Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

επεξηγήσεις για διαγωνισμό


Κορίτσια, ψάξτε στο ίντερνετ μια ΕΤΟΙΜΗ πρόταση που είδατε και σας άρεσε. Από ταινία, από βίντεο χειροποίητο στο Youtube, από τραγούδι…Ο,τι θέλετε. Άσχετα με την πλοκή του έργου μου.

ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ???

Royal wedding ring

Princess Cut Canary Cz Estate Ring

Κεφάλαιο 34-ραφτείτε, έρχεται ο γάμος


Κεφάλαιο 34

Η Λουίζ περπατούσε στον κήπο, αλλά ήταν σίγουρη ότι πετούσε. Ο Νικ την κρατούσε από το χέρι και πού και πού την αγκάλιαζε. Του είχε εξηγήσει ότι άκουσε τη συζήτηση που είχε με τον Εντουαρντ και αποφάσισε να φύγει για να μη γίνει η αιτία να χάσει το θρόνο. «Δεν έχεις καταλάβει πόσο σημαντική είσαι για μένα νομίζω» της είπε. «Κόντεψα να πεθάνω όταν έφυγες. Δεν ήξερα τι είχα κάνει και πού έφταιξα. Νόμιζα ότι δε με αγαπούσες» της είπε εκείνος με ειλικρίνεια.
«Μα τι να έκανα; Είσαι προορισμένος να αναλάβεις τα ηνία της χώρας. Ισως σου ταίριαζε κάποια άλλη».
«Εσύ μου ταιριάζεις, μόνο με σένα θα είμαι ευτυχισμένος. Ειλικρινά θα παρατούσα τα πάντα για σένα, αλλά σε αυτή την περίπτωση δε χρειάζεται κιόλας».
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι ο Εντουαρντ για κάποιο λόγο που μου διαφεύγει παρέλειψε να πει ότι στο κεφάλαιο 13, το κεφάλαιο που αναφέρει τα δικαιώματα του νόμιμου διαδόχου, αναφέρει ρητά ότι ο διάδοχος μπορεί να διενεργήσει δημοψήφισμα για να πάρει λαϊκή εντολή να παντρευτεί γυναίκα που δεν είναι γαλαζοαίματη. Ξεκοκάλισα το πρωτόκολλο και πιστεύω ότι αν βασιστούμε εκεί μπορούμε να τα καταφέρουμε».

Η Λουίζ αναθάρρησε, γιατί δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ζητήσει να την αναγνωρίσει ο πατέρας της ώστε να παντρευτεί τον Νικ.

Ο Νικ την κοίταξε με αγωνία και μετά γονάτισε μπροστά της.
«Είναι πολύ ακατάλληλη μέρα για κάτι τέτοιο, αλλά και πολύ κατάλληλη ταυτόχρονα. Λουίζ, θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;» της είπε και της πέρασε ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλο. Την ενημέρωσε ότι είναι ένα δαχτυλίδι που του έδωσε η μητέρα του να της το δώσει. Της το είχε δώσει και εκείνης η πεθερά της.

«Θέλεις να ζήσεις στο πλάι μου μια ζωή, να κάνουμε όμορφα παιδάκια, να με βοηθάς στη διοίκηση της χώρας και να ξυπνάμε κάθε πρωί αγκαλιά;» συνέχισε.

Η Λουίζ ξεφώνισε από ενθουσιασμό και τον αγκάλιασε. Αυτός τη σήκωσε ψηλά και τη στριφογύρισε στον αέρα.

«Εννοείται πως θέλω να σε παντρευτώ. Είσαι ο πιο υπέροχος άντρας του κόσμου».

«Σε αγαπώ, μωρό μου» της είπε και τη φίλησε.

­­


Δύο τρεις μέρες μετά η Λουίζ μίλησε στον Νίκολας για το θέμα της πατρότητάς της και αυτός έγινε έξαλλος. «Δε θέλω να μαθευτεί κάτι. Δε θέλω να με πιέσεις να σου πω ποιος είναι, απλώς θέλω να ξέρεις εσύ και μόνον εσύ ότι είμαι γαλαζοαίματη και ότι τυπικά δεν παραβαίνουμε κάποιον κανόνα».

«Πώς είναι δυνατό να υπάρχει κάποιος στο παλάτι που να φέρθηκε έτσι;» ρώτησε αυτός κοιτώντας τη διερευνητικά. Και μετά κοκάλωσε.

«Τα μάτια σου, το χρώμα των μαλλιών σου…Μη μου πεις πως…»
«Νικ, σε παρακαλώ, σταμάτα. Δεν έχει σημασία πια. Είμαστε μαζί και μόνο αυτό μετράει».
«Και η μητέρα σου; Τα όσα πέρασε για να σε μεγαλώσει χωρίς τον πατέρα σου; Ο οποίος να σημειώσω σπαταλούσε την πατρική του στοργή σε εμένα! Που είχα ήδη πατέρα!».
«Ηταν νέος και άμυαλος»
«Γι’ αυτό λοιπόν λύσσαξε να μην προχωρήσω μαζί σου. Ηξερε ότι θα αποκαλυπτόταν».
«Εμείς θα κάνουμε το δημοψήφισμα και αν δεν πάρουμε πλειοψηφία θα ζητήσουμε ένα τεστ DNA και τέλος. Τι λες;»
«Όπως διατάξετε!»

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Οπως θα έχετε καταλάβει, πλησιάζει το τέλος. Επειδή όμως έχω βρει τον άντρα και το νυφικό το έχω ξαναβάλει σε διαγωνισμό, αυτή τη φορά θα βάλω κάτι διαφορετικό.
Καλείστε να μου στείλετε πρωτότυπες προτάσεις γάμου. Μπορείτε να στείλετε βίντεο από Youtube, powerpoint presentations, τραγούδια κλπ. Τονίζω ότι η πρόταση γάμου που θα μου στείλετε ΔΕ ΘΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΕΙ στην πλοκή.

Νικήτρια θα αναδειχθεί αυτή που θα μου στείλει πρόταση που θα μου αρέσει περισσότερο από τις άλλες 'Η ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΕΙ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΧΩ ΞΕΤΡΕΛΑΘΕΙ.

Το δώρο θα είναι κάποιο μικρό κρεμαστό από Accesorize τώρα που είναι και εκπτώσεις.
Ελίζα, Κική, σας παρακαλώ μην ΞΑΝΑκερδίσετε. Θα μας κατηγορήσουν για ευνοιοκρατία. 

Κεφάλαιο 33-Θάνατος=αφροδισιακό (Σαμάνθα Τζόουνς)


Κεφάλαιο 33

Η Λουίζ είχε βρει μια καλή θέση, πίσω ακριβώς από τα σκοινιά που εμπόδιζαν τον κόσμο να βγει στο δρόμο από όπου θα περνούσε η πομπή. Στεκόταν περίπου 80 μέτρα πριν την είσοδο της εκκλησίας όπου θα γινόταν η τελετή. Γύρω της επικρατούσε μια παγωμένη σιωπή. Ο κόσμος, ντυμένος στα μαύρα, περίμενε υπομονετικά να περάσει η πομπή με τις μαύρες λιμουζίνες και τη βασιλική οικογένεια. Οι ειδήσεις μιλούσαν για 30.000 άτομα στο δρόμο και η Λουίζ έβλεπε πως ήταν αλήθεια. Η μητέρα της είχε μείνει σπίτι, αλλά αυτή τελικά δεν είχε αλλάξει γνώμη που αποφάσισε να πάει. Ήθελε να αποχαιρετήσει έστω και από μακριά τον δούκα και ευχόταν να μπορέσει να δει και λίγο τον Νικ. Η ώρα ήταν 11.30 και η πομπή θα ξεκινούσε στις 12 από το παλάτι. Περίπου 12.10 θα περνούσαν τις πύλες τις εκκλησίας και μετά την τελετή οι συγγενείς θα πήγαιναν στο Βασιλικό Κοιμητήριο πάνω στο λόφο Κέρνιαν.
Δίπλα της ήταν καμιά εικοσαριά παιδιά, προφανώς από κάποιο σχολείο, που κρατούσαν τριαντάφυλλα στα χέρια και απέναντί της ήταν ολόκληρες οικογένειες που περίμεναν να αποχαιρετήσουν τον δούκα με δάκρυα στα μάτια. Στην εκκλησία μέσα περίμενε ήδη η βασιλική οικογένεια της Ισπανίας και αναμενόταν και η βασιλική οικογένειας της Βρετανίας. Απέναντι στο θάνατο είμαστε όλοι ίσοι, σκέφτηκε η Λουίζ. Οσα λεφτά ή εξουσία κι αν έχεις ο θάνατος δε θα σε ξεχάσει ποτέ. Μπορεί ο θάνατός σου να αποτελεί παγκόσμια είδηση, αλλά δεν παύει να προκαλεί τον ίδιο πόνο στην οικογένειά σου που θα προκαλούσε και ο θάνατος ενός αγρότη.
Δώδεκα και δεκατρία λεπτά ακριβώς πέρασε από μπροστά της η πρώτη μαύρη λιμουζίνα. Ακολούθησαν άλλες δώδεκα περίπου, γεμάτες σημαίνουσες προσωπικότητες από όλο τον κόσμο. Τελευταία πέρασε η λιμουζίνα με το φέρετρο του δούκα και εκεί το πλήθος ξέσπασε σε ένα ξέφρενο χειροκρότημα. Ανθοδέσμες εκτοξεύονταν από κάθε κατεύθυνση πάνω στη μαύρη λιμουζίνα ώσπου η οροφή σχεδόν καλύφθηκε από ένα παχύ στρώμα λουλουδιών. Πού να είναι ο Νικ άραγε, αναρωτήθηκε η Λουίζ. Λογικά θα είναι ήδη στην εκκλησία, αλλά σίγουρα θα τον δω μετά. Κανονικά συνηθίζεται μετά την τελετή η βασιλική οικογένεια να περπατάει πίσω από τη λιμουζίνα και το φέρετρο για μερικά μέτρα και να δέχεται τα συλλυπητήρια του κόσμου. Αυτό φυσικά δε διαρκούσε πολύ, περίπου για 100 μέτρα, και μετά οι συγγενείς έμπαιναν στη λιμουζίνα τους και κατευθύνονταν στο Βασιλικό Κοιμητήριο.
Η τελετή διήρκησε πάνω από δύο ώρες. Η Λουίζ είχε κουραστεί να περιμένει, αλλά ευτυχώς είχε στείλει μήνυμα στην παρέα της και ήρθαν και τη βρήκαν στο σημείο όπου περίμενε. Από την εκκλησία ακουγόταν μια παιδική χορωδία και προς το τέλος επικράτησε σιγή. Υπέθεσε ότι διάβαζαν επικήδειους. Θεέ μου, πόσο θέλω να τον δω, σκέφτηκε.
Οι φίλοι της είχαν πιάσει συζήτηση για το έργο του δούκα και σενάρια για τη διαδοχή του. Είχε ακουστεί, της είπαν, στις ειδήσεις ότι ακούγονται διάφορα σενάρια για τη διαδοχή του. «Κρίμα» είπε η Κριστίν, «πιστεύω ότι ο Νίκολας θα ήταν άξιος συνεχιστής του έργου του πατέρα του. Μακάρι να αναλάβει αυτός και όχι κάποιος ηλίθιος ξάδερφός του.
Οι καμπάνες ήχησαν ξαφνικά και το πλήθος τρόμαξε. Χτυπούσαν αργά και πένθιμα μέχρι που η βασιλική οικογένεια βγήκε από την εκκλησία πίσω από τη λιμουζίνα με το φέρετρο του δούκα.

Μπροστά βάδιζε η δούκισσα πιασμένη αγκαζέ με την κόρη της την Ιρένε, την αδερφή του Νίκολας και από πίσω βάδιζε ο Νίκολας κρατώντας την αδερφή του δούκα από το χέρι σφιχτά, καθότι ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία. Η ανάσα της κόπηκε όταν τον είδε να πλησιάζει προς το μέρος της. Τους χώριζαν πενήντα μέτρα, αλλά έβλεπε ότι τα μάτια του ήταν κόκκινα. Είχε αφήσει μούσι και φορούσε μαύρο κοστούμι και μαύρη γραβάτα. Η δούκισσα πλησίασε μερικά άτομα στα δεξιά της και η Ιρένε δέχτηκε μερικά λουλούδια από κάτι παιδάκια στα αριστερά της. Η Λουίζ ήλπιζε, προσευχόταν να τη δει. Ηταν στην πρώτη σειρά, ήταν πολύ πιθανό να τη δει. Αυτή όμως δε θα κουνιόταν, δε θα προσπαθούσε να του τραβήξει την προσοχή. Δεν είχε το δικαίωμα να τον ενοχλήσει σε μια τόσο προσωπική στιγμή. Θα άφηνε μερικές μέρες να περάσουν και μετά θα του έστελνε κάποιο μήνυμα ίσως. Αυτής της έφτανε που ήταν εκεί. Ίσως και αυτός κάπου μέσα του το ένιωθε.
Τριάντα μέτρα, είκοσι μέτρα, δέκα μέτρα, έβγαλε τα γυαλιά της. Ο Νικ πλησίαζε επικίνδυνα. Ήταν τόσο κοντά της…αν άπλωνε το χέρι της θα τον έπιανε. Ξαφνικά ο Νίκολας στάθηκε μπροστά της. Δεν ήταν της φαντασίας της. Ολο το πλήθος είχε βουβαθεί. Ο πρίγκιπας είχε σταθεί μπροστά σε μια άγνωστη γυναίκα. Και μετά, εντελώς ξαφνικά την αγκάλιασε. Έχωσε το κεφάλι του στο λαιμό της και άρχισε να κλαίει. Οι κάμερες δεν πλησίασαν, αλλά ο κόσμος ρουφούσε αχόρταγα τη συγκινητική σκηνή. Η Λουίζ του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε «σώπα, καρδιά μου, εγώ είμαι εδώ». Ο Νίκολας συνήλθε μετά από μερικά λεπτά και στράφηκε προς την πομπή. Μαζί του όμως πήρε και τη Λουίζ, η οποία μόλις που πρόλαβε να γυρίσει και να δει τους φίλους τους να την κοιτούν με έκπληξη αναμεμειγμένη με συγκίνηση. Ο Νίκολας κρατούσε από τη μία το χέρι της θείας του και από την άλλη το χέρι της Λουίζ. Τώρα πια όλοι ξέρουν, σκέφτηκε η Λουίζ νιώθοντας χαρά και φόβο μαζί. Ο Νικ κάθε τόσο της έσφιγγε το χέρι και αυτή του το χάιδευε με τον αντίχειρά της.
Περπάτησε δίπλα του στην πομπή, μπήκε μαζί του στη λιμουζίνα και στάθηκε δίπλα του κατά την ταφή. Ο Νικ δεν την άφηνε στιγμή από τα μάτια του, αλλά και η Λουίζ δεν απομακρύνθηκε πάνω από τρία μέτρα. Όταν όλα τέλειωσαν την πλησίασε η δούκισσα. «Λυπάμαι πολύ» της είπε δακρυσμένη η Λουίζ. «Κορίτσι μου, σε περιμένω στο παλάτι για δείπνο με τον γιο μου» της είπε ευγενικά και απομακρύνθηκε.
«Νικ, δεν ξέρω αν πρέπει να έρθω» του είπε όταν έμειναν μόνοι. «Φυσικά και θα έρθεις. Τώρα που ξανάρθες δεν έχω σκοπό να σε ξαναχάσω ποτέ. Με ακούς;» της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά.

Μερικές ώρες αργότερα όλη η οικογένεια έτρωγε ένα πολυτελές γεύμα στην τραπεζαρία του παλατιού. Ο Νικ φαινόταν πολύ θλιμμένος, αλλά κατάφερνε να διατηρεί ζωντανή τη συζήτηση. Η Ιρένε έδειχνε κουρασμένη, αλλά έκανε ένα σωρό ερωτήσεις στη Λουίζ και φάνηκε πολύ συζητήσιμη. Η δούκισσα προς το τέλος του δείπνου είπε ότι μέσα στη γενική θλίψη ήταν πολύ χαρούμενη που είχε κοντά της την οικογένειά της και κοίταξε με νόημα τη Λουίζ. Τι να σήμαινε αυτό; Αναρωτήθηκε η Λουίζ.
Ο Νίκολας μετά το δείπνο την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στον κήπο. «Σου χρωστάω μια ξενάγηση» της είπε. «Σου χρωστάω μια εξήγηση» του απάντησε αυτή…










































































Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

κεφάλαιο 32-δεν έχω ορθογραφικό έλεγχο. Υπομονή



Κεφάλαιο 32
Ολο το κράτος  πενθούσε για το θάνατο του δούκα. Οι καμπάνες χτυπούσαν μεγαλογχολικά και οι ειδήσεις μετέδιδαν τα νεά για την κηδεία του. Η τελετή είχε προγραμματιστεί για Παρασκευή, δηλαδή, δύο μέρες από σήμερα, στις 12:00 στον καθεδρικό του Αγίου Πατρίκιου στο κέντρο της πόλης. Στην τελετή θα παρευρίσκονταν πολλοί αρχηγοί κράτους από Ευρώπη και Αμερική, καθώς και μέλη της αριστοκρατίας, γαλοζοαίματοι και επαγγελματικοί συνεργάτες.
Η Λουίζ είδε τα αφιερώματα για τη ζωή του και εντυπωσιάστηκε από το έργο που άφησε ο δούκας. Αν και λυπόταν που έφυγε από τη ζωή χαιρόταν που είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει έστω και για λίγο. Στην πραγματικότητα όμως κάτι άλλο ήταν αυτό που τη βασάνιζε. Ο Νίκολας. Σε ένα βίντεο που είδε στην τηλεόραση σε μια κουτσομπολίστικη εκπομπή τον είδε να σέρνει το βήμα του δίπλα σε κάποιον νεαρό άντρα και να βαδίζει προσπαθώντας να αποφύγει τους παπαράτσι. Φαινόταν καταπονημένος, συγκλονισμένος. Ο Νικ που δεν έχανε ποτέ το χιούμορ και την αισιοδοξία του βρισκόταν τώρα στη χειρότερη θέση που μπορούσε να συμβεί ένας άνθρωπος. Είχε χάσει κάποιον αγαπημένο του, τον γονιό του. Ηξερε ότι αυτή η μέρα δε θα αργούσε, ο πατέρας του ήταν βαριά άρρωστος, αλλά δεν έπαυε να ελπίζει. Αραγε η μητέρα του πώς ήταν; Διατηρούσε την ψυχραιμία της ή είχε καταρρεύσει. Τους είδε γνωρίσει λίγο αυτούς τους ανθρώπους, αλλά τους είχε αγαπήσει.
«Τα σχολεία θα μείνουν κλειστά Πέμπτη και Παρασκευή, το ίδιο και όλες οι υπηρεσίες. Να πάμε σούπερ μάρκετ να πάρουμε μερικά πράγματα» διέκοψε η μητέρα της τις σκέψεις της. «Ναι, ναι» είπε μηχανικά.
Η Λουίζ πήρε το αμάξι και πετάχτηκε σε ένα μίνι μάρκετ και αγόρασε γάλα, φρούτα και ψωμί. Στο δρόμο είδε μια μαύρη σατέν κορδέλα στο δημαρχείο και τη σημαία να ανεμίζει μεσίστια. Ο κόσμος ήταν κατηφής, δεν ακούγονταν γέλια και τραγούδια από πουθενά. Ο δούκας ήταν πολύ αγαπητός και ο λαός του τον οποίο υπηρέτησε τόσο πιστά φαινόταν συγκλονισμένος από την απώλεια.
Στάθηκε στη μέση της πλατείας και έκλεισε τα μάτια. Προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει.  Σαφώς η κηδεία του δούκα θα ήταν ανοιχτή για το κοινό, αλλά αυτή έπρεπε να πάει. Ηθελε, αλλά έπρεπε;

Η Λουίζ πήρε μια βαθιά ανάσα και αποφάσισε ότι θα πήγαινε. Ηθελε να αποδώσει φόρο τιμής στο δούκα αλλά κυρίως ήθελε να δει τον Νικ. Αν κατάφερνε να τον δει μέσα στο πλήθος, θα του έσφιγγε το χέρι και θα του έλεγε πόσο λυπόταν για αυτό που περνάει. Επρεπε να πάει, έπρεπε να είναι κοντά του.
Ο,τι κι αν γίνει…

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Κεφάλαιο 31-jingle bells




κεφάλαιο 31

Και να ήθελε να φωνάξει η Λουίζ δεν μπορούσε. Στο λαιμό της υπήρχε ένας κόμπος και στο μυαλό της επικρατούσε ένα σκοτάδι, ένα κενό που δεν της επέτρεπε να σκεφτεί τι να της πει.  Μάθαινε στα 26 ότι ο πατέρας της  ήταν άλλος από αυτόν που πίστευε και μάλιστα ο πατέρας της μάλλον την είχε αναγνωρίσει και γι' αυτό ήταν τόσο εχθρικός μαζί της  όταν την είδε στο παλάτι.
Αν είναι δυνατόν! Πόσα ακόμα θα άντεχε; Ναι, μεν, την είχε χαροποιήσει το νέο για την αριστοκρατική της καταγωγή, αλλά τώρα είχε κυλήσει το νερό στο αυλάκι. Η Λουίζ δεν είχε σκοπό να αποκαλύψει σε κανένα την ταυτότητά της και ο Νικ σίγουρα δεν είχε σκοπό να την ξαδεχτεί πίσω.

Η μητέρα της καθόταν ζαρωμένη στην άκρη του καναπέ περιμένοντας καρτερικά το ξέσπασμα της Λουίζ. Και όσο αυτό δεν ερχόταν τόσο η μητέρα της τρόμαζε ακόμα περισσότερο. "Δε ρώτησε ποτέ για μένα;" τη ρώτησε. "Μετά από μερικά χρόνια με αντόπισε και μου έστειλε μερικά λεφτά, αλλά εγώ του τα επέστρεψα. Δε θα του επέτρεπα να νομίζει ότι βοηθάει επειδή μου έστελνε μερικές επιταγές. Ηθελα να σε μεγαλώσω μόνη μου, με αξιοπρέπεια. Και αυτό έκανα νομίζω". Η Λουίζ την καθησύχασε "δεν έχω παράπονο, μαμά, αλλά γιατί δε μου το είπες νωρίτερα;" ρώτησε. "Φοβόμου να σου πω τι έγινε, φοβόμουν ότι λόγω της θέσης του μπορεί να έμπαινες στον πειρασμό να τον συναντήσεις και να να σε πληγώσει".
"Δεν ξέρειες καθόλου την κόρη σου μου φαίνεται" είπε στη μητέρα της. "Είτε είναι κοινός θνητός είτε βασιλιάς ο πατέρας μου την ίδια απαξίωση θα νιώθω για εκείνον για τον τρόπο που σου φέρθηκε".
Η Λουίζ σηκώθηκε και είπε στη μαμά τη ςότι θα πάει να κάνει μια βόλτα στον κήπο. Περπάτησε για πολύ ώρα προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις τις σε τάξη, αλλά όλα της φαίνονταν πολύ μπερδεμένα.  Τι θα έκανε; Πώς θα το χειριζόταν όλο αυτό; Να επικοινωνήσω με τον Νικ ή όχι; Να ου πω ότι άκουσα τη συζήτηση με τον Εντουαρντ και να τον αφήσω να αποφασίσει αυτός για το μέλλον της σχέσης μας; Να του πω ότι είμαι γαλαζοαίματη και να μη φανερώσω απλώς ποιος είναι ο πατέρας μου;

Από την άλλη όμως της έλειπε τόσο πολύ...Δε θα άντεχε όμως να τον βρει και να την απορρίψει...Ενώ τώρα μπορούσε να θυμάται με νοσταλγία τις στιγμές που πέρασαν μαζί ακόμα και όταν τους είχαν απάγει. Αν ωστόσο του είχε λείψει λιγάκι θα μπορούσε να τη βρει και να την αντιμετωπίσει. Να τη ρωτήσει γιατί έφυγε. και τότε αυτή θα του έλεγε την αλήθεια και θα ήταν ξανά μαζί.

Ονειρα θερινής νυκτός. Ο Νικ δε θα έκανε ποτέ πίσω. Ενιωθε κάπου μέσα της ότι τον είχε πληγώσει. Αυτός της είχε φερθεί πολύ καλά από την αρχή. Αυτή τον αμφισβητούσε συνέχεια.

Η Λουίζ ξαφνικά πάγωσε.  Πένθιμες καμπάνες ακούγονταν σε όλη την πόλη. Αυτό ένα πράγμα μπορεί να σήμαινε...

κεφάλαιο 30-αποκαλύψεις


Κεφάλαιο 30

Δέκα ολόκληρες μέρες είχαν περάσει και η Λουίζ έμενε ακόμα άγρυπνη τα βράδια. Δεν έτρωγε και είχε χάσει βάρος, δεν έβγαινε να πάει βόλτα στα μαγαζιά, δεν έμπαινε να δει τα μέιλ της και δεν είχε ανοίξει το κινητό της. Κάποια στιγμή θα μου περάσει σκεφτόταν. Στη μητέρα της είχε πει ότι είχε απλώς μια σχέση που τέλειωσε άσχημα. Τίποτα παραπάνω. Δεν μπορούσε να της κρύβει ότι κάτι έχει μιας και περιφερόταν σαν το ζόμπι όλη μέρα στο σπίτι.

Σήμερα ήταν Τετάρτη και η Λουίζ κατέβηκε στο σαλόνι να χαζέψει λίγη τηλεόραση. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά και πίεζε τον εαυτό της να βρίσκει κάποια απασχόληση, έστω κι αν αυτή ήταν η τηλεόραση. Προτιμούσε παλιές ταινίες για να μη χρειάζεται να πέσει σε κάποιο κανάλι και δει ειδήσεις.

Τώρα θα έχει γυρίσει από τις ΗΠΑ, σκέφτηκε. Θα είναι ελεύθερος να κάνει τη ζωή του. Αν τον ενδιέφερα αληθινά γιατί δε με έψαξε; Η Λουίζ μάλωσε τον εαυτό της. Το μήνυμά της ήταν ξεκάθαρο. Ο Νικ ήταν ένας άντρας με εγωισμό. Ισως τον πλήγωσε και δεν ήθελε να την κυνηγήσει. Όπως και να έχει όλο αυτό ήταν για το καλό του. Απομακρύνθηκε από κοντά του για να τον προστατεύσει. Για να μη του στερήσει την εξουσία. Δε θα μπορούσε όμως ποτέ να τον ξαναδεί από κοντά, να τον ακούσει να γελάει με κάποιο χαζό αστείο του ή να της λέει με τη βραχνή φωνή του πόσο τη θέλει.

«Κι έλεγα πότε θα ξυπνήσεις» είπε η μητέρα της. «Λέω να μαγειρέψω μπάμιες σήμερα. Τι λες;». Η Λουίζ έγνεψε καταφατικά και θυμήθηκε ότι είναι το αγαπημένο φαγητό του Νικ. «Είσαι τόσες μέρες εδώ και δε μου είπες τίποτα για την απαγωγή σου. Εκείνες τις μέρες δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι λείπεις, αλλά όταν σε είδα στις ειδήσεις κόντεψε να σπάσει η καρδιά μου» είπε η μητέρα της αγνοώντας πόσο επίπονο της ήταν το θέμα. «Μαμά, δεν ήταν τόσο σπουδαίο.  Απλώς βρέθηκα σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Ο Νικ ήταν καλή παρέα κατά την περίοδο κράτησής μας. Μπορώ να πω ότι περάσαμε και καλά δεδομένων των περιστάσεων».
«Νικ;» ρώτησε η μητέρα της με ενδιαφέρον. «Ναι, ο Νίκολας, ο πρίγκιπας. Τόσες μέρες μαζί όλο 24ωρο, λογικό είναι να τον φώναζα με το χαϊδευτικό του».

Η μητέρα της συννέφιασε. «Λουίζ, οι γαλαζοαίματοι είναι συνήθως γοητευτικοί λόγω θέση, πόσω μάλλον ο πρίγκιπας που είναι και κούκλος. Ελπίζω να μην είσαι τόσο χάλια επειδή τον ερωτεύτηκες» είπε η μητέρα της κοιτώντας την διερευνητικά.

Ποτέ μα ποτέ η Λουίζ δεν είχε καταφέρει να κρυφτεί από αυτό το βλέμμα.

«Δεν έχει σημασία, μαμά. Ο Νικ είναι γαλαζοαίματος και εγώ κοινή θνητή. Κάθε σχέση μεταξύ μας είναι καταδικασμένη» είπε η Λουίζ.

«Και γιατί αυτό παρακαλώ; Τι σου λείπει εσένα; Και εσύ είσαι πριγκίπισσα. Η δική μου» της είπε η μαμά της και η Λουίζ χαμογέλασε. Η μαμά της δεν είχε και σε μεγάλη υπόληψη τους γαλαζοαίματους. Μάλιστα μια φορά όταν ήταν μικρή, η Λουίζ θα πήγαινε εκδρομή στο παλάτι με το σχολείο και η μαμά της δεν την άφησε να πάει. Ήταν η μόνη φορά που της αρνήθηκε κάτι και η Λουίζ το είχε παρπάπονο.

«Οι γαλαζοαίματοι παντρεύονται γαλαζοαίματες, μαμά, δεν το ξέρεις αυτό;» ρώτησε η Λουίζ ενώ τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα.

Η μητέρα της δεν ήξερε τι να κάνει. Μέρες τώρα την έβλεπε να κλαίει, να μην τρώει και να είναι ένα φάντασμα του παλιού καλού εαυτού της. ‘Ηξερε πώς θα έκανε την κόρη της ευτυχισμένη, ακόμα κι αν αυτό κατέστρεφε τη δική τους σχέση.

«Λουίζ μου, έχω να σου πω κάτι, και ελπίζω η χαρά που θα σου δώσει να είναι τόση που να επισκιάσει το θυμό που θα νιώσεις» της είπε.

«Πριν από κάποια χρόνια, δούλευα στο παλάτι ως καμαριέρα. Ημουν νέα και χαριτωμένη και ερωτεύτηκα παράφορα ένα νέο. Ο νέος είχε κάποιον τίτλο, αλλά μου έλεγε ότι με αγαπάει και ότι δεν τον νοιάζει που εγώ είμαι μια ασήμαντη θνητή. Ο έρωτάς μας ήταν μεγάλος. Κρυβόμασταν από όλους για να βρεθούμε, ανταλλάζαμε ραβασάκια και φιλιόμασταν στα σκοτεινά. Μου είχε δώσει και ένα χρυσό δαχτυλίδι, «σύμβολο αιώνιας αγάπης» μου είχε πει. Κάποια στιγμή μετά από ένα χρόνο έμεινα έγκυος, αλλά ο νέος όταν το έμαθε μου είπε να κάνω έκτρωση και ότι δεν ήταν έτοιμος για επισημοποίηση. Εγώ δε σκόπευα να κάνω έκτρωση, έφυγα από το παλάτι και έκτοτε ζω εδώ μόνη μου. Το παιδί αυτού του έρωτα είσαι εσύ» είπε η μητέρα της και η Λουίζ απόμεινε να την κοιτάει με τα μάτια ορθάνοιχτα.

«Ο κύριος που σου έδειχνα στο χωριό δεν είχε καμία σχέση με σένα. Λυπάμαι για τα ψέματά μου, απλώς δεν ήθελα ποτέ να απογοητευτείς όσο εγώ. Δεν ξέρω αν αυτό σε βοηθάει στο πρόβλημά σου, αλλά μόλις σήμερα έγινες κόρη βαρόνου».

«Μαμά, το όνομα του πατέρα μου είναι Εντουαρντ;»

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Κεφάλαιο 29-άκου κρεατόπιτα!Ενα πεντάκιλο παγωτό επιβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις!


Κεφάλαιο 29

Το πρώτο βήμα ήταν να μαζέψει τα πράγματά της και να ενημερώσει τη μητέρα της ότι θα πήγαινε τελικά δύο μέρες νωρίτερα. Μετά ενημέρωσε τις φίλες της ότι θα λείψει για λίγο καιρό, φόρτωσε το αμάξι της και έφυγε για την μικρή πόλη έξω από την πρωτεύουσα όπου ζούσε η μητέρα της. Τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να κρατάει δύο παιδάκια μιας γειτόνισσας και αυτό την είχε κάνει πολύ χαρούμενη σκέφτηκε η Λουίζ. Ισως το κέφι της μητέρας της κατάφερνε να της φτιάξει και το δικό της κέφι.

Πόσο πιθανό είναι να ξεπεράσω αυτό που συνέβη αναρωτήθηκε ενώ έβγαινε στον αυτοκινητόδρομο. Αγάπησα το μόνο άντρα που δεν μπορώ να έχω. Εδειξε κι αυτός να ανταποκρίνεται αλλά για να είμαστε μαζί πρέπει να έχω τίτλο. Μα πώς είναι δυνατόν; Και εγώ πώς είναι δυνατόν να επιμείνω και να του στερήσω την εξουσία; Αφού ξέρω ότι θα γίνει φανταστικός δούκας. Είναι μορφωμένος και συμπονετικός, οραματιστής και υπομονετικός. Τι καλύτερες αρετές για έναν ηγέτη;

Η Λουίζ έκλαιγε ενώ οδηγούσε γιατί ήξερε ότι στο σπίτι της μητέρας της δε θα μπορούσε να είναι τόσο εκδηλωτική χωρίς να την αναστατώσει.. Δεν είχε συνέλθει πλήρως όταν μετά από 50 λεπτά μπήκε στην αυλή του μικρού σπιτιού στην πόλη που μεγάλωσε. Ο κήπος ήταν περιποιημένος και υπήρχαν όμορφα έπιπλα στον κήπο. Η μητέρα της είχε καταφέρει με λίγα λεφτά να διακοσμήσει υπέροχα το σπίτι. «Το γούστο δεν είναι θέμα χρημάτων» της έλεγε συχνά όταν ήταν μικρή και ζητούσε λεφτά για να αγοράσει ένα επώνυμο φόρεμα.

«Καλώς το κορίτσι μου» την υποδέχτηκε η μαμά της και τη φίλησε. «Σου έχω ετοιμάσει το δωμάτιό σου και ψήνω κρεατόπιτα. Ελα μέσα» της είπε και την έπιασε από το χέρι.

Η Λουίζ τακτοποίησε τα ρούχα της στο δωμάτιό της, έβαλε ένα ζευγάρι πιτζάμες και κατέβηκε να φάει. Δεν είχε πολλή όρεξη, αλλά κατάφερε να φάει τη μισή μερίδα για να μη δείξει ότι έχει πρόβλημα. Ο Νίκολας της έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό.

ΦΕΥΓΩ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΩ ΘΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΑ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ
ΘΑ ΜΟΥ ΛΕΙΨΕΙΣ…

Η Λουίζ άφησε να περάσει λίγη ώρα και του έστειλε ένα μήνυμα και μετά έκλεισε το κινητό της για να μην μπορεί να τη βρει.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΓΙΑ ΤΕΤΟΙΑ. ΘΑ ΑΣΦΥΚΤΙΟΥΣΑ ΣΕ ΤΕΤΟΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗ ΜΕ ΕΝΟΧΛΗΣΕΙΣ ΞΑΝΑ. ΘΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. ΦΙΛΙΚΑ

Η Λουίζ αναρωτήθηκε πώς της ήρθε να γράψει τόσες μπούρδες, αλλά τουλάχιστον ήλπιζε να τον έπειθε και να μην την ενοχλούσε ξανά.

Εκείνη θα συνέχιζε τη ζωή της χωρίς αυτόν.

Το βραδάκι διάβασε λίγες σελίδες από ένα βιβλίο δίπλα στη μαμά της που κεντούσε ένα κάλυμμα κρεβατιού «για την προίκα της». Η Λουίζ κάγχασε και η μαμά της θύμωσε. «γιατί; Τι σου λείπει και δε θα παντρευτείς;» τη ρώτησε.

«Τίποτα, τίποτα» απάντησε η Λουίζ θέλοντας να κλείσει το θέμα.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

κεφάλαιο 28-πρωτό-κωλο!


Κεφάλαιο 28

Ο Νικ πρότεινε στη Λουίζ να κατέβουν στο σαλόνι κατά τις εννιά για να αφήσουν τον πατέρα του να αναπαυτεί. Η Λουίζ σηκώθηκε αμέσως και αφού χαιρέτησε με σεβασμό το δούκα βγήκε από το δωμάτιο παρέα με τον Νικ και τη μητέρα του. «Εγώ, παιδιά μου θα σας αφήσω γιατί έχω να γράψω μερικές επιστολές και όλη τη μέρα προσπαθώ να το αποφύγω. Λουίζ, θα χαρώ πολύ να σε ξαναδώ» της είπε η μητέρα του Νικ και τη χαιρέτησε με μια ζεστή χειραψία. «Μητέρα, λέω να πάω τη Λουίζ να δει τον κήπο. Τι λες;».
«Φυσικά, είναι καλή ιδέα, Νίκολας. Οι ορχιδέες μου είναι σε πλήρη άνθιση. Α! Και μην ξεχάσεις να την πας και στο δωμάτιο με τα ρούχα μου!» είπε η μαμά του Νίκολας και αποχώρισε.
«Δεν αφήνει να μπει κανείς στην γκαρνταρόμπα της. Μόνη της καθαρίζει εκεί μέσα φαντάσου. Έχει πάνω από χίλια ταγέρ και φορέματα και κοσμήματα αμύθητης αξίας. Μάλλον σε συμπάθησε».
«Κι εγώ τη συμπάθησα» του είπε γελώντας. Ο Νικ προπορεύτηκε και την οδήγησε στη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα με την ξύλινη κουπαστή για να κατέβουν στο σαλόνι. Στο σαλόνι όμως δε θα ήταν μόνοι.

Κατεβαίνοντας τη σκάλα είδε ένα ψηλό μελαχρινό άντρα με γκρίζα μαλλιά να περπατάει νευρικά πάνω κάτω στο σαλόνι. Ο άντρας μόλις τους άκουσε να κατεβαίνουν στύλωσε το άγριο βλέμμα του πάνω της. Η Λουίζ δεν είχε νιώσει ποτέ πάνω της ένα τόσο παγερό βλέμμα, ένα βλέμμα που την έκανε να νιώθει γυμνή και απροστάτευτη. «Μεγαλειότατε, τα σέβη μου» είπε στο Νίκολας με το κεφάλι κατεβασμένο ο άγνωστος άντρας. Φορούσε ένα μπεζ παντελόνι και μπλε μπλέιζερ με χρυσά κουμπιά. «Εντουαρντ, όταν μου τις έβρεχες επειδή έμπαινα στο γραφείο σου με λασπωμένα παπούτσια δε θυμάμαι να πρόσεχες τόσο τους τύπους» του είπε ξεκαρδισμένος ο Νικ καθώς αγκάλιαζε τον άλλον άντρα. «Τώρα είμαστε μπροστά σε μια ξένη και οφείλω να είμαι τυπικός» απάντησε ο άντρας με ένα ύφος που δεν άφηνε περιθώρια στη Λουίζ να αμφιβάλλει για την αντιπάθεια που είχε γεννηθεί μέσα του για το άτομό της.

«Εντουαρντ, η Λουίζ δεν είναι ξένη, το αντίθετο μάλλον. Η Λουίζ είναι πολύ σημαντική για μένα» του είπε και έπιασε τη Λουίζ από την πλάτη. «Λουίζ, να σου συστήσω τον βαρόνο ‘Εντουαρντ  Γκαρλάν,  οικογενειακό φίλο και δεξί χέρι του πατέρα μου. Ο Εντουαρντ μένει μαζί μας από τότε που γεννήθηκα και τον θεωρώ έναν κακό μου θείο. Θα ήθελα να τα πάτε καλά εσείς οι δύο» είπε ο Νικ. «Φυσικά» απάντησε άψυχα αυτός ενώ το βλέμμα του παρέμενε παγωμένο. Έπιασε το χέρι της και το έσφιξε λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι θα έπρεπε. «Χάρηκα» του ψέλλισε.

Έκατσαν σε δύο αντικριστούς καναπέδες δίπλα από ένα τεράστιο πιάνο με ουρά και άρχισαν να συζητούν. Ο Νίκολας μιλούσε με τον Εντουαρντ για κάποιο πολιτικό ζήτημα που είχε να κάνει με την ελάφρυνση του φόρου καυσίμων και η Λουίζ είχε αρχίσει να αναρωτιέται πότε θα πάνε στους κήπους. «Νικ, λέω να σας αφήσω να τα πείτε λιγάκι. Πάω μια βολτίτσα και γυρνάω».
«Όπως θέλεις, εμείς δε θα αργήσουμε. Συγγνώμη αν σε παραμέλησα, απλώς ο Εντουαρντ έλειπε ένα μήνα και έχουμε πολλά να πούμε».

Η Λουίζ βγήκε στον κήπο και άρχισε να περπατάει αργά. Είχε σκοτεινιάσει εντελώς πια αλλά ευτυχώς ο κήπος ήταν γεμάτος λάμπες που φώτιζαν γύρω. Μπήκε σε ένα μικρό θερμοκήπιο γεμάτο χρωματιστές ορχιδέες και θαύμασε τα λουλούδια που φρόντιζε η μητέρα του Νίκολας. Είδε δέντρα και λουλούδια που δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν. Έκατσε σε ένα ξύλινο παγκάκι δίπλα σε μια μικρή λιμνούλα γεμάτη νούφαρα και χαλάρωσε για λίγο ρουφώντας τη σιγαλιά της νύχτας.

Μισή ωρίτσα μετά κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, αλλά έξω από τη μεγάλη διπλή πόρτα άκουσε φωνές και δεν μπόρεσε να μην ακούσει τη συζήτηση που έκαναν οι δύο άντρες μέσα.

«Και πού στο καλό λέει το πρωτόκολλο ότι δεν μπορώ να παντρευτώ όποια θέλω» άκουσε τον Νίκολας να ρωτάει τον Εντουαρντ φανερά εκνευρισμένος.
«Στη σελίδα 23, πρίγκιπα, θυμάσαι; Σου το έδωσα να το διαβάσεις το βράδυ που έγινες 18 ετών, αλλά εσύ φαίνεται δεν έδωσες σημασία»
«Δεν ήξερα να μη γιορτάσω τα 18α γενέθλιά μου για να κάθομαι να διαβάζω 600 σελίδες γραμμένες σε αρχαία γαλλικά»
«Αν το είχες κάνει θα ήξερες ότι το πρωτόκολλο προβλέπει να παντρευτείς γαλαζοαίματη. Αν δεν το κάνεις θα πάρει το θρόνο ο επόμενος νόμιμος διάδοχος. Ο Ζεράρ».
«Ο Ζεράρ είναι ηλίθιος»
«Ηλίθιος, ναι. Αλλά παντρεμένος με βαρόνη».
«Ε λοιπόν, δε με νοιάζει, εγώ θα την παντρευτώ και δε με νοιάζει ο θρόνος» είπε ο Νίκολας με πείσμα.

Η Λουίζ δεν μπορούσε να ακούσει άλλο. Έκανε ένα θόρυβο και φώναξε ότι έρχεται από μακριά για να μην καταλάβουν ότι τους άκουσε.

«Φεύγουμε, κορίτσι μου» της είπε και την έπιασε από το χέρι. Χαιρέτησαν βεβιασμένα τον Εντουαρντ και μπήκαν στη λιμουζίνα.

«Φεύγω αύριο και σκέφτομαι πόσο θα μου λείψεις» της είπε όταν έμειναν μόνοι, λίγο πριν την αφήσει στο σπίτι της.

Η Λουίζ σκέφτηκε ότι και στην ίδια θα έλειπε πολύ. Μπορεί να ήταν ο άντρας των ονείρων της, ο άντρας των ονείρων κάθε γυναίκας, αλλά δυστυχώς έπρεπε να τον εγκαταλείψει.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

σας θυμίζει κάτι;

 I

Κεφάλαιο 27-meet the parents


Κεφάλαιο 27

Η Λουίζ ήταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη πάνω από μία ώρα και σκεφτόταν. Έπρεπε να είναι στο παλάτι στις εφτά. Η ώρα ήταν πέντε και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι να φορέσει.

Ιδανικά θέλω κάτι κομψό, αλλά όχι βαρετό, συντηρητικό, αλλά όχι μεγαλίστικο, εντυπωσιακό αλλά όχι φανταχτερό. Η Λουίζ κατάφερε να γελάσει. Μα πώς είναι δυνατόν να βρω ένα φόρεμα που να τη συνδυάζει όλα αυτά; Και τα μαλλιά μου τι να τα κάνω; Κάτω και ελεύθερα ή σε αυστηρό κότσο; Να βαφτώ ή να βάλω μόνο λίγο κραγιόν; Ουφ! Τι μπέρδεμα! Λες και το να γνωρίζεις τους γονείς του φίλου σου δεν έφτανε, οι γονείς του δικού της φίλου ήταν ο δούκας και η δούκισσα. Η Λουίζ πήγε στο μπάνιο για να κάνει ένα γρήγορο ντους μήπως και χαλαρώσει. Ηρέμησε, είπε από μέσα της, ηρέμησε. Έχεις όλη την υποστήριξη του Νικ και αυτό φτάνει.

Έβαλε μια κρέμα σώματος με άρωμα βανίλια για να αποφύγει να φορέσει κάποιο έντονο άρωμα. Φόρεσε ένα ζευγάρι μικρά μαργαριταρένια σκουλαρίκια, δώρο της μητέρας της για την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο. Τελικά μετά από βαθιά περισυλλογή κατέληξε σε ένα μονόχρωμο στενό φόρεμα μέχρι το γόνατο. Δεν ήταν και τουαλέτα, αλλά στην τελική 7 η ώρα ήταν το ραντεβού. Δε γινόταν να πάει ντυμένη λες και πήγαινε σε γάμο. Έπιασε τα μαλλιά της σε έναν χαλαρό κότσο στη βάση του λαιμού της και άφησε μερικά τσουλούφια για να είναι λίγο πιο πρόχειρο το αποτέλεσμα. Επιθεώρησε το αποτέλεσμα στον καθρέπτη και ευχαριστήθηκε με το αποτέλεσμα. Το φόρεμά της ήταν επώνυμο, το είχε αγοράσει πέρσι στις εκπτώσεις. Ακόμα και με 30% έκπτωση παρέμενε παρανοϊκά ακριβό, αλλά όταν το δοκίμασε ήξερε ότι θα είναι επένδυση. Σήμερα θα έκανε απόσβεση. Έβαλε λίγη μάσκαρα, ρουζ και ένα απαλό ροζ κραγιόν και άρχισε να ψάχνει ένα ζευγάρι μαύρες κλασικές γόβες για να ολοκληρώσει το λουκ της.

Στις εξίμισι της τηλεφώνησε ο Νικ να δει αν είναι έτοιμη. «Τώρα κατεβαίνω στο αμάξι μου» του είπε και αυτός γέλασε. «Από κάτω σε περιμένει η λιμουζίνα μας» της είπε. «Σε περιμένουμε όλοι με ανυπομονησία» της είπε και έκλεισε.

Η Λουίζ δεν περίμενε ποτέ ότι θα μπει σε λιμουζίνα και θα την πάνε στο παλάτι να γνωρίσει το δούκα πόσω μάλλον ως κοπέλα του πρίγκιπα. Ένιωθε η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο που ο Νίκολας θα τη γνώριζε στους γονείς του. Αυτό ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα. Ένα βήμα που κανονικά θα βασάνιζε κάποιον άλλον άντρα, αλλά ο Νικ δε χρειάστηκε πάνω από δυο βδομάδες. Ήταν φανταστικό αυτό που ζούσε, ένιωθε πραγματικά σαν τη Σταχτοπούτα. Μόνο που ήλπιζε να μη σημάνουν ποτέ μεσάνυχτα.

Στις εφτά παρά πέντε η λιμουζίνα μπήκε στην αυλή του παλατιού. Η Λουίζ δε χόρταινε να βλέπει δέντρα και λουλούδια. Το παλάτι ήταν ένας παράδεισος στη μέση της πόλης, ένα υπέροχο κτίριο ανάμεσα σε ένα μικρό δάσος με μια λίμνη στη μέση. Πώς συνηθίζεις να ζεις σε τόση χλιδή αναρωτήθηκε. Στις φτά ακριβώς την υποδέχτηκε ο μπάτλερ στη πόρτα και την οδήγησε σε μια μεγάλη αίθουσα όπου περίμενε λιγότερο από ένα λεπτό μέχρι να έρθει ο Νικ.

«Νικ, είναι πανέμορφα» του είπε και τον χαιρέτησε με ένα φιλί στο μάγουλο. «Χαίρομαι που σου αρέσει» της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Η αίθουσα ήταν τεράστια και είχε κλασικά σκαλιστά έπιπλα και μεγάλους πίνακες στον τοίχο. «Είναι Ρενουάρ αυτό;» τον ρώτησε και αυτός της έγνεψε καταφατικά. «Ναι, και αυτός είναι Μονέ και αυτός Κλιμτ. Ας σου αρέσουν τα έργα τέχνης μπορούμε να πάμε στην ιδιωτική συλλογή του πατέρα μου να δεις και άλλα έργα καθώς και γλυπτά».

«Εχω πολύ άγχος» του παραδέχτηκε. «Δεν ξέρω τι να κάνω όταν τους δω» είπε.
«Ο πατέρας μου είναι στο κρεβάτι και είναι πολύ καταπονημένος. Εκεί περνάει και η μητέρα μου τον περισσότερο χρόνο της μιας και ο πατέρας μου είναι σχεδόν κατάκοιτος. Προσπάθησε να μη σοκαριστείς από τα σωληνάκια και τα λοιπά και φέρσου φυσιολογικά. Ο πατέρας μου ήταν πολύ εύθυμος άνθρωπος πριν την επιδείνωση της υγείας του και εκτιμάει τους αυθόρμητους ανθρώπους» της είπε και την έπιασε από το χέρι για να πάνε στο δωμάτιο του δούκα στον πάνω όροφο.

Το παλάτι είναι σαν…παλάτι, σκέφτηκε η Λουίζ ρουφώντας εικόνες πολυτέλειας από γύρω της. Όλα ήταν υπέροχα διακοσμημένα, αν και το στιλ ήταν πολύ βαρύ. Το υπηρετικό προσωπικό κυκλοφορούσε διακριτικά στο χώρο και εκτελούσε με αποτελεσματικότητα τις απαιτούμενες δουλειές του νοικοκυριού.

Ο Νικ χτύπησε μια τεράστια διπλή πόρτα στο δεύτερη πόρτα και μπήκε μέσα. Η Λουίζ είδε ένα τεράστιο κρεβάτι με έναν ηλικιωμένο άνθρωπο πάνω. Ήταν εμφανές ότι ήταν ο δούκας. Η μορφή του της ήταν πολύ γνωστή, αλλά η αρρώστια τον είχε εξαντλήσει. «Γεια σας, όμορφη δεσποινίς» της είπε πολύ χαμηλά και πολύ αργά. Η Λουίζ πλησίασε, του έδωσε το χέρι της και τον χαιρέτησε. «Από εδώ η μητέρα μου» της είπε ο Νικ και η Λουίζ χαιρέτησε την κομψή γυναίκα που την κοιτούσε διερευνητικά. «Χαιρόμαστε πολύ που επιτέλους ο Νίκολας μας φέρνει μια κοπέλα στο σπίτι» είπε εκείνη. «Άξιζε την αναμονή» της είπε χαμογελαστή και η Λουί συνειδητοποίησε από πού κληρονόμησε ο Νικ αυτό το χαμόγελο.

Για περίπου μία ώρα οι γονείς του Νικ, κυρίως η μητέρα του η Βικτορία, τη ρώτησαν πολλά πράγματα για τον εαυτό της, με σκοπό κυρίως να τη γνωρίσουν και όχι για να την ψαρέψουν για το υπόβαθρό της. «Είναι πολύ σημαντικό να εργάζεται σήμερα η γυναίκα» είπε η Ολίβια. «Κι εγώ ήμουν δασκάλα, αλλά ο δούκας δε με άφησε να συνεχίσω μετά το γάμο μας» είπε γεμάτη παράπονο. «Δεν άντεχα ούτε λεπτό μακριά σου» της είπε ο δούκας αργά και αυτή γέλασε. «Είσαι απίστευτος. Ειλικρινά, πού τα βρίσκεις;» του είπε.

Ο δούκας έδειχνε να παρακολουθεί τη συζήτηση, αλλά πού και πού έχανε λίγο την επαφή με το περιβάλλον. Ήταν φοβερό να βλέπεις τον πιο ισχυρό άντρα της χώρας τόσο ανήμπορο. Ο Νικ έδειχνε πολύ χαρούμενος που ήταν εκεί η Λουίζ και συζητούσε ανέμελα με τη μητέρα του, αλλά ταυτόχρονα η προσοχή του ήτα στραμμένη στον πατέρα του. Ηταν προφανές ότι η επιδείνωση της υγείας του τον προβλημάτιζε. Μακάρι να γινόταν κάποιο θαύμα, σκέφτηκε.

Η Λουίζ τους κοιτούσε και έβλεπε μια ευτυχισμένη οικογένεια που παρά τον πλούτο και τη δύναμή της παρέμενε δεμένη και ζεστή. Είναι δυνατόν αυτό το όνειρο να πραγματοποιηθεί; Είναι δυνατόν να είναι τόσο καλοί οι γονείς του Νικ; Όλα είχαν πάει τόσο ομαλά που φοβόταν. Είχε ένα άσχημο προαίσθημα ότι κάτι, κάποιος, θα την ξυπνούσε από το όνειρο….


Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

κεφάλαιο 26


Κεφάλαιο 26

«Και γιατί να τους γνωρίσω;» ρώτησε η Λουίζ με την αναπνοή της κομμένη. Ηταν αλήθεια αυτό που είχε ακούσει ή ονειρευόταν; ‘Η μήπως απλώς ήθελε να τη γνωρίσει στους δικούς του ως την κοπέλα με την οποία μοιράστηκε την περιπέτεια της απαγωγής του;

«Δεν είμαι πολύ καλός στα λόγια, Λουίζ. Νομίζω ότι ξέρεις τι εννοώ. Θα ρίξεις κάτι όμορφο πάνω σου και θα έρθεις αύριο βράδυ να τα πούμε με τους δικούς μου. Θα δεις. Είναι πολύ απλοί άνθρωποι. Τρίτη μεσημέρι φεύγω για ΗΠΑ και θέλω να τους έχεις γνωρίσει πριν φύγω».
«Νικ, έχω μπερδευτεί. Δεν έχουμε μιλήσει μεταξύ μας για κάτι περισσότερο και ξαφνικά μου λες να γνωρίσω ους δικούς σου; Μήπως βιάζεσαι λιγάκι» του είπε πριν προλάβει καλά καλά να σκεφτεί τι ξεστόμισε.


Ο Νικ σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα και έκανε να πιάσει τα γυαλιά του από το τραπεζάκι. Μόνο τότε συνειδητοποίησε η Λουίζ ότι θα έφευγε. Τον είχε προσβάλει. «Δεν ξέρω πώς αλλιώς να σου δείξω ότι μου αρέσεις και σε βλέπω σοβαρά. Προφανώς για σένα ήμουν μια περιπέτεια. Το σύμπαν μάλλον με εκδικείται για το παρελθόν μου. Δεν πειράζει όμως, στο μέλλον θα είμαι πιο προσεκτικός» είπε και έκανε να πάει στην πόρτα.

Η Λουίζ σχεδόν όρμηξε πάνω του για να τον σταματήσει. «Μη φεύγεις, σε παρακαλώ. Δεν εννοούσα ότι δεν νιώθω όπως εσύ. Απλώς νιώθω ότι βιάζεσαι. Δυο μέρες έχουμε γυρίσει μόνο».

«Δε χρειάζομαι άλλο χρόνο. Σου αρέσω, μου αρέσει, κάνουμε φοβερό σεξ, τι άλλο θέλεις; Λοιπόν, θα έρθεις ή όχι;» ρώτησε ανυπόμονα.

«Τι να φέρω; Λουλούδια ή κρασί;» ρώτησε αυτή γελώντας.

Ο Νίκολας την πλησίασε και την ακινητοποίησε ανάμεσα στο σώμα του και το τοίχο. «Τώρα που το σκέφτομαι ίσως είναι καλύτερα να μην έρθεις στο παλάτι αύριο» της ψιθύρισε στο αφτί.

Η Λουίζ ένιωθε τον πόθο να διαπερνά τον κορμί της στην ιδέα ότι θα τη φιλούσε.
«Γιατί;» ρώτησε με όση δύναμη της είχε απομείνει.

«Γιατί θα πονάς» είπε αυτός δαγκώνοντας το κάτω χείλος της.

«Και γιατί θα πονάω;» ρώτησε η Λουίζ παίζοντας το παιχνίδι του.

«Θα είσαι πιασμένη μωρό μου» της είπε και τη σήκωσε στα χέρια του.

Μέσα σε δύο λεπτά ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι της και αυτός την έγδυνε. «Μόνο αυτό σκέφτομαι δύο μέρες τώρα» της είπε όταν την άφησε γυμνή. Η Λουίζ είχε το βλέμμα του να χαϊδεύει κάνε πόντο του γυμνού κορμιού της. Κανονικά τώρα θα ήθελε να καλυφτεί με ένα σεντόνι, αλλά στα μάτια του είδε τόση λαχτάρα που ένιωσε πλήρη αυτοπεποίθηση. Ο Νίκολας έσκυψε και τη φίλησε βαθιά στο στόμα και μετά χάιδεψε τα στήθη της. Η Λουίζ ένιωσε το κορμί της να μην υπακούει τις εντολές της. Ήθελε να τον χαϊδέψει και αυτή, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να απολαμβάνει αυτό που της έκανε ο Νικ. Τελικά βρήκε τη δύναμη να σύρει τα δάχτυλά της στην πλάτη του και όταν τον βρήκε ευάλωτο τον έσπρωξε ανάσκελα και ανέβηκε πάνω του. Ο Νικ αιφνιδιάστηκε, αλλά σύντομα μπήκε στο κόλπο. Η Λουίζ έκανε ρυθμικές κινήσεις οδηγώντας τον στο χορό της και αυτός ακολουθούσε πειθήνια. Της ψιθύριζε λόγια ερωτικά που έκαναν τη σκηνή να μοιάζει σαν σκηνή από ταινία. Η κορύφωση δεν άρχισε να έρθει και για τους δυο και λίγο αργότερα ξανά και μετά ξανά…

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Κεφάλαιο 25-Συγγνώμη, πώς είπατε;


Κεφάλαιο 25

Κυριακή πρωί πρωί η Λουίζ αποφάσισε ότι δε θα μιζεριάσει στην ιδέα ότι ο Νικ μπορεί να αργήσει να της τηλεφωνήσει ή να μην της τηλεφωνήσει καθόλου και έκλεισε ραντεβού με τους φίλους της για έναν καφέ στο πάρκο. Οι φίλοι της της έδιναν πάντα κουράγιο όταν είχε προβλήματα ακόμα και αν αυτοί δεν είχαν ιδέα για το πρόβλημα.
Έκατσαν σε ένα υπαίθριο καφέ και παρήγγειλαν χυμούς και καφέδες για όλους. Πήραν και εφημερίδες και άρχισαν να διαβάζουν τα νέα. ‘Ηταν πια γνωστό ότι την είχαν απαγάγει μαζί με τον πρίγκιπα αλλά οι φίλοι της δεν τη ρώτησαν τίποτα από διακριτικότητα. Δεν είχε συμβεί τίποτα φοβερό εντωμεταξύ στη χώρα τόσες μέρες εκτός φυσικά από την εξαφάνιση του πρίγκιπα που τάραξε τα νερά. Η εφημερίδα της όμως έλεγε ότι ο πρίγκιπας έπρεπε να κάνει ένα εσπευσμένο ταξίδι για τις ΗΠΑ την Τρίτη για ένα «προσωπικό ζήτημα». Η Λουίζ κατέβασε την εφημερίδα και κοίταξε λίγο στον ορίζοντα προσπαθώντας να απορροφήσει αυτό που διάβασε. Θα έφευγε την Τρίτη; Δεν της είχε πει τίποτα, αλλά αφού δεν είχαν μιλήσει πώς να της το έλεγε; Και τι θα έκανε στις ΗΠΑ; Προφανώς θα πήγαινε να τακτοποιήσει το θέμα με την Χιτ. Ισως είχε αποφασίσει να αναλάβει τις ευθύνες του. Ισως πάλι πήγαινε για να της κλείσει το στόμα. Η Λουίζ είχε χάσει την όρεξή της και αυτό φάνηκε στη συμπεριφορά της. «Λέω να πάμε, γιατί η Λουίζ φαίνεται κουρασμένη. Δεν είναι λίγο και αυτό που πέρασε» είπε με κατανόηση ο Πίτερ, ένας καλός της φίλος. «Όχι, όχι, να μείνουμε, καλά είμαι» διαμαρτυρήθηκε η Λουίζ αλλά η παρέα της είχε ήδη σηκωθεί. «Πρέπει να γυρίσω για μεσημεριανό σπίτι» είπε η κολλητή της και η απόφαση να το διαλύσουν σφραγίστηκε.

Η Λουίζ γύρισε στο διαμέρισμά της κατά τη μία, έδεσε με αλυσίδα το ποδήλατό της και ανέβηκε γρήγορα γρήγορα τα σκαλιά γιατί χτυπούσε το σταθερό της. Ήταν η μητέρα της και την καλούσε να πάει εκεί την Τρίτη για φαγητό. Ήξερε ότι η Λουίζ έχει άδεια οπότε φαντάστηκε ότι θα έχει ελεύθερο χρόνο. «Φυσικά, μαμά» της είπε η Λουίζ και αφού τη ρώτησε αν θέλει να της πάει κάτι το έκλεισε.

Μισή ώρα μετά και αφού είχε αλλάξει και είχε φορέσει ένα κοντό σορτς και ένα φθαρμένο φανελάκι χτύπησε το κουδούνι της. Κάθε Κυριακή μεσημέρι ερχόταν ένα παιδάκι μιας γειτόνισσας και το κρατούσε για κανα δυο ώρες για να βγουν οι γονείς του. «Ερχομαι, γλυκέ μου» φώναξε από το μπάνιο και έτρεξε να ανοίξει την πόρτα μόνο που έμεινε με κομμένη την ανάσα όταν είδε τον Νικ να στέκεσαι στην κάσα και να της χαμογελάει. Φορούσε ξεβαμμένο τζιν, μαύρο φανελάκι και μαύρα γυαλιά ηλίου. Ήταν τόσο όμορφος που έπρεπε να είναι παράνομο να κυκλοφορεί. «Ομολογώ ότι δεν περίμενα τόσο ζεστή υποδοχή» της είπε και της έδωσε ένα κουτί από ζαχαροπλαστείο. «Η πάβλοβα που σου αρέσει» της είπε αποτελειώνοντάς την και προχώρησε στο εσωτερικό του σαλονιού της. Η Λουίζ εντωμεταξύ δεν είχε καταφέρει να αρθρώσει λέξη. «Πέρνα μέσα» ψέλλισε σαν χαζή ενώ ο Νικ είχε ήδη βολευτεί στην αγαπημένη της πολυθρόνα. «Ελα να σου δώσω ένα φιλάκι» της είπε και χτύπησε τις παλάμες τους στα γόνατά του δείχνοντάς της ότι θέλει να κάτσει στα πόδια του. «Νικ, σε παρακαλώ μη θεωρείς πράγματα δεδομένα» του είπε αυτή μισοαστεία μισοσοβαρά. «Καλά» είπε αυτός μουτρωμένος και της έβγαλε τη γλώσσα. Η Λουίζ πήγε να κόψει το γλυκό και να του φέρει τσάι, αλλά όταν βρέθηκε στην κουζίνα πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει. Ο Νικ είχε έρθει, της είχε φέρει το αγαπημένο της γλυκό και ήθελε φιλάκι. Διάολε, και αυτή φορούσε πάλι ένα φθαρμένο φανελάκι. Τουλάχιστον ήταν κοντό το σορτς οπότε ήταν έστω και ελάχιστα σέξι.

«Τι νέα;» τη ρώτησε αυτός όταν την είδε με το δίσκο. Σηκώθηκε και της τον πήρε από τα χέρια και τη βοήθησε με το σερβίρισμα. «Τα ίδια, έχω άδεια. Εσύ;» μπήκε αμέσως στο ψητό η Λουίζ. «Φεύγω Τρίτη για ΗΠΑ, αλλά Κυριακή γυρνάω. Έχω να τακτοποιήσω μια δουλειά και μετά θα είμαι ελεύθερος» της είπε διφορούμενα. «Ελεύθερος είσαι και τώρα»του είπε για να τον προκαλέσει. «Ελεύθερος για κάποια πράγματα, αλλά για άλλα όχι. Θέλω να κλείσω την υπόθεση πατρότητας και να ανοίξω νέο κεφάλαιο στη ζωή μου».

Η Λουίζ τον κοίταξε στα μάτια αλλά δε βρήκε εκεί τις απαντήσεις που ήθελε. Τι σημαίνουν όλα αυτά, αναρωτήθηκε. Τι νέο κεφάλαιο εννοεί;

«Είσαι τόσο σίγουρος για το αποτέλεσμα;» ρώτησε. «Δεν έχω παρασυρθεί ποτέ τόσο με γυναίκα ώστε να μην χρησιμοποιήσω προφύλαξη, Λουίζ» της είπε ξερά. «Με μένα δε χρησιμοποίησες» απάντησε αυτή. «Μπορείς να το πάρεις ως κοπλιμέντο» γέλασε ο Νικ. Η Λουίζ τού χάρισε ένα χαμόγελο αλλά δεν τον άφησε να ξεγλιστρήσει έτσι εύκολα. «Και αν έγινε κάποιο ατύχημα;» επέμεινε. «Δεν έγινε κανένα ατύχημα. Κοιμηθήκαμε μαζί δύο φορές, δεν έσπασε το προφυλακτικό και λέει ότι είναι έγκυος. Μιλήσαμε πολλές φορές στο τηλέφωνο και της είπα ότι σκοπεύω να αναγνωρίσω το παιδί αν το τεστ δείξει ότι είναι δικό μου, αλλά δεν πρόκειται να την παντρευτώ. Προφανώς η Τζένιφερ ήθελε να γίνει πριγκίπισσα, γιατί χθες μού ξεφούρνισε ότι το μωρό είναι του ατζέντη της. Πάω στις ΗΠΑ για να παραλάβω γνήσια αντίγραφα του τεστ DNA Για να είμαι σίγουρος ότι δε θα με ξαναενοχλήσει». Η Λουίζ είχε μείνει κόκαλο με αυτά που άκουγε.

«Μπορούμε τώρα να σταματήσουμε να μιλάμε για αυτό το άβολο ζήτημα; Δε μου αρέσει να σου μιλάω για άλλες γυναίκες, όπως επίσης δε μου άρεσε που αμφισβήτησες το αν θα αναλάμβανα τις ευθύνες μου. Ας το ξεχάσουμε λοιπόν και ας κάνουμε μια νέα αρχή τώρα που ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Τι λες; Θα έρθεις αύριο στο παλάτι να γνωρίσεις τους δικούς μου;»




Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

κεφάλαιο 24-Μπανάκι μανάκι...Με διαβάζει κανείς ή κάνετε όλες μπάνια;;;


Κεφάλαιο 24

Η Λουίζ ήταν βυθισμένη στην μπανιέρα της και απολάμβανε ένα ζεστό αφρόλουτρο με άλατα μπάνιου. Είχε μια πετσέτα κάτω από τον αυχένα της, στο τραπεζάκι δίπλα είχε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και είχε κλειστά τα μάτια της. Σκεφτόταν τα γεγονότων όλων αυτών των ημερών και κυρίως των τελευταίων ωρών. Είχαν οδηγήσει μέχρι το σπίτι του ανθρώπου που τους έσωσε και από εκεί κάλεσαν την αστυνομία και το παλάτι. Σε τριάντα λεπτά βρίσκονταν μέσα σε ένα στρατιωτικό ελικόπτερο και αερομεταφέρονταν στο ελικοδρόμιο του παλατιού. Οι αστυνομικοί τούς πήραν καταθέσεις και αναγνώρισαν έναν από τους Επαναστάτες στις φωτογραφίες στο αρχείο της αστυνομίας. Το προσωπικό στο παλάτι αγκάλιασε με αγάπη τον Νίκολας, η νταντά του δε ξέσπασε σε κλάματα. Τον είχε μεγαλώσει η ίδια και τώρα ήταν κάτι σαν οικονόμος. Ευτυχώς η δική της μητέρα δεν είχε καταλάβει ότι έλειπε και απλώς της γκρίνιαξε λίγο που την ξέχασε. Οι φίλοι της όμως είχαν τρομάξει φοβερά. Είχαν επικοινωνήσει με το γραφείο της και από εκεί είχαν καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ήταν σε κάποια αποστολή με τον πρίγκιπα.

Η Λουίζ ένιωθε πολύ χαλαρή αυτή στη στιγμή. Ένιωθε ασφαλής, γιατί ο Νίκολας είχε κανονίσει να φρουρείται το σπίτι της και η ίδια όλο το 24ωρο μέχρι να λυθεί η υπόθεση. Είχε συγκινηθεί με το ενδιαφέρον του. Της είχε προτείνει να μείνει και στο παλάτι αν εκεί ένιωθε πιο ασφαλής, αλλά εκείνη αρνήθηκε ευγενικά.
Παρόλη την ηρεμία της στιγμής ωστόσο σκεφτόταν πώς θα συνεχιζόταν η σχέση της με τον Νίκολας. Αν συνεχιζόταν δηλαδή. Η αλήθεια είναι ότι μετά από εκείνη τη βραδιά ο Νικ είχε έρθει πολύ κοντά της. Τη φιλούσε άνετα και είχε συνεχώς το χέρι της στο δικό του. Αυτό σήμαινε ότι υπάρχει κάποια πιθανότητα σχέσης, αλλά η θέση του Νικ και το ιστορικό του ως ζεν πρεμιέ δεν της άφηνε πολλά περιθώρια να ελπίζει. Τι έχω εγώ που δεν είχαν όλες αυτές οι προηγούμενες; Σκεφτόταν συνέχεια. Αλλωστε υπήρχε και το θέμα με το μωρό της Τζένιφερ Χιτ. Γιατί όσο κι αν τον αγαπούσε, τώρα πια το παραδεχόταν στον εαυτό της, δεν επρόκειτο να συνεχίσει με έναν άντρα που είχε σε εκκρεμότητα ένα τόσο σημαντικό θέμα.

Το νερό είχε παγώσει εντελώς, αλλά η Λουίζ δεν ήθελε να βγει. Τα δάχτυλά της είχαν γεμίζει ζάρες, αλλά αν έβγαινε δεν ήξερε με τι να ασχοληθεί. Το αφεντικό της της έδωσε δύο βδομάδες άδεια και μια μικρή προαγωγή χάρη στη συνέντευξη που πήρε από τον Νίκολας τη μέρα της απαγωγής. Φυσικά αφαίρεσε την τελευταία ερώτηση, αλλά και πάλι η συνέντευξη είχε πολύ ζουμί. Ο Ντένις είχε ενθουσιαστεί που ακούστηκε ότι μαζί με τον πρίγκιπα απήγαγαν και μια δημοσιογράφο της εφημερίδας του. Θεώρησε ότι αυτό θα έδινε μεγάλη αίγλη τόσο στην ίδια, αλλά και στην εφημερίδα. Η Λουίζ βέβαια δεν ήθελε να γίνει η εμπειρία της θέαμα, αλλά τουλάχιστον βγήκε και λίγο κερδισμένη.


Πάνω απ’ όλα όμως είχε γνωρίσει καλύτερα τον Νικ, τον άντρα που της άλλαξε τη ζωή. Τον ήξερε μόνο 5-6 μέρες αλλά δε χρειαζόταν περισσότερες για να καταλάβει ότι ήταν αμετάκλητα ερωτευμένη μαζί του και δε θα μπορούσε ποτέ να είναι τόσο ευτυχισμένη με άλλον άντρα. Το ερώτημα τώρα ήταν ποιος θα κάνει το επόμενο βήμα για να επικοινωνήσει με τον άλλον. Θα μπορούσε να του τηλεφωνήσει για να τον ρωτήσει πώς είναι ο πατέρας του, αλλά θα προτιμούσε να την πάρει αυτός. Βέβαια ο Νικ θα είχε ένα σωρό υποχρεώσεις τώρα με τον πατέρα του και την ανάληψη εξουσίας και την απαγωγή.

Ουφ, τι μπέρδεμα, σκέφτηκε και με μια αποφασιστική κίνηση βγήκε από την μπανιέρα. 

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Κεφάλαιο 23-φτου και ξελεφτερία...


Κεφάλαιο 23

Η Λουίζ και ο Νικ κοιμήθηκαν αγκαλιά δίπλα στη φωτιά. «Αρκετά κοιμηθήκαμε χώρια» της είπε αυτός λίγο πριν αποκοιμηθούν. Το πρωί ξύπνησαν πριν χαράξει καλά καλά και ετοιμάστηκαν για να φύγουν. Η Λουίζ χτένισε τα μαλλιά της με τα δάχτυλά τους και μάζεψε τα μαλλιά της σε έναν κότσο. Ο Νίκολας έριξε πολύ νερό στη φωτιά για να είναι σίγουρος ότι έσβησε και άρχισαν να περπατούν με γρήγορο βάδην μέσα στο δάσος. «Ξεκινάμε με γρήγορο βάδην μία δύο ώρες, κάνουμε διάλειμμα και συνεχίζουμε με τρέξιμο όσο αντέξουμε. Τι λες;» τη ρώτησε.

Η Λουίζ έγνεψε καταφατικά ενώ σκεφτόταν από μέσα της πόσο  πολύ της άρεσε που ρωτούσε για όλα τη γνώμη της. Θα περίμενες από έναν πρίγκιπα να παίρνει αποφάσεις μόνος του χωρίς να υπολογίζει κανέναν, αλλά αυτός τη λάμβανε πολύ υπόψη του.

«Τι θα κάνεις πρώτο όταν γυρίσουμε πίσω;» τη ρώτησε αυτός χαμογελώντας.
«Ένα καυτό μπάνιο» απάντησε αυτή τόσο γρήγορα που τον έκανε να γελάσει.

Έπιασαν την κουβέντα για τα πράγματα τα οποία τους είχαν λείψει περισσότερο από τον πολιτισμό. «Ένα ωραίο γλυκό, το ίντερνετ και το κρεβάτι μου» είπε αυτός. «Ένα ωραίο βιβλίο, η αγαπημένη μου σειρά και οι φίλοι μου» απάντησε η Λουίζ.

Ενώ η συζήτηση εξελισσόταν πολύ ανάλαφρα το μυαλό της Λουίζ  έτρεξε σε εκείνες τις σκέψεις που προσπαθούσε να καταπιέσει τόσες μέρες. Τι θα γίνει όταν γυρίσουμε; Θα κρατήσουμε επαφή; Ο θεαματικός έρωτας που κάναμε χθες σημαίνει ταυτόχρονα ότι είμαστε μαζί ή απλώς ήταν σεξ για να χαλαρώσει; Θεέ μου, τι κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις; Δεν είχε κάνει ποτέ σεξ εκτός πλαισίων σχέσης και η Λουίζ είχε πολλές απορίες. Ο Νικ φαινόταν πολύ τρυφερός σήμερα το πρωί αλλά μπορεί να ήταν και η ιδέα της. Ο Νικ άλλωστε ήταν πάντα πολύ ευγενικός και φρόντιζε να την ηρεμεί. Αυτό δε σήμαινε ότι σκόπευε να κρατήσει επαφή μαζί της όταν έφταναν στην Εβάνα, την πρωτεύουσα.

Στο διάλλειμα πριν το τρέξιμο ήπιαν δυο τρεις γουλιές νερό και κάθισαν σε ένα βράχο. «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα» της είπε και τη φίλησε. Η Λουίζ ένιωσε την καρδιά της να σπάει σε μικρά κομμάτια και μάλωσε τον εαυτό της για την έλλειψη αυτοπεποίθησης εκ μέρους της. Προφανώς του άρεσε και προφανώς την ήθελε. Δεν ήταν σεξ της μιας βραδιάς. Η Λουίζ αναθάρρησε και όταν άρχισαν να τρέχουν για να διανύσουν μεγαλύτερη απόσταση πιο γρήγορα ένιωθε ότι πετούσε. Περίπου μία ώρα μετά, αφού έτρεχαν και σταματούσαν για μικρά διαλείμματα, άκουσαν ένα αμάξι. Η Λουίζ άρχισε να ξεφωνίζει από χαρά, αλλά ο Νικ κάλυψε με την παλάμη του το στόμα της.

«Είσαι τρελή;» της ψιθύρισε και την έσπρωξε πίσω από κάτι θάμνους. Ξάπλωσαν μπρούμυτα στο χώμα και παρατηρούσαν ένα βαν ίδιο με αυτό που τους μετέφερε να σταματάει στη μέση του δρόμου. Ενας μαυροντυμένος άντρας πετάχτηκε έξω και άρχιζε να φωνάζει προς φανώς στους συνεπιβάτες του. «Ακούσατε κι εσείς μια κραυγή;». Μετά άρχισαν να τρέχουν πάνω κάτω ψάχνοντας βεβιασμένα τους θάμνους και τα δέντρα για ίχνη του Νικ και της Λουίζ. Η Λουίζ τον κοίταξε με τρομαγμένα μάτια όταν είδε έναν άντρα να πλησιάζει προς το μέρος τους. Θεέ μου, τι έκανα η χαζή, σκέφτηκα. Δεν φαντάστηκα ότι το αμάξι που άκουσα μπορεί να ήταν των απαγωγέων μας.

Οι μπότες τους άντρα απείχαν τώρα δύο μέτρα από το πρόσωπό της, και αυτοί κρατούσαν την αναπνοή τους για να μην προδοθούν. Ευτυχώς ο άντρας δεν επέμεινε. «Τίποτα εδώ, φύγαμε» φώναξε και κατηφόρισε προς το αμάξι. Σε δύο λεπτά είχαν αναπτύξει ταχύτητα και χάθηκαν στο δρόμο.

«Δε θα βγω ποτέ από δω από την τρομάρα μου» του είπε σοβαρά, αλλά ο Νικ είχε σηκωθεί ήδη. «Σήκω, Μαγκάιβερ, σήκω πάνω, αρκετά έκανες για σήμερα» της είπε γελώντας. «Πριν βεβαιωθείς για την ταυτότητα του οδηγού άρχισες να ουρλιάζεις ότι σωθήκαμε. Είσαι φοβερή!» της είπε γελώντας. «Εσύ γελάς, αλλά τόσος κόπος θα πήγαινε στράφι αν μας έβρισκαν. Άσε που θα ήταν θυμωμένοι και μπορεί να μας χτυπούσαν ή και να μας σκότωναν».

«Δεν έχει σημασία να σκεφτόμαστε τι θα γινόταν αν και εφόσον. Πάμε στο δρόμο μήπως περάσει κανένας να μας μαζέψει» της είπε και της έδωσε το χέρι του για να σηκωθεί. Όταν σηκώθηκε, αυτός την έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη και η Λουίζ πήρε λίγο τα πάνω της.

Στο δρόμο έκατσαν πίσω από ένα δέντρο για να βλέπουν, αλλά να μη φαίνονται, και περίμεναν μέχρι που μετά από 10 λεπτά περίπου πέρασε ένα αγροτικό με έναν άντρα μέσα. Ο Νικ πετάχτηκε στη μέση του δρόμου και σχεδόν έπεσε πάνω στο αμάξι για να σταματήσει. Ο άντρας άρχιζε να φωνάζει από μέσα και βγήκε φουριόζος από το αμάξι για καβγά. Μόλις κοίταξε τον Νικ στα μάτια, έπεσε στα γόνατα με τα μάτια κάτω και άρχισε να ζητάει ταπεινά συγγνώμη. «Σήκω πάνω, άνθρωπέ μου, η υπόκλιση έχει καταργηθεί εδώ και χρόνια Σήκω πάνω και έχεις τα διπλά μου χρόνια» είπε αυστηρά ο Νικ. Ο αγρότης τον κοίταξε ντροπαλά και ζήτησε συγγνώμη που μίλησε άσχημα. «Εγώ συγγνώμη που σε τρόμαξα. Απλώς είχαμε μια περιπέτεια και θέλουμε βοήθεια. Πρέπει να επικοινωνήσω με το παλάτι να έρθουν να με πάρουν. Έχεις κάποιο τηλέφωνο να χρησιμοποιήσω;» τον ρώτησε.

Ο αγρότης τους διαβεβαίωσε ότι το σπίτι του απέχει 20 χιλιόμετρα και εκεί έχει σταθερό τηλέφωνο. Για να πάνε εκεί έπρεπε να μεταφερθούν με το αγροτικό.
«’Η θα κάτσετε στριμωχτά δίπλα δίπλα στο μπροστινό κάθισμα ή ένας μπροστά και ένας πίσω στην καρότσα» είπε ο κύριος Πίτερσεν δειλά.

Πριν η Λουίζ σκεφτεί καν μίλησε ο Νικ. «Θα κάτσουμε μαζί αν δε σε πειράζει. Δε χωρίζουμε ποτέ» πρόσθεσε και κοίταξε τη Λουίζ με ένα σατανικό χαμόγελο.



Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Κεφάλαιο 22-blush


Κεφάλαιο 22

Αν κοιμηθώ άλλο ένα βράδυ δίπλα του σαν φιλενάδες θα σκάσω, σκέφτηκε η Λουίζ την ώρα που ξάπλωναν δίπλα από τη φωτιά. Ο Νίκολας είχε φτιάξει μια δυνατή φωτιά που ζέσταινε το χώρο. Το περιβάλλον ήταν τόσο ειδυλλιακό που θα συγκινούσε και τον πιο αναίσθητο άνθρωπο. Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και φώτιζε τον ουρανό, η φωτιά έβγαζε ήχους που θύμιζαν τζάκι και χειμωνιάτικη θαλπωρή και επικρατούσε μια τέτοια ηρεμία τριγύρω τους που η Λουίζ ένιωθε ότι την είχαν στήσει σε ένα έτοιμο σκηνικό με σκοπό να δοκιμάσουν τις αντοχές της. Αφού όμως ο Νικ έδειχνε τελείως ατάραχος δε θα έδειχνε κι αυτή την παραμικρή επιθυμία για κάτι περισσότερο.

«Γιατί δε μιλάς;» ρώτησε αυτός σπάζοντας τη σιωπή. «Σκέφτομαι αν όλα θα πάνε καλά» απάντησε αυτή για να θολώσει τα νερά.
«Όλα θα πάνε καλά, μη φοβάσαι. Εγώ είμαι εδώ».
«Δε φοβάμαι, απλώς σκέφτομαι πώς θα είναι τα πράγματα όταν γυρίσουμε».
«Όπως θέλουμε εμείς να είναι θα είναι τα πράγματα» απάντησε αινιγματικά αυτός.
«Καμιά φορά, Νικ, υπεισέρχονται και εξωτερικοί παράγοντες».
«Μόνο όταν τους το επιτρέψεις» επέμεινε σθεναρά ο Νικ.

Η Λουίζ έμεινε να συλλογιέται αυτό που είπε ο Νίκολας για πολλή ώρα ώσπου αυτός αποκοιμήθηκε. Τι να εννοούσε με αυτά που είπε; Εννοούσε ότι δε θα αφήσει τίποτα να μπει ανάμεσά τους; Αυτός ο άντρας ήταν πολύ αινιγματικός. Μακάρι να ήταν λίγο πιο σαφής. Αν ήταν λίγο πιο σαφής θα μπορούσε τώρα κι αυτή να κοιμηθεί λιγάκι. Ανίκανη να χαλαρώσει σκέφτηκε να πάει στη λίμνη λίγο πιο πέρα και να εκμεταλλευτεί την ησυχία και να κάνει ένα ντους. Είχε περπατήσει πολύ σήμερα, είχε ιδρώσει και δεν είχε κάνει μπάνιο. Ολο το απόγευμα πάλευαν με την αυτοσχέδια κατασκήνωσή τους και δε βρήκε ευκαιρία να κάνει ένα μπάνιο. Είχε μια αλλαξιά μαζί της και ήταν ευκαιρία να βάλει κάτι καθαρό. Για καλό και για κακό θα έπλενε αυτά που φορούσε και θα τα άφηνε δίπλα στη φωτιά για να στεγνώσουν.

Ο Νίκολας δεν έδειξε να προσέχει την κίνηση δίπλα του και η Λουίζ ανακουφίστηκε που θα απολάμβανε ένα χαλαρό μπάνιο μόνη της. Στην όχθη της μικρής λίμνης έβγαλε τα ρούχα της και τα ακούμπησε σε ένα βράχο για να τα πλύνει μετά. Έμεινε γυμνή με πλάτη στη φωτιά κοιτώντας πού και πού μήπως και ξύπνησε ο Νικ και τη δει γυμνή. Το νερό ήταν παγωμένο, οι αισθήσεις της χτύπησαν κόκκινο αμέσως. Ένιωσε ξαφνικά μια ζωντάνια να ποτίζει το κορμί της, μια  ανεξήγητη δροσιά να νοτίζει κάθε μόριό της. Καθώς έκανε μικρά βήματα μέσα στη λίμνη για να συνηθίσει τη θερμοκρασία σκέφτηκε ότι είχε καιρό να νιώσει τόσο όμορφα. Η ζωή της στην Εβενία ήταν οργανωμένη αλλά άδεια. Άδεια γιατί δεν είχε βρει ακόμα το άλλο κομμάτι της ψυχής της.  Τώρα το είχε βρει και ένιωθε ευτυχισμένη παρόλο που ήξερε ότι δε θα ήταν ποτέ μαζί του. Ήταν κάτι σαν ένα άπιαστο όνειρο που κάνει την πραγματικότητά σου να μοιάζει γελοία και φτηνή (Τι είπα πάλι το άτομο??). Αυτός ο άντρας που κοιμόταν δίπλα στη φωτιά ήταν αυτός που έβαλε φωτιά στην ψυχή της, αυτός που της έδωσε τη χαρά να νιώσει πώς είναι να αγαπάς τόσο ολοκληρωτικά, χωρίς να έχεις να περιμένεις τίποτα για αντάλλαγμα. Ακόμα και αν τους έπιαναν οι Επαναστάτες, ακόμα και αν πέθαινε αυτή τη στιγμή εκείνη ήξερε ότι θα πέθαινε έχοντας αγαπήσει. Και αυτός είναι ο μόνος λόγος για να πεις ότι αξίζει που περπάτησες στη Γη.

Είχε πια μπει στο παγωμένο νερό μέχρι το λαιμό και κολυμπούσε ήρεμη με κατεύθυνση το μικρό καταρράκτη. Η λίμνη ήταν λίγο πιο ρηχή σε εκείνο το μέρος, οπότε στάθηκε όρθια κάτω από τα ορμητικά νερά για να λούσει τα μαλλιά της. Το νερό έπεφτε με δύναμη πάνω της και δυσκόλευε τις κινήσεις της. ‘Έκατσε ακίνητη και απολάμβανε την ορμή του πάνω της. Η καρδιά της δεν είχε καταφέρει ακόμα να ηρεμήσει και χτυπούσε στο στήθος της σαν να ήθελε να την προειδοποιήσει να τρέξει, να κρυφτεί από κάποιον αόρατο κίνδυνο.

Όταν ένιωσε τα χέρια του Νίκολας να την αγκαλιάζουν από πίσω δεν αντέδρασε. Δεν τρόμαξε καν. Ήταν σαν να τον είχε καλέσει η ψυχή της και αυτός υπάκουσε. Δεν της είπε τίποτα και αυτή δε ρώτησε. Φιλούσε το λαιμό της ενώ τα χέρια του ταξίδευαν αχόρταγα σε όλο το σώμα της. Η Λουίζ γύρισε προς το μέρος του και ξεδιάντροπα τον φίλησε με πάθος στα χείλη. Αυτός την τράβηξε κοντά του και ανταπέδωσε το φιλί της. Η Λουίζ του έβγαλε τα ρούχα και τον άφησε γυμνό μπροστά της. Έμεινε εκεί να θαυμάζει το θεσπέσιο κορμί του, το δυνατό στέρνο του, τους σμιλεμένους κοιλιακούς του και τη μέγιστη απόδειξη του πόθου του για εκείνη. Αυτός την κοιτούσε με μάτια που πετούσαν φλόγες μέχρι που την τράβηξε από το χέρι και τη στήριξε στη βράχια. Εκεί άρχιζε να σπέρνει φιλιά στο λαιμό και στα στήθη της χαϊδεύοντας ταυτόχρονα με το χέρι του το κέντρο της θηλυκότητάς της. Η Λουίζ ένιωσε ότι θα ουρλιάξει από τον πόθο ωστόσο δεν μπορούσε να βγάλει άχνα από φόβο μήπως διαλυθεί το όνειρο. “Είμαστε μόνοι μας, μωρό μου, φώναξε αν θες» της είπε λες και διάβαζε τη σκέψη της. Ο Νίκολας έδειχνε άνετος στο παιχνίδι της ικανοποίησης, οι κινήσεις του απέπνεαν αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Ανάμεσα στα αδιάκοπα φιλιά τους η Λουίζ  άρχισε να ανταποδίδει τα χάδια του κάνοντάς τον να βογκήξει από ηδονή. «Μωρό μου» επαναλάμβανε εκείνος στο αυτί της ενώ ικανοποιούσαν ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον μέχρι που η Λουίζ φώναξε παρακλητικά «σε θέλω μέσα μου». Ο Νίκολας δεν της χάλασε το χατίρι και με μια απότομη κίνησε γέμισε το σώμα της με έναν τρόπο που έστειλε τη Λουίζ στα ουράνια. Κινήθηκε μέσα της αργά και μετά σταδιακά πιο γρήγορα ώσπου η Λουίζ δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα από την ηδονή. «Καρδιά μου» τον άκουσε να της λέει ενώ την σήκωνε ολόκληρη από το βράχο και τη βουτούσε στο νερό. Καθισμένος αυτός από κάτω της και αυτή με τα πόδια της σφικτά γύρω από τη μέση τους συνέχισαν το ερωτικό παιχνίδι τους με τα χέρια τους ενωμένα σαν να παρακαλούσαν μια ανώτερη δύναμη να μην τελειώσει ποτέ αυτό που ζούσαν. Η Λουίζ έμπηξε τα νύχια της στη σάρκα του την ώρα που τέλειωνε ταυτόχρονα με εκείνον. Ένιωθε πως δεν ήταν κύρια του κορμιού της, ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τον δυνατό οργασμό που την έκανε να τρέμει όπως με κανέναν εραστή της στο παρελθόν. Ο Νίκολας δεν έδειξε να πονάει, αλλά όταν εκείνη είδε το αίμα να τρέχει στο στέρνο του τρόμαξε. «Έχω κάτι δικό σου τώρα» της ψιθύρισε στο αυτό εκείνος χαμογελώντας.

Δε σου φτάνει η καρδιά μου; σκέφτηκε εκείνη τρομαγμένη.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

pond


Κεφάλαιο 21-λίμνη


Κεφάλαιο 21

Για όνομα του Θεού, αυτός δεν ιδρώνει; Σκέφτηκε η Λουίζ. Τρέχει, τρέχει, τρέχει και δεν ιδρώνει. Πρέπει να μελετηθεί επιστημονικά ο άνθρωπος.

Είχε πια σουρουπώσει και έψαχναν να βρουν κάπου να κοιμηθούν. «Δε βρήκαμε ούτε μία καλύβα» είπε αυτός. «Θα φροντίσω να γεμίσουν τα δάση με τέτοιες, να μη βρεθεί άλλος άνθρωπος στη θέση μας» της είπε.

«Ωραία τα πολιτικά σχέδιά σου, αλλά σήμερα τι θα κάνουμε;» επέμεινε η Λουίζ.

«Θα βρούμε ένα ωραίο σημείο κα θα ξαπλώσουμε» είπε αυτός με πολύ φυσικό τόνο. Τόσο φυσικό μάλιστα, που η Λουίζ δεν έκανε περαιτέρω ερωτήσεις για να μη φανεί επίμονη.

Κατά τις οκτώ το βράδυ η Λουίζ άκουσε έναν πολύ γνώριμο ήχο. «Νικ, νερό» ξεφώνισε όλο χαρά και άρχισε να τρέχει προς το σημείο όπου άκουσε το γάργαρο νερό. Η Λουίζ δεν πίστευε στα μάτια της όταν είδε μια μικρή λίμνη  στη μέση του δάσους. Το νερό έρεε στη λιμνούλα από ένα μικρό καταρράκτη που έγλειφε μερικούς βράχους. «Θα είναι νερό που λιώνει από το βουνό Ολντεν» της είπε. «Μου κάνει εντύπωση όμως γιατί είμαστε μακριά» συνέχισε ο Νικ. «Ίσως είναι κάποιος λόφος που συνδέεται με την οροσειρά Ολντεν» του είπε αυτή τρέχοντας προς τη λίμνη. Ο Νικ την ακολούθησε. «Ευτυχώς που έχει γεμάτο φεγγάρι απόψε και βλέπουμε» της είπε αυτός.



Η λίμνη ήταν λίγο μεγαλύτερη από μια μικρή πισίνα και το νερό ήταν παγωμένο. Η Λουίζ έβγαλε τα παπούτσια της και τσαλαβούτησε στα νερά ανακουφίζοντας τα πόδια της από την κόπωση του τρεξίματος. Ο Νικ της είπε να μην πιει νερό αν δεν είναι ακόμα σίγουροι ότι είναι πόσιμο. «Πρέπει να ελέγξω μερικά πράγματα» της είπε. «Σαν τι, μικρό λυκόπουλο;» τον ρώτησε αυτή γελώντας. «Πρέπει να ελέγξω αν υπάρχει συσσωρευμένη άλγη στη λίμνη αφού βέβαια ψάξω από πού πηγάζει το νερό και αν υπάρχει κάποιο ψοφίμι ζώου στην πηγή. Για καλό και για κακό όμως πρέπει να καθαρίσουμε το νερό αν θες να πιεις. Θα ανάψω φωτιά και μπορώ να βράσω το νερό, αλλά δεν έχουμε μεταλλικό κατσαρολάκι. Οπότε αν δε μας φτάσει το νερό που έχουμε μαζί μας θα πρέπει να το διυλίσουμε μέσα από κάποιο πυκνό ύφασμα. Θα βρούμε λύση, μην ανησυχείς» της είπε τελικά.

«Δεν ανησυχώ» του είπε και το εννοούσε. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Νίκολας. Έδειχνε να ξέρει τι κάνει και την έκανε να νιώθει απόλυτη σιγουριά. Σπάνιο χαρακτηριστικό αυτό για έναν άντρα» σκέφτηκε.

«Θα ανάψω φωτιά» της είπε και τον είδε να ψάχνει για ξύλα. «Ευτυχώς που έχω αναπτήρα μαζί μου». Τον είδε να φτιάχνει μια μικρή κατασκευή σαν πυραμίδα με ξύλα και να βάζει φωτιά σε μερικά κλαράκια. Σε λίγα λεπτά είχαν μια δυνατή φωτιά που σκόρπιζε ζεστασιά και φως γύρω τους. Η Λουίζ ξετύλιξε τους μπόγους και άπλωσε τα δυο σεντόνια δίπλα από τη φωτιά. Για να μην έρθει σε δύσκολη θέση σκέφτηκε να μη βάλει τα δύο σεντόνια δίπλα δίπλα αλλά αμφοτέρωθεν της φωτιάς. Δεν ήθελε να φανεί ότι το έκανε επίτηδες για να κοιμηθούν πλάι πλάι παρόλο που το ήθελε κολασμένα.

«Λέω να βάλουμε τα σάντουιτς δίπλα στη φωτιά να ζεσταθούν λιγάκι» του είπε. «Έχουμε φαγητό για άλλα δύο γεύματα. Πρέπει μέχρι αύριο βράδυ να έχουμε βρει κάποιον να μας βοηθήσει».

«Θα βρούμε κάποιον, μην ανησυχείς» είπε αυτός φτιάχνοντας τη φωτιά. «Θα ξεκουραστούμε απόψε και αύριο ξημερώματα θα συνεχίσουμε αν όλα πάνε καλά. Με αργό τρέξιμο ή γρήγορο βάδην θα έχουμε διανύσει σύνολο 40-50 χιλιόμετρα σε συνδυασμό με σήμερα. Θα τα καταφέρουμε» επέμεινε.

«Ελπίζω οι δικοί μας να μην έχουν ανησυχήσει πολύ» του είπε.

«Φοβάμαι ότι θα έχουν ανησυχήσει όμως. Ελπίζω να μην το έχουν πει στον πατέρα μου γιατί κάτι τέτοιο θα τον σκότωνε. Εσύ έχεις μεγάλη οικογένεια;».

«Η μητέρα μου ζει έξω από την πόλη και δεν έχω αδέρφια. Εχω όμως πολύ καλούς φίλους από το σχολείο και σίγουρα αυτοί θα έχουν αντιληφθεί ότι λείπω. Η μητέρα μου μπορεί και όχι. Μπορεί και να περάσουν 2-3 μέρες χωρίς να μιλήσουμε» του είπε.

Ο Νίκολας, μάλλον από διακριτικότητα, δε ρώτησε τίποτα για την ύπαρξη πατέρα.

«Τι έχει ο πατέρας σου;» ρώτησε εκείνη.
«Έπαθε ένα βαρύ εγκεφαλικό πριν από δυο μήνες. Δεν επανέρχεται παρά τις προσπάθειες όλων μας. Δεν μπορεί να περπατήσει και τα χάνει. Επιπλέον έχει και αδύναμη καρδιά και είναι αδύνατο να βρεθεί λύση για την κατάστασή του. Περιμένουμε το τέλος φροντίζοντας να απολαύσει όση περισσότερη ποιότητα ζωής μπορούμε να του προσφέρουμε. Οι γιατροί δε μας δίνουν πάνω από δύο μήνες» κατέληξε. Είχε κρεμάσει το κεφάλι του και μιλούσε αργά με βραχνή φωνή. Ήταν ξεκάθαρο ότι είχε φορτιστεί συναισθηματικά.
«Λυπάμαι πολύ, Νίκολας» ήταν το μόνο που μπόρεσε να του πει.
Αυτός σηκώθηκε απότομα και πήγε να φέρει τα σάντουίτς τους.
Η Λουίζ έμεινε να κοιτάει τη φωτιά να καίει όπως και ο πόθος στην ψυχή της για τον μόνο άντρα που δε θα μπορούσε να έχει ποτέ.





Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

κεφάλαιο 20


Κεφάλαιο 20

«Το έχεις με το τρέξιμο;» τη ρώτησε ενώ προπορευόταν με μεγάλη ταχύτητα.
«Τρέχω στο μαραθώνιο για τα παιδιά με αναπηρίες κάθε χρόνο και ως εκ τούτου κρατιέμαι σε φόρμα. Αν κρίνω από σένα όμως μάλλον δεν το έχω» είπε ενώ τον θαύμαζε να τρέχει με αμείωτο ρυθμό και να πηδάει πάνω από θάμνους και κλαδιά.
«Μόλις κουραστείς σταματάμε. Μην ντραπείς να μου το πεις» της είπε. Ετρεχαν σαν να μην υπήρχε αύριο εδώ και ένα τέταρτο. Η Λουίζ είχε κουραστεί, αλλά δεν ήθελε να σταματήσουν σύντομα. «Προτείνω να σταματήσουμε σε λίγο για δέκα λεπτά και μετά να συνεχίσουμε». Ο Νικ δέχτηκε και έτσι συνέχισαν μέχρι που βρήκαν ένα πλάτωμα.
 Η Λουίζ έριξε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της για να ξαποστάσει. «Αν φορούσα κατάλληλα παπούτσια θα ήταν πιο εύκολο» του είπε κοιτώντας τα κλειστά επίπεδα παπούτσια που φορούσε. «Κάνε υπομονή» της είπε.
Η Λουίζ κοίταξε λίγο τριγύρω της «από εκεί που ήμασταν έπρεπε να κατευθυνθούμε δυτικά για να γυρίσουμε στην πόλη. Έτσι υπολόγισα. Το θέμα είναι ότι πρέπει να αποφύγουμε το δρόμο, γιατί από εκεί θα φύγουν με τα αμάξια μόλις καταλάβουν ότι λείπουμε. Οπότε, από εδώ, δεν ξέρω πού πρέπει να πάμε» του είπε.

«Δεν έχει σημασία, Λουίζ. Υπολογίζω ότι αυτοί θα ανακαλύψουν σε κανά δυο ώρες ότι λείπουμε και θα ξαμοληθούν να μας βρουν. Εμείς πρέπει να έχουμε καλύψει 10-15 χιλιόμετρα και μάλιστα μέσα στο δάσος ώστε να μην μπορεί να μπει αυτοκίνητο για να μας προλάβουν. Όσο γρήγορα κι αν τρέχουν εμείς θα έχουμε πάρει κεφάλι. Η λογική παραμένει ότι θα διασχίσουμε διαγώνια το δάσος μέχρι να βγούμε σε δρόμο. Μετά όποιος σταματήσει και δει ποιος είμαι θα ειδοποιήσει την αστυνομία και θα μας πάει στην πόλη».

«Ευτυχώς που είσαι τόσο αναγνωρίσιμος» γέλασε η Λουίζ, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε ξανά να τρέχει.

Έτρεχαν με ρυθμό και διάφορα διαλείμματα ανάμεσα περίπου άλλες δύο ώρες μέχρι που ο Νικ πρότεινε να ξαποστάσουν και να φάνε κάτι.

Έκατσαν κάτω από ένα ψηλό δέντρο, κοντά κοντά, για να μη φωνάζουν και ακούγονται από απόσταση. «Έχουμε δύο πρόχειρα σάντουιτς για το βράδυ, οπότε λέω να φάμε μερικά μπισκότα τώρα» του είπε.  Ο Νικ καταβρόχθισε τα δικά του σε χρόνο ρεκόρ ενώ η Λουίζ έτρωγε πιο αργά. «Νικ, τι θα γίνει αν αργήσουμε να βγούμε σε δρόμο;» τον ρώτησε αυτή σκεπτική. Ο Νικ γέλασε και η Λουίζ απόρησε πού βρήκε το κουράγιο. «Κορίτσι μου, δεν είμαι δούκας της Ρωσίας. Δεν είναι αχανής η Εβενία, δεν έχουμε πανύψηλα βουνά και φαράγγια. Λογικά μέσα σε 20 ώρες θα έχουμε βγει σε κάποιο δρόμο». Η Λουίζ δεν είχε ακούσει τίποτα μετά το «κορίτσι μου». Η καρδιά της είχε αρχίσει να χτυπάει πολύ δυνατά, αλλά φρόντισε να μην το δείξει. «Και πού θα κοιμηθούμε το βράδυ;» ρώτησε δειλά.

«Αν είμαστε τυχεροί θα βρούμε κάποια καλύβα πυροφύλαξης. Αλλιώς θα κοιμηθούμε στο ύπαιθρο!» είπε αυτός γελαστός. «Πού βρίσκεις την όρεξη;» ρώτησε εκείνη. «Ήμουν πρόσκοπος και όλο αυτό μου φαίνεται πολύ διασκεδαστικό. Αν δε μας κυνηγούσαν και οι Κυανοί Επαναστάτες θα το διασκέδαζα ακόμα πιο πολύ».



«Απορώ με την όρεξή σου» του είπε αυτή, αλλά μέσα της αναθάρρησε. Όλα θα πάνε καλά, σκέφτηκε. Σε λίγες ώρες μπορεί να είμαι σπίτι μου και ασφαλής, αλλά δε θα είμαι με τον Νικ. Πρέπει να εκμεταλλευτώ κάθε στιγμή, να χορτάσω την όψη του και το άρωμά του για τις μέρες που θα έρθουν και δε θα μπορεί να τον δει καν.

«Τι λες; Ξεκινάμε;»