Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Κεφάλαιο 23-Όποιος τη μέρα περπατεί...


Κεφάλαιο 23

«Ρώμη!» είπε η Βίβιαν φιλώντας τον στη μύτη το πρωί. «Τέλεια» είπε αυτός . «ΘΑ κλείσω εισιτήρια αύριο! Πόσες μέρες θες να πάμε;». «Δεν ξέρω, κάνε εσύ ό,τι νομίζεις. Άλλωστε εσύ έχεις δουλειές, εγώ είμαι ελεύθερη» του είπε η Βίβιαν χαμογελαστή. «Ε όχι και ελεύθερη!» της είπε αυστηρά. «Δεσμευμένη».
Η Βίβιαν σηκώθηκε από το κρεβάτι και έριξε μια ρόμπα πάνω της. «Καρδιά μου, θα πάω στο δωμάτιό μου να δω λίγο τις παραγγελίες μου και να δουλέψω λιγάκι. Εσύ τι θα κάνεις;» τον ρώτησε. «Θα πάω στο γραφείο γιατί έχω μια τηλεδιάσκεψη με Λονδίνο. Μόλις νιώσεις έτοιμη, θα ήθελα να επιστρέψουμε μαζί εκεί. Να έρθεις να μείνεις μαζί μου. Θα είσαι και κοντά στις επιχειρήσεις σου. Θα το σκεφτείς;» είπε ο Τζέιμς.
«Έγινε» του είπε. «Νομίζω ότι σε καμιά βδομάδα θα είμαι έτοιμη. Έχω κι εγώ κάποιες δουλειές. Οσο για τη συγκατοίκηση, βλέπουμε!» του είπε και έφυγε από το δωμάτιο πριν προλάβει να επιμείνει περισσότερο. Ήξερε ότι δε θα μπορούσε να του αντισταθεί.
‘Ηθελε πολύ να μείνει μαζί, να κοιμάται και να ξυπνάει δίπλα του. ‘Ηθελε να νιώσει την οικειότητα που προκύπτει από τη συγκατοίκηση, να τον περιποιείται και να δει τη σχέση τους να εξελίσσεται. Στην πραγματικότητα όμως  δε θα πήγαινε να μείνει μαζί του, τουλάχιστον όχι αμέσως. Ήταν νωρίς ακόμα για τέτοια βήματα. Και ο Τζέιμς τής είχε δείξει ότι τη θέλει και θέλει να είναι μαζί της, αλλά δεν είχε μιλήσει για κάτι παραπάνω. Και χωρίς αυτό το «κάτι παραπάνω» η Βίβιαν δυσκολευόταν να πάει να μείνει μαζί του. Ευτυχώς η σχέση τους είχε βγει πολύ φυσικά και δεν υπήρχαν άβολες στιγμές . Συμπεριφέρονταν σαν να ήταν χρόνια μαζί. ‘Ισως έφταιγε ότι γνωρίζονταν χρόνια.
Η Βίβιαν είχε χρόνια να νιώσει τόσο ευτυχισμένη. Τον αγαπούσε τόσο πολύ και είχε επιτέλους την ευκαιρία να είναι μαζί του. Αυτός φυσικά δεν της είχε πει ότι την αγαπούσε, αλλά ήξερε μέσα της ότι το ένιωθε. Τι είναι αυτό που θες; Λόγια; Ρώτησε τον εαυτό της. Αφού οι πράξεις του μιλάνε από μόνες τους!
Δούλεψε περίπου τρεις ώρες στα σχέδια για ένα φόρεμα που της είχε παραγγείλει μια κυρία για το γάμο της κόρης της. Έστειλε τελειωμένο το σχέδιο στη μοδίστρα της στο Λονδίνο και μετά η Βίβιαν θα κανόνιζε την αποστολή του. Έβγαινε πολύ καλύτερο απ’ όσο περίμενε. ‘Ετσι μόνο θα πάει ψηλά η επιχείρησή μου, σκέφτηκε η Βίβιαν. Αν προσφέρω το καλύτερο.
«Τζέιμς, αγάπη μου! Είσαι κάτω;» φώναξε από πάνω. ‘Ηθελε να τον ρωτήσει αν είχε ίντερνετ γιατί η δική της σύνδεση είχε κοπεί. Δεν πήρε απάντηση. Η Χάριετ τής φώναξε ότι είχε πεταχτεί στην πόλη να της πάρει κάτι πράγματα από το σούπερ μάρκετ. Η Βίβιαν χαμογέλασε στη σκέψη του πόσο εξυπηρετικός είναι. Υπέροχος, σκέφτηκε. Και εκατομμυριούχος και πάει να φέρει και τα ψώνια στο σπίτι.
Η Βίβιαν μπήκε δειλά στο γραφείο του. Πάντα την τρόμαζε αυτό το δωμάτιο. Ήταν όλο επενδεδυμένο με σκούρο ξύλο. Ο φωτισμός ήταν πολύ διακριτικός και το δωμάτιο θα μπορούσες να πεις ότι ήταν πολύ επιβλητικό. Ο πατέρας της κλεινόταν με τις ώρες εκεί και η Βίβιαν σπάνια τον ενοχλούσε. Ακόμα και τώρα ένιωθε ενοχές όταν έμπαινε μέσα!
Ανοιξε τον υπολογιστή του με σκοπό να δει αν αυτός έμπαινε στο ίντερνετ.  Ευτυχώς ο υπολογιστής του Τζέιμς ήταν εντάξει και έτσι έκατσε για να δουλέψει λίγο εκεί. Πρόσεξε να μην πειράξει τα πράγματά του. Ηταν και η ίδια πολύ της τάξης και δεν της άρεσε να της αλλάζουν τη θέση των πραγμάτων της. Παρθένος γαρ!
Η Βίβιαν είδε στο ίντερνετ μερικές ιδέες για φορέματα και σκέφτηκε να σκιτσάρει ένα προσχέδιο για μια τουαλέτα. Βρήκε χαρτί στο δίσκο του εκτυπωτή, αλλά πάνω στο γραφείο δε βρήκε μολύβια. Άνοιξε λοιπόν το μεγάλο συρτάρι στο κέντρο του γραφείου για να βρει ένα. Βρήκε ένα μηχανικό μολύβι με γόμα από πίσω και ανακουφίστηκε που δε θα χρειαζόταν να ψάξει άλλο. Κλείνοντας το συρτάρι ένα γνώριμο έγγραφο της τράβηξε την προσοχή. Είδε καλά; ‘Ηταν η διαθήκη;
Πάλεψε με τη συνείδησή της για λίγο, αλλά υπερίσχυσε η γυναικεία της περιέργεια.
Τράβηξε έξω το έγγραφο και έριξε μια ματιά. ‘Ηταν ένα αντίγραφο της διαθήκης του πατέρα της, αλλά είχε πάνω σημειώσεις σε διάφορα σημεία με κόκκινα γράμματα.
Η Βίβιαν διάβασε μερικές από αυτές τις σημειώσεις.

ακαταλόγιστο, γεροντική άνοια,
ανίκανη να αναλάβει την επιχείρηση, αδιάφορη προς τον πατέρα,
εκτελεστής κοντά στον εκλιπόντα, ικανός στις επιχειρήσεις
προθεσμία υποβολής προσβολής διαθήκης 30/06

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Διαγωνισμός

Επειδή το τέλος δεν το διαπραγματεύομαι, σκέφτηκα κάτι άλλο!
Μέχρι τις 7/7 καλείστε να στείλετε φωτογραφία για το πώς φαντάζεστε τον Τζέιμς. Έχω κάνει μια περιγραφή εγώ, αλλά μπορείτε να μην τη λάβετε υπ' όψιν σας. Σας παρακαλώ, όμως, να είναι μελαχρινός. Ούτε καν καστανός.
Το δώρο θα είναι ένα αξεσουάρ τύπου κοκκαλάκι, στέκα, μαντίλι κλπ.

Καλή επιτυχία.

ΥΓ. Δε θα υπάρχει ψηφοφορία. Θα διαλέξω εγώ!

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

κεφάλαιο 22-παγωτό στην παραλία


Κεφάλαιο 22
Η Βίβιαν ζούσε μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Είχε βγάλει τα παπούτσια της και περπατούσε στην παραλία κρατώντας τον Τζέιμς από το χέρι. Ο Τζέιμς κρατούσε τα παπούτσια της και της είχε αγοράσει ένα παγωτό από έναν πλανόδιο παγωτατζή.  Πόσο πιο ευτυχισμένη θα μπορούσε να είναι; Ακόμα και ο καιρός είχε συνεργαστεί. Αν και είχε λίγη συννεφιά δε φαινόταν να υπάρχει πιθανότητα για βροχή και η θερμοκρασία ήταν τέτοια που με ένα λεπτό ζακετάκι ήσουν μια χαρά.
«Δεν το πιστεύω ότι περπατάμε χέρι χέρι» του εξομολογήθηκε ντροπαλά. «Το ονειρευόμουν όλα αυτά τα χρόνια αν και δεν ήθελα να παραδεχτώ στον εαυτό μου ότι δε σε ξεπέρασα ποτέ» παραδέχτηκε.
«Εγώ δεν μπήκα στον κόπο να πω ψέματα στον εαυτό μου. Κάθε απόφαση που πήρα στη ζωή μου μετά από εκείνη τη μέρα είχε να κάνει με σένα. Προσπάθησα να βγάλω λεφτά για να μη χρειαστεί ποτέ να νιώσω κατώτερός σου σε αυτό τον τομέα. Δεν ήθελα να πει κανείς ότι ήμουν μαζί σου για τα λεφτά σου. Μετά ίδρυσα ένα σωρό φιλανθρωπικούς οργανισμούς για παιδιά με αναπηρίες, γιατί θυμόμουν την ιστορία που μου είχες πει για την παιδική σου φίλη που ήταν σε αναπηρικό καροτσάκι και είχε καημό να κολυμπήσει στη θάλασσα». .Η Βίβιαν τον κοίταξε συγκινημένη. «Έμεινα πιστός στον πατέρα σου επειδή εκτίμησα όλα όσα μου πρόσφερε, αλλά και για να είμαι κοντά σου έστω και έμμεσα. Όταν έγινα εκτελεστής της διαθήκης, ήξερα ότι είναι η ευκαιρία μου να σε προσεγγίσω. Και το έκανα» χαμογέλασε θριαμβευτικά.
«Και τώρα είμαστε μαζί» επανάλαβε η Βίβιαν για να σιγουρευτεί ότι έχει καταλάβει καλά.
«Ναι, είμαστε μαζί» της είπε αυτός αργά και σταθερά, λες και της έκανε μάθημα.
«Ναι, αλλά εγώ δε μοιάζω με τις γυναίκες που βγαίνεις εσύ!» του είπε ναζιάρικα η Βίβιαν.
«Ισχύει» είπε αυτός σοβαρά. «Εσύ είσαι ομορφότερη όλων. Και αυτό δεν το διαπραγματεύομαι.».
«Κι εσύ καλός είσαι» είπε η Βίβιαν με πονηρό ύφος. «Καλός;» διαμαρτυρήθηκε αυτός. «Μόνο καλός; Ο πιο περιζήτητος εργένης  της Αγγλίας σύμφωνα με τα περιοδικά απλά καλός; Άκαρδη!» είπε ξεκαρδισμένος στα γέλια ο Τζέιμς.
«Ε καλά, πολύ ωραίος» του είπε η Βίβιαν γελώντας και αυτή. «Κούκλος!»
«Δεκτό» της είπε και την αγκάλιασε από τη μέση και τη στριφογύρισε στον αέρα.
«Ξέρεις, πολύ δε μιλήσαμε σήμερα;» της είπε ανάμεσα στα φιλιά τους. «Μήπως θες να πάμε μια βόλτα μέχρι το σπίτι να επισφραγίσουμε τη σχέση μας;»
«Ω ναι, Τζέιμς! Νόμιζα ότι δε θα το πεις ποτέ!».

Η Χάριετ είχε φύγει όταν έφτασαν σπίτι. Είχε αφήσει ένα σημείωμα που έλεγε ότι πάει στα παιδιά της και θα γυρίσει το πρωί. Είχε αφήσει φαγητό στο ψυγείο, αλλά η Βίβιαν και ο Τζέιμς δεν μπήκαν στον κόπο να το ανοίξουν.
Μέχρι να φτάσουν στο δωμάτιο του Τζέιμς είχαν ήδη γδυθεί και ξάπλωσαν γυμνοί στο κρεβάτι. Απόλαυσαν ο ένας το κορμί του άλλου και έκαναν έρωτα με ένα πάθος που άφησε τη Βίβιαν ξέπνοη. Ο Τζέιμς αφιέρωνε χρόνο στο να της χαρίζει απλόχερα την ηδονή και η Βίβιαν σιγά σιγά έπαιρνε πρωτοβουλίες. Της έβγαινε πολύ φυσικά να τον ικανοποιεί και ο Τζέιμς έδειχνε να απολαμβάνει τα δειλά της βήματα. Λίγο μετά την κορύφωση, ο Τζέιμς σηκώθηκε για να κάνει ένα ντους και η Βίβιαν έμεινε στο κρεβάτι να τον κοιτάζει.

Όχι απλά πολύ ωραίος, όχι απλά κούκλος, πανέμορφος, εξαίσιος, μαγευτικός, σκέφτηκε.
Θεέ μου, κάνε να κρατήσει αυτό που ζω γιατί αν συμβεί κάτι δεν έχω κρατήσει τίποτα για να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου.


Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

seafood restaurant

κεφάλαιο 21-εξηγήσεις


Επεισόδιο 21
Η Βίβιαν ενθουσιάστηκε με το εστιατόριο. Ήταν δίπλα στη θάλασσα και δεν ήταν πολύ κυριλέ ώστε να νιώθει άβολα. Ο Τζέιμς της άνοιξε την πόρτα, πήρε πολύ φυσικά το χέρι της στο δικό του και την οδήγησε μέσα. Κάθισαν σε ένα τραπέζι με θέα στη θάλασσα και ο Τζέιμς της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. «Χαίρομαι πολύ που είμαστε μαζί» είπε ο Τζέιμς.
Η Βίβιαν χαμογέλασε, αλλά δεν απάντησε. Τι να εννοεί με αυτό το «είμαστε μαζί»;
Η Βίβιαν παρήγγειλε λιγκουίνι με θαλασσινά, ο Τζέιμς ριζότο με γαρίδες και για τη μέση σαλάτα πράσινη και μια πιατέλα μύδια και κυδώνια. Ο Τζέιμς παρήγγειλε ένα λευκό κρασί και ο σερβιτόρος τους άφησε μόνους. «Πεινάω» της είπε ο Τζέιμς χαμογελαστός ενώ της χάιδευε το χέρι πάνω στο τραπέζι. «Τζέιμς, έχω μπερδευτεί. Φέρεσαι λες και είμαστε ζευγάρι χωρίς να έχω συναινέσει» του είπε η Βίβιαν ειλικρινά μπερδεμένη.  
«Δε συνηθίζω να κοιμάμαι με γυναίκες και μετά να τις παρατάω, Βίβιαν. ‘Εχω καλό σκοπό» της είπε χαμογελώντας της πλατιά. Η Βίβιαν έμεινε να τον κοιτάει με απορία. Γύρω της όλες οι γυναίκες του μαγαζιού, διακριτικά και μη, κοιτούσαν ξελιγωμένα τον Τζέιμς. Ήταν πολύ όμορφος με το μαύρο πόλο του και το στενό τζιν. Αλλά αυτός κοιτούσε μόνο εκείνη.  Κοιμόταν και έβλεπε όνειρο ή ήταν αληθινό όλο αυτό;
«Δεν καταλαβαίνω πού το πας. Πριν από λίγες ώρες ήσουν με την αρραβωνιαστικιά σου και τώρα μου φέρεσαι σαν να είμαστε μαζί. Θες να είσαι λίγο πιο συγκεκριμένος;» ρώτησε η Βίβιαν.
«Ο,τι θέλει το κορίτσι μου» είπε αυτός πίνοντας λίγο από το κρασί του. «Σταμάτα να με αποκαλείς έτσι» διαμαρτυρήθηκε η Βίβιαν.
«Ξέρεις, αν ήμασταν στο δημοτικό θα σου τα ζητούσα. Τώρα που είμαστε πιο μεγάλοι τι πρέπει να κάνω; Θες να πάμε ένα ταξίδι; Θες να μείνουμε μαζί; Πες μου τι θες και το κάνω!».
«Πες μου τι τρέχει με την Τατιάνα» είπε σοβαρά η Βίβιαν.
Ο Τζέιμς ήπιε μια γερή γουλιά από το κρασί του και σοβαρεύτηκε. «Ήθελα να το αποφύγω, αλλά δεν είναι τίμιο απέναντί σου. Λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι με την Τατιάνα γνωριστήκαμε  πριν από δύο χρόνια στα εγκαίνια του ιδρύματος που έχω για την προστασία των παιδιών με αναπηρίες. Η Τατιάνα συνόδευε τον πατέρα της, που ήξερε ένα δικό μου φίλο και κάπως έτσι συστηθήκαμε. Στην αρχή γίναμε ζευγάρι, αλλά σε δύο περίπου μήνες χωρίσαμε. Η Τατιάνα κι εγώ είμαστε απόλυτα αφοσιωμένοι στην καριέρα μας και δεν μπορούσαμε να βρούμε αρκετό χρόνο για τη σχέση μας. Ωστόσο, στους δύο αυτούς μήνες τα ΜΜΕ έπαθαν εμμονή με τη σχέση μας. Μας  κόλλησαν την ταμπέλα «το απόλυτο ζευγάρι» και μας ακολουθούσαν παντού. Στήθηκε ένα ολόκληρο οικοδόμημα γύρω από τη σχέση μας και μετά ήταν δύσκολο να ξεφύγουμε. Εντωμεταξύ πολλοί επαγγελματικοί μου συνεργάτες είναι ήδη παντρεμένοι και με καλούσαν παντού με την Τατιάνα.  Έκλεισα πολλές συμφωνίες με ανθρώπους που με είχαν καλέσει σπίτι τους να μιλήσουμε παρέα με τις «γυναίκες» μας. Η Τατιάνα εντωμεταξύ είχε άλλα προνόμια από τη σχέση μας. Μέχρι να τα φτιάξουμε ο πατέρας της τη θεωρούσε ανώριμη επειδή έκανε σχέσεις με άντρες που δεν της άξιζαν σύμφωνα με αυτόν. ‘Όταν τα φτιάξαμε, ανακουφίστηκε, και άρχισε να της εμπιστεύεται μεγάλες υποθέσεις. Η Τατιάνα κι εγώ είχαμε πολλά κέρδη από τη σχέση μας και γι’ αυτό τη «συντηρήσαμε» εικονικά. Η Τατιάνα κι εγώ είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε σχέση αρκεί να μη γίνει γνωστό. Το Σαββατοκύριακο την κάλεσα στην Κορνουάλη να της ανακοινώσω ότι χωρίζουμε. Δεν της είπα ότι είσαι η αιτία γιατί φοβήθηκα μήπως από γυναικεία ζήλια κάνει καμιά βλακεία. Γι’ αυτό ήμουν ψυχρός απέναντί σου και δεν την άφησα να καταλάβει κάτι για εμάς. Και φυσικά, για να προλάβω την επόμενη ερώτηση, φυσικά και κοιμήθηκα στον καναπέ και αυτή στο κρεβάτι μου».
Η Βίβιαν πρέπει να είχε μισανοίξει το στόμα της, γιατί ο Τζέιμς γέλασε με το ύφος της. «Φάε λίγο» της παρότρυνε.  
«Τζέιμς, δεν ξέρω τι να πω. Δηλαδή δεν είστε μαζί;» ρώτησε.
«Φυσικά και δεν είμαστε μαζί. Πώς είναι δυνατόν να κάνω έρωτα μαζί σου και να είμαι με άλλη γυναίκα;»
«Δεν ξέρω τι να πω. Με έχεις αποστομώσει» του είπε η Βίβιαν.
«Για λέγε, έλεγα να βγάλω εισιτήρια για εξωτερικό. Κάπου να πάμε οι δυο μας να χαλαρώσουμε. Προτιμάς Παρίσι, Πόρτο, Βιέννη, Ρώμη;».
«Τζέιμς, μήπως βιάζεσαι λιγάκι;».
«Περίμενα εφτά χρόνια για να μπορώ να περπατήσω μαζί σου χέρι χέρι. Συγγνώμη αν βιάζομαι λίγο τώρα» της είπε πικρά.
«Συγγνώμη, δεν ήθελα να σου μιλήσω απότομα. Απλώς είναι πολλές πληροφορίες για να μπορέσω να τις χωνέψω τόσο γρήγορα.»
Ο Τζέιμς συννέφιασε. Η Βίβιαν δεν ήθελε να τον βλέπει τόσο θλιμμένο.
«Σου είπα τα πάντα. Τι άλλο μένει να σου πω;» ρώτησε αυτός χαμογελώντας γοητευτικά σαν το διάβολο.

Ότι με αγαπάς, βλάκα, σκέφτηκε η Βίβιαν.



Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Κεφάλαιο 20-Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου


Κεφάλαιο 20

«Να σε χαιρετήσω πριν φύγω την πρόλαβε η Τατιάνα. «Θα πάμε με τον Τζέιμς μια βόλτα στο συμβολαιογράφο, μετά θα πάμε στο κάστρο και τέλος στο αεροδρόμιο. Δε θα σε ξαναδώ».

«Χάρηκα που σε γνώρισα» είπε χαμογελαστή η Βίβιαν. «Παρομοίως» τη διαβεβαίωσε η Τατιάνα. Η Βίβιαν χαιρέτησε ευγενικά τον Τζέιμς και αποσύρθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού.  Απέφυγε την Χάριετ για να σκεφτεί λίγο αυτό που είχε ακούσει. Τι δουλειά είχε η Τατιάνα να πάει με τον Τζέιμς στο συμβολαιογράφο; Μήπως είχε βρει κάποιον τρόπο να τους σώσει από αυτή την κατάσταση; Κάποιο παραθυράκι που θα τους επέτρεπε να βάλουν ένα τέλος σε αυτή τη «συνεργασία»; Αν ίσχυε όμως αυτό γιατί να μην της πει και αυτής τα νέα; Κάτι δε μου πάει καλά, σκέφτηκε η Βίβιαν και κλείστηκε στο δωμάτιό της να δουλέψει μερικά φορέματα.

Μετά από περίπου τέσσερις ώρες κατέβηκε στην κουζίνα να πάρει ένα φρούτο. «Χάριετ, έχουμε μπανάνες;» ρώτησε. «Όχι, κορίτσι μου. Πρέπει να πάμε σούπερ μάρκετ αύριο. Λείπω μέρες. Αναρωτιέμαι τι τρώγατε τόσο καιρό» είπε γελώντας. Η Βίβιαν αρκέστηκε σε ένα μήλο και πήγε έξω να χαζέψει τον ήλιο. Τι ευτυχία να δύει ο ήλιος τόσο αργά. Τα βράδια είναι μαρτύριο, σκέφτηκε η Βίβιαν. Αντί να κοιμάμαι με τον Τζέιμς αγκαλιά κάθομαι και περιμένω να με στριμώξει σε καμιά γωνιά για να ζήσω μερικές στιγμές πάθους. Πόσο χαμηλά έχω πέσει. Ελπίζω όταν έρθει να  μιλήσουμε, γιατί δεν έχω σκοπό να συνεχίσω να είμαι μετρέσα του για πολύ.

Πήγε μέχρι την πόλη με το αμάξι της για να βρει ένα μίνι μάρκετ ανοιχτό να πάρει μερικές προμήθειες μέχρι αύριο που θα άνοιγαν τα σούπερ μάρκετ. Πήρε φρούτα, ψωμί και γάλα και γύρισε αμέσως. Ο Τζέιμς την περίμενε στην αυλή. «Πάω να αλλάξω και θα βγούμε να μιλήσουμε» της είπε χαμογελαστός. «Δε βαρέθηκες τη γυναικεία παρέα, Τζέιμς» ρώτησε ειρωνικά η Βίβιαν. «Τη δική σου παρέα δεν τη βαριέμαι ποτέ, μωρό μου» είπε αυτός ενώ ανέβαινε τις σκάλες.

Τι να κάνω; Σκέφτηκε η Βίβιαν. Θέλω να ξεκαθαρίσει η κατάσταση, αλλά δε θέλω να κάνω ό,τι μου λέει. Και προς το παρόν μόνο αυτό κάνω.
«Πού θα πάμε;» ρώτησε έξω από την πόρτα του. Ο Τζέιμς άνοιξε απότομα την πόρτα και την τράβηξε απότομα μέσα. Την κόλλησε στον τοίχο και τη φίλησε άγρια. «Γιατί δεν μπαίνεις μέσα;» ρώτησε ενώ γδυνόταν. «Τζέιμς, τι κάνεις;» η Βίβαιν έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. «Καλά, καλά, μην κάνεις έτσι, μια μπλούζα θα αλλάξω. Γιατί ντρέπεσαι τόσο; Αν δεν κάνω λάθος έχεις ψηλαφίσει κάθε πόντο οτυ κορμιού μου».
Η Βίβιαν κοκκίνισε και ο Τζέιμς τη φίλησε στη μύτη. «Πού θέλει να φάμε το κορίτσι μου;» ρώτησε αυτός με αμείωτο ενθουσιασμό.

«Όπου να ‘ναι» είπε η Βίβιαν. «Αρκεί να μιλήσουμε επιτέλους για όλο αυτό» συνέχισε αγανακτισμένη.
«Δεν είναι λίγο πιο ωραία να μιλάς με φόντο τη θάλασσα; Εχεις όρεξη να πάμε να φάμε στην παραλία;» ρώτησε ο Τζέιμς.

«Εντάξει, πάμε στην παραλία. Πάω να βάλω ένα φόρεμα και έρχομαι».

«Βιάσου» της είπε και της έκλεισε το μάτι. «Ανυπομονώ!».
Η Βίβιαν έβαλε ένα μπλε φόρεμα και εκρού μπαλαρίνες για να περπατήσει άνετα σε περίπτωση που ο υπερενθουσιώδης Τζέιμς ήθελε να περπατήσουν στην παραλία.

Σήκωσε τα μαλλιά της ψηλά, έβαλε λίγο ρουζ και λιπ γκλος και κατέβηκε να τον συναντήσει στο σαλόνι.

«Να σε συγκρίνω με μια μέρα θερινή; Πιο αίθρια έχεις τη μορφή, πιο αγαπημένη*» της είπε αυτός πιάνοντάς την από το χέρι και οδηγώντας την προς το αμάξι του.


*Shall I compare thee to a summer's day?
Thou art more lovely and more temperate.

Sonnet XVIII, William Shakespeare

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Tatiana's look

Κεφάλαιο 19-Πρωινό στον κήπο


Κεφάλαιο 19

Αυτός να δεις θα διαβάζει άρλεκιν, σκέφτηκε η Βίβιαν. Πού βρίσκει τέτοιες ατάκες; Και πώς είναι δυνατόν να με πείθει;
Ανέβηκε στο δωμάτιό της, αλλά δεν έκανε μπάνιο, για να μυρίζει το άρωμά του πάνω της. Η Βίβιαν κοιμήθηκε με την ελπίδα ότι οι ώρες μέχρι να φύγει η Τατιάνα θα περνούσαν γρήγορα αύριο.
Κυριακή κατά τις 9 το πρωί η Βίβιαν κατέβηκε φορώντας ένα εκρού σορτς και ένα μπλε στράπλες στην κουζίνα. Εκεί βρήκε τη Χάριετ να ετοιμάζει κρέπες. «Η επιστροφή της άσωτης» γέλασε η οικονόμος. «Χάριετ, επιτέλους!» φώναξε η Βίβιαν ενώ την αγκάλιαζε σφικτά. «Ηρθα να μαγειρέψω και να συμμαζέψω λιγάκι. Εχεις καμιά προτίμηση;». Η Βίβιαν πρότεινε κρέας με πατάτες στο φούρνο και επέμεινε να βοηθήσει στις δουλειές για να μη σκέφτεται.
Κατά τις 10.30 κατέβηκε ο Τζέιμς και αμέσως μετά η μαρκησία Τατιάνα. Η Βίβιαν σκέφτηκε ότι δεν μπορεί να ήταν τυχαίο που ξύπνησαν και κατέβηκαν μαζί. Θεέ μου, πώς μπορεί να παίζει με δύο γυναίκες; Αλλά κι εγώ ποια είμαι που τον κρίνω; Εγώ πήγα δύο φορές με τον άντρα μιας άλλης.
«Χάριετ, να σου συστήσω τη Τατιάνα. Τατιάνα, η Χάριετ». Οι δύο γυναίκες χαιρετήθηκαν με μια ψυχρή χειραψία. «Για πρωινό θέλω γάλα με δημητριακά. Ευχαριστώ» είπε η Τατιάνα και βγήκε από την κουζίνα. Η Χάριετ κοίταξε με νόημα τη Βίβιαν και χαμογέλασε. Ο Τζέιμς ακολούθησε την Τατιάνα με απολογητικό ύφος προς τις δύο γυναίκες. «Θα της βάλω ζάχαρη μέσα να πεθάνει από τον υδατάνθρακα» γέλασε η Χάριετ.
Η Βίβιαν πήρε το δίσκο με το πρωινό και τον πήγε στην Τατιάνα για να μην κουράσει τη Χάριετ. «Κάτσε μαζί μας, Βίβιαν. Δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω και σε μερικές ώρες πετάω» της είπε η Τατιάνα η οποία ομολογουμένως έλαμπε μέσα στο γκρι ψηλόμεσο παντελόνι και το γαλάζιο πουκάμισο από μέσα. Φορούσε μαύρα γυαλιά καθώς καθόταν στον κήπο, και έτσι η Βίβιαν δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το βλέμμα της.
«Πώς σου φαίνεται η Κορνουάλη, Τατιάνα;» τη ρώτησε. «Δεν είδα πολλά. Σήμερα μετά το πρωινό θα με κάνει μια βόλτα ο Τζέιμς και μετά θα με πάει κατευθείαν στο αεροδρόμιο».
«Να μην ξεχάσετε να πάτε στο κάστρο Κλιφ. Είναι το αγαπημένο μου αξιοθέατο» είπε με νόημα η Βίβιαν, καθώς εκεί είχε πάει μια εκδρομή με τον Τζέιμς όταν ήταν μικρή. Ο Τζέιμς χαμογέλασε πονηρά. Το είχε θυμηθεί.
«Εσείς οι δύο φαίνεστε να μιλάτε με τα μάτια» παρατήρησε η Τατιάνα. «Θα πρέπει να είστε δεμένοι» είπε με ένα αδιόρατο ερωτηματικό να πλανάται στον αέρα. «Γνωριζόμαστε χρόνια, Τατιάνα» είπε σοβαρά ο Τζέιμς. «Τη νιώθω σαν αδερφή μου. Άλλωστε έχω αναλάβει εν μέρει την κηδεμονία της» συνέχισε.
Η Βίβιαν ένιωσε πώς είναι η αίσθηση του να σε μαχαιρώνουν στην καρδιά. Αδερφή του;
«Ναι, Τατιάνα, μην ανησυχείς» είπε γελώντας η Βίβιαν. «Ο Τζέιμς κι εγώ αν ναυαγούσαμε σε ένα έρημο νησί, το ανθρώπινο είδος θα τέλειωνε εκεί».
«Χαίρομαι που το ακούω. Δεν πίστευα βέβαια ποτέ ότι θα μπορούσατε εσείς οι δύο να γίνετε ζευγάρι, αλλά ανακουφίζομαι που το ακούω. Δε νιώθω άνετα να κυκλοφορεί ο Τζέιμς σε ένα σπίτι με μια νεαρή γυναίκα μέσα» είπε η Τατιάνα αργά.
«Δε θα μείνουμε καιρό μαζί» πέταξε τη βόμβα η Βίβιαν. «Εγώ ήρθα να ηρεμήσω στην Κορνουάλη, αλλά μόνο αυτό δεν έγινε. Σκοπεύω να επιστρέψω την Τετάρτη στο Λονδίνο για επαγγελματικές επαφές με οίκους μόδας. Πιο πιθανό το βρίσκω να ηρεμήσω στο σταθμό Βικτόρια παρά εδώ μέσα» είπε χαμογελώντας σαν να ήξερε ότι μόλις είχε σκοράρει γκολ.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

Κεφάλαιο 18-sex on the counter


Κεφάλαιο 18

Θεέ μου, τι βλακείες κάνω, σκέφτηκε η Βίβιαν βγαίνοντας από το αμάξι και βάζοντας τις υπέροχες αλλά πολύ στενές γόβες. Άφησε τα απογευματινά ρούχα της στο αμάξι, πήρε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.  Σιγά μην κάθεται να με περιμένει, και αν περιμένει, σιγά μην κάτσει να ασχοληθεί με μένα. Πήρε αυτό που ήθελε και τώρα απολαμβάνει την παρέα της Τατιάνα.
Παρόλη την ψυχολογική προετοιμασία που έκανε πριν μπει στο σπίτι η καρδιά της βούλιαξε που είδε άδειο το σαλόνι και τον Τζέιμς άφαντο. Πήγε στην κουζίνα, να φτιάξει ένα τοστ για να φάει όταν άκουσε βήματα στις σκάλες. Είχε γυρίσει πλάτη προς την πόρτα και έκοβε στον πάγκο ψωμί όταν μπήκε μέσα ο Τζέιμς. «Πού χάθηκες;» ρώτησε σοβαρά αυτός. «Ξέρεις, Τζέιμς, πρέπει να το κόψεις αυτό κάποια στιγμή. Σου έστειλα μήνυμα. Τι θες πάλι;» απάντησε η Βίβιαν όσο πιο σταθερά μπορούσε. «Ρωτάω γιατί έφυγε με τζιν και γύρισες ντυμένη με μίνι και γόβες. Εχασα κάτι;».
«Πήγα για ψώνια με την Τζένα. Και μετά βγήκαμε» είπε η Βίβιαν ενώ σκεφτόταν αν έπρεπε να συνεχίσει το ψέμα. «Για την Τζένα ντύθηκες έτσι;» ρώτησε ο Τζέιμς. Η Βίβιαν γύρισε προς το μέρος του. «Βγήκα για δείπνο με τον Πίτερ» είπε και του ξαναγύρισε πλάτη. «Και γύρισες τέτοια ώρα; Μάλλον δεν περιοριστήκατε στο φαγητό».
«Τζέιμς, δε σου επιτρέπω. Δεν είμαστε όλοι σαν εσένα, που αλλάζεις γυναίκες σαν τα πουκάμισα» είπε ειρωνικά η Βίβιαν νιώθοντας τον Τζέιμς να πλησιάζει προς το μέρος της.
Καταραμένα ρούχα, σκέφτηκε η Βίβιαν, νιώθω τόσο εκτεθειμένη.
Ο Τζέιμς ακούμπησε πάνω της και έβαλε τα χέρια του αριστερά και δεξιά της εγκλωβίζοντάς την ανάμεσα στο σφικτό σώμα του και στον πάγκο. Μετά έσκυψε στο αυτί της και της ψιθύρισε «Ζηλεύεις»;.
Μαγεμένη από τη βραχνάδα της φωνής του η Βίβιαν άργησε λίγο να απαντήσει. «Τι να ζηλέψω; Δε μου έδωσες υποσχέσεις άλλωστε. Είσαι πολύ προπονημένος στο θέμα».
«Πες μου τώρα κάτι. Αυτό το φόρεμα το έβαλες για να το δει ο φλώρος;» ρώτησε αυτός.
«Ε όχι και φλώρος ο Πίτερ» είπε η Βίβιαν προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί. Ο Τζέιμς κόλλησε πιο πολύ πάνω της. «Μην αντιστέκεσαι, δεν πρόκειται να γλυτώσεις» της είπε χαμογελώντας. «Θα σε αφήσω μόνο όταν πάρω αυτό που θέλω.».
«Και τι θες;» ρώτησε η Βίβιαν. «Εσένα» απάντησε αμέσως ο Τζέιμς. «Νόμιζα ότι το είχες καταλάβει» είπε αυτός πονηρά σφίγγοντάς το σώμα του πάνω της. «Δεν ξέρεις τι λες. Δεν έχω σκοπό να σου δίνομαι κάθε φορά που έχεις διέγερση, Τζέιμς. Πήρες αυτό που ήθελες, πήγαινε πάνω στην Τατιάνα τώρα».
«Κοιμάται» είπε αυτός και άρχισε να της φιλάει το λαιμό. «Άλλωστε δε θέλω να πάω πάνω. Θέλω να μείνω εδώ. Μαζί σου».
Όταν ο Τζέιμς πέρασε το αριστερό του χέρι πάνω από τον ώμο της και άρχισε να χαϊδεύει το στήθος της η Βίβιαν δεν μπήκε στο κόπο να αντιδράσει.  Ο Τζέιμς τη χάιδευε πάνω από το φόρεμα ενώ τη φιλούσε πίσω από το αυτί.  Η Βίβιαν έκανε πίσω το κεφάλι της και ακούμπησε στο στέρνο του. Τότε, ο Τζέιμς με το δεξί του χέρι σήκωσε το φόρεμά της ως τη μέση και άρχισε να χαϊδεύει το δέρμα της. Η Βίβιαν έκανε να αντιδράσει. «Ηρέμησε» είπε ο Τζέιμς ενώ παραμέριζε το εσώρουχό της και άρχιζε πάλι το μαρτυρικό του παιχνίδι. Η Βίβιαν βόγκηξε και ο Τζέιμς τη γύρισε να το ν κοιτάξει. Τη φίλησε και με μια επιδέξια κίνηση τη σήκωσε και την ακούμπησε πάνω στον πάγκο.
Χωρίς πολλά πολλά ο Τζέιμς έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε μέσα της. Η Βίβιαν τον αγκάλιασε σφικτά και άρχισε να κινείται με το ρυθμό του. Ο Τζέιμς τη φίλησε άγρια και της ψιθύρισε στο αυτί «δεν μπορώ να κρατηθώ μακριά σου. Μου έχεις κάνει μάγια».
Η Βίβιαν δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ανταπέδιδε τα φιλιά του αχόρταγα και απολάμβανε την αίσθηση του κορμιού του πάνω της. Μερικά λεπτά μετά έχωσε το πρόσωπό της στο στέρνο του για να μην ακουστούν οι κραυγές της. Ο Τζέιμς της τράβηξε τα μαλλιά πίσω και τη φίλησε αργά, μετά τον ταυτόχρονο οργασμό τους.
«Αύριο το απόγευμα φεύγει η Τατιάνα. Το βράδυ θέλω να φάμε μαζί και να μιλήσουμε. Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό» είπε αυτός ενώ ντυνόταν.
Ποιο δεν μπορεί  να συνεχιστεί αναρωτήθηκε η Βίβιαν. Το να κάνουμε έρωτα ή το να κάνουμε έρωτα ενώ η αρραβωνιαστικιά του είναι στον πάνω όροφο;
Όπως και να ‘χει, σκέφτηκε η Βίβιαν ενώ ντυνόταν, είμαστε έρμαια των ορμών μας.
«Τζέιμς» του είπε ενώ έβγαινε από την κουζίνα «δεν θέλω να είμαι η άλλη γυναίκα».
«Ο Τζέιμς την άρπαξε από το χέρι, την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και της είπε σταθερά. «Η Τατιάνα είναι η άλλη γυναίκα, Βίβιαν.  Με όποια γυναίκα κι αν έχω σχέση, σε σένα κάνω έρωτα κάθε βράδυ».

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

με λίγο κόκκινο για να ταιριάζει με το φόρεμα

κεφάλαιο 17-υπάρχει σε 38άρι;


Κεφάλαιο 17
Μετά από τρεις ταινίες, πολλά χαρτομάντιλα και δύο κιλά παγωτό η Βίβιαν ανακοίνωσε ότι είναι η ώρα να φύγει. Η Τζένα της πρότεινε να μείνει κι άλλο. «Είναι ήδη μία, Τζένα» γέλασε η Βίβιαν. «Έστειλα μήνυμα στον Τζέιμς ότι θα αργήσω και να μην ανησυχεί, αλλά δεν είναι ανάγκη να γυρίσω και αύριο το πρωί!». «Ωραία, αν θες να φύγεις, φύγε, αλλά πρώτα θα κάνουμε κάτι!» είπε ενθουσιασμένη η Τζένα. «Πρέπει; Είμαι κουρασμένη» γκρίνιαξε η Βίβιαν. «Πρέπει. Άκου με και θα δεις» είπε με σιγουριά η Τζένα. «Πριν φύγεις θα βάλεις το φόρεμα που αγόρασες σήμερα. Θα γυρίσεις με αυτό σπίτι. Αν είσαι ξύπνιος ο Τζέιμς θα του βγουν τα μάτια. Θα δει τι χάνει».
«Μα τι λες, Τζένα; Φοράω αθλητικά από κάτω! Και άλλωστε τι θα του πω; Ότι έφυγα το μεσημέρι και αγόρασα το φόρεμα και το φορούσα μαζί σου ενώ βλέπαμε ταινίες;»
«Όχι, χαζή! Θα του πεις ότι έφυγες το μεσημέρι, πήγαμε για ψώνια και μετά βγήκες για δείπνο με τον Πίτερ! Έτσι, για να μάθει! Να μη νομίζει ότι εσύ μαραζώνεις που αυός είναι με την Τατιάνα!».
«Μα αυτή είναι η αλήθεια, Τζένα!» είπε η Βίβιαν.
«Ναι, αλλά δεν είναι ανάγκη να τη μάθει. Έλα τώρα να διαλέξουμε παπούτσια. Εγώ φοράω 39. Εσύ;»
«38» απάντησε η Βίβιαν προβληματισμένη.
«Δεν πειράζει, θα τα φορέσεις μόνο για να μπεις στο σπίτι , για όσο σε δει. Θα κάνεις υπομονή. Λοιπόν, διάλεξε: μαύρα δεκάποντα ή εφτάποντα;».
Η Βίβιαν φόρεσε το φόρεμα και πήρε τα παπούτσια μαζί της. Δεν πίστευε ότι ο Τζέιμς θα είχε μια γυναίκα σαν τη Τατιάνα στο κρεβάτι του και θα καθόταν να την περιμένει να γυρίσει. Δεν ήθελε να χαλάσει όμως το χατίρι της Τζένα και έκανε όπως τη συμβούλευσε.
Σε πέντε λεπτά ήταν στο αμάξι της, με το στενό κόκκινο φόρεμα και τα αθλητικά παπούτσια στα πόδια!
Κάνε, Θεέ μου, να είναι ξύπνιος. Όχι για τον κάνει να ζηλέψει, αλλά για να τον δω λιγάκι, σκέφτηκε η Βίβιαν ενώ έβαζε ταχύτητα.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Red dress





http://www.youtube.com/watch?v=6LPqkAyICO8

Κεφάλαιο 16-Ψώνια μόνο για κορίτσια!


Κεφάλαιο 16

Η Βίβιαν οδήγησε ως το κέντρο της πόλης. Η ώρα ήταν κοντά δύο. Τα μαγαζιά έκλειναν στις τέσσερις σήμερα και βρήκε ευκαιρία να κάνει μερικά ψώνια για να ηρεμήσει. Εβαλε όριο 100 λιρών στις αγορές της για να μην το παρακάνει και έστειλε ένα μήνυμα στην Τζένα αν έχει χρόνο να βρεθούν καθόλου σήμερα.
Η Τζένα απάντησε ότι έχει μερικές δουλειές στην πόλη και ότι μπορεί να τη συναντήσει έξω από τον καθεδρικό στο Τρούρο.

Οι δύο γυναίκες μετά από μισή ώρα περπατούσαν στα μαγαζιά αγκαζέ, κρατώντας από ένα παγωμένο τσάι. Η Βίβιαν γελούσε, γιατί η Τζένα έκανε την Τατιάνα. «Χαίρω πολύ, με λένε Τατιάνα Φον Στάμπεν και είμαι πάμπλουτη, πανέμορφη και πανέξυπνη. Δεν ιδρώνω, δεν έχω σπυράκια και τα μαλλιά μου δεν πιάνουν ψαλίδα» έλεγε περπατώντας κουνώντας τους γοφούς της. «Τζένα, δεν την έχεις δεις καν! Πώς έβγαλες τόσα συμπεράσματα;» ρώτησε η Βίβιαν προσπαθώντας να πάρει ανάσα από τα γέλια. «Ξέρω το στιλ αυτών των γυναικών και αυτό μου φτάνει» είπε η Τζένα μισοαστεία και μισοσοβαρά. «Φταις κι εσύ όμως, κορίτσι μου. Έπρεπε να την αφήσεις να ψωμολυσσάξει το μεσημέρι» συνέχισε. «Και να χάσει κι άλλες θερμίδες;» είπε γελώντας η Βίβιαν.

Η Τζάνετ αγόρασε χαρτόνια και μαρκαδόρους για τους μαθητές της στο νηπιαγωγείο της πόλης και η Βίβιαν αγόρασε ένα υπέροχο κόκκινο φόρεμα που βρήκε σε προσφορά. Η Τζένα τη διαβεβαίωσε ότι της πήγαινε πολύ και αν δεν το αγόραζε αμέσως θα της το έκανε δώρο. «Θα το αγοράσω» είπε η Βίβιαν «για να μη σε βάζω σε έξοδα!».

Η Βίβιαν περπατώντας με την Τζένα σκέφτηκε ότι παρόλο που ήταν πολύ θλιμμένη με όσα συνέβαιναν στο σπίτι της η φίλη της την έκανε να ξεχνιέται. Στο Λονδίνο δεν έβγαινε με φίλες συχνά, δεν είχε χρόνο και χρήμα. Προτιμούσε να βγαίνει μία φορά τη βδομάδα με φίλους και να κρατάει τα λεφτά της για μια δύσκολη στιγμή. Τώρα είχε ελεύθερο χρόνο για να βγει και να απολαύσει μια βόλτα στα μαγαζιά και να αγοράσει κάτι για να της φτιάξει το κέφι όταν έβλεπε τον άντρα της ζωής της με την αρραβωνιαστικιά του.

Τον άντρα της ζωής της; Τι είπε μόλις;
Δεν ωφελεί να το αρνείσαι, είπε στον εαυτό της. Είσαι ερωτευμένη μαζί του από τη στιγμή που τον είδες μέχρι και αυτή τη στιγμή. Δε γνώρισες ποτέ άντρα που να του μοιάζει έστω και ελάχιστα και γι’ αυτό δεν έκανες ποτέ καμία ουσιαστική σχέση μέχρι τα 24 σου.

Η Βίβιαν ένιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Δεν έφτανε που έπρεπε να ανεχτεί το ότι ο Τζέιμς είχε αρραβωνιαστικιά, είχε μόλις συνεδητοποιήσει ότι τον αγαπούσε ακόμα. Η Τζένα της πρότεινε να πάει σπίτι της και να κάτσουν να δουν καμιά ταινία μαζί. Η Βίβιαν δέχτηκε με χαρά.

Το σπίτι της Τζένα ήταν μικρό, αλλά γεμάτο χαρακτήρα. Έμενε μόνη της, δύο στενά δίπλα από την αδερφή της. Το σπίτι της είχε ένα μικρό κήπο γεμάτο λουλούδια. Στο εσωτερικό υπήρχε ένα μεγάλο σαλόνι, μια μικρή κουζίνα και μπάνιο και δύο υπνοδωμάτια. Η Βίβιαν ένιωσε αμέσως άνετα.
«Προτείνω μαραθώνιο ρομαντικών ταινιών» είπε γελώντας η Τζένα ετοιμάζοντας ένα δίσκο με κέικ, βουτήματα και τσάι. «Ξεκινάμε με το Notebook, συνεχίζουμε με Pretty Woman και βλέπουμε. Τι λες; Δε δουλεύω αύριο οπότε είμαι άνετη»

«Ωραία» συμφώνησε η Βίβιαν. «Όσο περισσότερο μείνω μακριά από το σπίτι τόσο το καλύτερο».

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

travelling with style

Click to enlarge

Κεφάλαιο 15-Αλλεργία στην Τατιάνα


Κεφάλαιο 15

Αν δεν πονούσε όλο της το κορμί από τη χθεσινή ερωτική βραδιά με τον τζέιμς η Βίβιαν θα οκριζόταν ότι δεν είχε γίνει τίποτα. Γιατί ο Τζέιμς έλειπε από το κρεβάτι. Είχαν κοιμηθεί ξημερώματα, αφού είχαν κάνει ξανά και ξανά έρωτα. Η Βίβιαν κάπου μεταξύ δεύτερης και τρίτης φοράς άφησε πίσω τις αναστολές της και απόλαυσε το σεξ χωρίς να φαίνεται στον τζέιμς. Ο Τζέιμς αποδείχτηκκε ικανός εραστής, φλογερός και γλυκός ταυτότχρονα. Τη μύησε στην τέχνη του έρωτα μμε ένα τρόπο μοναδικό.
Η Βίβιαν κοκκίνισε καθώς σκέφτηκε τα χθεσινοβραδινά γεγονότα. Δεν είναι να απορείς που είχε ξυπνήσει στις 12. Ο τζέιμς της είχε αφήσει ένα σημείωμα στο μαξιλάρι. Εγραφε

Πάω να παραλάβω την Τατιάνα από το αεροδρόμιο. Αν θες το μεσημέρι μπορούμε να φάμε και οι τρεις μαζί. Λυπάμαι που δεν θα είμαι εκεί όταν ξυπνάς.
Τζέιμς

Ωχ, η Τατιάνα! αναφώνησε η Βίβιαν. Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω, σκέφτηκε. Σε μισή ώρα θα είναι εδώ η αρραβωνιαστικιά του άντρα με τον οποίο έκανα έρωτα χθες το βράδυ κι εγώ κάθομαι και αναπολώ τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Θεέ μου, πόσο ξετσίπωτη είμαι!
Η Βίβιαν έκανε ένα ντους και έβαλε ένα κίτρινο κολλητό φανελάκι και ένα στενό τζιν. Χτένισε πολλές φορές τα μαλλιά της για να λάμψουν και τα έδεσε σε μια σφικτή κοτσίδα ψαροκόκαλο στο πλάι του κεφαλιού. Έβαλε μια ιδέα λιπ γκλος και λίγη μάσκαρα και κατέβηκε στην κουζίνα να κάνει λίγο παγωμένο τσάι.

Η Βίβιαν αναρωτιόταν αν έπρεπε να πάει στο σπίτι της φίλης της το Σαββατοκύριακο ή έστω σε ένα πανδοχείο ώστε να αποφύγει τις πολλές επαφές με την Τατιάνα. Άσε τον Τζέιμς. Πώς θα της φερόταν τώρα; Τι θα είχε αλλάξει;
Ξαφνικά άκουσε τον Οθέλο να γαβγίζει στον κήπο. Συμπέρανε ότι θα είχαν έρθει. Μάζεψε όσο θάρρος είχε και πήγε να ανοίξει την πόρτα. Η Τατιάνα βγήκε από το αμάξι του Τζέιμς με ένα μικρό δερμάτινο  σακ βουγιάζ Louis Vuitton. Ο Τζέιμς τής το πήρε από το χέρι και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι. «Δε μου είπες ότι θα έχεις και σκυλάκι, Τζέιμς. Ξέρεις πόσο τα σιχαίνομαι!» είπε η Τατιάνα.  «Είναι της Βίβιαν» απάντησε αυτός ενώ πλησίαζαν στην πόρτα. Η Τατιάνα πλησίασε τη Βίβιαν και τη χαιρέτησε με ένα νεύμα του κεφαλιού και ένα ψεύτικο χαμόγελο. «Χάρηκα, Τατιάνα Φιτζγουίλιαμς» είπε με ύφος δέκα καρδιναλίων. «Βίβιαν» είπε η Βίβιαν λίγο πιο ανάλαφρα. Ακολούθησε ο Τζέιμς, ο οποίος της είπε καλημέρα ανέκφραστος. Η Βίβιαν προσπάθησε να διαβάσει κάτι στο βλέμμα του, αλλά χωρίς επιτυχία.
Η Τατιάνα επιθεώρησε το σπίτι και το βρήκε «χαριτωμένο». Ρώτησε τον Τζέιμς πού είναι το δωμάτιό τους και ανέβηκε για να τακτοποιήσει τα πράγματά της.
Η Βίβιαν και ο Τζέιμς βρέθηκαν μόνοι. «Τζέιμς, εγώ…» ξεκίνησε να πει η Βίβιαν αλλά ο Τζέιμς τη διέκοψε. «Άσε να περάσει το Σαββατοκύριακο να μιλήσω με την Τατιάνα και βλέπουμε» της είπε αινιγματικά και μπήκε στην κουζίνα. «Τατιάνα, έχω φτιάξει τσάι αν θες» φώναξε η Βίβιαν. Η Τατιάνα φώναξε από πάνω ότι δε θέλει τσάι και ρώτησε τι έχουν για μεσημεριανό και ότι είναι αλλεργική στη ντομάτα.
Νομίζει ότι θα κάθομαι να της μαγειρεύω; Σκέφτηκε η Βίβιαν. Με πέρασε για οικονόμο; Πόσο σνομπ γυναίκα, θεέ μου! Τι της βρήκε;
Ο Τζέιμς ανέβηκε πάνω και μπήκε στο δωμάτιό τους. Για λίγη ώρα η Βίβιαν άκουγε γελάκια από μέσα. Δε θα τρελαθώ, σκέφτηκε. Θα φτιάξω κάτι απλό να φάμε, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά να μην πεινάσει και η ίδια.
Το επόμενο σαραντάλεπτο η Βίβιαν ετοίμασε ένα υπέροχο γεύμα. ‘Εβαλε ένα κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο και έφτιαξε μια πλούσια πράσινη σαλάτα με σος μέλι-μουστάρδα. Στα γρήγορα σκάρωσε ένα γλυκό με βάση το γιαούρτι και το έβαλε στο ψυγείο να παγώσει. Φώναξε στον Τζέιμς ότι το κοτόπουλο θα είναι έτοιμο στις 2, πήρε την τσάντα της και πετάχτηκε έξω από το σπίτι με κατεύθυνση… το οπουδήποτε!


Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

ένας θεός...

κεφάλαιο 14-Δεκατέσσαρο


Κεφάλαιο 14
Καλά να πάθω, σκέφτηκε η Βίβιαν. «Ξέρεις, Τζέιμς, δεν εννοούσα αυτό…» ξεκίνησε να λέει αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Η αναπνοή της κόπηκε και το υπόλοιπο της πρότασης κόλλησε στο λαιμό της, καθώς έβλεπε τον Τζέιμς να ανοίγει τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχε μείνει μόνο με το παντελόνι του και άρχισε να πλησιάζει τη Βίβιαν. «Μωρό μου, αργείς» της είπε και άρχισε να κατεβάζει το φερμουάρ του φορέματός της. «Τζέιμς, δεν είναι σωστό…» ξεκίνησε να λέει πάλι, αλλά ο Τζέιμς την αποστόμωσε. Κυριολεκτικά. Σκέπασε το στόμα της με το δικό του και την αιχμαλώτισε σε ένα αργό, ηδονικό φιλί. Η Βίβιαν ορκίστηκε ότι άκουσε μουσική κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού της. Φιλούσε τόσο υπέροχα, ακόμα καλύτερα απ’ ό,τι όταν ήταν μικρότερος. Ο Τζέιμς βάθυνε το φιλί του και έχωσε το χέρι του στα μαλλιά της στη βάση του λαιμού της. Η Βίβιαν άφησε ακούσια έναν αναστεναγμό και αυτό έδωσε σήμα στον Τζέιμς να συνεχίσει. «Ξέρεις πόσα χρόνια θέλω να το κάνω αυτό;» της ψιθύρισε στο αφτί, χαϊδεύοντας το λαιμό της τώρα. «Το σκέφτομαι συνέχεια, σκέφτομαι πώς θα ένιωθα μέσα σου, πώς θα ήταν να είμαι ο πρώτος εραστής μιας τόσο όμορφης γυναίκας. Σε θέλω τόσο πολύ που δεν μπορώ να κρατηθώ» της είπε και κατέβασε το χέρι του στο στήθος της. Άρχισε να τη χαϊδεύει αργά και η Βίβιαν έκλεισε τα μάτια της. Το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό, είχαν ιδρώσει και οι δύο, αλλά συνέχιζαν απτόητοι. Επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι εκτός από τη λάμψη του φεγγαριού που έμπαινε από το παράθυρο. Όλο το σκηνικό ήταν πολύ ρομαντικό, αν εξαιρέσεις το βίαιο πάθος του Τζέιμς. Αφού της έβγαλε το φόρεμα άρχισε να χαϊδεύει τη ράχη της με κατεύθυνση προς τα κάτω ώσπου έφτασε στους γοφούς της. Εκεί έμεινε για λίγα λεπτά, χαϊδεύοντάς την ενώ τη φιλούσε παράλληλα. ‘Όταν το χάδι του έγινε πιο τολμηρό και άγγιξε το κέντρο της θηλυκότητάς της η Βίβιαν ένιωσε ότι διαλύθηκε σε μικρά μικρά κομμάτια. «Είσαι τόσο όμορφη» της είπε αυτός. «Τόσο όμορφη που θα έπρεπε να είναι παράνομο να κυκλοφορείς» συνέχισε.  «Μη σταματάς» του είπε η Βίβιαν νιώθοντας απεγνωσμένα την επιθυμία να ανακουφιστεί από αυτή τη αφόρητη ηδονή που ένιωθε.  Ο Τζέιμς συνέχισε να τη χαϊδεύει ενώ την έσπρωχνε προς το κρεβάτι. Η Βίβιαν πειθήνια ξάπλωσε ανάσκελα και ο Τζέιμς ξάπλωσε από πάνω της. Με το γόνατό του άνοιξε τα πόδια της και αυτή τον αγκάλιασε με τα σκέλια της. «Τζέιμς, σε θέλω πολύ» παραδέχτηκε η Βίβιαν «αλλά δεν ξέρω πώς να σου το δείξω». Ο Τζέιμς χαμογέλασε ενώ τη φιλούσε απαλά. «Μην ανησυχείς, μωρό μου, μέχρι στιγμής  τα πας μια χαρά».
Η Βίβια περίμενε να πονέσει, αλλά τελικά το συναίσθημα δεν ήταν οδυνηρό όταν μπήκε μέσα της. Είδε στα μάτια του Τζέιμς την έκπληξη, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά για να μπορέσει να κάνει πίσω. Άρχισε να κινείται μέσα της στην αρχή αργά και μετά πιο γρήγορα. Η Βίβιαν άκουσε τον εαυτό να φωνάζει το όνομά του και μετά ένιωσε να την παρασέρνει ένα κύμα χωρίς να μπορεί να αντιδράσει.
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, όταν το κορμί της σταμάτησε να συσπάται, ένα δάκρυ ξέφυγε από τα μάτια της. Ο Τζέιμς την έσφιξε στην αγκαλιά του και το σκούπισε μ ε την παλάμη του. «Δεν το είχα καταλάβει. Με την εμφάνισή σου περίμενα ότι θα έχεις  εμπειρία» της είπε. «Λυπάμαι αν σε πόνεσα».
«Μην ανησυχείς, Τζέιμς, φυσική αντίδραση του οργανισμού μου ήταν το δάκρυ. Δε με πόνεσες καθόλου. Εσύ τουλάχιστον έχεις πολλή εμπειρία».
Ο Τζέιμς αντί να απαντήσει τη φίλησε απαλά στα χείλη, την πήρε στην αγκαλιά του και αποκοιμήθηκαν. Η Βίβιαν ονειρεύτηκε ότι η Τατιάνα δεν ήρθε ποτέ και ο Τζέιμς έμεινε μαζί της μέχρι τα βαθιά γεράματα….

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Κεφάλαιο 13-give a little mmmm to me



Κεφάλαιο 13

«Με τρόμαξες, Τζέιμς.  Τι στο καλό κάνεις στα σκοτάδια;» ρώτησε η Βίβιαν.
«Ξέρεις κάτι; Αδιαφορώ που τρόμαξες, Βίβιαν, γιατί εγώ κοντεύω να πεθάνω από το φόβο μου εδώ και πέντε ώρες» απάντησε με δυνατή φωνή ο Τζέιμς. Η Βίβιαν τρόμαξε και έκανε ένα βήμα πίσω. «Τι εννοείς;» ρώτησε δειλά.
«Τι εννοώ; Τολμάς και ρωτάς; Έφυγες στις τέσσερις από το σπίτι και γύρισες στις 2 και κάτι. Δε σκέφτηκες, κυρία μου, ούτε ένα λεπτό να πάρεις να ενημερώσεις ότι θα αργήσεις; Κοντεύω να πεθάνω από το φόβο μου. Πήρα όλα τα νοσοκομεία και τα αστυνομικά τμήματα. Γιατί μου το έκανες αυτό;» ρώτησε απεγνωσμένος.

«Γιατί δεν πήρες στο κινητό μου;» ρώτησε η Βίβιαν.
«Για κοίτα λίγο και θα καταλάβεις» είπε ο Τζέιμς απότομα.

Η Βίβιαν έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της και είδε ότι το είχε στο αθόρυβο. Βρήκε 32 αναπάντητες κλήσεις και 8 μηνύματα από τον Τζέιμς.

«Λυπάμαι, Τζέιμς, είμαι αδικαιολόγητη. Απλώς δεν έχω συνηθίσει να δίνω λογαριασμό εδώ και μερικά χρόνια. Συγγνώμη που σε αναστάτωσα, αλλά είμαι μεγάλο κορίτσι και μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου».

«Κι έλεγα πότε θα το πει!» κάγχασε ο Τζέιμς. «Από την πρώτη μέρα που ήρθες έχω ακούσει χίλιες φορές ότι έχεις μεγαλώσει, ότι είσαι ενήλικη, ότι είσαι υπεύθυνη, ότι είσαι μεγάλο κορίτσι κι άλλες τέτοιες μπούρδες. Ε λοιπόν αν είσαι ενήλικη, άρχισε να φέρεσαι και ανάλογα».

«Τι εννοείς; Δε φέρομαι σαν ενήλικη;» ρώτησε θυμωμένη η Βίβιαν και τεντώθηκε προς το μέρος του.

«Όχι, δεν είναι υπεύθυνη συμπεριφορά να μην ενημερώνεις ότι θα αργήσεις και να σε γυρνάει ο κάθε άσχετος σπίτι» απάντησε ο Τζέιμς χωρίς περιστροφές.

«Αν θες να ξέρεις, έχω πιει δύο ποτά και φοβήθηκα να οδηγήσω. Ο Πίτερ είναι ένας εξαίρετος νέος και προσφέρθηκε να με φέρει σπίτι».

«Πολύ ωραία, αλλά παραμένει άσχετος. Ποιος τον ξέρει; Αν σου έκανε κακό;» ρώτησε.

«Ναι, είδαμε και σένα με τις καλές προθέσεις σου» του είπε η Βίβιαν ενώ άρχισε να ανεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά ως το δωμάτιό της. Βιάστηκε να κλείσει την πόρτα της, αλλά ο Τζέιμς την πρόλαβε και έβαλε το πόδι του στη χαραμάδα.

«Τι θες να πεις με αυτό;» ρώτησε ενώ έμπαινε μέσα γεμίζοντας το χώρο με την παρουσία του. Η Βίβιαν ήταν τόσο κοντά του που ανάσαινε το άρωμά του. Αν άπλωνε το χέρι της θα χάιδευε το πρόσωπό του, θα έδιωχνε την ανησυχία από το βλέμμα του με μερικά φιλιά.

«Εσύ μια ζωή, Τζέιμς, πνίγεσαι στις καλές προθέσεις σου. ‘Ηθελες να φανείς σωστός άντρας στον πατέρα μου και δεν προχώρησες τότε, ήθελες να φανείς σωστός άντρας και το παίζεις κηδεμόνας μου τώρα που πέθανε, αλλά δεν περνάει από το ηλίθιο μυαλό σου ότι έχεις αποδείξει σε όλους τον ανδρισμό σου εκτός από εμένα» του είπε φωνάζοντας αυτή τώρα.

Η Βίβιαν συνειδητοποίησε ότι για άλλη μια φορά είχε μιλήσει πριν σκεφτεί τα λόγια της. Το πρόσωπο του Τζέιμς σκλήρυνε, τα μάτια του πάγωσαν. Τα χείλη του σχημάτισαν μια θυμωμένη γραμμή. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου σκέφτηκε ότι μπορεί να κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα.  Είχε θίξει τον ανδρισμό του πιο αρρενωπού άντρα που είχε γνωρίσει ποτέ!

«Ξέρεις κάτι; Μου αρέσει αυτό που φοράς» είπε πολύ ήρεμα ο Τζέιμς.

Η Βίβιαν έμεινε ακίνητη στη θέση της και στύλωσε τα μάτια της στα δικά του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε αυτή η δήλωση.

«Ε και;»

Ο Τζέιμς σήκωσε το χέρι του, χάιδεψε τα μαλλιά της και της ψιθύρισε με βραχνή φωνή.

«Μου αρέσει και δε θέλω να το σκίσω. Γι’ αυτό γδύσου».



Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Miss Perfect


κεφάλαιο 12-δίπλα σου από πάρτι σε πάρτι


Κεφάλαιο 12
Η Βίβιαν πήγε τελικά στο πάρτι μετά από επιβεβαιώσεις της Τζένα ότι δε θα υπήρχε κάποιος κοινός γνωστός ώστε να κουτσομπόλευε αργότερα ότι η Βίβιαν πήγε σε πάρτι δύο μήνες μετά το θάνατο του μπαμπάς της. Και όντως, δεν ήξερε κανέναν από τα 20 άτομα του πάρτι, αλλά πολύ σύντομα βρέθηκε να γνωρίζει τα ονόματα όλων και να συζητάει μαζί τους σαν είναι φίλοι χρόνια. Οι φίλοι της Τζένα ήτα πολύ συμπαθητικοί και ειδικά ο Πίτερ, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Ο Πίτερ έκανε μεταπτυχιακό στη διοίκηση επιχειρήσεων και της έδωσε πολλές συμβουλές για την ιστοσελίδα της. Της πρότεινε μάλιστα να περάσει και από το σπίτι κάποια μέρα να της δείξει από κοντά μερικά πράγματα. Κατά τις 2 περίπου το πάρτι ξεφούσκωσε και η Βίβιαν ζήτησε από την Τζένα  να την πάει να πάρει το αμάξι της από το σημείο όπου το είχε παρκάρει έξω από το σπίτι της.
«Δεν έχεις να πας πουθενά! ‘Έχεις πιει δύο ποτά και φαίνεσαι πολύ χαρωπή» πετάχτηκε ο Πίτερ. «θα σε πάω εγώ στο σπίτι του και αύριο πας να πάρεις το αμάξι από την πόλη».
«Ναι, ναι» είπε γελώντας η Τζένα. «Θα σε πάει ο Πίτερ. Δε μου φαίνεσαι και πολύ καλά για να οδηγήσεις!».
«Εγινε» παραδόθηκε η Βίβιαν. «Δε νιώθω μεθυσμένη, αλλά έτσι φαντάζομαι νιώθουν και οι μεθυσμένοι. Δε νιώθουν μεθυσμένοι! Άλλωστε δεν έχω ξαναπιεί ποτέ απανωτά δύο ποτά και ίσως ζαλιστώ στο τιμόνι».
Ο Πίτερ τη συνόδευσε το αμάξι του και η Βίβιαν δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει πόσο περιποιημένο είχε το αμαξάκι του. Ο Πίτερ φαινόταν παιδί με συγκροτημένη σκέψη και όμορφη εμφάνιση. Θα μπορούσε κάλιστα να βγει μαζί του για ένα ποτό αν δεν ήταν ο Τζέιμς στη μέση.
Τι σχέση έχει ο Τζέιμς με αυτό; Σκέφτηκε αμέσως θυμωμένη. Αφού δε με ενδιαφέρει καθόλου. Αύριο έρχεται η κυρία Τέλεια και δε θα μου ξαναδώσει σημασία.
Κατά τις 2 και τέταρτο ο Πίτερ μπήκε στην αυλή του πατρικού της Βίβιαν και βγήκε για να της ανοίξει την πόρτα. «Έχεις πολύ όμορφο σπίτι» της είπε. «Ναι, η αλήθεια είναι ότι είναι όμορφο. Σε ευχαριστώ που με έφερες, Πίτερ» του είπε και έκανε να φύγει, αλλά ο Πίτερ έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο. Την περίμενε μέχρι να μπει για να φύγει.
Η Βίβιαν γλίστρησε στο σκοτάδι του σαλονιού του σπιτιού της και κόντεψε να λιποθυμήσει από τη τρομάρα της όταν άκουσε μια αντρική φωνή να της λέει
«πού στο καλό ήσουν και ποιος ήταν αυτός;».

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

κεφάλαιο 11-girls just wanna have fun


Κεφάλαιο 11

«Θα κάνεις κάτι το απόγευμα;» ρώτησε ο Τζέιμς την ώρα που έβγαιναν από το αμάξι. «Θα συναντήσω μια φίλη για ψώνια και ίσως πάμε για ποτό μετά» απάντησε η Βίβιαν. «Με θες κάτι;». «Μπα τίποτα, απλώς ήθελα να μιλήσουμε λιγάκι, αλλά δεν πειράζει, άλλη φορά» είπε ο Τζέιμς και μετά γύρισε και χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού.
Η Βίβιαν ντύθηκε στα γρήγορα και κατέβηκε για να στείλει ένα μήνυμα στη φίλη της για να επιβεβαιώσει το ραντεβού τους. Θα τη συναντούσε στις 4, θα ψώνιζαν μερικά ρούχα μαζί και μετά ίσως έβγαιναν. Η Βίβιαν δεν είχε πολλή όρεξη να πάει, αλλά δεν ήθελε να δώσει στον Τζέιμς την εντύπωση ότι θα καθόταν να κλάψει τη μοίρα της.
Η Χάριετ μιλούσε στον Τζέιμς όταν μπήκε στην κουζίνα. Την άκουσε να λέει ότι θα έλειπε για μερικές μέρες γιατί το μικρό της εγγόνι είχε ιλαρά και έπρεπε να πάει να  βοηθήσει.
«Μην ανησυχείς, Χάριετ. Θα έχω δύο γυναίκες εδώ και θα με φροντίζουν» είπε αυτός γελώντας. Το δολοφονικό βλέμμα της Βίβιαν έκανε το χαμόγελό του να παγώσει. «Θα σας φέρνω φαγητό κάθε μέρα, αλλά δε θα μπορώ να μένω εδώ και να καθαρίζω» διευκρίνισε η Χάριετ. «Μην ανησυχείς καθόλου, δε θα μας λείψει τίποτα» είπε η Βίβιαν. «Θα μαγειρεύω εγώ και θα καθαρίζω εγώ. Τόσα χρόνια έμενα μόνη μου».
«Φεύγω λοιπόν, και ελπίζω να μη φαγωθείτε όσο λείπω» είπε γελώντας η οικονόμος.
Ο Τζέιμς τη διαβεβαίωσε ότι θα είναι καλό παιδί, αλλά η Βίβιαν δεν τον πίστεψε καθόλου.

Η Βίβιαν συνάντησε την Τζένα στις τέσσερις στην πλατεία. Είχε πέσει ο ήλιος και μπορούσαν να απολαύσουν για καναδυό ώρες τα ψώνια τους. Η Τζένα ήθελε ένα φόρεμα για το αποψινό πάρτι και η Βίβιαν ήθελε να αγοράσει ένα παιχνίδι για το εγγόνι της Χάριετ που ήταν άρρωστο. ΟΙ δύο φίλες χύθηκαν στα μαγαζιά και ψώνισαν με την ψυχή τους. Η Τζένα αγόρασε δύο φορέματα και μια φούστα και η Βίβιαν αγόρασε ένα παζλ για το μικρό. Γελούσαν σαν μικρά παιδιά και απολάμβαναν η μία την παρέα της άλλης σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από εκείνα τα καλοκαίρια που έπαιζαν μαζί όλη μέρα.
«Θα έρθεις σπίτι μου για καφέ;» της πρότεινε η φίλη της και η Βίβιαν απάντησε αμέσως θετικά. «Δεν έχω να κάνω τίποτα σπίτι. Ο Τζέιμς περιμένει την αρραβωνιαστικιά του αύριο και δε θέλω να είμαι εκεί και να τον βλέπω να αδημονεί».
Η φίλη της γέλασε πλούσια. «Σιγά μην αδημονεί για άλλη γυναίκα, ενώ συγκατοικεί με σένα. Φιλενάδα, η αυτοπεποίθησή σου θέλει λίγη ενίσχυση. Θα πιούμε ένα καφέ μαζί και θα έρθεις στο πάρτι μαζί μου τελεία και παύλα».
Η Βίβιαν έκανε μια έρευνα στο ίντερνετ μαζί με την Τζένα και βρήκαν φωτογραφίες του Τζέιμς από δημόσιες εμφανίσεις του. Σκοπός τους ήταν να βρουν ποια είναι η περιβόητη αρραβωνιαστικιά. Η Βίβιαν ευχήθηκε να μην είχε ψάξει όταν βρήκε φωτογραφίες της Τατιάνα Γουάλας. Η Τατιάνα είχε απαθανατιστεί στο πλευρό του Τζέιμς σε διάφορα φιλανθρωπικά γκαλά , εκδηλώσεις, πρεμιέρες ταινιών και εγκαίνια χώρων τέχνης. Η Τατιάνα ήταν κόρη δικηγόρων και ήταν και αυτή δικηγόρος. Η ίδια ήταν από τις πιο πετυχημένες γυναίκες δικηγόρους και η εταιρεία της οικογένειάς της βρισκόταν στις τρεις πρώτες εταιρείες δικηγόρων στη χώρα.  Το ότι είχε αποφοιτήσει από την Οξφόρδη, οι επαγγελματικές της επιτυχίες και η αριστοκρατική της καταγωγή, όμως, δεν ήταν τίποτα μπροστά στην εμφάνισή της. Η Τατιάνα ήταν ψηλή, λυγερόκορμη, με μακριά ίσια καστανά μαλλιά και πράσινα γατίσια μάτια. Η Βίβιαν έμεινε να κοιτάζει τις φωτογραφίες σαν χαζή. Η Τζένα κατάλαβε τι σκεφτόταν και της είπε «έλα, μην ανησυχείς, μπορεί να έχει σπυράκια από κοντά!». Η Βίβιαν γέλασε αλλά από μέσα της αμφέβαλλε ότι η Τατιάνα είχε οποιοδήποτε ψεγάδι πάνω της.

«Λοιπόν, θα πάμε στο πάρτι;» ρώτησε χαρωπά η Τζένα.



κεφάλαιο 10-Δακρύων συνέχεια


Κεφάλαιο 10

Στο δρόμο προς το σπίτι ο Τζέιμς προσπάθησε να της φτιάξει το κέφι. «Θες να πάμε να φάμε κάτι;» τη ρώτησε. «Δεν έχω όρεξη» απάντησε αυτή.
«Θες να πάμε να σου αγοράσω ένα δωράκι;» ρώτησε απτόητος αυτός.
«Τζέιμς, τι είμαι; Παιδάκι; Να μου πάρεις ένα παιχνιδάκι για να σταματήσω να κλαίω;» είπε αυτή γελώντας.
Ο Τζέιμς κοίταξε με νόημα τα γυμνά της πόδια και της είπε «Όχι, Βίβιαν, παιδάκι δεν είσαι σίγουρα».
Ώστε το είχε προσέξει; Θεέ μου, ντροπή!
«Εσένα τι σου άφησε ο πατέρας μου;» ρώτησε εκείνη για να αλλάξει θέμα.
«Μου άφησε το ρολόι του» είπε σοβαρά εκείνος.
«Μόνο; Εσύ ήσουν το καμάρι του!» είπε αυτή πικρά.
«Το καμάρι του ήσουν εσύ, Βίβιαν. Μην μπερδεύεσαι. Εμένα μου έδωσε τόσα πολλά αυτά τα χρόνια που δε χρειαζόταν να μου αφήσει τίποτα. Το ρολόι του ήταν σημαντικό για μένα και αυτό ήθελα. Όταν πήγα για δουλειά πρώτη μέρα και τον γνώρισα τον είδα να το φοράει στο χέρι. Ήταν ένα πανάκριβο Rolex και σκέφτηκα ότι όταν γινόμουν κι εγώ πετυχημένος θα αγόραζα ένα ίδιο. Κάποια φορά μετά από χρόνια του το είπα και φαίνεται ότι το θυμήθηκε. Μου το άφησε με ένα σημείωμα που έλεγε ότι είναι το μόνο που μπορεί να μου δώσει, μιας και η περιουσία μου πια ήταν αντάξια της δικιάς του. Δεν ήθελα να μου δώσει τίποτα. Για μένα ο πατέρας σου ήταν πολύ σημαντικός, ο μέντοράς μου. Σε αυτόν οφείλω όσα είμαι σήμερα» είπε αυτός.
Η Βίβιαν έμεινε να τον κοιτάζει, συνειδητοποιώντας πρώτη φορά ότι δεν ήταν η μόνη που βίωνε την απώλεια του πατέρα της. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα έλειπε και στον Τζέιμς.  Πόσο εγωιστικό από μέρους της.
«Λυπάμαι, Τζέιμς. Φαίνεται ότι ό,τι κι αν πω είναι λάθος».
«Μην ανησυχείς. Μια κουβέντα είπες» είπε ο Τζέιμς ανάλαφρα ενώ πλησίαζαν στο σπίτι.
«Και τι ώρα θα έρθει αύριο η αρραβωνιαστικιά σου;» ρώτησε η Βίβιαν.
«Κατά τις 11 πιστεύω.  Θα έρθει με αεροπλάνο από Λονδίνο.  Θα μείνει ένα βράδυ και θα φύγει Κυριακή βράδυ. Έχουμε κάτι σημαντικό να συζητήσουμε».
Η Βίβιαν ένιωσε έναν οξύ πόνο στο σημείο της καρδιά της. Της κόπηκε η ανάσα όταν σκέφτηκε τι σημαντικό μπορεί να ήταν αυτό που ήθελαν να συζητήσουν. Είναι δυνατόν να συζητούσαν την ημερομηνία γάμου;
Πόσα μπορούσε να αντέξει;

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

the dress


Κεφάλαιο 9-Δάκρυα


Κεφαλαιο 8

Η Βίβιαν ξύπνησε αναζωογονημένη, αλλά ταυτόχρονα και λίγο αγχωμένη για την έκβαση της συνάντησης με το συμβολαιογράφο. Η ώρα ήταν εννιά και ενώ κατευθυνόταν για να πάει στο μπάνιο που υπήρχε στο δωμάτιό της τη ματιά της τράβηξε ο Τζέιμς που έκανε τζόγκινγκ στον κήπο. Φορούσε ένα χαλαρό σορτς και ένα κολλητό μπλουζάκι. Φαινόταν πολύ απορροφημένος και φορούσε ακουστικά στα αφτιά του, οπότε η Βίβιαν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να τον χαζέψει. Είχαν περάσει εφτά χρόνια και ακόμα η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή όταν τον έβλεπε. Δεν έφταιγε αυτή όμως. Ηταν πολύ εντυπωσιακός άντρας, ένας άντρας τέλειος σε όλα. Όμορφος, μορφωμένος, πλούσιος, ευγενικός. Σταμάτα να κοιτάς έναν άντρα που δεν μπορείς να έχεις, μάλωσε τον εαυτό σου. Η Βίβιαν κατευθύνθηκε για ένα πρωινό ντους γιατί ήθελε να τελειώσει κάτι δουλειές πριν κατέβει να συναντήσει τον Τζέιμς.
Μετά το ντους, έβαλε ένα μπλε σκούρο φόρεμα σε ίσια γραμμή και χαμηλά δερμάτινα πέδιλα. Επιθεώρησε το αποτέλεσμα στο καθρέπτη και έμεινε ικανοποιημένη. Στη συνέχεια κατέβηκε κάτω για να φάει πρωινό. Η Χάριετ τη χαιρέτησε ζωηρά και της σέρβιρε μια ποικιλία από φρούτα, γιαούρτι, φρυγανιές, βούτυρο και μέλι. «Χάριετ, έχω να κάνω μερικά τηλεφωνήματα και να στείλω μερικά μέιλ από το δωμάτιό μου. Ενημέρωσε τον Τζέιμς ότι σκοπεύω να πάω μαζί του στο συμβολαιογράφο και να μη φύγει χωρίς εμένα» είπε στην οικονόμο βγαίνοντας από την κουζίνα. Στην ησυχία του δωματίου της δούλεψε για μιάμιση ωρίτσα περίπου. Τακτοποίησε μερικές εκκρεμότητες που άφησε στο Λονδίνο και τηλεφώνησε σε μερικούς οίκους μόδας για να στείλει δείγμα δουλειάς. Δύο από τους πέντε της απάντησαν θετικά και οι άλλοι τρεις δήλωσαν ότι δεν ενδιαφέρονται για νέες συνεργασίες. Δεν πειράζει, σκέφτηκε από μέσα της, καλά είναι και δύο. Θα ετοιμάσω μερικά σχέδια στον υπολογιστή και θα τους στείλω μαζί με δείγματα δουλειάς. Η Βίβιαν ένιωθε πιο δυνατή και σίγουρη για τον εαυτό της μέρα με τη μέρα. Ένα εμπόδιο της έμενε ακόμα. Να αντιμετωπίσει τα συναισθήματά της όταν θα γνώριζε την Κυρία Τέλεια, την αρραβωνιαστικιά του Τζέιμς.
Κατά τις 11.30 κατέβηκε και βρήκε τον Τζέιμς να την περιμένει φορώντας ένα μπλε κοστούμι. Ήταν πολύ κομψός και δεν κρατήθηκε να του εκφράσει το θαυμασμό της. «Στις ομορφιές σου, Τζέιμς» του είπε ντροπαλά. «Κάνω ό,τι μπορώ για να είμαι αντάξιός σου» της είπε αυτός χαμογελώντας. «Πάμε;».
Στο αμάξι η Βίβιαν ανακάλυψε ότι το φόρεμά της μαζευόταν ψηλά και άφηνε εκτεθειμένα τα πόδια της. Είχε δύο επιλογές: να τραβολογάει το φόρεμα και να του δείξει ότι δεν ένιωθε άνετα μαζί του ή να το αφήσει σηκωμένο και να το παίξει άνετη. Έκανε το δεύτερο ελπίζοντας ότι ο Τζέιμς δε θα έδινε σημασία. Και έτσι έγινε.
Θα τους έπαιρνε περίπου 20 λεπτά για να φτάσουν με το αμάξι, καθώς το γραφείο του συμβολαιογράφου ήταν στην άλλη άκρη της πόλης. Η Βίβιαν βολεύτηκε στο κάθισμα του υπερπολυτελούς αμαξιού και απολάμβανε τη διαδρομή. Άνοιξε αυτή πρώτη τη συζήτηση.
«Χωρίς να θέλω να φανώ αγενής, τι κάνεις στην Κορνουάλη;» ρώτησε με όση ηρεμία μπορούσε να μαζέψει.
«Σκέφτηκα ότι αν στρατοπεδεύσω εδώ αργά ή γρήγορα θα ερχόσουν και έτσι θα λύναμε το θέμα της διαθήκης. Άλλωστε είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου διακοπές».
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Βίβιαν.
«Κάθε φορά που πετύχαινα ένα στόχο μου έλεγα ότι θα πάω διακοπές και δεν το έκανα ποτέ. Είπα ότι θα φύγω για λίγο όταν έβγαζα το πρώτο μου εκατομμύριο και δεν το έκανα. Είπα ότι θα φύγω όταν η εταιρεία μου έμπαινε στο χρηματιστήριο και δεν το έκανα. Θα έφευγα όταν θα άνοιγα το πρώτο υποκατάστημα στο εξωτερικό και δεν το έκανα. Έχω φτάσει τα πέντε υποκαταστήματα σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή και ακόμα δεν έχω κάνει διακοπές. Δουλεύω καθημερινά 12-15 ώρες από τα 22 μου. Είμαι 31 τώρα και ένα έλκος στομάχου με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι χρειάζομαι λίγη ηρεμία και χαλάρωση. Γι’ αυτό το λόγο ήρθα στην Κορνουάλη, να απομονωθώ και να ηρεμήσω. Μια ομάδα 10 αξιόλογων ατόμων διοικούν τις επιχειρήσεις μου και αυτές του πατέρα σου για να είναι όλα όπως τα άφησε όταν θα έρθει η ώρα να περάσουν στα χέρια σου. Κάνω μερικές παρεμβάσεις τηλεφωνικά, αλλά κατά τα άλλα προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήταν η ζωή πριν το κυνήγι του χρήματος».

«Δεν είχα ιδέα ότι είχες πρόβλημα υγείας. Και εγώ σε βασανίζω με τη συμπεριφορά μου. Συγγνώμη» του είπε αυτή απολογητικά.
«Μην ανησυχείς, αντέχω» της είπε γελώντας.
Ο Τζέιμς πάρκαρε έξω από το γραφείο του συμβολαιογράφου και την ενημέρωσε ότι τον λένε Νίκολας Μπερντ. Η Βίβιαν προσπάθησε να κρύψει ότι έχει άγχος, αλλά ο Τζέιμς πρέπει να το διαισθάνθηκε γιατί έβαλε το χέρι του στη μέση της πλάτης της και το άφησε εκεί μέχρι που έφτασαν πάνω. Ωραία, σκέφτηκε η Βίβιαν, κατάφερε να με κάνει να ξεχαστώ. Αντί να σκέφτομαι τη διαθήκη τώρα σκέφτομαι τι υπέροχη αίσθηση έχει το δέρμα του πάνω μου.
Ο κύριος Μπερντ τους υποδέχτηκε ζεστά και συστήθηκε στη Βίβιαν. «Δεσποινίς μου, λυπάμαι για το χαμό του πατέρα σας. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και καλός φίλος».
Η Βίβιαν τον ευχαρίστησε για τα καλά του λόγια και έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα από τον Τζέιμς.
«Λοιπόν» άρχισε ο κύριος Μπερντ «ο Τζέιμς θα σας έχει ενημερώσει για την κατάσταση όσον αφορά στα κληρονομικά σας. Σας παραδίδω ένα αντίγραφο της διαθήκης ώστε να δείτε τι ακριβώς έχει γράψει ο πατέρας σας. Θέλω να σας βεβαιώσω ότι η απόφασή του ήταν απόλυτα δική του και αν και προσπάθησα να τον μεταπείσω δεν άκουγε τίποτα. Τέλος, θέλω να σας πω κάτι που δεν ξέρει ούτε καν ο Τζέιμς. Ο πατέρας σας σας έχει αφήσει ένα γράμμα. Θα σας αφήσω να το διαβάσετε για λίγο μόνη και θα σας δω μετά».
Ο Τζέιμς βγήκε και αυτός μαζί με το συμβολαιογράφο και η Βίβιαν έμεινε μόνη της με ένα λευκό φάκελο στο χέρι, ανίκανη να κουνηθεί. Με όσο θάρρος της είχε μείνει άρχισε να διαβάζει.

Κορίτσι μου,
Ελπίζω να μη θύμωσες πολύ όσον αφορά στη διαθήκη. Τα τελευταία χρόνια είχες απομακρυνθεί από κοντά μου. Δεν μπορούσες να βλέπεις δίπλα μου μια άλλη γυναίκα και σε καταλαβαίνω, αλλά έπρεπε κι εσύ να καταλάβεις ότι η μοναξιά είναι πολύ επίπονη ειδικά όταν έχεις γεράσει. Δε σου κρατάω κακία, μη νιώσεις ποτέ ούτε μια σταλιά ενοχές επειδή δεν ήσουν κοντά μου. Σε καταλαβαίνω, έχεις κληρονομήσει το ξερό κεφάλι μου.
Άσε τον Τζέιμς να αναλάβει τα οικονομικά και όταν γίνεις 25, που θα είσαι και πιο ώριμη και κατασταλαγμένη, θα περάσουν όλα στα χέρια σου να τα κάνεις ό,τι θες.
Θα σε παρακολουθώ από ψηλά και ελπίζω να είσαι πολύ ευτυχισμένη,
Η τελευταία συμβουλή του μπαμπά σου είναι να σταθείς σύντομα στα πόδια σου και να κυνηγήσεις αυτό που θεωρείς πιο σημαντικό για σένα.

Σε αγαπώ,
Ο μπαμπάς

Η Βίβιαν έμεινε λίγο παγωμένη και μετά άρχισε να κλαίει με δυνατούς λυγμούς. Μέσα σε δευτερόλεπτα ο Τζέιμς όρμησε μέσα στο δωμάτιο και την πήρε αγκαλιά. Άρχισε να της σκουπίζει τα δάκρυα με την παλάμη του και να της φιλάει το μέτωπο. «Σώπα, καρδιά μου, σώπα. Όλα θα πάνε καλά. Εγώ είμαι εδώ» της έλεγε ενώ το σώμα της Βίβιαν τρανταζόταν από τους λυγμούς. Έκρυψε το πρόσωπο της στο στέρνο του και τον άκουσε να της ψιθυρίζει στο αφτί «σε παρακαλώ, μη μου κλαις, έχεις εμένα» συνέχισε ο Τζέιμς.

Η Βίβιαν σκέφτηκε ότι ποτέ δεν τον είχε και ποτέ δε θα τον έχει, και αυτό την έκανε να ξεσπάσει σε νέο κύκλο δακρύων.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

κεφάλαιο 8-ένα γράμμα να μου στείλεις


Κεφάλαιο 8

Η Βίβιαν πέρασε όλη το μεσημέρι και το απόγευμα κάνοντας δουλειές στο λάπτοπ της. Ευτυχώς ο Τζέιμς είχε φροντίσει και το σπίτι είχε ασύρματο δίκτυο και μπορούσε να μπει από το δωμάτιό της στο ίντερνετ. Αφού απάντησε σε ένα σωρό μέιλ φίλων που τη ρωτούσαν πώς είναι, άρχισε να δουλεύει σε μερικά σχέδια. Η φίλη της η Λόρι της είχε στείλει μια βραδινή τουαλέτα και η Βίβιαν έκανε κάποιες προσαρμογές ώστε το φόρεμα να αποκτήσει λίγο περισσότερο χαρακτήρα. Στη συνέχεια διάλεξε μερικά υφάσματα και τα παρήγγειλε ώστε να της έρθουν στην Κορνουάλη για να αρχίσει να τα δουλεύει. Σκόπευε να μείνει λίγο καιρό, αλλά και να αποφάσιζε να φύγει, μερικά υφάσματα ήταν. Θα τα φόρτωνε στο αμάξι και τέλος οι σκοτούρες. Ευτυχώς η Χάριετ είχε ραπτομηχανή και έτσι η Βίβιαν θα μπορούσε να ξεκινήσει να ράβει μερικά φορέματα και να τα ανεβάσει στην ιστοσελίδα της.
Η ώρα είχε περάσει όταν βγήκε από το δωμάτιό της για να φάει κάτι. Ο Οθέλο ήταν στο μαξιλάρι του στο δωμάτιό της και χουζούρευε. Η Βίβιαν μπήκε στην κουζίνα, αλλά δε βρήκε τη Χάριετ. Τα απογεύματα πήγαινε σπίτι της και είχε δύο ρεπό τη βδομάδα. Η Βίβιαν έφτιαξε ένα τοστ και έβαλε ένα ποτήρι γάλα και βγήκε στην αυλή να φάει. Είχε σκοτεινιάσει ο ουρανός, αλλά υπήρχαν φώτα στον κήπο, στο πλάι του δρόμου που οδηγούσε από την αυλόπορτα ως την είσοδο του σπιτιού. Έβγαλε τα παπούτσια της και αφού έφαγε ξάπλωσε σε μια σεζ λονγκ ξύλινη πάνω στο γρασίδι. Η ώρα ήταν περασμένη και ένιωθε υπέροχα που ήταν επιτέλους μόνη της, αλλά από την άλλη αναρωτιόταν πού να είναι ο Τζέιμς. Της είχε πει ότι αύριο θα πήγαιναν στο συμβολαιογράφο, αυτή τον αποπήρε και από εκείνη την ώρα και μετά ήταν άφαντος. Μα πού ήταν; Τι ώρα θα πήγαιναν τελικά στο συμβολαιογράφο αύριο; Μήπως είχε πάθει κάτι; Σε αυτή τη σκέψη ρίγησε. Είναι δυνατόν να είχε πάθει κάτι; Μπορεί να είχε ατύχημα με το αυτοκίνητο. Σηκώθηκε, ανέβηκε δυο δυο τις σκάλες και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Αν δεν ερχόταν μέχρι τις 12 θα έπαιρνε την αστυνομία.
Κατά τις 11.30 άκουσε το αμάξι να μπαίνει στο πάρκινγκ. Η ψυχή της πήγε στη θέση της, αλλά δε βγήκε να τον υποδεχτεί. Θα έκανε ότι κοιμάται για να αποφύγει τυχόν καβγάδες. Αρκετές εντάσεις έζησε μέσα σε δύο μέρες. Περίπου 10 λεπτά μετά άκουσε τον Τζέιμς να νυχοπατάει έξω από την πόρτα της και να μπαίνει στο υπνοδωμάτιό του το οποίο βρισκόταν δίπλα στο δικό της. Ευτυχώς το σπίτι ήταν πέτρινο και οι τοίχοι ήταν πολύ συμπαγείς. Οι ήχοι δε μεταφέρονταν από δωμάτιο σε δωμάτιο, οπότε δε θα έμπαινε στον πειρασμό να κρυφακούσει τι κάνει. Δε μου είπε καληνύχτα, σκέφτηκε. Αλλά και πάλι, πώς να μου πει; Αφού εγώ θεωρητικά κοιμάμαι. Και πάλι, όμως, θα κοιμηθεί στο διπλανό δωμάτιο και δε σκέφτεται ότι είμαι δίπλα; Μόνο εγώ το σκέφτομαι. Ουφ, πότε θα με πάρει ο ύπνος; Σκέφτηκε.
Περίπου τρία λεπτά μετά άκουσε έναν ήχο έξω από την πόρτα της. Κοίταξε και είδε ένα σημείωμα να περνάει από τη χαραμάδα. Σηκώθηκε προσεκτικά να το πάρει αργά για να μην καταλάβει αυτός ότι ήταν ξύπνια.
Το σημείωμα έγραφε…

Το ραντεβού στο συμβολαιογράφο είναι στις 12.
Θα σε περιμένω στην κουζίνα ως τις 11.30 αν αποφασίσεις να έρθεις.
Καληνύχτα
Τζέιμς.

Η Βίβιαν, χωρίς να ξέρει γιατί, χαμογέλασε. Της είπε τελικά καληνύχτα.
Και αυτό της έφτανε για να κοιμηθεί σαν πουλάκι.




Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

κεφάλαιο 7-ένας φίλος ήρθε απόψε απ' τα παλιά


Κεφάλαιο 7

Η Βίβιαν κλείστηκε για μερικές ώρες στο δωμάτιό της με την πρόφαση ότι νύσταζε, ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να μείνει μόνη και να κλάψει. Τι ήταν αυτό που την έκανε να κλαίει σαν μικρό παιδί; Είναι δυνατόν μετά από τόσα χρόνια να την ενδιαφέρει τι κάνει αυτό το κάθαρμα; Γιατί όμως έβλεπε τον εαυτό της κουβαριασμένο πάνω στο κρεβάτι; Τι ήταν αυτό που ένιωθε; Αγάπη που δεν έσβησε ποτέ ή εγωισμός; Εγωισμός επειδή ο Τζέιμς δεν είχε πέσει στα πόδια της;
Αφού ηρέμησε λιγάκι, έκανε ένα μπάνιο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Το απόγευμα ξύπνησε αναζωογονημένη και αποφασισμένη να μην αφήσει άλλο τον Τζέιμς να της χαλάει τη ζωή. Ντύθηκε με ένα στενό τζιν και ένα φούξια φανελάκι με ασορτί ζακετάκι και κατέβηκε μια βόλτα στην πόλη. Ευτυχώς δεν είδε πουθενά τον Τζέιμς φεύγοντας γιατί δεν ήθελε να βρεθεί στην άβολη θέση να τον προσπεράσει χωρίς να του μιλήσει.

Η Βίβιαν εντυπωσιάστηκε που παρόλο το χρόνο που είχε περάσει πολλοί κάτοικοι στη γύρω περιοχή τη χαιρετούσαν ζεστά. Η Βίβιαν δεν τους ήξερε όλους, αλλά σημείωσε νοερά μερικά άτομα για να ρωτήσει τη Χάριετ ποιοι ήταν. Κάπου μεταξύ σούπερ μάρκετ και βιβλιοπωλείου άκουσε μια γυναικεία φωνή να τη φωνάζει. Γύρισε και είδε την Τζένα, μια φίλη της από τότε που περνούσε τα καλοκαίρια εδώ. Η Τζένα έμενε στην Κορνουάλη μόνιμα ήξερε η Βίβιαν μέσω Facebook. «Βίβιαν, δεν το πιστεύω ότι σε βλέπω! Δεν έχεις αλλάξει καθόλου» της είπε η γυναίκα αγκαλιάζοντάς τη ζεστά. «Τζένα, πόσο καιρό έχω να σε δω; Χαίρομαι τόσο που σε βλέπω!». Οι δύο γυναίκες κατευθύνθηκαν σε ένα μικρό μπιστρό στην πόλη για να πιουν ένα καφέ και να τα πουν. «Έμαθα τα νέα για τον πατέρα σου και λυπάμαι πολύ. Ελπίζω να μη σε έχει πάρει από κάτω». «Η αλήθεια είναι ότι δεν το έχω ξεπεράσει ακόμα, δεν ήμουν κοντά του τον τελευταίο καιρό. Με είχε κυριεύσει ο εγωισμός, δεν ήξερα τι έκανα» είπε με θλίψη η Βίβιαν. «Τώρα που είσαι εδώ» είπε η Τζένα «θα κάνω ό,τι μπορώ για να σου φτιάξω το κέφι! Σίγουρα θα χρειάζεσαι λίγη κοριτσίστικη παρέα».
«Δεν έχεις ιδέα πόσο» γέλασε η Βίβιαν.
Οι γυναίκες ήπιαν τον καφέ τους, κουτσομπόλεψαν λιγάκι και ανανέωσαν το ραντεβού τους για αύριο το απόγευμα για να πάνε να ψωνίσουν ρούχα για ένα πάρτι όπου θα πήγαινε η Τζένα. «Φυσικά είσαι καλεσμένη» φρόντισε να εξηγήσει η Τζένα, αλλά η Βίβιαν τη διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμη για πάρτι.

Στο δρόμο προς το σπίτι η Βίβιαν ένιωθε δέκα κιλά πιο ελαφριά. Θα έβγαινε με την Τζένα, θα γνώριζε άτομα και θα πέρναγε καλά. Δε θα χρειαζόταν να βλέπει τον Τζέιμς και την ξυλόκοτα την αρραβωνιαστικιά του. Δεν την ήξερε, αλλά ήταν σίγουρη ότι θα ήταν καμιά από αυτές τις υπέρλεπτες, υπέρψηλες, υπερμορφωμένες γυναίκες που δε γελούσαν ποτέ και έκαναν μόνιμα δίαιτα. Δε θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια να κλαίει τη μοίρα της. Στο κάτω κάτω νέα κοπέλα ήταν. Θα συνέχιζε τη ζωή της.
Όταν έφτασε σπίτι, την περίμενε ο Τζέιμς στην αυλή. «Θέλω να μιλήσουμε» της είπε όταν την είδε να πλησιάζει. «Αδιαφορώ» του είπε αυτή παιδιάστικα και συνέχισε να περπατάει προς το σπίτι. «Αύριο έχουμε ραντεβού με τον συμβολαιογράφο να σου πει και ο ίδιος τα της διαθήκης. Ο πατέρας σου συνέταξε τη διαθήκη σε συμβολαιογράφο της περιοχής οπότε δε θα χρειαστεί να κάνουμε μεγάλη απόσταση. Πρέπει να παραστείς. Τουλάχιστον αυτή τη φορά» πρόσθεσε.
Η Βίβιαν επιβράδυνε το βήμα της και του είπε «θα πάω μόνη μου. Δε θέλω να μείνω ούτε λεπτό μαζί σου».
«Μα γιατί;» είπε εκείνος ανασηκώνοντας περιπαικτικά το φρύδι του. «Ξέρεις ότι δεν πρέπει να με φοβάσαι εμένα.  Τα κάλλη σου με αφήνουν ανεπηρέαστο».
Η Βίβιαν ένιωσε τα συσσωρευμένα συναισθήματά της να χτυπούν μέσα στο κεφάλι της, ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της και το θυμό να κυριεύει κάθε μόριο της ύπαρξής της ενώ ορμούσε πάνω του. Τέντωσε τα χέρια της για να τον σπρώξει με φόρα, αλλά αυτός ήταν πιο γρήγορος. Την έπιασε από τους καρπούς και άρχισε να την ταρακουνάει. Στα μάτια του καθρεπτιζόταν γνήσια οργή, οργή που την έκανε να τρομάζει και να θέλει να τον φιλήσει ταυτόχρονα.
«Τι ήθελες να κάνω;» της φώναξε καθώς την έσφιγγε. «’Ησουν παιδί, διάολε, ήσουν παιδί».
Μετά την άφησε, μπήκε στο αμάξι του και έφυγε με μεγάλη ταχύτητα αφήνοντας τη Βίβιαν αναψοκοκκινισμένη και με την αίσθηση ότι μπορεί τα πράγματα να μην ήταν πάντα όπως φαίνονταν.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

κεφάλαιο 6-αποκαλύψεις


Κεφάλαιο 6

Η Βίβιαν κατάλαβε ότι ονειροπολούσε για πολλή ώρα γιατί άκουσε τη Χάριετ να τη φωνάζει να κατέβει για μεσημεριανό. Κατευθύνθηκε στον καθρέπτη για να ισιώσει λίγο τα μαλλιά της και επ’ ευκαιρία επιθεώρησε λίγο το παρουσιαστικό της. Μεσαίο ανάστημα, ξανθά κυματιστά μαλλιά, πράσινα μεγάλα μάτια, σαρκώδη χείλη, πλούσιο στήθος και ψηλά πόδια. Λίγοι άντρες έμεναν ανεπηρέαστοι στο πέρασμά της, αλλά αυτή τόσα χρόνια δεν είχε βρει κάποιον να κάνει την καρδιά της να χτυπήσει όπως έκανε με τον Τζέιμς. Κατεβαίνοντας τις σκάλες ευχήθηκε να μην είναι κι αυτός στο τραπέζι, αλλά σύντομα οι απορίες της λύθηκαν. Βγαίνοντας από την κουζίνα, ο Τζέιμς την ενημέρωσε ότι μόλις φάει θα την περιμένει στην αυλή για να μιλήσουν. «Δεν έχουμε κάτι να πούμε» του είπε αυτή έντονα. «Κι όμως» είπε αυτός χαμογελώντας. «Θα αργήσω να έρθω. Πεινάω πολύ» επέμεινε η Βίβιαν. «Καλό θα σου κάνει να φας λιγάκι, να πάρεις και κανά κιλό» της είπε αυτός ενώ προχωρούσε προς την πόρτα. Η αλήθεια είναι ότι έχω πάρει μερικά κιλά, σκέφτηκε η Βίβιαν, αλλά δεν είμαι δα και απωθητική. Είναι δυνατόν να μου γυρνάει την πλάτη έτσι και να φεύγει; Αλλά τι ρωτάω; Πρώτη φορά θα είναι;

Η Χάριετ έβαλε τα δυνατά της σε αυτό το γεύμα. Είχε φτιάξει ψητό κατσαρόλας με στρογγυλές πατάτες και σαλάτα με ρόκα και παρμεζάνα. Για γλυκό είχε ετοιμάσει μια μους σοκολάτα πορτοκάλι που ήταν σαν αφρός. Η Βίβιαν απολάμβανε το φαγητό και δεν πολυμιλούσε, αλλά η Χάριετ εν τάχει την ενημέρωσε για τις εξελίξεις στο σπίτι στην Κορνουάλη. Ο κηπουρός ερχόταν μία φορά τη βδομάδα, τα έξοδα του σπιτιού και τους μισθούς της Χάριετ πλήρωνε ο Τζέιμς μέσω ενός λογαριασμού που είχε αφήσει ο πατέρας της και η ίδια έμενε κάποιες μέρες στο σπίτι στο διπλανό χωριό για να φροντίζει τα εγγονάκια της και κάποιες μέρες στο σπίτι αυτό. Η Χάριετ διευκρίνισε ότι ο Τζέιμς μένει περίπου ένα μήνα στο σπίτι και έχει μεταφέρει τις εργασίες του εκεί. Έχει μετατρέψει τη βιβλιοθήκη σε γραφείο του και από εκεί συνομιλεί με συνεργάτες και διοικεί τις επιχειρήσεις του. Η Βίβιαν είχε φυσικά διαβάσει σε περιοδικά για την εξέλιξή του στον επιχειρηματικό κόσμο. Δουλεύοντας σκληρά για τον πατέρα της είχε μαζέψει ένα σεβαστό ποσό και μπόρεσε να επενδύσει ένα μεγάλο ποσοστό στο χρηματιστήριο. Από εκεί και μετά η περιουσία του εκτοξεύτηκε χάρη στις έξυπνες επενδύσεις του και τώρα είχε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες επενδύσεων στην Αγγλία με υποκαταστήματα σε πέντε χώρες. Η Βίβιαν σηκώθηκε με βαριά καρδιά από το τραπέζι για να πάει να τον συναντήσει. Ήθελε να μάθει τι μπορεί να είχε να της πει και πάνω απ’ όλα τι έκανε ένα μήνα στην Κορνουάλη.
Βγαίνοντας από το σπίτι τον είδε να κάθεται σε ένα ξύλινο τραπέζι κάτω από μια μεγάλη ομπρέλα. Διάβαζε μια εφημερίδα και έπινε ένα παγωμένο τσάι. Έδειχνε απόλυτα χαλαρός. Φορούσε ένα χακί στρατιωτικό σορτσάκι, μαύρο φανελάκι και ήταν ξυπόλυτος. Ήταν τόσο όμορφος που ένιωσε ξαφνικά τη χαζή επιθυμία να τον αγκαλιάσει, να νιώσει πάλι το δέρμα του πάνω στο δικό της. Εκείνη της στιγμή γύρισε προς το μέρος της και την κάλεσε να κάτσει δίπλα του.
«Απορώ τι θες να μου πεις» είπε αυτή τάχα αδιάφορη. Ο Τζέιμς την κοίταξε για λίγο βαθιά μέσα στα μάτια και μετά άρχισε να μιλάει. Η Βίβιαν δεν τον διέκοψε. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτά που της είπε έμελε να της αλλάξουν τη ζωή.
«Ξέρω ότι έχεις αλλάξει τρόπο ζωής. Θέλω να ξέρεις ότι είμαι περήφανος που παράτησες τα πλούτη σου και επέλεξες το δρόμο της αξιοπρέπειας όσο κι αν αυτό πλήγωσε τον πατέρα σου. Μετά το θάνατό του μπαμπά σου ήλπιζα να εμφανιστείς για να συζητήσουμε τα περί της διαθήκης, αλλά εσύ παρέμενες άφαντη. Αποφάσισα να έρθω να εγκατασταθώ εδώ για λίγο, γιατί ήξερα ότι εδώ θα κατέληγες. Αυτό είναι το αγαπημένο σου μέρος στον κόσμο και ήξερα ότι εδώ θα βρεις καταφύγιο. Χαίρομαι που επιτέλους θα ξεκαθαρίσουμε μερικά άβολα ζητήματα και μετά θα μπορεί ο καθένας να συνεχίσει το δρόμο του».

Σε αυτό το σημείο η Βίβιαν ένιωσε ένα περίεργο σφίξιμο στο στήθος. Τον έχασε μία φορά και τώρα θα τον ξανάχανε. Και αυτός φαινόταν τόσο ήρεμος σε αυτή την πιθανότητα…
«Κατανοώ τους λόγους σου, αλλά τον τελευταίο καιρό δεν είχες και πολλές επαφές με τον πατέρα σου. Για το λόγο αυτό ο πατέρας σου δε σου άφησε τίποτα. Προς το παρόν τουλάχιστον. Με έθεσε εκτελεστή της διαθήκης μέχρι να συμπληρώσεις τα 25 χρόνια ή να παντρευτείς. Μέχρι τότε η περιουσία του πατέρα σου είναι δική μου, αλλά φυσικά σου αφήνω κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιείς τους χώρους όλων των κατοικιών σας. Θα σου ανοίξω επίσης ένα λογαριασμό για να μπορείς να περνάς άνετα μέχρι να φτάσεις στα 25.»

Στο σημείο αυτό η Βίβιαν πετάχτηκε όρθια και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. «Τι σημαίνουν όλα αυτά; Κατηγορούμαι που δεν άντεξα να βλέπω μια γυναίκα στο πλευρό του πατέρα μου; Μια γυναίκα που έδειχνε έκδηλα την αντιπάθειά της προς το άτομό μου; Με καταδίκασε επειδή απομακρύνθηκα; Καλύτερα να μη μου άφηνε τίποτα παρά να τα αφήσει σε σένα. Εμένα δε με μοιάζει η περιουσία. Εγώ ήθελα να μείνω λίγο εδώ να ηρεμήσω και αντί γι’ αυτό βλέπω εσένα, τον άνθρωπο που μισώ περισσότερο από κανέναν, να μένεις στο διπλανό δωμάτιο. Θεέ μου, τι τραβάω».
Ο Τζέιμς έμεινε ατάραχος, αλλά τα μάτια του πέταγαν σπίθες. «Εγώ όφειλα να σου εξηγήσω την κατάσταση. Συγγνώμη που σου είμαι τόσο αντιπαθής, αλλά για πέντε μήνες πρέπει να με ανεχτείς» της είπε ενώ σηκωνόταν.
Η Βίβιαν αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να θυμόταν τα γενέθλιά της. Όταν τον είδε όμως να απομακρύνεται με μεγάλες δρασκελιές από κοντά της δεν άντεξε και του φώναξε. «Σε σιχαίνομαι. Απορώ πώς κατάφερα να αγαπήσω έναν άνθρωπο σαν εσένα». Ωχ, τι είχε πει; Θεέ μου, κάνε να μην την άκουσε.

Ο Τζέιμς σταμάτησε να περπατάει και γύρισε προς το μέρος της «τότε, θα χαρείς που θα σου ανακοινώσω ότι έχω καλέσει την αρραβωνιαστικιά μου να μείνει το Σαββατοκύριακο μαζί μας».

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

the spot


Π.Π. Κεφάλαιο 5-Αστραπές και βροντές


Κεφάλαιο 5

Η Βίβιαν είχε ξεμακρύνει δέκα περίπου βήματα και ένιωθε ήδη την περηφάνια της να γίνεται κομμάτια. Δεν την ακολουθούσε. Ένιωσε το βλέμμα του να καίει την πλάτη της και σε μια ύστατη προσπάθεια να τον προσελκύσει, λίκνισε τους γοφούς της. Κάπου μεταξύ της απόστασης μεταξύ του σημείου που τον άφησε και της όχθης του ποταμού τον άκουσε να βρίζει και να αρχίζει να βηματίζει πίσω της. Η Βίβιαν, δε γύρισε, φοβήθηκε μήπως διαλυθεί το όνειρο, μήπως διαβάσει στα μάτια της ότι τελικά δεν ήταν και τόσο σίγουρη γι΄αυτό που έκανε. Ο Τζέιμς την έφτασε με μεγάλες δρασκελιές και την άρπαξε δυνατά από το χέρι. Την προσπέρασε και άρχισε να την τραβάει σε ένα σημείο που δε φαινόταν από τα σπίτι. Ήταν εκεί που τον έβλεπε να περπατάει όταν ήθελε να απομονωθεί. Στο σημείο εκείνο υπήρχαν μεγάλες ιτιές κλαίουσες με κλωνάρια που έφταναν ως το έδαφος, σχηματίζοντας μια φυσική κουρτίνα που σε προστάτευε από τον ανελέητο ήλιο. Δίπλα υπήρχε μια παρατημένη βάρκα, σάπια από τα χρόνια, που είχε αφήσει εκεί κάποιος ψαράς που αποφάσισε να γίνει στεριανός.
Μόλις έφτασαν ασθμαίνοντας κάτω από τη βροχή των φύλλων ο Τζέιμς την άρπαξε στην αγκαλιά του και έψαξε το στόμα της. Η Βίβιαν δεν περίμενε να είναι τόσο βίαιο το πρώτο της φιλί, αλλά μπήκε αμέσως στο παιχνίδι. Μακάρι ο Τζέιμς να μην ήταν τόσο θυμωμένος, σκεφτόταν. Δεν καταλαβαίνει πόσο τον αγαπώ; Όλα αυτά τα έκανα για να είμαι μαζί του. Είναι ο πιο υπέροχος άντρας στο κόσμο και τώρα είμαστε μαζί. Γιατί τα μάτια του πετάνε σπίθες;

«Τι θες από μένα, μικρή μάγισσα;» τη ρωτούσε μέσα στα φιλιά του. «Δεν ξέρεις ότι δεν πρέπει να παίζεις με τη φωτιά;». Η Βίβιαν δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ανταπέδιδε αχόρταγα τα φιλιά του και αφηνόταν σε ένα πάθος που δεν ήξερε πού θα οδηγήσει. Ο Τζέιμς έπιασε το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του και βάθυνε το φιλί του. Η Βίβιαν άφησε ένα στεναγμό και άρχισε να χαϊδεύει ηδονικά την πλάτη του. Ο Τζέιμς σήκωσε το φόρεμά της και την άφησε με το μαγιώ. Σταμάτησε να τη φιλάει και άρχισε με το βλέμμα να διατρέχει το σώμα της. Η Βίβιαν ένιωσε να ανατριχιάζει κάτω από το πεινασμένο βλέμμα του. Ένιωθε σαν να της έκανε έρωτα με τα μάτια. Ξαφνικά εκείνος άπλωσε το χέρι του και άρχισε να χαϊδεύει το στήθος της. Δεν την πλησίαζε όμως. Τη χάιδευε από μακριά σαν να της έδινε περιθώριο να αντιδράσει. Η Βίβιαν όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά έμεινε ακίνητη, έκλεισε τα μάτια και έγειρε πίσω το κεφάλι. Ο Τζέιμς άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό και πίσω από το αφτί και τα χέρια του άρχισαν να την εξερευνούν πιο ηδονικά. Η Βίβιαν τράβηξε τη φανέλα του και τον άφησε γυμνό. Χάιδευε το απαλό δέρμα του και θαύμαζε το υπέροχο σώμα του. Είχε μεγάλο στέρνο και η επίπεδη κοιλιά του ήταν γεμάτη κοιλιακούς. Η Βίβιαν δεν είχε συνηθίσει σε τόσο αρρενωπούς άντρες. Οι συνομήλικοί της της φαίνονταν παιδιά. Τώρα όμως θα γινόταν το όνειρό της πραγματικότητα. Ο Τζέιμς την τράβηξε κάτω και την ακινητοποίησε κάτω από το σώμα του. «Σταμάτησέ με, σε παρακαλώ, σταμάτησε με» της είπε με κομμένη φωνή ενώ τη φιλούσε. Η Βίβιαν όμως δεν είπε κουβέντα. «Σε θέλω» του είπε. «Μη σταματάς».
Εκείνη τη στιγμή μια αστραπή φώτισε τον ουρανό και η Βίβιαν τρόμαξε. Ο Τζέιμς, λες και τον χτύπησε κεραυνός, κοκάλωσε. Την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, σηκώθηκε όρθιος, βοήθησε τη Βίβιαν να στηριχτεί, έβαλε τη μπλούζα του και έκανε να φύγει. Λίγο πριν απομακρυνθεί πολύ της φώναξε. «Ήταν ένα λάθος. Δεν έπρεπε να συμβεί. Και δε θα ξανασυμβεί ποτέ».

Και μετά άρχισε να βρέχει.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Π.Π. κεφάλαιο 4


Κεφάλαιο 4

Όταν βγήκε η Χάριετ από το δωμάτιο, η Βίβιαν έμεινε μόνη της και αποφάσισε να τακτοποιήσει τα ρούχα της, να φρεσκαριστεί και να κατέβει κάτω για να φάει. Είχε λίγο χρόνο να μαζέψει το μυαλό της και να αποφασίσει πώς θα φερόταν στον Τζέιμς. Άνοιξε την ντουλάπα της και έβαλε μέσα τα φουστάνια της και τακτοποίησε μπλουζάκια και εσώρουχά της στα συρτάρια. Μισή ώρα μετά όλα ήταν στη θέση τους και η Βίβιαν πήγε στο τεράστιο παράθυρο του δωματίου της που έβλεπε στο ποτάμι για να χαζέψει τη θέα. Κόπηκε η αναπνοή της όταν είδε τον Τζέιμς να περπατάει παράλληλα με την όχθη του ποταμού. Είχε αλλάξει και είχε βάλει ένα τζιν και ένα λευκό φανελάκι και φαινόταν να είναι σκεπτικός, γιατί είχε συνεχώς το βλέμμα του στραμμένο στα πόδια του. Καλά να πάθει, σκέφτηκε η Βίβιαν. ‘Ο,τι κι αν ήταν αυτό που τον ζόριζε η Βίβιαν χαιρόταν που είχε κάποιον αντιπερισπασμό για να μην ασχολείται με αυτήν. Κοιτώντας τον, όμως, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις μνήμες που ξεπήδησαν μέσα στο μυαλό τις σαν απρόσκλητοι επισκέπτες…

‘Ήταν περίπου πριν από εφτά χρόνια, όταν από αυτό το παράθυρο είδε ένα νέο να συνοδεύει τον πατέρα της μέχρι το σπίτι. Η Βίβιαν ήταν 16 στα 17 και παραθέριζε στην Κορνουάλη όπως κάθε καλοκαίρι. Ο πατέρας της ερχόταν τα Σαββατοκύριακα, αλλά αυτό το συγκεκριμένο Σαββατοκύριακο είχε φέρει μαζί του τον πιο όμορφο άντρα του κόσμου. Η Βίβιαν κουτρουβάλησε σχεδόν τις σκάλες για να κατέβει να τον δει από κοντά. Τον πέτυχε την ώρα που έμπαινε μέσα, πίσω από τον πατέρα της. Φίλησε τον μπαμπά της στο μάγουλο και μετά στράφηκε στον επισκέπτη για τις απαραίτητες συστάσεις. Της έδωσε το χέρι του και της είπε το όνομά του. Η Βίβιαν σήκωσε δειλά το βλέμμα της για να τον κοιτάξει. Μεγάλο, λάθος, σκέφτηκε εκ των υστέρων. Γιατί με το που κλείδωσαν τα βλέμματά τους η Βίβιαν ήξερε ότι είχε γνωρίσει τον άντρα της ζωής της, τον άντρα που της έκλεψε για πάντα την καρδιά. Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι σήμερα, παρόλα όσα είχαν συμβεί, η Βίβιαν δεν είχε βρει άλλον άντρα να του μοιάζει.
Ο Τζέιμς έμεινε μαζί τους εκείνο το Σαββατοκύριακο, αλλά δεν πέρασαν πολύ χρόνο μαζί. Η Βίβιαν με όλη την ανεμελιά της ηλικίας τον παρακολουθούσε από μακριά, αλλά αυτός δεν έδειχνε να της δίνει σημασία. Ένα βράδυ ο πατέρας της της είπε ότι ο Τζέιμς είχε αποφοιτήσει από τη μεγαλύτερη σχολή διοίκησης επιχειρήσεων στη χώρα με υποτροφία, είχε δουλέψει εθελοντικά στην Αφρική για δύο χρόνια και τώρα είχε πιάσει δουλειά στην εταιρεία του μπαμπά της. Ο μπαμπάς της είχε καταλάβει ότι ήταν πολύ χαρισματικός και γι’ αυτό του είχε δώσει τη θέση του προσωπικού βοηθού ώστε να μαθητεύσει δίπλα του. Ο Τζέιμς θα συνεργαζόταν στενά μαζί του, κάτι σαν προστατευόμενός του.
Από όλα αυτά η Βίβιαν έδωσε σημασία σε δύο πράγματα. Πρώτον, ο Τζέιμς ήταν 24 ετών και δεύτερον από εδώ και στο εξής θα τον έβλεπε πολύ συχνά. Τέλεια! Μόνο εφτά χρόνια διαφορά. Σε ένα χρόνο και κάτι θα ενηλικιωνόταν και μετά ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει! Μαζί του!
Τους επόμενους μήνες η Βίβιαν τον έβλεπε να μπαινοβγαίνει στην Κορνουάλη μαζί με τον πατέρα της και η αγάπη της για αυτόν μεγάλωνε συνεχώς. Ο Τζέιμς ήταν σοβαρός και μετρημένος μαζί της, αλλά σταδιακά χαλάρωσε και μετά από δύο μήνες άρχισαν να κάνουν λίγη παρέα. Περπατούσαν δίπλα στο ποτάμι και γελούσαν μαζί, αλλά αυτός δεν έδειχνε να ανταποδίδει την αγάπη της. Της Βίβιαν της έφτανε που περνούσε χρόνο μαζί του όμως. Γελούσαν και μιλούσαν για τα όνειρά τους και όσα τους έκαναν ευτυχισμένους. Όσο τον γνώριζε, τον αγαπούσε όλο και πιο πολύ. Και όσο περνούσε ο καιρός, αν είναι δυνατόν, γινόταν όλο και πιο όμορφος και αυτή τον ερωτευόταν όλο και πιο πολύ.
Ο Τζέιμς, όμως, δεν έδειχνε να προσέχει τη δική της ανάπτυξη. Κάπου μεταξύ 16 και 17 η Βίβιαν ψήλωσε και απέκτησε τις ζουμερές καμπύλες που έχει σήμερα. Τα κατάξανθα μαλλιά της έγιναν στιλπνά και λαμπερά. Τα χτένιζε τόσες φορές που τα έκανε λεία σαν μετάξι. Φορούσε τα πιο ωραία ρούχα της και βαφόταν διακριτικά όταν τον έβλεπε. Η αλήθεια ήταν ότι ήταν προικισμένη με πολύ όμορφα χαρακτηριστικά, αλλά ο Τζέιμς δεν έδειχνε να δίνει σημασία σε τίποτα εκτός από τις συζητήσεις τους.
Στο πάρτι των 17 ετών της, στις 27 Αυγούστου, η Βίβιαν είχε καλέσει μερικούς φίλους στο σπίτι για να γιορτάσουν μαζί. Εκείνη τη μέρα είχε έρθει και ο πατέρας της με τον Τζέιμς φυσικά. Οι φίλοι της ήρθαν φορτωμένοι με δώρα και όρεξη για τρέλες. Έκοψαν τούρτα, γέλασαν, έκαναν μπάνιο στο ποτάμι και έπαιξαν χαρτιά. Ο Τζέιμς βγήκε σε κάποια στιγμή από το σπίτι για να τη φωνάξει και οι φίλες της έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Ο Τζέιμς την ενημέρωσε ότι ήταν έτοιμο το αυτοκίνητο για τους φίλους της και η Βίβιαν αποφάσισε να του δώσει ένα μικρό μάθημα για την παγερή του αδιαφορία. Βγήκε αργά από το ποτάμι και τίναξε τα μακριά μαλλιά της αργά, έχοντας επίγνωση ότι το μπικίνι της ήταν λίγο μικρότερο από αυτό που έπρεπε. Ο Τζέιμς έδειξε αρχικά αδιάφορος, αλλά στη συνέχεια άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο σώμα της. Την κοίταξε με ένα βλέμμα που την άφησε ανίκανη να κουνηθεί. Είχε πέσει στην ίδια την παγίδα της. Είχε προσπαθήσει να τον προκαλέσει, αλλά δεν ήταν έτοιμη για ένα τόσο λάγνο βλέμμα. Ένιωσε γυμνή μπροστά του αλλά για κάποιον λόγο δεν έκανε προσπάθεια να καλυφθεί. Καθόταν εκεί, βορά στο βλέμμα του, και τον χάζευε να την κοιτάει σαν αρπακτικό που πετάει πάνω από τη λεία του. Είχαν περάσει αρκετά δευτερόλεπτα όταν τελικά συνειδητοποίησαν ότι δεν είναι μόνοι. Η Βίβιαν άρπαξε μια πετσέτα και καλύφθηκε και ο Τζέιμς αποχώρησε διακριτικά. Η Βίβιαν ήθελε να τρέξει ξοπίσω του και να τον αγκαλιάσει, αλλά έπρεπε πρώτα να ξεπροβοδήσει τους φίλους της.
Μόλις έφυγαν όλοι, ο Τζέιμς κατέβηκε στον κήπο και τη βρήκε να διαβάζει ένα περιοδικό. Χωρίς να της πει κουβέντα, της άφησε ένα μικρό βελούδινο κουτάκι μπροστά της. Η Βίβιαν άφησε κάτω το περιοδικό και άνοιξε το κουτάκι. Μέσα βρισκόταν ένα κρεμαστό για το λαιμό, ένα μικρό χρυσό 17 πάνω σε μια λεπτή αλυσιδούλα. Προσπάθησε να συγκρατηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε και ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό της.
«Ένα μικρό δώρο είναι, δε χρειάζεται να κλαις» της είπε αυτός. «Τζέιμς, είναι υπέροχο, δεν ξέρω τι να πω» είπε η Βίβιαν ενώ αυτός της το φορούσε. Τα χέρια του διάγραφαν πύρινους δρόμους και η Βίβιαν ένιωθε έτοιμη να εκραγεί.
Ξαφνικά ένιωσε την επιθυμία να περάσει λίγο χρόνο μαζί του μακριά από όλους και όλα. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει προς το ποτάμι και μέσα της ευχόταν με κάθε μόριο της ύπαρξής της αυτός να την ακολουθήσει.