατάφεραν να ισοφαρίσουν. Το ιδανικό θα ήταν να πάρουν κεφάλι δύο πόντους πριν το δεύτερο ημίχρονο, αλλά η Σαμάνθα είπε ότι καλό είναι να μην είναι πλεονέκτες.

Ανάμεσα στα δύο ημίχρονα χόρεψαν οι μαζορέτες του Ρίτζγουεϊ μιας και ήταν στο γήπεδό τους και ξετρέλαναν το κοινό. Η Τζίνα στην τελική φιγούρα έστειλε ένα φιλάκι στον Εντουαρντ και αυτός χαμογέλασε ενώ άκουγε τις οδηγίες του προπονητή από τον πάγκο. Παρά την αηδία που ένιωσε η Μόργκαν παρατήρησε πόσο κουρασμένος ήταν και πόνεσε η καρδιά της. Τα μάτια του είχαν τραβηχτεί μέσα και παρά τη ρωμαλέα του διάπλαση φαινόταν πολύ καταπονημένος.

Στην τρίτη περίοδο ο γκαρντ του Κένιαν έδωσε μια αγκωνιά στα πλευρά του Εντουαρντ και τον πέταξε κάτω. Όλη η κερκίδα του Ρίτζγουεϊ σηκώθηκε όρθια και γιουχάισε τον παίκτη. Η Μόργκαν έβλεπε τον Εντουαρντ ξαπλωμένο στο παρκέ, να μην μπορεί να σηκωθεί από τον πόνο. Αμέσως έτρεξαν οι γιατροί μέσα και άρχισαν να τον ψηλαφίζουν για τυχόν ρήξη.
Η Σαμάνθα πήρε το χέρι της Μόργκαν ανάμεσα στα δικά της και το χάιδεψε. «Μη φοβάσαι, αυτά συμβαίνουν στον αθλητισμό» της είπε.
«Και γιατί να φοβάμαι παρακαλώ; Τι είναι αυτά που λες;» διαμαρτυρήθηκε η Μόργκαν.
«Έχεις γίνει κίτρινη, Μόρκαν! Σε έχει φάει η αγωνία».
«Λες βλακείες. Απλώς δε θέλω να χάσουμε» είπε η Μόργκαν και από μέσα της συνέχισε να προσεύχεται να σηκωθεί ο Εντουαρντ. Όταν μετά από λίγα λεπτά ο Εντουαρντ αποσύρθηκε στον πάγκο για να ξεκουραστεί, όλη η κερκίδα αποκαρδιώθηκε. Τέρατα, σκέφτηκε η Μόργκαν από μέσα της. Δεν τους νοιάζει η υγεία του Εντουαρντ. Μόνο να νικήσει η ομάδα τούς νοιάζει.

Φυσικά η τρίτη περίοδος αποδείχτηκε καταστροφική. Οι Κένιαν προηγούνταν με εφτά πόντους και ο Εντουαρντ δεν έδειχνε να είναι και πολύ καλά. Ωστόσο, λίγο πριν σφυρίξει ο διαιτητής την έναρξη της τελυταίας περιόδου ο Εντουαρντ μπήκε στον αγώνα φανερά αποφασισμένος να δείξει στους Κένιαν τι σημαίνει μπάσκετ. Μετά από έναν τιτάνιο αγώνα και μια φοβερή συνεργασία ανάμεσα στους πέντε της ομάδας το Ρίτζγουεϊ με ένα τελευταίο νικητήριο τρίποντο από τον Εντουαρντ κατάφερε να νικήσει το Κένιαν με 58-57. Όλο το σχολείο είχε σηκωθεί όρθιο και ζητωκραύγαζε. Ο Εντουαρντ είχε πέσει ανάσκελα στο παρκέ με τα χέρια να καλύπτουν το πρόσωπό του και όλοι οι συμπαίχτες του είχαν πέσει από πάνω. Η Σαμάνθα ούρλιαζε δίπλα, οι καθηγητές χοροπηδούσαν και οι συμμαθητές της πηδούσαν τα καθίσματα για να κατέβουν στον αγωνιστικό χώρο.
Η Μόργκαν είχε μείνει στη θέση της ανίκανη να σηκωθεί. Τον παρατηρούσε από μακριά να δέχεται σεμνά τα συγχαρητήρια του κόσμου και ήθελε να τρέξει κοντά του να του πει ότι τον αγαπάει ακόμα, ότι δε σταμάτησε ποτέ, ούτε ένα λεπτό, να ξέρει, να νιώθει ότι χωρίς αυτόν ήταν μισή.

Ο Εντουαρντ όμως αγκάλιαζε την Τζίνα τώρα…

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Για τη Μ.Μ.



Για το πιο όμορφο μωρό της πιο πανεμορφότερης μητέρας!
Μ.Μ. Να σου ζήσει και να είναι πάντα γερό!

Κεφάλαιο 18-χιόνια στο καμπαναριό...


Κεφάλαιο 18

Ο Δεκέμβριος είχε μπει για τα καλά και όλο το σχολείο μετρούσε ανάποδα τις μέρες ως τις διακοπές των Χριστουγέννων και κυρίως το χριστουγεννιάτικο χορό. Κάθε χρόνο, τη μέρα που έκλεινε το σχολείο, το ίδιο βράδυ διοργανωνόταν ένας τεράστιος φιλανθρωπικός χορός στο Ρίτζγουεϊ και ήταν το event της χρονιάς. Από 10-20 Δεκεμβρίου είχαν εξετάσεις τριμήνου και μετά, στις 21, έκλεινε το σχολείο για Χριστούγεννα.  Το βράδυ της 21ης θα γινόταν η εκδήλωση. Οι προσκλήσεις είχαν ήδη σταλεί από τα σχολείο προς τις οικογένειες των μαθητών. Σε αυτή την εκδήλωση ήταν καλεσμένοι οι μαθητές της γ’ λυκείου και οι γονείς τους. Το κάθε άτομο που θα παρίστατο θα πλήρωνε 50 δολάρια και τα έσοδα θα πήγαιναν στο Σύλλογο Υποστήριξης Παιδιών με Αναπηρίες. Χρήματα επίσης θα συγκεντρώνονταν και από λαχειοφόρο αγορά καθώς και από διάφορες δωρεές χορηγών και ένα παζάρι με χειροποίητα χριστουγεννιάτικα στολίδια από τους μαθητές. Στο χορό θα δίνονταν βραβεία στους εξέχοντες μαθητές.

Προς το παρόν η Μόργκαν διάβαζε για τις εξετάσεις και είχε αφήσει στο πίσω μέρος του μυαλού της το χορό. Πού και πού η μητέρα της υπενθύμιζε να πάει να δοκιμάσει κανένα φόρεμα, αλλά η Μόργκαν το αμελούσε. Η Σαμάνθα είχε ήδη διαλέξει ένα μακρύ φόρεμα και είχε προτείνει στη Μόργκαν να πάνε να βρούνε κάτι για εκείνη μαζί, αλλά η Μόργκαν θεωρούσε ότι κάτι θα έβρισκε τελευταία στιγμή.

Το πρόγραμμα των εξετάσεων ήταν βαρύ και όλη η τάξη είχε αγχωθεί. Ο δε Εντουαρντ είχε ένα σημαντικό αγώνα στις 19 και μαζί με τις εξετάσεις είχε και διπλές προπονήσεις. Ερχόταν κάθε μέρα στο σχολείο με μαύρους κύκλους από την κούραση. Η απόδοσή του δεν είχε πέσει, αλλά ήταν εμφανές ότι είχε ξεπεράσει τα όριά του.
Μέσα σε όλα αυτά είχε και να ψυχαγωγεί και την Τζίνα, η οποία έδειχνε πολύ ερωτευμένη μαζί του.

Ένα βράδυ λίγες μέρες πριν τις εξετάσεις, η Μόργκαν άκουσε χάχανα από το ανοιχτό παράθυρο του Εντουαρντ. Σηκώθηκε να κλείσει το δικό της για να μην αποσπάται από το διάβασμα και εκείνη τη στιγμή βρέθηκε αντιμέτωπη με τον Εντουαρντ που είχε πλησιάσει στο παράθυρο για να κοιτάξει λίγο έξω. Τον κοίταξε λίγο και κατέβασε τα μάτια. Αυτός της έγνεψε και γύρισε την πλάτη του. Ξαφνικά η Μόργκαν είδε να σβήνει τα φώτα του και μετά άκουσε γυναικεία χάχανα.
Η Μόργκαν χώθηκε στο κρεβάτι της και έβαλε τα κλάματα. Έκλαιγε γοερά για ώρες ατέλειωτες μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Ο Εντουαρντ ήταν στο δωμάτιο με την Τζίνα και έκλεισε τα φώτα και μετά άκουσε χάχανα. Θεέ μου, έκαναν έρωτα. Η Μόργκαν ένιωσε να χάνεται, να σβήνει. Ήθελε να πάει και να χτυπήσει την πόρτα, να τους διακόψει, να του πει να σταματήσει αυτό που κάνει. Δεν ήταν δυνατό να έκανε έρωτα με την Τζίνα. Δεν μπορούσε να το δεχτεί. Ο Εντουαρντ της είχε πει άλλα πράγματα. Ότι ήθελε μαζί της να…Ότι θα περίμενε. Η ίδια δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της ερωτικά με άλλον άντρα και ήλπιζε ότι έτσι θα σκέφτεται και αυτός. Μάλλον όμως ίσχυε ότι οι άντρες έχουν πιο ζωώδη σεξουαλική όρεξη και δεν έχουν το συναισθηματισμό της γυναίκας. Η Μόργκαν έκλαιγε με αναφιλητά πια και μέσα στο σκοτάδι βρήκε ένα βραχιόλι που της είχε αγοράσει ο Εντουαρντ. Ήταν ένα ασημένιο αλυσιδάκι με μια μικρή καρδούλα στην άκρη. Ήταν ένα πανέμορφο κόσμημα και η Μόργκαν δεν τον έβγαζε ποτέ. Τώρα της έφερνε αηδία. Λιγότερο από 20 μέτρα μακριά ο Εντουαρντ γινόταν άντρας και αυτή έπρεπε να κάθεται εκεί και να το υπομένει.  Ο πόνος ήταν αφόρητος. Ήθελε να σπάσει κάτι για να ξελαφρώσει, αλλά δεν μπορούσε. Όλοι ήταν ήδη στο κρεβάτι και θα ξυπνούσαν από το θόρυβο. Πήρε τη Σαμάνθα αλλά είχε κλείσει το κινητό. Έβαλε γρήγορα γρήγορα τις καστόρινες μπότες της πάνω από την πιτζάμα της και ένα παλτό με γούνινο γιακά και βγήκε από το σπίτι κρατώντας ένα ζευγάρι κλειδιά και μερικά δολάρια μήπως και χρειαστεί τίποτα. Η ώρα ήταν περασμένες 12 και αύριο είχε σχολείο αλλά ήξερε ότι δεν επρόκειτο να κοιμηθεί. Βγήκε  στον κήπο και παρατήρησε ότι το αμάξι των γονιών του Εντουαρντ έλειπε. Φυσικά. Βρήκε ευκαιρία να φέρει τη γκόμενα στο σπίτι. Περπατούσε για ώρες μέσα στο χιόνι κλαίγοντας. Σκέφτηκε να αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα και να καπνίσει μήπως και χαλαρώσει, αλλά σκέφτηκε ότι δε θα χαλάσει την υγεία της για χάρη του. Έκατσε σε ένα παγκάκι και κοίταξε το ποτάμι να ρέει αργά και σκέφτηκε ότι έτσι είναι και ο χρόνος. Περνάει και δε σταματάει πουθενά. Και οι άνθρωποι είναι για το χρόνο ασήμαντοι όπως και μια πέτρα που ρίχνεις στο ποτάμι. Δεν είναι ικανή να σταματήσει τη ροή του.

Μία ώρα μετά, σε λίγο καλύτερη κατάσταση και αποφασισμένη να δεχτεί αυτό που είχε γίνει, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δεν είχε σημασία που αυτή δεν ενέκρινε την Τζίνα. Σημασία έχει να τη θέλει ο Εντουαρντ. Ίσως μαζί της ήταν πιο ευτυχισμένος απ’ ό,τι με τη Μόργκαν. Αυτό την πλήγωνε αλλά ήξερε ότι δεν είχε πολλές επιλογές παρά να το δεχτεί.

Είκοσι μέτρα από το σπίτι της είδε μια φιγούρα στα σκοτεινά στον κήπο του Εντουαρντ. Τρόμαξε. Έκατσε ακίνητη πίσω από ένα αμάξι να παραμονεύσει. Ποιος ήταν αυτός; Είχε πολύ κρύο, αλλά κατάφερε να μείνει ακίνητη χωρίς να τουρτουρίσει. Η Μόργκαν κοίταξε λίγο προσεκτικά και είδε πως η αντρική φιγούρα που περπατούσε νευρικά πάνω κάτω ήταν του Εντουαρντ! Τι έκανε εκεί; Η Μόργκαν σκέφτηκε ότι έπρεπε να προχωρήσει προς το σπίτι και να τον αντιμετωπίσει. Δεν μπορούσε να κάτσει εκεί μέσα στο κρύο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και περπάτησε αργά προς το σπίτι της. Λίγα μέτρα πριν περάσει την πόρτα της τον άκουσε να της λέει.
«Τι κάνεις έξω τέτοια ώρα;». Η Μόργκαν γύρισε προς το μέρος του, αλλά δεν τον πλησίασε.
«Βόλτα. Εσύ;»
«Παίρνω αέρα».
Η Μόργκαν δεν ήξερε πώς να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση και έκανε να μπει στο σπίτι της.
«Είναι δυνατό να γυρίζεις τέτοια ώρα μόνη σου μέσα στο κρύο; Επίτηδες το κάνεις;»
«Ξέρεις, Εντουαρντ, δεν είναι δουλειά σου» του αντιμίλησε, αλλά μετάνιωσε αμέσως γιατί τον είδε με την άκρη του ματιού της μέσα στο σκοτάδι να την αρπάζει από τον αγκώνα και να τη σέρνει σε ένα κρυφό σημείο ανάμεσα στα σπίτια τους.

«Τι έχεις;» της φώναξε.
«Εντουαρντ, μη με τραβάς. Τι στο καλό έπαθες;»
«Εσύ τι στο διάολο έχεις και περπατάς μέσα στο χιόνι; Είχες πάει να συναντήσεις τον Πίτερ;»
«Εσένα τι σε νοιάζει;»
«Με νοιάζει».
«Γιατί;» ρώτησε με αυθάδεια η Μόργκαν. Δεν της άρεσε να την ελέγχει μετά από όσα είχε κάνει.
«Είμαστε τόσα χρόνια φίλοι» της είπε αυτός και η Μόργκαν ένιωσε σαν να είχε δεχτεί πυροβολισμό. «Έχω συνηθίσει να σε προσέχω από τις κακοτοπιές».
«Εντουαρντ, δεν έχω ανάγκη την προσοχή σου. Είμαι μεγάλο κορίτσι πια. Πήγαινε πάνω στη φίλη σου σε παρακαλώ να κολλήσεις χλαμύδια» του είπε με θράσος και έκανε να φύγει αλλά ο Εντουαρντ την πρόλαβε με μια απότομη κίνηση και την κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο.
«Τι εννοείς;» ρώτησε αυτός άγρια.
«Εννοώ ότι σε περιμένει η Τζίνα  Άκουσα τα χάχανά της» είπε η Μόργκαν προσπαθώντας να μη φανεί πειραγμένη, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία.
«Επάνω κοιμάται η μικρή ξαδέρφη μου και εγώ κοιμάμαι το σαλόνι μέχρι να φύγει. Η μητέρα της είναι στο νοσοκομείο και η μητέρα μου και ο πατέρας μου είναι εκεί απόψε. Επίσης τα χλαμύδια κολλάνε μόνο με σεξουαλική επαφή. Οπότε δεν κινδυνεύω. Ακόμα.» είπε ο Εντουαρντ χαμογελώντας. «Εσένα όμως τι σε νοιάζει; Ζηλεύεις;» ρώτησε αυτάρεσκα.
Η Μόργκαν είχε μείνει κόκαλο. Προσπαθούσε να μιλήσει και να πει κάτι για να ξεγλιστρήσει, αλλά δεν τα κατάφερνε. Εκείνο το «ακόμα» την είχε χτυπήσει σαν κεραυνός.
«Δε με νοιάζει, απλώς δεν ήθελα να σε απασχολώ από τη φιλεναδίτσα σου» κατάφερε να πει με μεγάλη καθυστέρηση. Ένιωθε το χέρι του να σφίγγει τον καρπό της και την ανάσα του να καίει το δέρμα της. Η έλξη ήταν τεράστια, δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Κοιτούσε τα χείλη του και προσευχόταν από μέσα της να χαμηλώσει το κεφάλι του και να τη φιλήσει. Να της πει ότι την αγαπάει ακόμα.  
«Λες ψέματα στο εαυτό σου, Μόργκαν» της είπε και ξαφνικά την άφησε.


Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

κεφάλαιο 17-καταραμένο FB


Κεφάλαιο 16

Ήταν πια επίσημο. Ο Εντουαρντ ανέβασε μια φωτογραφία του με την Τζίνα στο facebook και αυτή άλλαξε το στάτους της σε «in a relationship». Λες και δεν το ξέραμε, κάγχασε η Μόργκαν όταν το είδε. Το έβλεπε, αλλά δεν ήθελε να το πιστέψει.
Ωραία, μονολόγησε. Ο κύριος δε-θα-αγαπήσω-ποτέ-άλλη τελικά αγάπησε άλλη! Και το μοστράρει και στο ίντερνετ μην μπερδευτεί κανένας. Η Μόργκαν αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ, έκατσε στο κρεβάτι της με το κεφάλι στα χέρια της. Ήταν δυνατό να είχε σχέση ο Εντουαρντ; Αυτή νόμιζε ότι τσιλιμπούρδιζε, αλλά τελικά ήταν πιο σοβαρό. Και με ποια; Με την Τζίνα! Θεέ μου! Την Τζίνα.

Η Μόργκαν έκανε μερικές βόλτες πάνω κάτω στο δωμάτιο και μετά πήρε τη Σαμάνθα να έρθει για να βγουν. Ήταν Σάββατο βράδυ και είχε τελειώσει με το διάβασμά της. Έπρεπε να βγει λίγο να ξεσκάσει για να μην κατέβει κάτω και ξεσπάσει στους γονείς της. Η Σαμάνθα έφτασε καμιά ώρα μετά, όλο κέφι. «Τα είδες;» την πήρε από τα μούτρα η Μόργκαν με το που ξεμύτισαν από την πόρτα. «Τα είδα, ναι» είπε η Σαμάνθα γελώντας με τα νεύρα της Μόργκαν. Φορούσαν και οι δύο τζιν, αλλά η Μόργκαν φορούσε ένα κόκκινο μπλουζάκι με ένα ώμο που τόνιζε το χρώμα των μαλλιών της, ενώ η η Σαμάνθα φορούσε ένα μαύρο μάλλινο πουλόβερ με χρυσές κλωστές από εδώ κι από κει. Θα πήγαιναν με τα πόδια στο κέντρο της πόλης για να δουν μια ταινία στο σινεμά και μετά θα συναντούσαν την παρέα τους σε μια καφετέρια εκεί κοντά. Η Σαμάνθα είχε σημειώσει τις προβολές και αφού αγόρασαν ένα μεγάλο ποπκόρν και αναψυκτικά μπήκαν στην αίθουσα για να δουν μια κομεντί. Η Μόργκαν απόλαυσε την ταινία, αλλά η Σαμάνθα συνέχεια γκρίνιαζε ότι αυτά δε γίνονται στην πραγματικότητα κα ότι κάτι τέτοια βλέπουν οι γυναίκες και μένουν μόνες τους επειδή κανένας άντρας δεν είναι αρκετά καλός για αυτές.

«Είδαμε και εμείς που το τολμήσαμε» είπε με πικρία η Μόργκαν.
«Σιγά, ρε Μόργκαν. Ήσουν 16 χρονών τότε και τα έφτιαξες με το φίλο σου. Άλλωστε τώρα δε σε ενδιαφέρει ο Εντουαρντ. Σωστά;» την πείραξε.
«Φυσικά και δε με ενδιαφέρει» διαμαρτυρήθηκε η Μόργκαν.
«Ε τότε δε θα σε πειράξει που είναι μπροστά μας» είπε η Σαμάνθα ενώ παρακολουθούσε τη Μόργκαν να αλλάζει χρώματα.

Ο Εντουαρντ ήταν όντως μπροστά τους. Περίμενε έξω από το σινεμά κάποιον. ‘Η κάποια. Φορούσε ένα στενό μαύρο παντελόνι, γκρι πουλόβερ ζιβάγκο και ένα μπουφάν σε ίσια γραμμή μέχρι τους γοφούς. Ηταν πραγματικά υπέροχος. Δεν υπήρχε κορίτσι που να μην τον κοιτούσε. Αυτός όμως στεκόταν σε μια γωνία και κοιτούσε τα αμάξια που περνούσαν. Τον πέτυχαν ενώ εκείνες έβγαιναν από το κτίριο για να πάνε για καφέ. Η Μόργκαν έκανε ένα βήμα δεξιά για να χαθεί μέσα στον κόσμο και να τον αποφύγει, αλλά η Σαμάνθα την τράβηξε απότομα. «Εντουαρντ, τι κάνεις;» την άκουσε να λέει όλο ενθουσιασμό.
«Καλά είμαι. Εσείς;» είπε αυτός ήρεμα, κοιτώντας μόνο τη Σαμάνθα.
«Είχαμε πάει να δούμε την ταινία στην αίθουσα 1 και τώρα πάμε για καφέ με τον Πίτερ και τον Γκρεγκ. Εσύ;»
«Εγώ θα δω την ταινία στην αίθουσα 2. Καλά να περάσετε, κορίτσια» είπε και γύρισε την πλάτη του.

Ούτε ανέφερε ποια περίμενε. Λες και δεν ξέρουμε, σκέφτηκε η Μόργκαν. Και ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Ούτε καν ασχολήθηκε. Ε δεν πάει να πνιγεί! Ας κολλήσει όλα τα αφροδίσια που υπάρχουν στην ιατρική βιβλιογραφία, δε με νοιάζει καθόλου.

«Τι βλακεία του είπες ότι θα είμαστε με τα αγόρια;» είπε στη Σαμάνθα.
«Λες να τον άφηνα να νομίζει ότι θα είμαστε μόνες;»
«Ας του έλεγες ότι θα είμαστε κόσμος για καφέ. Δε θέλω να νομίζει ότι τρέχει κάτι με τον Πίτερ».
«Λες βλακείες. Τσιτσίρισέ τον λιγάκι. Δώσε του κάτι να σκέφτεται όσο βλέπει την ταινία»
«Ναι, θα έχει αγκαλιά την κυρία Εχω-πάει-με-όλη-την-ομάδα και θα σκέφτεται εμένα και τον Πίτερ».
«Μόργκαν, μην υποτιμάς τον Εντουαρντ. Ξέρεις πόσο ευφυής είναι».
«Το ξέρω, αλλά στα αισθηματικά του δεν το έχει το τελευταίο καιρό».
«Κάνετε σαν παιδιά. Αντί να κάτσετε να συζητήσετε κρύβεστε ο ένας από τον άλλο. Δε γίνεται να το αγνοήσετε αυτό που σας έχει συμβεί» σήκωσε τον τόνο της η Σαμάνθα. «Δε γίνεται να συνεχίσετε τις ζωές σας λες και δε γνωριστήκατε ποτέ».

«Κι όμως, το κάνουμε εδώ και δύο χρόνια με μεγάλη επιτυχία. Ίσως έχουμε καταφέρει να ξεχάσουμε αυτό που υπήρχε μεταξύ μας».
«Ναι, καλά. Η ένταση όταν είστε κοντά είναι μεγάλη».
«Όπως και να’ χει αυτός έχει την Τζίνα τώρα».
«Να τη χαίρεται».
«Μάλλον τη χαίρεται, Σαμάνθα, όσο κι αν κοροϊδεύουμε εμείς».
«Τότε, καιρός να φτιάξεις κι εσύ τη ζωή σου».
«Μια χαρά είναι η ζωή μου» είπε με έμφαση η Μόργκαν και η Σαμάνθα γέλασε.

Ένα τέταρτο μετά είχαν μπει σε μια καφετέρια δίπλα στο ποτάμι. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός αλλά κατάφεραν να βρουν αμέσως τη Χέλεν, τη Μαίρη και τον Ρος.. Λίγο μετά ήρθε και ο Πίτερ με έναν ξάδερφό του που θα έμενε μια βδομάδα στο σπίτι τους. Η Μόργκαν γύρισε κατά τη μία στο σπίτι της αφού είχε διασκεδάσει πολύ με τους φίλους της. Το φως του Εντουαρντ ήταν αναμμένο και το παράθυρό του ανοιχτό. Ο Εντουαρντ είχε πάντα ένα κόλλημα με τον καθαρό αέρα. Παρόλο που είχε κρύο έξω προτιμούσε να παγώσει παρά να έχει αποπνικτική ατμόσφαιρα το δωμάτιο του. Η Μόργκαν νόμισε ότι άκουσε κιθάρα, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Πλησίασε στο παράθυρό της σκυμμένη και το άνοιξε διακριτικά χωρίς να φαίνεται. Χωρίς να είναι σίγουρη άκουσε τον Εντουαρντ να τραγουδάει σιγανά ένα τραγούδι που της έφερε δάκρυα στα μάτια. Μακάρι να το τραγουδούσε για μένα, σκέφτηκε και έκλεισε το παράθυρο για να κοιμηθεί. Και όταν κοιμήθηκε ονειρεύτηκε όταν ήταν πάλι στην αγκαλιά του Εντουαρντ και τη χάιδευε και όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι…


damn you, Facebook!

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

κεφάλαιο 16


Κεφάλαιο 16

Η Μόργκαν γύρισε στο σπίτι μετά τη συνάντηση με τη Σαμάθα με την αίσθηση ότι κάποιος την είχε χαστουκίσει. Γιατί μπορεί η Σαμάνθα να ήταν ένα χρόνο μικρότερη, μπορεί να φαινόταν πειραχτήρι και τρελή, αλλά στην πραγματικότητα όταν ήθελε να πει κάτι το έλεγε και μάλιστα με τον πιο άμεσο τρόπο. Τι ήταν αυτό που της είχε πει ακριβώς; Ότι δεν αξίζει να είναι μαζί εφόσον δεν είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν θεούς και δαίμονες ξανά;
Η Μόργκαν μπήκε στο δωμάτιό της και άναψε το φως. Ο Εντουαρντ απέναντι είχε γυρισμένη την πλάτη του και διάβαζε. Άραγε του περνούσε από το μυαλό ότι αυτή τον σκεφτόταν τώρα;

Όποιος δεν έχει πολεμήσει θεούς και δαίμονες δεν μπορεί να ξέρει πόσο ψυχοφθόρο είναι, σκέφτηκε η φωνή της λογικής της. Από την άλλη, όμως, η φωνή της καρδιάς της της έλεγε ότι όποιος το έχει κάνει μία φορά μπορεί να το κάνει και δεύτερη. Ναι, αλλά άλλο είναι να περνάς τα κύματα μαζί με κάποιον και άλλο μόνη σου. Και σε αυτή την περίπτωση η Μόργκαν ήταν σίγουρη ότι ο Εντουαρντ είχε πάψει να ενδιαφέρεται. Το αντίθετο μάλιστα.

Η Μόργκαν χάζεψε λίγο στο παράθυρο την άκαμπτη στάση του. Πρέπει να ήταν πολύ απορροφημένος, σχεδόν δεν κουνιόταν. Τι να διαβάζει άραγε; Μάλλον χημεία, για το αυριανό τεστ. Ώρα να διαβάσω κι εγώ λίγο, σκέφτηκε και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Σε μισή ωρίτσα της έφερε ένα χυμό η μαμά της στο κρεβάτι.
«Πιες τον τώρα που είναι φρέσκος να πάω κάτω το ποτήρι» της είπε.
Η Μόργκαν πήρε το χυμό και τον ήπιε.
«Ο απέναντι έχει επισκέψεις» είπε χαιρέκακα η μητέρα της.

Η Μόργκαν ανασηκώθηκε και είδε την Τζίνα να τριγυρνάει στο δωμάτιο του Εντουαρντ λες και ήταν σπίτι της. Ωστόσο δεν απάντησε στο σχόλιο της μητέρας της.

«Σε αφήνω να διαβάσεις, παιδί μου» της είπε και έφυγε από το δωμάτιο.

Η Μόργκαν σκέφτηκε ότι αν τα πράγματα είχαν πάει καλά, θα έπρεπε να είναι ήδη στο πανεπιστήμιο τώρα. Πού ακούστηκε να είναι 18 χρονών και κάτι μήνες και να πίνει χυμό που της έστυψε η μαμά της και να διαβάζει για τις εξετάσεις εισαγωγής στο πανεπιστήμιο; Είχε μείνει πίσω και έπρεπε να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο. Να διαβάσει και να πάρει καλούς βαθμούς ώστε να μπορέσει να μπει σε ένα καλό πανεπιστήμιο μακριά από εδώ.

Με αυτή τη σκέψη κατάφερε να μελετήσει μέχρι αργά το βράδυ, αγνοώντας την επιθυμία της να κρυφοκοιτάξει τον Εντουαρντ με την Τζίνα. Καλύτερα να μη δω τίποτα και αναστατωθώ, σκέφτηκε από μέσα της.


Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

κεφάλαιο 15-όσα λεν' οι γυναίκες μεταξύ τους


Κεφάλαιο 15

«Με πείραξε πολύ» παραδέχτηκε η Σαμάνθα που δεν ήξερε να μετράει τα λόγια της «που δεν ήξερα τίποτα για σένα και τον Εντουαρντ.»
«Σαμάνθα, με πονάει και μόνο η σκέψη όλων όσων έχουν συμβεί. Μάρτυς μου ο Θεός και μόνη όταν μένω προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Αλλά θα σου τα πω όλα για να φύγουν από μέσα μου. Δεν μπορώ να μοιραστώ με κανέναν αυτά που έγιναν και πώς ένιωσα. Οι γονείς μου τρελαίνονται στην ιδέα ότι μπορεί να το σκέφτομαι ακόμα. Μισούν τον Εντουαρντ με όλη τους τη ψυχή».
«Κι εσύ;» ρώτησε η Σαμάνθα κοιτώντας την.
«Εγώ δεν είμαι άνθρωπος των άκρων. Τα πράγματα όμως οδηγήθηκαν εκεί και εμείς είμαστε πολύ μικροί για να αλλάξουμε την κατάσταση» είπε μοιρολατρικά η Μόργκαν,
«Και τι λένε που πάτε στην ίδια τάξη;»
«Είχαμε πληρώσει τα δίδακτρα για τη β’ και γ΄ λυκείου και δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε σχολείο. Πάνω από όλα όμως και οι γονείς οι δικοί μου και οι γονείς του Εντουαρντ ξέρουν ότι δε μιλάμε και τώρα πια είναι σίγουροι ότι δεν υπάρχει μέλλον μεταξύ μας».
«Πες μου τι συνέβη» είπε απαλά η Σαμάνθα και η Μόργκαν άρχισε να της μιλάει για τη φιλία που έγινε έρωτας, για τα όνειρα, για την ευτυχία του να είσαι στην αγκαλιά του άλλου σου μισού και να ξέρεις ότι αυτό θα κρατήσει μια ζωή. Της είπε όμως και πώς η μοίρα αλλάζει τα σχέδιά σου, πώς γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη να μείνεις χωρίς τον έρωτα της ζωής σου. Της μίλησε και για το ατύχημα, για τη σύγκρουση, τα ασθενοφόρα, το ατελείωτο αίμα, τον πόνο, τις εγχειρήσεις. Της μίλησε για την επίπονη και χρονοβόρα αποκατάσταση, τις φυσιοθεραπείες, τις τύψεις, τα ξάγρυπνα βράδια. Οι γονείς της την είχαν πάει δύο μήνες να μείνει στη γιαγιά της για να είναι σίγουροι ότι θα ξεχάσει τον Εντουαρντ. Αυτός δεν της έστειλε ποτέ ένα μήνυμα και αυτή δεν τον ενόχλησε ξανά.
«Και καλά οι δικοί σου να έχουν θέμα με εκείνον, οι δικοί του τι θέμα έχουν με σένα;» ρώτησε η Σαμάνθα.
«Οι γονείς του Εντουαρντ πιστεύουν ότι εγώ τον παρέσυρα και τον έπεισα να το σκάσουμε και έτσι χτυπήσαμε. Μην ξεχνάς ότι εκτός από εμένα, χτύπησε πολύ σοβαρά και ο Εντουαρντ. Δεν ξέρω ακριβώς τι έπαθε, αλλά πρέπει να έχει ουλές από τις επεμβάσεις στους πνεύμονες. Είχε σπάσει δύο σπόνδυλους και τον ώμο του. Συνήλθε πιο νωρίς όμως, γιατί είχε λιγότερα τραύματα από μένα»

«Και τώρα;»
«Και τώρα τι;»
«Γιατί δε μιλάτε;»
«Γιατί με μισεί. Μετάνιωσε».
«Δε σε μισεί» γέλασε η Σαμάνθα.
«Πώς μπορείς και γελάς;»
«Γελάω γιατί δε βλέπεις»
«Σαν τι;»
«Εδώ και λίγες μέρες έχω παρατηρήσει τον Εντουαρντ να σε κοιτάει κρυφά όταν εσύ δε βλέπεις. Κάθεται στο πίσω δεξιά θρανίο, διαγώνια από το μπροστά αριστερά όπου κάθεσαι εσύ. Ίσως για να έχει καλύτερη οπτική. Ποιος ξέρει;»
«Δεν έχεις δίκιο. Ο Εντουαρντ δε θα μπορούσε να είναι πιο ψυχρός. Χθες γυρίσαμε μαζί και δε μου μίλησε παρά για να μου φωνάξει για την αλλεργία».
«Δίκιο είχε παρεμπιπτόντως».
«Ουφ, όλοι έχουν δίκιο εκτός από μένα.»
«Φιλενάδα, συγκεντρώσου να δούμε τι θα κάνουμε με τον κύριο Εντουαρντ»
«Τι να κάνουμε; Αυτός έχει την Τζίνα και εγώ δεν ξέρω τι αισθάνομαι».
«Κι όμως, ξέρεις!» είπε η Σαμάνθα και η Μόργκαν της έδωσε μια τσιμπιά.
«Τα πράγματα είναι μπλεγμένα, Σαμάνθα. Πρέπει να τα βάλουμε ξανά με θεούς και δαίμονες για να είμαστε μαζί και δεν ξέρω αν έχω το κουράγιο»
«Τότε, δεν αξίζει να είστε μαζί».

Le koukli

Κεφάλαιο 14-je t'aime beaucoup



Κεφάλαιο 14

Η εκδρομή τούς είχε εξουθενώσει όλους τόσο σωματικά όσο και ψυχικά μετά το περιστατικό με τη Μόργκαν. Η ίδια η Μόργκαν έκλεισε το φως της και χώθηκε στα παπλώματά της κατά τις εννιά, αφού είχε κάνει ένα ζεστό μπάνιο και είχε ετοιμάσει τα ρούχα της για την αυριανή μέρα. Από το παράθυρό της έβλεπε τον Εντουαρντ να περπατάει πάνω κάτω το δωμάτιό του και να συγυρίζει χωρίς σταματημό. Η Μόργκαν έκλεισε πρώτη τα φώτα και ξάπλωσε. Μάλλον εκείνος θα είχε ακόμα νεύρα και δε θα μπορούσε να κοιμηθεί. Μισή ώρα μετά είχε παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα ο οποίος με τη σειρά του την παρέδωσε στην αγκαλιά της καινούργιας βδομάδας περίπου στις 7.30 το πρωί.

Τη Δευτέρα στο σχολείο όλο το C3 περιφερόταν σαν το ζόμπι από την κούραση. Η Σαμάνθα τη χαιρέτησε λίγο ψυχρά μόλις την είδε και η Μόργκαν κατάλαβε αμέσως το γιατί. Είχε θιχτεί που δεν ήξερε τίποτα για τη σχέση της με τον Εντουαρντ. «Θέλω να τα πούμε μετά το μάθημα» της είπε και η Σαμάνθα έγνεψε καταφατικά. Η μέρα ευτυχώς κύλησε ομαλά, γιατί δεν είχε και πολλή ενέργεια για κάτι περισσότερο. Δεν έγραψαν τεστ, δεν τους φώναξε κανείς καθηγητής και δε χρειάστηκε να διασταυρώσει ξίφη με τον Εντουαρντ, ο οποίος άλλωστε είχε γυρίσει και πάλι στην αγκαλιά της Τζίνας. Η Τζίνα έδειχνε να λάμπει στην αγκαλιά του, αλλά αυτός έδειχνε λίγο σκεπτικός. Συννεφάκια στον Παράδεισο; αναρωτήθηκε η Μόργκαν χαιρέκακα.

Εντωμεταξύ το πρόγραμμα ποτίσματος είχε τεθεί σε εφαρμογή και ήδη μέσα στη βδομάδα πότισαν δύο ζευγάρια. Την επόμενη βδομάδα ήταν η σειρά της Μόργκαν με τον Πίτερ και του Φρεντ με τον Ρος. Η Μόργκαν δεν ανυπομονούσε να περάσει χρόνο μόνη της με τον Πίτερ. Ήξερε ότι θα τη ρωτούσε για τη σχέση της με τον Εντουαρντ και δε θα καταλάβαινε ότι η άρνησή της να κάνει σχέση μαζί του δεν ήταν ένδειξη ότι κάτι συνέβαινε με τον Εντουαρντ. Η αλήθεια είναι ότι από το χθεσινό περιστατικό την κοιτούσε λίγο παράξενα.  Δεν ήθελε να τον απορρίψει, της άρεσε η παρέα του, αλλά δεν ήθελε να νομίζει ότι υπήρχε ελπίδα για κάτι περισσότερο. Του το είχε ξεκαθαρίσει, απλώς φοβόταν να μην τον πληγώσει.

Την τελευταία ώρα είχαν γαλλικά με τη μαντάμ Ντιπόν. Η μαντάμ Ντιπόν ήταν γύρω στα 45 και ήταν πολύ αυστηρή, αλλά και πολύ βαρετή. Φορούσε κομψά φορέματα και πολλά χρυσαφικά και έμοιαζε ακόμη μεγαλύτερη από την ηλικία της. Όλοι κοιτούσαν το ρολόι μέχρι να δείξει 3 ακριβώς. Η καθηγήτρια φυσικά το κατάλαβε και τους έβαλε να κάνουν μια προφορική άσκηση που άναψε λίγο τα αίματα, γιατί η προσπάθεια μερικών αγοριών να προφέρουν το κλειστό «u» προκάλεσε γέλια. Τρεις και δέκα δευτερόλεπτα η τάξη είχε αδειάσει και δύο φίλες κανόνιζαν έναν απογευματινό καφέ.

«Έχω να κάνω μια εργασία για τις βάσεις και τα οξέα, αλλά θέλω να βρεθούμε σήμερα» επέμεινε η Μόργκαν.
«Εντάξει» συμφώνησε η Σαμάνθα. «Προτείνω να πάμε μια βόλτα στο ποτάμι, που έχουμε και καιρό. Να μιλήσουμε ήρεμα, χωρίς να φοβόμαστε μήπως μας ακούσει κανείς!»
«Τέλεια! Ραντεβού στις έξι εκεί» αναφώνησε η Μόργκαν, φιλήθηκαν και τράβηξαν η καθεμία για το σπίτι της.

Η Μόργκαν ανέβηκε στο ποδήλατό της και βγήκε στον κεντρικό για το σπίτι της. Κλασικά, ο Εντουαρντ ακολουθούσε δέκα μέτρα πιο πίσω…

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 13-γυρνώντας σπίτι μαζί



Κεφάλαιο 13

Όταν έφτασαν στο σχολείο η ώρα ήταν ήδη εφτά. Ξεφόρτωσαν στα γρήγορα και σκόρπισαν. «Ποιος θα πάει τη Μόργκαν σπίτι;» ρώτησε η δίδα Γουίλιαμς και αμέσως προσφέρθηκαν όλοι όσοι είχαν απομείνει. «Δε χρειάζεται» είπε η Μόργκαν. «Μόργκαν, επιμένω» είπε η καθηγήτρια. «Είναι σημαντικό να γυρίσεις με κάποιον σπίτι».
«Θα γυρίσουμε μαζί» είπε ξαφνικά ο Εντουαρντ. «Μένουμε δίπλα».
Άλλο ένα χτύπημα στην ήδη σοκαρισμένη τάξη. Η Μόργκαν είχε σοκαριστεί από τη δήλωση, αλλά είχε χαρεί που το πρότεινε.
«Δε χρειάζεται» είπε η Μόργκαν με το κεφάλι κάτω. Δύο χρόνια είχε να τον κοιτάξει στα μάτια. Φοβόταν αυτό που θα έβλεπε μέσα. Φοβόταν μήπως δει ότι είχαν αλλάξει όλα. Φοβόταν μήπως δει ότι δεν άλλαξε τίποτα.
Ο Εντουαρντ δεν της άφησε περιθώριο για άλλες αντιρρήσεις. Άρπαξε την τσάντα της και άρχισε να βαδίζει μπροστά. Δεν μπήκε στον κόπο να αποχαιρετήσει τους άλλους. Η Μόργκαν χαιρέτησε βιαστικά τους συμμαθητές της και τον ακολούθησε. Μέχρι να στρίψουν στο πρώτο στενό και να χαθούν από τα παιδιά η Μόργκαν ένιωθε τα βλέμματά τους να καίνε την πλάτη της. Αλλά μέσα της είχε ξεσπάσει μια νέα φουρτούνα, άσχετη με το «τι θα πει ο κόσμος». Είχε να κάνει με το τι θα έλεγε αυτή με τον Εντουαρντ. Φοβόταν τόσο πολύ. Είχε πολύ καιρό να μείνει μόνη της μαζί του. Από τότε. Τι θα έλεγαν;

Ο Εντουαρντ προχωρούσε μπροστά και αυτή πίσω. Δε γυρνούσε να δει αν τον ακολουθεί, αλλά δε χρειαζόταν. Άκουγε τα βήματά της πάνω στα μουσκεμένα πεζοδρόμια. Περπατούσαν και περπατούσαν και ήταν για άλλη μια φορά τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά.

«Πόσες φορές σου έχω πει να ρωτάς τι έχει μέσα κάτι πριν το φας, διάολε;» τον άκουσε να της λέει εκνευρισμένος ξαφνικά, κάπου στη μέση της διαδρομής. Η Μόργκαν τρόμαξε. Δεν το περίμενε. Γι’ αυτή το θέμα της αλλεργίας είχε περάσει. Τώρα είχε εστιάσει  σε αυτή την απέραντη αμηχανία. Αυτός όμως δεν είχε ξεχάσει. «Πόσο ανεύθυνη είσαι! Δεν είχες καν ενημερώσει την κολλητή σου ή το φιλαράκο σου για το θέμα με το αλεύρι ταπιόκα» είπε. «Δεν είναι φιλ…» έκανε να πει η Μόργκαν, αλλά ο Εντουαρντ είχε πάρει φόρα. «Δεν έχεις δέκα ζωές. Γλίτωσες μία φορά, μπορεί να μην ξαναγίνει» είπε ενώ επιτάχυνε το βήμα του. «Διάολε, τρόμαξα πάρα πολύ» πρόσθεσε. Κόντευαν να φτάσουν σπίτι και ο Εντουαρντ είχε πάψει να μιλάει. Το βήμα του έδειχνε ότι δεν είχε ηρεμήσει καθόλου όμως.

«Σε ευχαριστώ» είπε ξαφνικά η Μόργκαν και ο Εντουαρντ επιβράδυνε το βήμα του. Δεν κατάλαβε πώς το είπε. Το ένιωθε, αλλά δε σκόπευε να το πει. Δεν ήξερε αν έφτανε. Το είπε όμως. Και ο Εντουαρντ σταμάτησε να περπατάει και γύρισε και την κοίταξε. Σε εκείνα τα κλάσματα δευτερολέπτου μέχρι να γυρίσει να την κοιτάξει η Μόργκαν έπρεπε να διαλέξει αν θα κοιτούσε εκείνον ή το πάτωμα. Και διάλεξε, μετά από δύο χρόνια, να κοιτάξει τα δύο πιο υπέροχα μάτια που είχε δει ποτέ στη ζωή της.

«Σε ευχαριστώ» επανέλαβε σαν ρομπότ. «Αν δεν ήσουν εκεί θα είχα πεθάνει. Λυπάμαι που σου χάλασα την εκδρομή» πρόσθεσε και του χαμογέλασε, αλλά ο Εντουαρντ δεν ανταπέδωσε. Η Μόργκαν θα καθόταν εκεί μια ζωή να χαζεύει το υπέροχο πρόσωπό του, να χαρτογραφεί τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος πάνω του, αλλά ένα αμάξι τους κόρναρε για να κάνουν άκρη. Στέκονταν στη μέση του δρόμου και κοιτάζονταν σαν να μην είχαν ξαναϊδωθεί ποτέ.

«Παρακαλώ» της είπε και συνέχισαν να περπατάνε μαζί, πλάι πλάι αυτή τη φορά. Χωρίς να μιλάνε. Όπως παλιά που γυρνούσαν από το σχολείο μαζί και περπατούσαν πλάι πλάι, κολλητά, για να αγγίζονται τα χέρια τους ώστε να μη χρειάζεται να κρατιούνται χέρι χέρι και τους δει κανείς.

Λίγο πριν φτάσουν σπίτι ο Εντουαρντ σταμάτησε. «Πήγαινε εσύ και εγώ θα γυρίσω σε 5 λεπτά μη δουν οι δικοί μας ότι μιλάμε» της είπε.
«Σε νοιάζει τόσο;» τον ρώτησε η Μόργκαν.
«Νοιάζει εσένα και αυτό μου φτάνει» της απάντησε χωρίς να την κοιτάει και γύρισε την πλάτη του. Τα τείχη είχαν πάλι υψωθεί.

Πόσο μα πόσο λάθος κάνεις, σκέφτηκε εκείνη.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Πίτερ


κεφάλαιο 12-αναδρομή


Κεφάλαιο 12

Η Μόργκαν ήταν πέντε ετών όταν ο Εντουαρντ με την οικογένειά του ήρθαν στο διπλανό σπίτι. Ηταν ένα σκουρομάλλικο αγόρι γεμάτο ζωντάνια που έπαιζε με κάθε σκυλάκι, γατάκι, μυρμηγκάκι, πουλάκι συναντιόταν ο δρόμος του. Οι γονείς του, η Μαριάν και ο Τζέρεμι Λάμπερτ, έγιναν αμέσως φίλοι με τους γονείς της Μόργκαν. Ο Τζέρεμι ήταν δάσκαλος και η Μαριάν ιδιωτική νοσοκόμα. Τα παιδιά όπως ήταν φυσικό έγιναν αχώριστα. Πήγαιναν μαζί νηπιαγωγείο και μετά δημοτικό και γυμνάσιο. Αν αρρώσταινε το ένα, αρρώσταινε και το άλλο από τον καημό του που ήταν μόνο του. Κάθονταν μαζί στο θρανίο και πηγαινοέρχονταν μαζί στο σχολείο. Τα Σαββατοκύριακα και τα απογεύματα έπαιζαν μαζί. Ο Εντουαρντ πρόσεχε τη Μόργκαν σαν μικρή αδερφή του και η Μόργκαν λάτρευε τον Εντουαρντ σαν θεό.

Ως έφηβοι περνούσαν ώρες κλεισμένοι μαζί στο δωμάτιο του Εντουαρντ, αλλά οι γονείς τους συνηθισμένοι δεν έδιναν πολλή σημασία. Είχαν άλλωστε και οι τέσσερις δύσκολα ωράρια και είχαν ανακουφιστεί που δεν ανησυχούσαν για τα παιδιά τους.

Ο έρωτας δεν άργησε να έρθει. Η Μόργκαν κατάλαβε ότι αγαπάει τον Εντουαρντ κάπου στα 12 και ο Εντουαρντ κατάλαβε ότι αγαπάει τη Μόργκαν κάπου στα 13. Περίπου στα 16 έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Ορκίστηκαν ότι θα τελειώσουν το λύκειο και μετά θα πάνε για σπουδές στην ίδια σχολή. Θα τέλειωναν, θα δούλευαν λίγο και μετά θα παντρεύονταν. Περνούσαν ώρες αγκαλιά, έκαναν όνειρα για το κοινό τους μέλλον, έβλεπαν ταινίες και διάβαζαν μαζί. Ώσπου οι γονείς της Μόργκαν υποπτεύθηκαν ότι η σχέση τους είχε αλλάξει μορφή και της επέβαλαν να μην τον βλέπει. Πρόβαλαν ως δικαιολογία ότι ο έρωτας θα την ξεμυάλιζε και δε θα κατάφερνε ποτέ να περάσει στη σχολή που ήθελε.  Σταδιακά της απαγόρευσαν να πηγαίνει σπίτι του και μετά να του μιλάει.

Ο πόνος ήταν αβάσταχτος. Βλέπονταν μόνο στο σχολείο και εκεί δεν προλάβαιναν να πουν τα νέα τους και να χορτάσουν ο ένας τον άλλον. Μισούσαν και οι δύο αυτή την κατάσταση, ώσπου όταν πήγαιναν β’ λυκείου και ο Εντουαρντ έβγαλε δίπλωμα οδήγησης και πήρε τη Μόργκαν να πάνε μια μακρινή βόλτα με δικαιολογία ότι πήγαινε ο καθένας σε κάποιον φίλο του. Είχαν συζητήσει ήδη την πιθανότητα να το σκάσουν μαζί, αλλά τρόμαζαν στην ιδέα του πώς θα τα καταφέρουν. Κυρίως η Μόργκαν. Ο Εντουαρντ τής είχε ξεκαθαρίσει ότι θα έκανε τα πάντα για να μην της λείψει τίποτα. Κάπου πενήντα χιλιόμετρα από το σπίτι τους τα αμάξι ντεραπάρισε.  Ο Εντουαρντ δεν κατάφερε να αποφύγει έναν μεθυσμένο που ερχόταν κατά πάνω τους. Έκανε απότομα δεξιά και χτύπησε στο κράσπεδο. Έγινε μια ολόκληρη επιχείρηση για να τους απεγκλωβίσουν από το αμάξι και να τους μεταφέρουν στο νοσοκομείο όπου ήταν γιατρός η μητέρα της Μόργκαν.

Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Η Μόργκαν έμεινε στο νοσοκομείο τέσσερις μήνες και ο Εντουαρντ τρεις. Σε διπλανά δωμάτια. Το μίσος των γονιών τους και οι αλληλοκατηγορίες όμως τους κράτησαν μακριά όλο αυτό το διάστημα. Όταν η Μόργκαν ξύπνησε, ζήτησε να τον δει και να μάθει νέα του αλλά κανείς δεν της έλεγε πώς είναι. Κόντεψε να πεθάνει μέχρι να της πει κρυφά μια νοσοκόμα ότι ήταν καλά. Είχε ξυπνήσει από ένα σύντομο κώμα, αλλά είχε ένα θέμα στους πνεύμονες και πολλά τραύματα και θα έπρεπε να νοσηλευτεί. Η ίδια είχε σπάσει το πόδι της σε ένα σωρό σημεία και έπρεπε να κάνει πολλές επεμβάσεις και φυσιοθεραπείες για να μπορέσει να περπατήσει ξανά.

Μετά από μερικούς μήνες τα παιδιά πήραν εξιτήριο. Έμειναν σπίτι τους για καιρό και την επόμενη χρονιά επανέλαβαν τη β’ λυκείου. Οι φίλοι τους ήταν ήδη στη γ’ λυκείου και έτσι έμειναν και χωρίς φίλους. Το σημαντικό ήταν όμως ότι είχε χάσει ο ένας τον άλλον. Οι τύψεις του Εντουαρντ, το μίσος των γονιών τους, ο χρόνος που κύλησε, λειτούργησαν όλα αρνητικά. Ο Εντουαρτντ και η Μόργκαν ήταν πια δυο ξένοι. 

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

κεφάλαιο 11-σοκ



Κεφάλαιο 11
Το πρόγραμμα της Κυριακής ήταν ευτυχώς πιο χαλαρό. Θα ξυπνούσαν όλοι κατά τις 10, θα έτρωγαν πρωινό, θα έκαναν μερικές δραστηριότητες στη φύση και τελικά θα έφευγαν κατά τις έξι. Η κυρία Σούζαν τούς είχε πει ότι θα τους έφτιαχνε μια μηλόπιτα με μια ινδιάνικη συνταγή για να φάνε πριν φύγουν και η Μόργκαν ανυπομονούσε. Λάτρευε τη μηλόπιτα, πόσω μάλλον με ασυνήθιστη εκτέλεση!
Η Μόργκαν ήταν το πρώτο από τα κορίτσια που βγήκε στον περίβολο. Ο Πίτερ, ο Εντουαρντ και ο Σάμιουελ είχαν ήδη ξυπνήσει και μάζευαν τις στάχτες από τη χθεσινοβραδινή φωτιά.
«Καλημέρα, όμορφη» της είπε ο Πίτερ μόλις την είδε και η Μόργκαν κοκκίνισε. Ο Σάμιουλ τής είπε επίσης καλημέρα, αλλά ο Εντουαρντ όχι. «Καλημέρα» είπε ευγενικά εκείνη σε όλους. Δε θα τον άφηνε να καταλάβει πόσο την εκνεύριζε αυτή η παιδαριώδης συμπεριφορά του.
«Θα κάτσεις μαζί μας;» τη ρώτησε ο Σάμιουελ, αλλά πριν προλάβει η Μόργκαν να έρθει σε δύσκολη θέση βγήκε η Χέλεν από την καλύβα τους και τη φώναξε. η Μόργκαν κόντεψε να τσακιστεί τρέχοντας προς την καλύβα μην τυχόν και χρειαστεί να μείνει μόνη της με τον Πίτερ και τον Εντουαρντ. Αμηχανία…
Τελικά η Χέλεν είχε χάσει τη χτένα της και τη βρήκαν κάπου ανάμεσα στα στρωσίδια. Εντωμεταξύ η δεσποινίς Γουίλιαμς που γύρισε από το πρωινό τζόγκινγκ ενημέρωσε τα παιδιά ότι πρέπει να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους μέχρι τις 12 για να μπορούν μετά ήσυχοι να προχωρήσουν στις δραστηριότητές τους. Ετσι λοιπόν ξεκίνησαν όλοι να μαζεύουν τους υπνόσακους, πράγμα που αποδείχτηκε τελικά πολύ δύσκολο. Οι μισοί και παραπάνω δεν κατάφεραν να κλείσουν τον υπνόσακο στη θήκη του και αναγκάστηκε να τους βοηθήσει κάποιος άλλος μαθητής. Οταν ήταν όλοι έτοιμοι και οι καλύβες καθαρές, η ώρα ήταν 12.30. Τσίμπησαν όλοι από ένα τοστ και μερικά φρούτα και συγκεντρώθηκαν για να διαλέξουν τι θα κάνουν μέχρι την ώρα της μηλόπιτας και μετά της αναχώρησης.
«Να φωτογραφηθούμε στη φύση σαν ζώα» είπε ο πάντα ευφάνταστος Φρεντ.
«Να κάτσουμε να μιλήσουμε» είπε η Σαμάνθα που την είχε ξεχάσει το αγόρι της και ήθελε ψυχολογική υποστήριξη.
«Να παίξουμε χαμένο θησαυρό» είπε ο Τζόσουα, αλλά όχι γκρίνιαξαν ότι θέλει πολλή οργάνωση.
Μετά από πολλή περισυλλογή και πολλές ηλίθιες ιδέες κατέληξαν ότι η καλύτερη λύση ήταν να βοηθήσουν την κυρία Σούζαν με τυχόν δουλειές που είχε στο πάρκο, όπως να καθαρίσουν ή να μαζέψουν ξύλα.
Όταν της το είπαν, ενθουσιάστηκε! Μάλιστα τους είπε ότι θέλει κάτι συγκεκριμένο αφού ήταν διατεθειμένοι να βοηθήσουν. Η κυρία Σούζαν μαζί με εθελοντές μάζευαν κουκουνάρια από το δάσος και τα έβαφαν χρυσά και ασημένια και τα πουλούσαν στη χριστουγεννιάτικη αγορά. Επίσης έφτιαχναν και άλλα διάφορα στολίδια από κορμούς δέντρων και στεφάνια από πευκοβελόνες και γκι. Μιας και τα Χριστούγεννα απείχαν λιγότερο από ένα μήνα είχε αρχίσει ήδη να φτιάχνει στολίδια με σκοπό να συγκεντρώσει χρήματα για την αγορά εκχιονιστικού μηχανήματος για το πάρκο.
Τα παιδιά δούλεψαν όλα ανεξαιρέτως με πολλή όρεξη για τις επόμενες 3 ώρες. Μάζεψαν πάνω από 200 κουκουνάρια και τα κορίτσια τα έβαψαν με σπρέι σε λαμπερά χρώματα. Τα αγόρια μάζεψαν κλαδιά για το πλαίσιο των στεφανιών και έπλεξαν πευκοβελόνες και γκι ανάμεσα. Η δεσποινίς Γουίλιαμς κατέγραφε τα πόσα κομμάτια είχαν ολοκληρώσει και η κυρία Σούζαν τα τακτοποιούσε σε κούτες. Ο Φρεντ και ο Ρος κουβάλησαν ένα μεγάλο κορμό τον οποίο η κυρία Σούζαν έκοψε σε μικρότερα κομμάτια για να μπορέσουν οι γυναίκες της φυλής να ζωγραφίσουν πάνω. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ ικανοποιητικό. Έφτιαξαν στολίδια αξίας 500 δλαρίων μέσα σε 3 ώρες. Μακάρι να μπορέσουν να τα πουλήσουν όλα, σκέφτηκε η Μόργκαν. Η κυρία Σούζαν τούς ενημέρωσε για τα σημεία πώλησης και τα παιδιά υποσχέθηκαν να το διαδώσουν.
«Επειδή είστε τόσο καλά παιδιά, θα σας κεράσω την πιο ωραία μηλόπιτα που έχετε φάει» τους είπε και τους έβαλε να καθίσουν στο μεγάλο μακρόστενο ξύλινο τραπέζι στην είσοδο του πάρκου. Όλοι ήταν κατάκοποι και ανυπομονούσαν να δοκιμάσουν την περιβόητη μηλόπιτα. Η κυρία Σούζαν σέρβιρε σε χαρτονένια πιάτα και τα παιδιά άρχισαν σιγά σιγά να γεύονται την πίτα και να βγάζουν ήχους απόλαυσης.  Ο Εντουαρντ ευχαρίστησε την κυρία Σούζαν στη διάλεκτό τους και σηκώθηκε πρώτος από το τραπέζι για να πάει να φέρει νερό από την πηγή. Οι άλλοι έτρωγαν ακόμα και κάποιοι ζήτησαν και δεύτερο κομμάτι. Η Μόργκαν απολάμβανε ακόμα το πρώτο κομμάτι όταν άρχισε να νιώθει ένα παράξενο φούντωμα. Σε λίγα δευτερόλεπτα όλο της το σώμα είχε μουδιάσει και δεν μπορούσε να ελέγξει τις κινήσεις της. Άρχισε να βήχει για να τραβήξει την προσοχή των διπλανών της και άρχιζε να γέρνει πίσω αργά και σταθερά μέχρι που έπεσε. Εβλεπε τα παιδιά να πέφτουν πάνω της και να τη βοηθούν να πάρει ανάσα, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Ενωθε ένα σφίξιμο στο στήθος, δεν μπορούσε να ανασάνει. Πνιγόταν. Η δεσποινίς Γουίλιαμς άρχισε να φωνάξει «ένα ασθενοφόρο» για να καλέσει σε βοήθεια η κυρία Σούζαν.
Ξαφνικά, και ενώ ήταν έτοιμη να παραδοθεί στο λήθαργο, άκουσε από μακριά ένα ουρλιαχτό. «Μόργκααααααααν»! Αμέσως μετά ακολούθησε ένα ποδοβολητό και σε λίγο ο Εντουαρντ ήταν δίπλα της. «Φέρτε μου την τσάντα της αμέσως!» ούρλιαξε. Μέχρι η Χέλεν να φέρει την τσάντα ο Εντουαρντ ούρλιαζε προς κάθε κατεύθυνση. «Τι είχε η μηλόπιτα μέσα;». Η κυρία Σούζαν απαρίθμησε τα υλικά. Εντωμεταξύ  Χέλεν έφερε την τσάντα της Μόργκαν. Ο Εντουαρντ με σίγουρες κινήσεις άνοιξε το μπροστινό τσεπάκι και έβγαλε από μέσα το epipen. «Γυρίστε όλοι από την άλλη αμέσως» διέταξε απότομα. Μόλις γύρισαν όλοι 180 μοίρες, γύρισε τη Μόργκαν στο πλάι και της κατέβασε λίγο το παντελόνι. Της έκανε στα γρήγορα την ένεση στο γοφό και μετά της κούμπωσε το τζιν. Πήρε το κεφάλι της και το στήριξε μέχρι που εκείνη ένιωσε καλά. Της φάνηκε ότι σε κάποια φάση της χάιδεψε τα μαλλιά. Η επίδραση της επινεφρίνης μού φέρνει παραισθήσεις σκέφτηκε αργότερα. Λίγα λεπτά μετά η Μόργκαν συνήλθε και απρόθυμα σηκώθηκε από την αγκαλιά του. Δε μιλούσε κανείς. Ήταν όλοι συγκλονισμένοι. Από τον κίνδυνο που διέτρεξε η Μόργκαν. Από το πόσο εύκολα μια μαθητική εκδρομή μπορεί να γίνει εφιάλτης. Από το πόσα λίγα ήξεραν για τη σχέση του Εντουαρντ και της Μόργκαν.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 10-ζήλια μου



Κεφάλαιο 10

Στην επιστροφή δε μιλούσε κανείς. Ήταν όλοι κουρασμένοι, αλλά και πολύ χαρούμενοι με τη σημερινή εκδρομή. Είχαν καταφέρει να δουν σπάνια πουλιά, δύο τρία ελάφια, τσαλαβούτησαν σε ένα παγωμένο ποτάμι, έπαιξαν κυνηγητό ανάμεσα σε ψηλά πεύκα και οξιές. Ήταν ένα φυσικό υπερθέαμα και στην επιστροφή προς το καταφύγιο προσπαθούσαν να απορροφήσουν όσα περισσότερα μπορούσαν.

Κατά τις έξι έφτασαν στις σκηνές τους. Είχαν μία ώρα να ξεκουραστούν και μετά θα επισκέπτονταν το πολιτιστικό κέντρο της φυλής Penobscot. Η κυρία Σούζαν τους περίμενε ήδη εκεί. Η Μόργκαν μπήκε στη σκηνή, ξεντύθηκε τελείως και έπεσε φαρδιά πλατιά κάτω. Η Σαμάνθα ξεκαρδίστηκε. «Κακομοίρα μου, γέρασες!».
«Τι γέρασα ρε;  Γίναμε κομμάτια όλοι! Αυτή η γυναίκα νομίζει ότι είμαστε ορειβατικός σύλλογος».
«Έπρεπε να έχουμε τον κύριο Τρίνιτ μαζί μας. Να μας κάνει μαθηματικά δρόμο δρόμο για να μάθουμε να είμαστε ευγνώμονες» είπε η Σαμάνθα και η Χέλεν γέλασε.

Στις εφτά συναντήθηκαν έξω από το πολιτιστικό κέντρο της φυλής που δεν ήταν παρά μια μεγάλη παραδοσιακή καλύβα. Μέσα η Σούζαν τους έδειξε χειροποίητα ινδιάνικα κιλίμια, καθώς και τα παραδοσιακά παπουτσάκια με χάντρες των Ινδιάνων. Επίσης είδαν και τα καλάθια από σημύδα για τα οποία είναι γνωστοί οι  Penobscot. Ήταν όλα πολύ εντυπωσιακά. Γεμάτα χρώμα και ζωντάνια. Η Μόργκαν σκέφτηκε ότι οι αν κρίνει από την τέχνη τους οι Penobscot πρέπει να είναι χαρούμενοι άνθρωποι. Ο Εντουαρντ από πού να πήρε και βγήκε έτσι; σκέφτηκε και γέλασε.

«Θέλω να αγοράσω ένα καλάθι για τη μαμά μου» είπε όλο χαρά ο Τζόσουα. Ο Τζόσουα γενικά ήταν ενθουσιώδης και δε σκεφτόταν πολύ πριν μιλήσει. «Αυτά έχουν ιστορική αξία και δεν πωλούνται, νεαρέ» του είπε χαμογελώντας η Σούζαν. «Αν θέλεις όμως έχουμε μια μικρή συλλογή με αναμνηστικά». Αγόρασαν όλοι από κάτι τελικά. Η Σαμάνθα πήρε ένα ημερολόγιο του 2013 με φωτογραφίες από το παρελθόν των Penobscot, η Μόργκαν αγόρασε ένα μπρελόκ από όπου κρέμονταν δύο μινιατούρες παραδοσιακά ινδιάνικα παπούτσια, η Χέλεν αγόρασε ένα πρες παπιέ ζωγραφιστό στο χέρι και ο Πίτερ ένα μικρό κέντημα για τη γιαγιά του. Ο Εντουαρντ αγόρασε ένα μεγάλο καλάθι. Η Σούζαν ήθελε να του το κάνει δώρο γιατί, όπως είπε, ήταν ένας «νέος και ρωμαλέος Penobscot», αλλά τελικά ο Εντουαρντ επέμεινε και πλήρωσε. Τελικά γύρισαν στις σκηνές τους και τακτοποίησαν τα δώρα στις τσάντες τους. Έφαγαν ένα ψητό που είχε φτιάξει η κυρία Σούζαν και άναψαν φωτιά. Πήραν μακριά ραβδιά και κάρφωσαν μαρσμέλοουζ για να ψήσουν. Σήμερα δεν είχαν πολλή όρεξη για τραγούδια, αλλά για παιχνίδια. «Θάρρος ή αλήθεια» φώναξε ο Τζόσουα. «Μπουκάλα» φώναξε ο Πίτερ. «Κρυφτό» είπε η Χέλεν. «Χαλασμένο τηλέφωνο» πρότεινε η πάντα συντηρητική Τζανέτ. Τελικά δεν έπαιξαν τίποτα. Αρχισαν να κουτσομπολεύουν καθηγητές και μαθητές άλλων τάξεων. Η Μόργκαν, ο Φρεντ, ο Εντουαρντ και η Χέλεν δεν πολυσυμμετείχαν στη συζήτηση η οποία είχε φουντώσει. Τώρα συζητούσαν για μια μαζορέτα, την Ιρένε. Είχε ακουστεί ότι τα είχε με έναν 25άρη. «Εντουαρντ, ξέρεις εσύ τίποτα;» ρώτησε η φιλομαθής Σαμάνθα. «Πού να ξέρω εγώ» απάντησε απότομα αυτός.
«Ε πώς…Κάτι θα ξέρεις από την Τζίνα!» τον προκάλεσε.
«Δε συζητάμε τέτοια με την Τζίνα» είπε αυτός διφορούμενα και όλοι άρχισαν να σφυρίζουν με νόημα. Η Μόργκαν δεν απολάμβανε τη συζήτηση και ήθελε να βάλει τέλος. «Ας τον αφήσουμε παιδιά. Και να ξέρει δε θα μας πει» είπε.
«Αν ήξερα θα σας έλεγα, αλλά η Τζίνα κι εγώ περνάμε πιο εποικοδομητικά το χρόνο μας αντί να κουτσομπολεύουμε» της είπε αυτός.
«Αυτό πια το ξέρουμε» του είπε αυτή ειρωνικά.
«Τι στο διάολε σημαίνει αυτό;» της είπε λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι πριν.
«Όποιος έχει μάτια βλέπει, Εντουαρντ. Δεν είναι ότι είστε και διακριτικοί».
Ο Εντουαρντ δεν απάντησε και αυτό την εκνεύρισε περισσότερο. Ήθελε να συνεχίσουν να τσακώνονται.

«Πάμε για ύπνο;» ρώτησε ο Φρεντ ξαφνικά και όλοι συμφώνησαν.

Είχαν πέσει όλοι για ύπνο και η ώρα ήταν 2 σύμφωνα με το ρολόι της Μόργκαν όταν αποφάσισε να βγει μια βόλτα γιατί δεν είχε ύπνο. Περπάτησε λίγο στο δάσος και στα 20 περίπου βήματα άκουσε τη φωνή του Εντουαρντ. Μάλλον μιλούσε στο κινητό του. Η Μόργκαν δεν μπορούσε να κρατηθεί και κρυφάκουσε. Τον άκουσε να λέει «καλά περνάμε, κι εμένα, φιλάκια». Το «κι εμένα» πρέπει να ήταν απάντηση στο «μου λείπεις» σκέφτηκε. Μιλούσε με την Τζίνα προφανώς. Καλά, και στις 2 η ώρα βρήκαν να μιλήσουν; Η Μόργκαν κοίταξε λίγο το φεγγάρι που σε τρεις τέσσερις μέρες θα γέμιζε τελείως και γύρισε στην καλύβα της…για να μην κοιμηθεί!


Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

some of them

Κεφάλαιο 9



Κεφάλαιο 9

Το ξυπνητήρι, χωρίς έλεος, χτύπησε στις 7.30 μέσα στη σκηνή. Πρώτη σηκώθηκε η Σαμάνθα και μετά η Μόργκαν. Τελευταία σηκώθηκε η Χέλεν. Η Μόργκαν έβαλε ζεστά ρούχα, χτένισε τα μαλλιά της, ετοίμασε το σακίδιό της και βγήκε έξω από τη σκηνή να πάει στις τουαλέτες να πλύνει τα δόντια της. Οι τουαλέτες αποτελούνταν από δέκα κλειστές καμπίνες για ντους, και δέκα νιπτήρες με καθρέπτη. Οι μόνοι που ήταν ήδη εκεί ήταν ο Ρος και ο Εντουαρντ. Ο Ρος τη χαιρέτησε ζεστά, αλλά ο Εντουαρντ έγνεψε με το κεφάλι.

Πάει, σκέφτηκε η Μόργκαν. Κλείστηκε πάλι στο καβούκι του.

Κατά τις οκτώ όλοι λίγο πολύ ήταν έτοιμοι. Συγκεντρώθηκαν στο κέντρο του καταυλισμού και πήραν το κολατσιό που τους είχε ετοιμάσει η κυρία Σούζαν.
Η δεσποινίδα Γουίλιαμς άρχισε τις τετριμμένες ερωτήσεις.
«Φοράτε όλοι τρακτερωτά παπούτσια;»
«Ναι!» φώναξαν όλοι βαριεστημένα.
«Ρος, έχεις το κουτί με τις πρώτες βοήθειες μαζί σου;»
«Ναι, φυσικά».
«Εχετε όλοι κολατσιό και παγούρι με νερό;»
«Ναι».
«Δεύτερο ζευγάρι κάλτσες, φανέλες, καπέλο; Φοράτε ενυδατική να μη σκάσει το δέρμα σας;»
«Σιγά μη βάλουμε και μάσκαρα» ψιθύρισε ο Τζόσουα και όλοι γέλασαν.

Μετά από ενδελεχή έλεγχο των προμηθειών τους ξεκίνησαν κατά τις 8.15 για την πεζοπορία τους. Η Μόργκαν ήλπιζε να τη βγάλει καθαρή με το γόνατό της.

Περπατούσαν περίπου μία ώρα σε ελαφρά ανηφορικό δρόμο όταν είδαν ένα μικρό ελάφι. Ολοι έκατσαν και το έβγαλαν φωτογραφία με το κινητό τους. Ο Εντουαρντ το πλησίασε και το χάιδεψε. Αυτό δε σάλεψε. Του έδωσαν ένα φρούτο και συνέχισαν.
Η Σαμάνθα δεν είχε δει ποτέ ελάφι από τόσο κοντά και ενθουσιάστηκε. Πήρε τηλέφωνο το αγόρι της να του το πει, αλλά αυτός κοιμόταν και της το έκλεισε.
«Γαϊδούρι» είπε στη Μόργκαν.
«Αφού κοιμόταν ο κακομοίρης» προσπάθησε να την ηρεμήσει η φίλη της αλλά η Σαμάνθα είχε ήδη μουτρώσει.

«Αντε να προχωρήσουμε! Αν είναι να φωτογραφίζετε κάθε ζώο που βλέπετε δε θα φτάσουμε ποτέ στον προορισμό μας» είπε η δεσποινίς Γουίλιαμς.
«Ο οποίος ποιος είναι ακριβώς;» είπε ο Φρεντ.
«Πάμε στη χαμηλότερη κορυφή για να δούμε τη θέα, και αν είμαστε τυχεροί να δούμε μερικά πουλιά που υπάρχουν μόνο εδώ».

Αν δεν είχαμε ξενυχτήσει τόσο χθες το βράδυ, σκέφτηκε η Μόργκαν, δε θα ήμασταν όλοι τόσο κουρασμένοι τώρα. Ωστόσο περάσαμε πολύ όμορφα και δεν το μετανιώνω, πρόσθεσε από μέσα της.

Κατά τις έντεκα έκαναν μια στάση για να φάνε ένα φρούτο και μερικούς ξηρούς καρπούς για ενέργεια. Βρήκαν ένα ξέφωτο και χαλάρωσαν λιγάκι, μιας και όλοι είχαν κουραστεί. Ετρωγαν χωρίς να μιλάνε, εκτός φυσικά από τη Χέλεν που γελούσε με τη Μαίρη για κάτι που είχε να κάνει με κάποιο ζώο που τους θύμιζε έναν καθηγητή του σχολείου.

Η Μόργκαν είχε βολευτεί και φοβόταν τη στιγμή που θα έπρεπε να σηκωθεί. Την πονούσαν ήδη τα πόδια της και ήλπιζε να μη χρειαζόταν να δει κανένα αποτρόπαιο θέαμα όταν έβγαζε τις κάλτσες της. Η δεσποινίς Γουίλιαμς όμως δεν κρατιόταν. «Αντε, ξεκινάμε» φώναξε και σηκώθηκε όρθια με ένα πήδημα. Τα παιδιά γκρίνιαξαν λίγο ότι θέλουν να κάτσουν κι άλλο, αλλά ο Εντουαρντ είχε ήδη αρχίσει να προπορεύεται. «Ο Εντουαρντ είναι μια χαρά. Ακολουθείστε το παράδειγμά του» είπε η δεσποινίς Γουίλιαμς. «Ο Εντουαρντ κάνει 3 ώρες προπόνηση τη μέρα, δεσποινίς» είπε γελώντας ο Ρος. «Αφήστε που αν είναι να μας αποφύγει, είναι ικανός να ανέβει στο Εβερεστ τρέχοντας»¨συμπλήρωσε πειρακτικά η Χέλεν. Ο Εντουαρντ γύρισε και την αγριοκοίταξε και αφού γύρισε την πλάτη του της φώναξε «Ελπίζω να παίζεις κιθάρα, Χέλεν, γιατί απόψε θα είμαι κουρασμένος».

Τα παιδιά περπατούσαν και περπατούσαν και περπατούσαν για περίπου 2-3 ώρες. Εκαναν στάση για να βγάλουν καμιά φωτογραφία και συνέχισαν ακάθεκτοι. Τελικά κάπου ανάμεσα σε μερικούς θάμνους είδαν ένα παράξενο πουλί να κάθεται σχεδόν ακίνητο. Πριν προλάβουν καλά καλά να το δουν όλοι η δις Γουίλιαμς άρχισε να ξεφωνίζει «μαυρολαιμότσιχλα!» (Bicknell's Thrush) και έτσι το πουλί πέταξε μακριά. Απογοήτευτηκαν όλοι, αλλά η δις Γουίλιαμς επέμεινε ότι θα δουν κι άλλα μέχρι να γυρίσουν.

Στις 2.30 ακριβώς πέρασαν από ένα δύσκολο πέρασμα. Ο Εντουαρντ, ως πιο ψηλός από όλους προηγείτο της αποστολής και σήκωνε τα κλαδιά για να περάσουν οι άλλοι. Η δις Γουίλιαμς με ένα ξύλο έσπαγε τα χόρτα και τα κλαριά στο ύψος των ποδιών τους για να περνάνε από πάνω. Η Μόργκαν είχε μείνει ξοπίσω, ήταν τελευταία, γιατί την πονούσε λίγο το γόνατό της. Όταν πέρασε το δύσκολο σημείο, έμεινε και αυτή ακίνητη όπως και οι άλλοι. Μπροστά τους ήταν το ποτάμι που διέτρεχε την πλαγιά σε όλο το μεγαλείο. Έτρεχε με ορμή με κατεύθυνση τους πρόποδες του βουνού, αλλά το νερό αντί να είναι αφρισμένο ήταν γάργαρο και κρυστάλλινο. Ηταν τόσο αναζωογονητικό θέαμα, που όλοι πρότειναν να φάνε εκεί για μεσημέρι πριν γυρίσουν. «Να βουτήξουμε;» πρότεινε ο Τζόσουα, αλλά ο Πίτερ τον προσγείωσε απότομα. «Φίλε, δε βλέπεις πόση ορμητικότητα έχει; Θα πνιγείς».

Ευτυχώς σκέφτηκε από μέσα της η Μόργκαν ο Πίτερ ήταν πολύ διακριτικός σήμερα. Ήταν συνεχώς κοντά της αλλά δε φαινόταν να είναι πιο τρυφερός απ’ ό,τι με τα υπόλοιπα κορίτσια.

Έστρωσαν στο χώμα για να φάνε και έβγαλαν σάντουιτς και κομμάτια κέικ. Αν πονάνε τα πόδια κάποιου να βγάλει τα παπούτσια του και να βρέξει τα πόδια του στο παγωμένο νερό στο ποτάμι. Είναι ανακουφιστικό» είπε. «Καλή ιδέα» πετάχτηκε ο Φρεντ. Η Μόργκαν σκέφτηκε ότι είχε παρατηρήσει ότι ήταν τελευταία και ήταν κουρασμένη και ντράπηκε. Από εγωισμό δεν έκανε αυτό που πρότεινε. Ηξερε ότι το είχε πει για εκείνη.

Ο Εντουαρντ ωστόσο έκανε πρώτος την αρχή και πήγε στο ποτάμι να βρέξει τα πόδια του. Σύντομα τον ακολούθησαν σχεδόν όλοι και έτσι και η Μόργκαν πήρε θάρρος και πήγε και αυτή. Εκλεισε τα μάτια και απόλαυσε το παγωμένο νερό να περικυκλώνει τα πόδια της. Πρέπει να έμεινε εκεί για αρκετή ώρα, γιατί όταν άνοιξε τα μάτια ήταν μόνη με τον Εντουαρντ. «Δεν πρέπει να κουράζεσαι τόσο» της είπε αυτός απότομα κοιτώντας ευθεία. «Είναι προφανές ότι ταλαιπωρείσαι» της είπε κοιτώντας ευθεία. Η Μόργκαν κοίταξε το υπέροχο προφίλ του και έκανε να τεντώσει το χέρι της. Όταν είδε τους μυς του σαγονιού να σφίγγονται έκανε πίσω. Είχε σηκώσει πάλι το φράκτη.
Η Μόργκαν κουρασμένη από την πεζοπορία και από όλη αυτή την εχθρότητα του πέταξε ένα «θα κάνω ό,τι θέλω» και έφυγε τρέχοντας.