Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Danny's bridal


ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ

Παρασκευή 1/6 στις 18:00 λήγει ο διαγωνισμός. Αφού δείτε όλες τις υποψηφιότητες παρακαλείστε να ψηφίσετε η καθεμία αυτό που της αρέσει και να με ενημερώσει με μέιλ/μήνυμα/ταχυδρομικό περιστέρι. Φυσικά το δικό μου νυφικό εξαιρείται της διαδικασίας.
Φιλιά!

Linda's choice


Kateri's entry


sinonomati's entry


MM's entry


Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

mum's entry-marchesa


Kellaki's entry-Vera Wang yet again


Sophie's choice


ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΙΤ-Best neighbour's entry


ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΙΤ-Eclaire's entry


TO ΝΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΙΤ-Bubble's entry


ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΙΤ-Cake's entry (plus updo)



ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΙΤ-Georgia's entry


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

ΤΟ ΝΥΦΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΙΤ-ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 18/μέρος β'


Κεφάλαιο 18/μέρος β’

Η Κέιτ αγκάλιασε τον Στέφανο και του χάιδεψε τα μαλλιά. «Σε αγάπησα από την πρώτη μέρα που σε είδα. Νόμιζα ότι το είχες καταλάβει, αλλά προφανώς το έκρυβα καλά» του ψιθύρισε αργά στο αφτί.
«Καρδιά μου, χάσαμε τόσο χρόνο» της είπε αυτός ανάμεσα στα φιλιά που σκορπούσε στο πρόσωπό της. «Θα με κάνεις τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο αν με παντρευτείς» της είπε με αγωνία στα μάτια.
«Εξαρτάται» του είπε σοβαρά η Κέιτ. «Από τι;» ρώτησε αυτός αμέσως.
«Από το πόσο γρήγορα! Αν αργήσουμε θα παντρευτώ με φουσκωμένη κοιλιά και δε θέλω!» του είπε χαμογελαστή.
«Ζωή μου, όποτε θες. Αύριο το πρωί. Όποτε θες και όπου θες».
«Προτείνω να παντρευτούμε στην Τοσκάνη σε δύο βδομάδες. Να βρω λίγο χρόνο για να διαλέξω νυφικό και να προλάβουν και οι αγαπημένοι μας να βρουν εισιτήρια».
«Τέλεια ιδέα, κορίτσι μου. Όσο για τα εισιτήρια άφησέ το πάνω μου.  Οι γονείς σου και οι φίλοι σου θα πετάξουν μαζί μας με το τζετ της εταιρείας. Θα μείνουμε στο παλάτσο όσο θέλουμε, θα διασκεδάσουμε, θα παντρευτούμε και οι δικοί σου όποτε θέλουν γυρνάνε Λονδίνο με το τζετ. Εμείς θα φύγουμε κατευθείαν από εκεί για κρουαζιέρα στη Μεσόγειο. Τι λες;» τη ρώτησε.
«Ένας γάμος μαζί σου είναι ό,τι πιο όμορφο μπορώ να φανταστώ. Όλα τα υπόλοιπα δε…είναι τρέλα» γέλασε η Κέιτ.
«Θεέ μου, δεν το πιστεύω ακόμα ότι σε κρατάω στην αγκαλιά μου και μέσα στην κοιλιά σου είναι το μωρό μας. Είμαι πολύ ευτυχισμένος».
«Κι εγώ είμαι, Στέφανο! Και τώρα έλα να περάσουμε λίγο…ποιοτικό χρόνο μαζί».
«Πονηρούλα!» της είπε και την αγκάλιασε.

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο ΓΑΜΟΣ 

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Μετά το τέλος του διηγήματος/αριστουργήματος καλείστε να στείλετε την ιδέα σας για το νυφικό της Κέιτ. Μπορείτε να στείλετε φωτό ή link σε χώρο που θα διαμορφώσω ειδικά για την...περίσταση!
Η νικήτρια θα λάβει υπέρλαμπρο δώρο ένα ολόκληρο μανό! 

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Κεφάλαιο 18/μέρος α'-ερωτική εξομολόγηση


Κεφάλαιο 18-μέρος α’

Η Κέιτ έβλεπε ένα υπέροχο όνειρο όπου ο Στέφανο την κρατούσε αγκαλιά, τη χάιδευε και της έλεγε ότι δε θα την αφήσει ποτέ. Τι υπέροχη αίσθηση να είναι και πάλι στην αγκαλιά του. Κάπως έτσι θα είναι και ο παράδεισος, σκέφτηκε η Κέιτ. Έμεινε εκεί ασάλευτη και απολάμβανε το χάδι του ώσπου άκουσε τη φωνή του λίγο πιο δυνατά. Δεν κοιμόταν τελικά;
«Κάθριν, κορίτσι μου, ξύπνησες; Πώς νιώθεις;» άκουσε τον Στέφανο να ρωτάει ανήσυχος. Η Κέιτ άνοιξε αργά τα μάτια της και συνειδητοποίησε ότι όντως ήταν στην αγκαλιά του Στέφανο. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και είχε γείρει πάνω του. Τι είχε γίνει;
«Τι έγινε;» ρώτησε δειλά. «Λιποθύμησες, καρδιά μου» είπε τρυφερά ο Στέφανο. «Εγώ φταίω. Σε πίεσα και έχασες τις αισθήσεις σου. Σε έπιασα την ώρα που έπεφτες. Σε είδα να ταλαντεύεσαι και πρόλαβα ίσα ίσα να σε φτάσω».
«Θα τσακωνόμασταν υποθέτω. Δε θυμάμαι και πολλά» είπε η Κέιτ χαμογελώντας αχνά για να τον ηρεμήσει. «Δε φταις εσύ. Δηλαδή εσύ φταις» είπε συνεχίζοντας να χαμογελάει.
«Εγώ φταίω, ναι, εγώ φταίω. Εγώ που δε σου μίλησα ποτέ. Εγώ που σε άφησα να αμφιβάλλεις. Εσύ δε φταις σε τίποτα, καρδιά μου. Όταν σε είδα να χάνεις τις αισθήσεις σου φοβήθηκα ότι θα σε χάσω. Τι θα έκανα χωρίς εσένα;» της είπε περνώντας τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του.
«Θα προσλάμβανες άλλη γραμματέα» είπε η Κέιτ γελώντας.
«Μα πώς μπορείς και αστειεύεσαι; Δεν ήξερα τι να κάνω και δεν ήθελα να αναστατώσω και τους γονείς σου. Πρέπει να καλέσουμε γιατρό. Πώς λένε τον οικογενειακό γιατρό σας;»
«Δε χρειάζεται να έρθει ο γιατρός. Ξέρω τι θα μας πει» είπε σοβαρά η Κέιτ.
«Τι θα μας πει; Έχεις κάποια αβιταμίνωση; Έχεις χαμηλή πίεση;» ρώτησε ο Στέφανο.
«Θέλω να σου το πω εδώ και μέρες, αλλά δεν ήξερα πώς. Είμαι έγκυος» του είπε δειλά η Κέιτ.
Η αντίδραση του Στέφανο την εξέπληξε. Έμεινε για λίγο ακίνητος και μετά πετάχτηκε πάνω και άρχισε να τη φιλάει και να κλαίει από χαρά. «Αγάπη μου, κορίτσι μου, θα κάνουμε μωρό. Θα πάρει τα μάτια σου και τα μαλλιά σου, θα έχει την εξυπνάδα και το χιούμορ σου. Θα είναι το πιο όμορφο παιδί στον κόσμο» της είπε ενώ την αγκάλιαζε σφικτά.
«Και από σένα τι θα πάρει» ρώτησε η Κέιτ γελώντας.
«Το επώνυμο φυσικά» είπε γελώντας ο Στέφανο ενώ προσπαθούσε να σκουπίσει τα δάκρυά του.
«Μήπως βιάζεσαι λιγάκι;» ρώτησε η Κέιτ. «Δε βιάζομαι καθόλου. Θα κάνουμε οικογένεια επιτέλους. Το ήθελα από τη στιγμή που σε γνώρισα. Σε αγαπώ τόσο πολύ που δε μπορώ να περιμένω» της είπε κοιτώντας την.
«Με αγαπάς;» ρώτησε σα χαμένη η Κέιτ. «Μα φυσικά, δεν το είχες καταλάβει;» ρώτησε αυτός.
«Τι να καταλάβω;» ρώτησε η Κέιτ.
«Καρδιά μου, σε βλέπω και λιώνω. Δεν το έχεις καταλάβει; Όλοι στην εταιρεία το ξέρουν. Όλοι όσοι με βλέπουν να σε κοιτάω σαν βλάκας το ξέρουν.  Οι ανθοπώλες που σου στέλνουν λουλούδια χωρίς λόγο το ξέρουν. Πώς γίνεται να μην το έχεις καταλάβει;» ρώτησε αυτός επίμονα.
«Δεν το είχα καταλάβει επειδή  αν θυμάσαι καλά εγώ ήμουν αυτή που κρατούσε τα τηλέφωνα από τις ερωμένες σου» του απάντησε αυτή στεγνά.
«Μα ποιες ερωμένες; Με κάποιες βγήκα μερικά βράδια και προσπάθησα να σε ξεπεράσω μιας και ήσουν τόσο παγερή απέναντί μου. Όλες οι άλλες ήταν για ξεκάρφωμα».
«Για ξεκάρφωμα; Μα τι λες;».
«Φυσικά, καρδιά μου. Με είχες πείσει ότι δε σε ενδιαφέρω και έκανα ό,τι μπορούσα για να σου τραβήξω την προσοχή. Έφερα κάθε είδους γυναίκα στο γραφείο και καμία δε σε έκανε να ζηλέψεις. Αλλά τι να πω; Εσένα δε σε συγκίνησε ούτε το Παρίσι» είπε ο Στέφανο.
«Στη Ρώμη και στο Παρίσι πήγαμε επαγγελματικό τριήμερο. Τι ήθελες; Να πέσω στην αγκαλιά σου;» ρώτησε η Κέιτ.
«Ποιο επαγγελματικό τριήμερο; Έχεις δει εσύ τριήμερο όπου το αφεντικό  έχει μόνο μια συνάντηση; Δε σου γεννήθηκε η απορία γιατί πήγαμε τριήμερο ενώ μπορούσα να μιλήσω με τον συνεργάτη μου μέσω ίντερνετ;» ρώτησε αυτός.
«Δηλαδή πήγαμε ρομαντικό τριήμερο και δεν το κατάλαβα;» ρώτησε η Κέιτ.
«Αυτό ακριβώς. Κόντεψα να σε φιλήσω κάτω από τον πύργο του Άιφελ, αλλά εσύ με προσγείωσες με το βρετανικό φλέγμα σου. Μου είπες να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο γιατί νυστάζεις».
«Μα νύσταζα» είπε αυτή ναζιάρικα.
«Ε βέβαια! Εσύ νύσταζες κι εγώ ξεροστάλιαζα στο δωμάτιό μου. Άκαρδη» της είπε και τη φίλησε. «Άσε το άλλο» είπε ο Στέφανο γελώντας. «Ο μισθός σου έπαιρνε αύξηση 10% κάθε δύο μήνες. Ούτε αυτό το πρόσεξες;  Μέχρι και ο διευθυντής οικονομικών μικρότερο μισθό από εσένα έπαιρνε!» της είπε.
Η Κέιτ ξεκαρδίστηκε στα γέλια και κατάλαβε γιατί ο μισθός της ήταν τόσο παράλογα υψηλός και γιατί ο Στέφανο συνεργάστηκε με τον πατέρα της. Ήθελε να τον βοηθήσει, γιατί ήξερε πόσο στενοχωριόταν η Κέιτ με την οικονομική του κατάσταση.
«Στέφανο, καλά όλα αυτά, αλλά όταν πήγαμε στην Ιταλία, και υποπτεύομαι ότι κι αυτό στημένο ήταν, έγινε κάτι που δε συζητήσαμε ποτέ» του είπε κι αυτή.
«Και βέβαια ήταν στημένο» παραδέχτηκε αυτός ντροπαλά. «Όσο για το άλλο θέμα, είναι κάτι που δε σε αφορά αλλά θα σου μιλήσω γιατί δε θέλω να αμφιβάλεις ποτέ ξανά για μένα» συνέχισε πιο σοβαρά.
«Το πρωί μετά τη βραδιά που περάσαμε μαζί με πήρε η μητέρα της Αλεσάντρα και μου είπε να πάω εκεί αμέσως. Η Αλεσάντρα είχε πάρει χάπια σε μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή μου. Έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα εδώ και χρόνια και την έχω πάντα στο νου μου. Την προσέχω όταν είμαι στην Ιταλία και της τηλεφωνώ τακτικά όταν είμαι στο Λονδίνο. Την αγαπάω πολύ, έχουμε περάσει υπέροχα τα παιδικά μας χρόνια μαζί, αλλά μέχρι εκεί. Η Αλεσάντρα πήρε χάπια για να με κάνει να τρέξω εκεί και το έκανα. Είχε πάρει τόσα όσα για να πέσει σε βαθύ ύπνο. Έμεινα εκεί μερικές ώρες και μιλήσαμε με τους γονείς της. Αποφασίσαμε ότι είναι η ώρα να μπει σε μια κλινική για να ηρεμήσει λιγάκι. Αυτή φυσικά όταν ξύπνησε και δε με βρήκε εκεί έκανε μια ύστατη προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή μου με το γνωστό τηλεφώνημα. Είχε καταλάβει πόσο ερωτευμένος ήμουν μαζί σου. Είχα όντως αφήσει την ατζέντα μου εκεί. Ήθελα να βρω το τηλέφωνο του γιατρού μας. Είναι ένα θέμα που απαιτεί λεπτό χειρισμό και διακριτικότητα. Έχω καταφέρει να μην το μάθουν ούτε οι γονείς μου ούτε η Πατρίτσια».
Η Κέιτ είχε μείνει άφωνη. Δεν έβρισκε τίποτα να πει.
«Και εσύ δε μου έδωσες ούτε μία ευκαιρία να σου εξηγήσω. Πίστεψες μια ξένη αντί για εμένα. Σου έχω πει ποτέ ψέματα; Γιατί με πούλησες τόσο εύκολα;  Έφυγες μακριά μου στην πρώτη αναποδιά. Πώς θα μπορέσω εγώ να εμπιστευτώ ξανά;» ρώτησε αυτός με παράπονο.
«Ε όλο και κάποιον τρόπο θα βρούμε» του είπε αυτή και τον τράβηξε κοντά της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Κεφάλαιο 17-o κήπος-πεδίο μάχης


Κεφάλαιο 17

Η Κέιτ απολάμβανε τη λιακάδα και αναρωτιόταν πότε θα τέλειωνε την εξέταση ο Τζέιμς. Ήθελε να τελειώνει γρήγορα και να φύγει από εκεί σύντομα για να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσει το ψυχρό βλέμμα του Στέφανο. Είχε κάτσει σε έναν ξύλινο πρόχειρο πάγκο με τον πατέρα της όταν άκουσε τον Τζέιμς να τους φωνάζει. Τους έκανε νόημα ότι θα πλησιάσει αυτός οπότε η Κέιτ έμεινε καθισμένη στον πάγκο. Ο Τζέιμς τούς ενημέρωσε ότι τα άλογα έχαιραν πλήρους υγείας, αλλά συνέστησε στον πατέρα της μια τροφή που θα τους έδινε πολλά θρεπτικά στοιχεία. Ο πατέρας της χάρηκε που τα ζώα ήταν καλά και έδωσε αμέσως εντολή στον Τζέιμς να παραγγείλει τις τροφές. Έδειχνε πολύ σίγουρος ότι ο Στέφανο ήταν διατεθειμένος να πληρώσει όσο όσο για το καλό των αλόγων και της επιχείρησης γενικότερα.
Τέλος καλό όλα καλά, σκέφτηκε η Κέιτ, τουλάχιστον όσον αφορά αυτό το κομμάτι. Ο Τζέιμς χαιρέτησε ευγενικά τον πατέρα της και ρώτησε την Κέιτ αν μπορούσε να τον πετάξει στην πόλη. Η Κέιτ αστειεύτηκε ότι θα τον αφήσει να πάει με τα πόδια, αλλά ταυτόχρονα άρχισε να περπατάει προς το αμάξι της. Ο Τζέιμς τής θύμισε ένα περιστατικό στο σχολείο  και την έκανε να γελάσει. Πόση ανάγκη είχε λίγο γέλιο στη ζωή της… Ο Τζέιμς τη χαμογέλασε ζεστά και την κράτησε ευγενικά από τη μέση. Η Κέιτ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει κι έτσι τον άφησε να την κρατάει. Αυτό όμως αποδείχτηκε μεγάλο λάθος όταν είδε τον Στέφανο από μακριά να τους κοιτάζει σκεπτικός. Μα από πού ξεφύτρωσε, αναρωτήθηκε η Κέιτ.
Ο Στέφανο, φυσικά, χωρίς ίχνος διακριτικότητας πλησίασε προς το μέρος του και έτεινε το χέρι του προς τον Τζέιμς. «Τι κάνει ο κτηνίατρός μας» ρώτησε σοβαρά. «Μια χαρά» απάντησε αμέσως ο Τζέιμς. «Τα άλογά είναι πολύ καλά. Συνέστησα κάποια πράγματα στον κύριο Ντάρσι. Είμαι σίγουρος ότι όλα θα σας πάνε καλά». Ο Τζέιμς τον ευχαρίστησε και τους άφησε με την ατάκα «να μην σας διακόπτω κιόλας».
Τι απαίσιος άνθρωπος! σκέφτηκε η Κέιτ. Τι ακατάλληλη ατάκα, τι απρεπές σχόλιο! Τι εντύπωση θα έδινε στον Τζέιμς;
Ο Τζέιμς δεν απάντησε, αλλά φάνηκε συλλογισμένος. «Παράξενος άνθρωπος» μονολόγησε.
Η Κέιτ τον άφησε στην πόλη και αυτή πήγε μια βόλτα μέχρι την πισίνα να κάνει λίγο κολύμβηση για να ηρεμήσει. Όταν γύρισε σπίτι, ήταν περασμένες  τέσσερις. Έφαγε λίγο και έπεσε να κοιμηθεί γιατί ένιωθε πολύ κουρασμένη. Κατά τις εφτά που ξύπνησε και κατέβηκε είδε το σερβίτσιο του Στέφανο στο τραπέζι. Δεν είχε γυρίσει ακόμα. Μα πού ήταν τέτοια ώρα; Πόση ώρα θα δούλευε ακόμα; Ο μπαμπάς της είχε ήδη γυρίσει. Μήπως την απέφευγε; Και τι θα κατάφερνε; Αύριο πρωί έφευγε και δε θα την ξανάβλεπε. Ο χρόνος περνούσε αργά και επίπονα και η Κέιτ ένιωθε ότι αν δεν έκανε κάτι θα τρελαινόταν.
Μπήκε στο γραφείο του πατέρα της που ήταν ένας χώρος με κλασικά έπιπλα και μεγάλες βιβλιοθήκες. Εκεί υπήρχε ένα γραφείο από μαόνι και ένα υπολογιστής με σύνδεση στον ίντερνετ. Εκμεταλλεύτηκε τον ελεύθερο χρόνο της για να στείλει μερικά μέιλ σε κάτι φίλους από το Λονδίνο που δεν τους αποχαιρέτησε φεύγοντας εκείνη την αποφράδα μέρα. Στη συνέχεια έκλεισε εισιτήριο τρένου και χάζεψε μερικά σπίτια προς ενοικίαση στο Εδιμβούργο. Στην αρχή θα έμενε καμιά βδομάδα στο ξενοδοχείο και μετά θα έβρισκε κάπου να μείνει. Ίσως έβρισκε και κάποια συγκάτοικο να έχει λίγη παρέα.
Όταν έκλεισε τον υπολογιστή, είχε ήδη σκοτεινιάσει έξω. Σκέφτηκε να κάνει μια βόλτα στον κήπο  για να σκεφτεί τι θα έκανε. Έπρεπε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση με τον Στέφανο. Δε γινόταν να φύγει χωρίς να απαιτήσει να της εξηγήσει τι έγινε με την Αλεσάντρα, χωρίς να του εξηγήσει κι εκείνη γιατί η προδοσία του της κόστισε τόσο πολύ.
Περπατούσε κάτω από το φως του φεγγαριού όταν άκουσε μια βραχνή φωνή από πίσω της. «Κρύβεσαι κι εσύ;» της είπε. Η Κέιτ αναπήδησε από τον τρόμο της και γύρισε αμέσως. «Με τρόμαξες, Στέφανο» του είπε θυμωμένη. «Συγγνώμη, Κέιτ, δε σκόπευα να σε τρομάξω. Να σου μιλήσω ήθελα και δεν ήξερα από πού να αρχίσω».
«Με το να κρύβεσαι στα σκοτάδια δε βοηθάει πολύ πάντως».
«Μην το λες. Ηρεμώ στο σκοτάδι. Σκέφτομαι πιο καθαρά» απάντησε αυτός. «Κέιτ, αύριο φεύγω και θα σε αφήσω  ήσυχη να συνεχίσεις τη ζωή σου εδώ με τον Τζέιμς ή με κάποιον άλλον στο Εδιμβούργο».
«Πώς τολμάς;» ξέσπασε η Κέιτ. «Τι είμαι εγώ να περάσω από τον έναν άντρα στον άλλο; Η θηλυκή εκδοχή σου; Έτσι νομίζεις ότι είναι τα συναισθήματα; Νομίζεις ότι αλλάζουν στόχο έτσι απλά; Με το πάτημα ενός κουμπιού;». Η Κέιτ σταμάτησε απότομα όταν συνειδητοποίησε ότι είχε μιλήσει πολύ. Είχε αναφέρει κάτι για συναισθήματα ή της φάνηκε;
Ο Στέφανο ήταν καθισμένος στο ξύλινο παγκάκι που καθόταν εκείνη μικρή όταν ήθελε να κρυφτεί από όλους και όλα και τώρα είχε σηκώσει το βλέμμα από το έδαφος και την κοιτούσε επίμονα.
«Τότε γιατί δεν πάλεψες; Γιατί έφυγες;» τη ρώτησε αργά.
«Να παλέψω γιατί; Για ποιον; Για έναν άντρα που με απάτησε αφού κάναμε έρωτα;» η Κέιτ άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν χωρίς να ντρέπεται. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Λυγμοί τράνταζαν το κορμί της και άρχιζε να τρέμει από τα νεύρα και τη θλίψη της.
«Θα μου κάνεις εσύ υποδείξεις συμπεριφοράς; Εσύ, ψεύτη; Εσύ;».
Η Κέιτ είδε τον Στέφανο να σηκώνεται και να την πλησιάζει αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ένιωθε ότι ήταν σε αυτό το όνειρο όπου θες να τρέξεις αλλά δεν μπορείς γιατί είσαι μέσα σε κινούμενη άμμο και όσο προσπαθείς τόσο βυθίζεσαι. Ήθελε να τρέξει μακριά του, να κρυφτεί, να μην τον ξαναδεί μπροστά της . 
Και ξαφνικά όλα γύρω της σκοτείνιασαν και άρχισε να βουλιάζει σε μια σκοτεινή άβυσσο.

Linking To a Song

Click here to play the song

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Βάλε το κίτρινο φουστάνι


Κεφάλαιο 16-Το κίτρινο είναι το χρώμα της ζήλιας


Κεφάλαιο 16

Η Κέιτ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ένιωθε τόσο μπερδεμένη που ήθελε να τσιρίξει. Ναι, μεν, είχε αποδείξεις ότι ο Στέφανο ήταν με την Αλεσάντρα, αλλά δεν είχε αποδείξεις ότι κοιμήθηκαν μαζί. Και αν η Αλεσάντρα ήθελε να ενημερώσει τον Στέφανο για την ατζέντα γιατί δεν τον πήρε στο κινητό του; Μήπως το έκανε επίτηδες για να την κάνει να ζηλέψει; Από την άλλη, όμως, γιατί ο Στέφανο δεν της είπε εκείνο το πρωινό πού πήγε και γιατί δεν επιχείρησε καν να υπερασπιστεί τον εαυτό του;
Θα τρελαθώ, σκέφτηκε η Κέιτ και ξεφύσηξε. Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε ότι ήταν αγκαλιά με τον Στέφανο σε μια παραλία. Αυτό σκεφτόταν πάντα για να ηρεμήσει και έπιανε. Σήμερα όμως δε φαινόταν να έχει αποτέλεσμα.  Ίσως το πρωί τον πετύχαινε στην κουζίνα και συζητούσαν λίγο για το θέμα που την απασχολούσε.
Το πρωί η Κέιτ ξύπνησε με μαύρους κύκλους και πολύ κακή διάθεση. Έβαλε ωστόσο ένα λαμπερό κίτρινο φόρεμα για να της φτιάξει το κέφι και κατέβηκε κάτω για να σώσει ό,τι απέμεινε από την αξιοπρέπειά της. Ο Στέφανο όμως δεν ήταν εκεί. Η μητέρα της την είδε και την επαίνεσε για το φόρεμά της. «Ο Στέφανο δεν είναι εδώ» είπε αδιάφορα η μητέρα της. «Θα είναι στο εκτροφείο ως το βράδυ. Είπε ότι του προέκυψε κάτι επείγον και θα φύγει αύριο το πρωί τελικά». Αύριο το πρωί; σκέφτηκε απελπισμένη η Κέιτ. Κιόλας; Φεύγει πιο νωρίς από ό,τι προγραμμάτιζε; Ο Στέφανο δε συνήθιζε να αφήνει δουλειές στη μέση. Μάλλον δεν άντεχε τις τύψεις και αποφάσισε να μην αντιμετωπίσει την Κέιτ. Δειλέ, σκέφτηκε η Κέιτ.

Η Κέιτ πήγε μια βόλτα στην πόλη με το αμαξάκι της με σκοπό να βρει τον Τζέιμς και να του πει για τα άλογά τους. Πάρκαρε έξω από το κτηνιατρείο του και θαύμασε το όμορφο κτίριο. Ο Τζέιμς είχε φτιάξει έναν πολύ ωραίο κήπο έξω από το κτηνιατρείο με πολύχρωμα λουλούδια. Και το εσωτερικό ήταν εξίσου όμορφο όμως. Στην αίθουσα αναμονής υπήρχαν όμορφα έπιπλα και παρόλο που υπήρχαν πολλά ζωάκια μέσα επικρατούσε μια σχετική ηρεμία.               
Ο Τζέιμς βγήκε λίγο μετά από το εξεταστήριο και το πρόσωπό του φωτίστηκε μόλις της είδε. «Τι θέλει το κορίτσι μας εδώ;» είπε γελαστός. «Θέλουμε τη βοήθειά σου στο εκτροφείο. Πρέπει να εξετάσεις δύο άλογα και γενικά θέλουμε να έχεις το νου σου στα άλογά μας» του απάντησε η Κέιτ. «Ωραία» απάντησε αυτός. «Μόλις τελειώσω από δω θα έρθω από το σπίτι και με πας στο εκτροφείο εσύ.» «Έγινε» απάντησε η Κέιτ και βγήκε από το κτηνιατρείο.

Κατά το μεσημεράκι ήρθε ο Τζέιμς από το σπίτι για να πάνε στο εκτροφείο. Η Κέιτ τον περίμενε στην αυλή και αφού μπήκαν στο αμάξι ξεκίνησαν για το εκτροφείο. Η Κέιτ είχε πολύ άγχος που θα έβλεπε τον Στέφανο μετά τα χθεσινά, αλλά κατάφερε να ηρεμήσει. Τι θα έκανε; Θα άρχιζε να της μιλάει μπροστά σε όλο τον κόσμο για την απιστία του;
Έφτασαν σε περίπου δέκα λεπτά στο εκτροφείο και η Κέιτ ενθουσιάστηκε με την πρόοδο. Κάθε μέρα έβλεπε το εκτροφείο να μεταμορφώνεται. Κάθε μέρα υπήρχε και μια νέα προσθήκη που έκανε την επιχείρηση να πλησιάζει όλο και πιο κοντά στην ολοκλήρωση.
Τους υποδέχτηκε ο πατέρας της ο οποίος είπε εν τάχει στον Τζέιμς τα σχετικά με τα άλογα και τον οδήγησε στους σταύλους. Ο Τζέιμς είπε ότι θα του έπαιρνε γύρω στη μία ώρα να εξετάσει τα άλογα και ζήτησε να τον αφήσουν μόνο με τα ζώα για να μην αναστατωθούν.  Ο μπαμπάς της πήρε την Τζέιν και βγήκαν έξω στη λιακάδα.
Ο Στέφανο παρέμενε άφαντος, αλλά η Κέιτ δεν τόλμησε να ρωτήσει πού ήταν.  Έκαναν μια βόλτα μαζί στο εκτροφείο και η Κέιτ είδε άλλη μια φορά πόσο ενθουσιασμένος ήταν ο μπαμπάς της. «Ο Στέφανο με βοηθάει πολύ. Είναι πολύ κρίμα που φεύγει αύριο» της είπε.
Κρίμα δε λες τίποτα, σκέφτηκε η Κέιτ.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Κεφάλαιο 15-Η μάχη στο υπνοδωμάτιο


Κεφάλαιο 15

«Τι εννοείς» επανέλαβε αυτός πιο αργά αυτή τη φορά. «Αρνείσαι ότι άφησες τη θέση σου και έφυγες άρον άρον από το Λονδίνο χωρίς να αφήσεις σημεία ζωής; Αυτό δεν είναι ο ορισμός του «παρατάω;»

Η Κέιτ απάντησε «καλύτερα να πάμε στο δωμάτιό μου. Δε θέλω να φωνάζω στο διάδρομο και να αναστατώσω τους γονείς μου». Την ώρα που το πρότεινε άρχισε κιόλας να το μετανοιώνει. Το δωμάτιό της δεν ήταν και πολύ μεγάλο και η παρουσία του εκεί θα ήταν…πολύ έντονη!

Εκείνος την ακολούθησε ήρεμα, αλλά μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του, άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω μέσα στο μικρό δωμάτιο.

«Σηκώθηκες και έφυγες λες και ήμουν ο μπαμπούλας που θα σε ανάγκαζε να μείνεις μαζί του αν δεν ήθελες. Μάθε, κυρία μου, ότι αφού δε με θες εσύ μία φορά εγώ δε σε θέλω δέκα. Νόμιζες ότι επειδή σου πρότεινα κάτι παραπάνω από αυτό που έγινε εκείνο το βράδυ δε θα δεχόμουν την άρνησή σου; Για ποιον με πέρασες; Έχω κι άλλες προτάσεις όπως ξέρεις. Δε χρειαζόταν να εξαφανιστείς μόνο και μόνο στην ιδέα ότι θα περνούσαμε άλλο ένα βράδυ μαζί. Άλλωστε το βράδυ που κοιμηθήκαμε μαζί δε θυμάμαι να πέρασες άσχημα» της είπε γρυλίζοντας.

Η Κέιτ κοκκίνισε αλλά άφησε το σχόλιό του να πέσει. «Δεν κατάλαβες καλά, μου φαίνεται» είπε βιαστικά η Κέιτ. «Δε σε παράτησα επειδή δεν ήθελα να κάνουμε σχέση. Ο λόγος είναι άλλος και δεν επιθυμώ να τον συζητήσω. Είναι γελοία η σκηνή που μου κάνεις αυτή τη στιγμή και θα ήθελα να φύγεις από το δωμάτιό μου».

Ο Στέφανο την άρπαξε από τα μπράτσα και την κόλλησε πάνω του. «Μα τω Θεώ αν δε μου μιλήσεις αμέσως θα σε κάνω να μετανιώσεις» της είπε με μάτια που πέταγαν σπίθες. «Απειλές, Μορέτι;» τον ρώτησε ειρωνικά. «Τέλειωσαν τα γλυκόλογα και το ρίξαμε στις απειλές;». «Τα γλυκόλογα προορίζονται για γυναίκες που το αξίζουν» της είπε και η Κέιτ ένιωσε την καρδιά της να σπάει σε μικρά κομμάτια και να σκορπίζει στο πάτωμα. «Σαν την Αλεσάντρα ίσως;» τον ρώτησε.

Ο Στέφανο έμεινε λίγο ακίνητος και μετά άρχισε να γελάει. «Τι σχέση έχει η Αλεσάντρα με αυτό; Με την Αλεσάντρα είχαμε μια σύντομη σχέση στα 18 μας και έκτοτε τίποτα περισσότερο. Μην προσπαθείς να αποφύγεις την ερώτησή μου γιατί έφυγες με αναφορές στην Αλεσάντρα. Είναι ένα άτομο που αγαπώ και σέβομαι και καλύτερα να την αφήσεις έξω από αυτό».

«Αφού την αγαπάς και τη σέβεσαι και εγώ δεν είμαι αντάξιά σου γιατί δεν πας σε εκείνη και πρήζεις εμένα νυχτιάτικα;» τον ρώτησε αυτή ευθαρσώς.
«Α ώστε σε πρήζω;» της είπε άγρια και μετά έπιασε με το χέρι του τον αυχένα της, την έσφιξε στο στέρνο του και τη φίλησε. Το φιλί του δεν είχε τίποτα το τρυφερό. ‘Ηταν ένα άγριο, κατακτητικό φιλί που είχε σκοπό να την υποτάξει. Η Κέιτ αντιστάθηκε αδύναμα και μετά παραδόθηκε σε αυτό που ονειρευόταν μέρες τώρα. Μακάρι αυτό το φιλί να σήμαινε κάτι παραπάνω, μακάρι να ξυπνούσε από το λήθαργο και να ανακάλυπτε ότι όλα ήταν ένα ψέμα και ότι ο Στέφανο την αγαπούσε όσο εκείνη. Μακάρι, μακάρι…

Αφού σταμάτησε να τη φιλάει, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της και την πήρε στην αγκαλιά του. Η Κέιτ έκανε να απομακρυνθεί, αλλά ο Στέφανο την άρπαξε σε κλάσματα δευτερολέπτου.

«Κάτσε ήσυχη, αλλιώς θα σου τις βρέξω» της είπε, και από το ύφος του η Κέιτ κατάλαβε ότι είχε μαλακώσει. «Πες μου τι έγινε».

Η Κέιτ δεν μπορούσε να κρατάει πια άλλο μέσα της την προδοσία. Έπρεπε να του μιλήσει και να ξεσπάσει. Νόμιζε ότι δε θα του έλεγε ότι τα ήξερε όλα;

«Τη μέρα που έφυγα από το γραφείο τηλεφώνησε η Αλεσάντρα και μου είπε ότι ξέχασες την ατζέντα σου στο κομοδίνο της τη μέρα που έφυγες από το κρεβάτι μας».

Ο Στέφανο την κοιτούσε σαν χαζός. «Και;»

«Τι και, Στέφανο»;

Ο Στέφανο συνέχιζε να την κοιτάει επίμονα μέχρι που τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. «Υπονοείς ότι…;»

«Δεν υπονοώ, Στέφανο, το λέω ξεκάθαρα. Κάναμε έρωτα και εσύ εξαφανίστηκες. Δε μου είπες πού ήσουν και μετά από μια μέρα η Αλεσάντρα με ενημερώνει ότι ήσουν στην κρεβατοκάμαρά της».

Ο Στέφανο πήρε μια βαθιά ανάσα και της είπε «σε ρωτάω πρώτη και τελευταία  φορά. Υπονοείς ότι σε απάτησα με την Αλεσάντρα;».

Η Κέιτ σκέφτηκε λίγο και απάντησε «έχω βάσιμες υποψίες».

Ο Στέφανο σηκώθηκε αργά και βγήκε από το δωμάτιο.

Η Κέιτ έμεινε στο σκοτάδι να σκέφτεται μήπως είχε κάνει ένα τεράστιο λάθος ή μήπως ο Στέφανο ήταν ένας πολύ ταλαντούχος ηθοποιός.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Κεφάλαιο 14-'Εντασηηηηηηη


Κεφάλαιο 14

Το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί προσπαθώντας να αγνοήσει το γεγονός ότι ο Στέφανο κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Γιατί μπορεί η καρδιά της να τον μισούσε, αλλά το κορμί της ήθελε να τρυπήσει τον τοίχο και να ξαπλώσει δίπλα του.
Το πρωί η Κέιτ σκέφτηκε ότι είχε ξημερώσει Τετάρτη και Σάββατο πρωί έφευγε με το τρένο για Εδιμβούργο. Δεν ήταν δα και μεγάλο διάστημα. Θα τα κατάφερνε. Κατέβηκε κάτω με σκοπό να φάει πρωινό, αλλά μόλις  είδε τον Στέφανο να πίνει καφέ στην κουζίνα άλλαξε πορεία. Το άγρυπνο μάτι του Στέφανο όμως την είδε. «Κέιτ, έλα λίγο. Θέλω να μιλήσουμε».

Καθιερώθηκε το Κέιτ ή της φαίνεται;

«Στέφανο, έχω δουλειές στην πόλη, δεν προλαβαίνω.» «Σιγά τις υποχρεώσεις, Κέιτ, μπορείς να αγοράσεις και αργότερα μαλλί για πλέξιμο» της είπε ειρωνικά. «Πρέπει να πληρώσω λογαριασμούς, έξυπνε» του απάντησε εκείνη. «Αφού δεν προλαβαίνεις λοιπόν θα σε συνοδεύσω στην πόλη για να έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε».

Ωραία, σκέφτηκε η Κέιτ, έπεσα μέσα στην παγίδα μου.

Στο αμάξι η Κέιτ είχε την ευκαιρία να τον παρατηρήσει από κοντά, να χαϊδέψει με τα μάτια της το πρόσωπό του και να μυρίσει το άρωμά του. Άραγε όλοι οι προδότες είναι τόσο γοητευτικοί; Ο Στέφανο παρέμενε υπέροχος, αν και η Κέιτ έπρεπε να παραδεχτεί ότι της φαινόταν λίγο πιο αδυνατισμένος.
«Έχεις αφήσει κάποιες εκκρεμότητες στο γραφείο και πρέπει να σε ρωτήσω μερικά πράγματα» έσπασε αυτός πρώτος τη σιωπή. «’Ο,τι θες» απάντησε αυτή πειθήνια.
«Έχεις κλειδώσει τον υπολογιστή σου και πρέπει να μου πεις τον κωδικό πρόσβασης. Επίσης θέλω μια λίστα με τους πελάτες με τους οποίους μίλησες τον τελευταίο μήνα».
«Ωραία, θα τα έχεις μέχρι αύριο» του είπε και έμεινε σιωπηλή μέχρι που έφτασαν στην πόλη. Τη συνόδευσε στις δουλειές της και μετά γύρισαν μαζί.
«Λοιπόν, θα τα πούμε» του είπε στην πόρτα, αλλά αυτός την έπιασε σφικτά από το χέρι «έχω δουλειά μέχρι το βράδυ με τον πατέρα σου, αλλά το βράδυ θέλω να μιλήσουμε».
«Εσύ όλο κάτι θέλεις, Στέφανο, τώρα είναι αυτό, αργότερα θα είναι κάτι άλλο. Αν θέλω θα μιλήσουμε» του είπε με σοβαρή έκφραση και έφυγε ενώ ένιωθε το βλέμμα του Στέφανο να της καίει την πλάτη.

Ο πατέρας της γύρισε κατά τις οκτώ παρέα με τον Στέφανο στο σπίτι και έδειχνε γεμάτος ζωή. Είχε καιρό να τον δει έτσι τον πατέρα της η Κέιτ και χάρηκε πολύ. Ο Στέφανο έδειχνε διατεθειμένος να δώσει πνοή στην επιχείρηση με οποιοδήποτε κόστος.

«Τι κάνει το κορίτσι μου;» της είπε ο μπαμπάς της. «Καλά, μπαμπά, αλλά είμαι λίγο κουρασμένη και λέω να πάω πάνω». «Κάτσε λίγο να μιλήσουμε» της είπε και η Κέιτ αποφάσισε να του κάνει το χατίρι παρόλο που ο Στέφανο την κοιτούσε με μισό μάτι. «Τα πράγματα πάνε πολύ καλά, Κέιτ» της είπε χαρούμενος ο μπαμπάς της. «Ο Στέφανο παρήγγειλε δύο φοβερά αραβικά άλογα που θα έρθουν αύριο και περιμένουμε και μερικά άλλα μέσα στο επόμενο μήνα. Απλώς πρέπει να βρούμε έναν κτηνίατρο να τα εξετάσει. Μήπως μπορεί ο Τζέιμς;».
«Σίγουρα θα μπορεί» είπε η Κέιτ. «Θα του τηλεφωνήσω να του το πω και επ’ ευκαιρία θα πάμε και καμιά βόλτα» είπε τάχα χαρούμενη αυτή. Ο Στέφανο τής έριξε μια δολοφονική ματιά, καληνύχτισε και άφησε πατέρα και κόρη μόνους στο σαλόνι.

Την ώρα που η Κέιτ έμπαινε στο δωμάτιό της άκουσε τον Στέφανο να κοπανάει κάτι στο δικό του και κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα του για να αφουγκραστεί. Όταν άκουσε τα βήματά του να πλησιάζουν, έτρεξε προς το δωμάτιό της. Εκεί έβαλε ένα ζευγάρι πυτζάμες που είχε από μικρή και ετοιμάστηκε να πάει στην τουαλέτα να πλυθεί. ‘Επλυνε τα δόντια της και το πρόσωπό της και χτένισε τα μαλλιά της. Βγαίνοντας σκόνταψε στην πετσέτα της που είχε πέσει στο πάτωμα και προσγειώθηκε μέσα στην αγκαλιά του Στέφανο ο οποίος εκείνη την ώρα επιχειρούσε να μπει στην τουαλέτα. Η Κέιτ άφησε τον εαυτό της να απολαύσει το άγγιγμά του και μετά αποτραβήχτηκε. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε αυτός γεμάτος ανησυχία. «Ναι, μια χαρά» είπε εκείνη. «Πρέπει να προσέχεις περισσότερο τον εαυτό σου. Δείχνεις πολύ αδύναμη. Μια γυναίκα που παρατάει έναν άντρα πρέπει τουλάχιστον να λάμπει από αυτοπεποίθηση».

«Εγώ δεν παράτησα κανέναν» του είπε.

«Τι εννοείς;» τη ρώτησε αυτός έξαλλος από θυμό. 

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Κεφάλαιο 13-ο Θεός έχει χιούμορ!


Κεφάλαιο 13

Δέκα μέρες μετά, μια δροσερή Τρίτη απόγευμα, η Κέιτ μετά από παρότρυνση των δικών της αποφάσισε να βγει μια βόλτα με τον Τζέιμς, έναν παιδικό της φίλο. Φόρεσε ένα φόρεμα μέχρι το γόνατο και ένα ζακετάκι κοντό για το κρύο. Όταν άκουσε την κόρνα, κατέβηκε τα σκαλιά και βγήκε στην αυλή να τον συναντήσει. Ο Τζέιμς ήταν γύρω στα 30, ψηλός και ξανθός. Ήταν πολύ γοητευτικός, αλλά η Κέιτ ποτέ δεν τον είδε ερωτικά. Ήταν  φίλος της και μαζί του ένιωθε άνετα να μιλήσει για όλα.

Ο Τζέιμς την υποδέχτηκε με ένα φιλί στο μάγουλο και καθώς έμπαιναν στο αμάξι του τη ρώτησε πού ήθελε να πάνε. Η Κέιτ πρότεινε να πάνε σε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στην περιοχή, που έφτιαχνε χειροποίητα γλυκά. Είχε καιρό να φάει ένα ωραίο, ζουμερό γλυκό και το λαχταρούσε πολύ.
Πέρασαν ωραία στη βόλτα τους. Η Κέιτ πήρε λίγο αέρα και μίλησε επιτέλους με έναν άντρα για του οποίου τις προθέσεις ήταν σίγουρη. Ο Τζέιμς έδειχνε να απολαμβάνει την παρέα της και τη ρωτούσε με ενδιαφέρον λεπτομέρειες για τη ζωή της. Η Κέιτ τον ρώτησε για τη δουλειά του και αυτός της απάντησε ότι η πελατεία του στην περιοχή είχε αυξηθεί. Ο Τζέιμς είχε ανοίξει ένα κτηνιατρείο στο Γουότφορντ και ήλπιζε ότι σιγά σιγά θα καθιερωθεί.

Γύρισαν σπίτι κατά τις 9. Η Κέιτ πρόσεξε ένα πανάκριβο αμάξι στην αυλή του σπιτιού της, αλλά υπέθεσε ότι ήταν του συνεργάτη του μπαμπά της. Καληνύχτισε τον Τζέιμς, αυτός της χάιδεψε λίγο τα μαλλιά και έφυγε.

Η Κέιτ πλησίασε στην πόρτα και άνοιξε την τσάντα της για να βγάλει τα κλειδιά της. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και από μέσα είδε να ξεπροβάλει μια οικεία φιγούρα. «Ούτε σαράντα μέρες δεν πέρασαν και με αντικατέστησες;» τη ρώτησε ειρωνικά μια βραχνή φωνή. Ήταν ο Στέφανο. Η Κέιτ τα έχασε, δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί. Προφανώς είχε εντοπίσει τα ίχνη της.
«Έχουν περάσει ακριβώς σαράντα μέρες και εγώ στη θέση σου δε θα έκανα αναφορά σε αντικαταστάτες» του είπε η Κέιτ σε εξίσου ειρωνικό ύφος.

Η Κέιτ μπήκε φουριόζα στο σαλόνι ρωτώντας τον τι στο καλό κάνει εκεί. «Μα δε σου είπαν οι γονείς σου ότι εγώ είμαι ο χρηματοδότης του μπαμπά σου; Είχα μάθει από σένα για τα προβλήματά τους και είπα να βοηθήσω διακριτικά. Τώρα όμως δε χρειάζεται να κρύβω τις καλές προθέσεις μου για να μη σε κάνω να νιώσεις άσχημα μιας και εσύ δεν έδειξες και πολύ ενδιαφέρον για τα δικά μου συναισθήματα. Ήρθα για να επιβλέψω τις εργασίες και σκοπεύω να μείνω εδώ για λίγο καιρό».

«Μα τι λες; Μείνε σε κάποιο ξενοδοχείο. Μην τολμήσεις να μείνεις στο σπίτι μου» είπε η Κέιτ. «Θα μείνω εδώ. Οι γονείς σου με αγαπάνε πολύ και με διαβεβαίωσαν ότι είμαι ευπρόσδεκτος. Θα περνάω πολύ χρόνο εδώ και δε θέλω να χάνω χρόνο μεταξύ ξενοδοχείου και σπιτιού. Και απορώ γιατί είσαι θυμωμένη. Εμένα παράτησαν».

«Δε θα μπω στον κόπο να απαντήσω, Στέφανο» είπε η Κέιτ. «Κάνε ό,τι θες, εγώ θα φροντίσω οι δρόμοι μας να μη συναντηθούν. Άλλωστε σε τέσσερις μέρες φεύγω για Σκοτία. Έχω βρει δουλειά εκεί».

Ο Στέφανο δεν έδειξε να σοκάρεται  από την πληροφορία. «Χαίρομαι που βρήκες δουλειά. Ελπίζω να μην πουλήσεις και το νέο σου αφεντικό, Κέιτ».

Κέιτ; Την αποκάλεσε Κέιτ;

«Δε σε πούλησα, Στέφανο. Ήμουν σωστή υπάλληλος και καλή ηθοποιός στην Ιταλία. Έπαιξα πολύ πειστικά το ρόλο μου…σε όλα τα επίπεδα! Δε σε λυπάμαι, γιατί ξέρω ότι θα βρεις σύντομα αντικαταστάτριά μου».

Η Τζέιν, η μαμά της Κέιτ, μπήκε στο δωμάτιο με ένα δίσκο με βουτήματα και τσάι. «Αγόρι μου, έλα να πιεις κάτι. Αύριο έχεις πολλή δουλειά με τον Φίλιπ».

Ο Στέφανο ήπιε λίγο τσάι, ευχαρίστησε και πήγε να πάρει τη βαλίτσα του από το αμάξι για να τακτοποιηθεί στο δωμάτιό του, το οποίο σημειωτέον ήταν δίπλα στης Κέιτ.

Η Κέιτ αναρωτιόταν πόση ατυχία θα της έστελνε ακόμα ο Θεός. Θα έμενε στο ίδιο σπίτι με τον άντρα που την πρόδωσε και αυτός έδειχνε θυμωμένος μαζί της! Ε όχι και να βγει από πάνω! Θα του κάνει τη ζωή μαρτύριο για να μάθει!

κεφάλαιο 12-Επιστροφή στο παιδικό δωμάτιο


Κεφάλαιο 12
Είχε περάσει ακριβώς ένας μήνας από τη μέρα που η Κέιτ έφυγε από το Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στο σπίτι των γονιών της στο Γουότφορντ. Η Σόφι επικοινωνούσε συχνά μαζί της και πού και πού την επισκεπτόταν όταν πήγαινε και εκείνη να δει τους γονείς της που έμεναν κοντά στους Ντάρσι. Η Σόφι είχε πει στην Κέιτ ότι ο Στέφανο την έψαξε το ίδιο κιόλας βράδυ που έφυγε. Η Σόφι του εξήγησε ότι επιθυμία της Κέιτ είναι να μην την ξαναενοχλήσει και εκείνος βγήκε από το σπίτι σαν μαινόμενος ταύρος κοπανώντας την ξώπορτα πίσω του.

Η Κέιτ δεν είχε ηρεμήσει ούτε μία μέρα. Συνέχιζε να σκέφτεται τον Στέφανο καθημερινά και να αναρωτιέται αν έκανε λάθος που δεν του έδωσε μια ευκαιρία να της εξηγήσει. Ίσως κάτι είχε να της πει. Ίσως…

Ναι, σιγά, σκέφτηκε. Αν ο Στέφανο ήθελε να τη βρει θα την έβρισκε. Σε κάποια σκοτεινή μεριά της καρδιάς και του μυαλού της, παρόλο που τον μισούσε που σκότωσε την αγάπη της γι’ αυτόν, ήλπιζε ότι θα την κυνηγήσει. Αυτό όμως δεν έγινε. ΟΙι μέρες περνούσαν και ο Στέφανο παρέμενε άφαντος. Η εταιρεία, από την άλλη, όπως μάθαινε από το ίντερνετ η Κέιτ, πήγαινε πάρα πολύ καλά. Είχε καταφέρει να εξαγοράσει μια μεγάλη εταιρεία τηλεπικοινωνιών στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να επεκταθεί και στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Η Κέιτ συνέχιζε να ψάχνει δουλειά κάπου μακριά, αλλά δεν έβρισκε τίποτα. Ο Στέφανο την είχε κακομάθει πολύ. Κανένα ωράριο, κανένας μισθός  και καμία περιγραφή καθηκόντων δεν ταίριαζε με αυτά που της πρόσφερε ο Στέφανο στην Πρόγκρες. Ήταν αισιόδοξη όμως ότι σύντομα θα έβρισκε κάτι καλό και θα έφευγε από το πατρικό της.

Οι γονείς της έδειχναν πολύ ευτυχισμένοι που την είχαν στο σπίτι. Τους είχε λείψει πολύ τόσα χρόνια που τους έβλεπε μόνο Σαββατοκύριακα και γιορτές. Την περιποιούνταν και την άφηναν να νιώθει και πάλι παιδί, αλλά η καρδιά τους μάτωνε που την έβλεπαν να αδυνατίζει συνέχεια. Στην πραγματικότητα, η Κέιτ, περιφερόταν σαν ένα άψυχο ρομπότ μέσα στο σπίτι και το μόνο που έκανε ήταν να διαβάζει βιβλία και να πλέκει. Η μαμά της την πίεζε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα της, αλλά η Κέιτ είχε χάσει την όρεξή της. Είχε χάσει 2 κιλά σε ένα μήνα και τα άλλοτε φωτεινά μάτια της σκοτείνιαζαν πια από μαύρους κύκλους.

Ο πατέρας της Κέιτ έδειχνε να είναι ενθουσιασμένος με μια νέα επιχειρηματική του δραστηριότητα. Μετά την αποτυχία του στο χρηματιστήριο και αφού βυθίστηκαν οικογενειακώς στην ανέχεια για μερικά χρόνια, τώρα είχε αναλάβει να στήσει μια επιχείρηση εκτροφής αλόγων με τη χρηματοδότηση ενός φίλου του. ΟΙ Ντάρσι λάτρευαν ανέκαθεν τα άλογα και η Κέιτ έκανε ιππασία από πολύ μικρή. Χαιρόταν που ο μπαμπάς της είχε επιτέλους κάτι για να απασχολείται και ήταν σίγουρη ότι δε θα επαναλάμβανε το ίδιο λάθος όταν άρχιζε η επιχείρηση να αποφέρει κέρδος.

Για την οικογένειά της ήταν όλα καλά αλλά για εκείνην η ζωή ήταν μια κόλαση. Κάθε μέρα ξυπνούσε με ανακατεμένο στομάχι, χωρίς να έχει φάει. Έκλαιγε συνέχεια και δεν μπορούσε να σταματήσει να αναρωτιέται γιατί άφησε τις άμυνες της και παραδόθηκε αμαχητί σε έναν άντρα σαν τον Στέφανο.

Κυρίως όμως, αναρωτιόταν, πού να είναι και τι να κάνει.


Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Το σαλόνι των κοριτσιών


κεφάλαιο 10-Η μεγάλη φυγή


Κεφάλαιο 10

Η Κέιτ έμεινε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, ανίκανη να συνειδητοποιήσει αυτό που άκουσε. Μετά σηκώθηκε αργά, σαν αυτόματο, πήρε την τσάντα της και έβαλε μέσα τα πράγματά της. Άρχισε να περπατάει προς το ασανσέρ αγνοώντας τα βλέμματα απορίας των υπαλλήλων του ορόφου που δεν την είχαν δει να φεύγει ποτέ πριν τη λήξη του ωραρίου. Αυτό που δεν ήξεραν είναι ότι το ωράριό της είχε τελειώσει. Άπαξ για παντός.

Όταν η Κέιτ άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού της, αναρωτήθηκε πώς είχε φτάσει εκεί. Δε θυμόταν πώς μπήκε στο λεωφορείο, πώς κατέβηκε και πώς περπάτησε μέχρι εδώ. Είχε μπει στον αυτόματο πιλότο μάλλον.

Όταν μπήκε στο σαλόνι, βρήκε τη Σόφι να βλέπει τηλεόραση. «Πώς έτσι νωρίς;» τη ρώτησε η φίλη της. Τότε, η Κέιτ, κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα που έβλεπε στον κήπο και άφησε τον εαυτό της να ξεσπάσει. Άρχισε να κλαίει γοερά. Δάκρυα αυλάκωναν το όμορφο πρόσωπό της και το σώμα της τρανταζόταν από τους λυγμούς. Η Σόφι, ανήσυχη, έτρεξε κοντά της. «Τι έγινε» ρώτησε «ο Στέφανο; Είναι καλά;». Η Κέιτ έκλαψε για μερικά λεπτά, αφηγήθηκε στην Σόφι τι συνέβη και συνέχισε να κλαίει. Η Σόφι πήγε να της φτιάξει ένα τσάι και έτσι η Κέιτ είχε χρόνο να σκεφτεί τις επόμενες κινήσεις της. Θα έφευγε μακριά. Θα χανόταν για πάντα από τη ζωή του. Θα προσπαθούσε να ξεχάσει την προδοσία αν και αυτό της φαινόταν πολύ απίθανο. Τέτοιες εμπειρίες μένουν πάντα μέσα σου, σκέφτηκε, σε σημαδεύουν και σε κάνουν ανίκανο να ξαναγαπήσεις.

Όταν μπήκε η Σόφι στο δωμάτιο, η Κέιτ της είπε ότι θα φύγει. «Πού θα πας;» ρώτησε ανήσυχη η Σόφι. «Θα πάω στους γονείς μου για λίγο καιρό. Από εκεί θα βρω μια νέα δουλειά κάπου βόρεια, ίσως στη Σκοτία, και μετά βλέπουμε. Είμαι σίγουρη ότι ο Στέφανο θα με ψάξει. Δεν είναι συνηθισμένος να χάνει. Είναι σημαντικό να κρύψεις τα ίχνη μου αν έρθει εδώ» είπε στη φίλη της.
«Μήπως πρέπει να μιλήσετε πρώτα;» ρώτησε η Σόφι δειλά μετά από λίγο. «Να πούμε τι, Σόφι; Ότι γι αυτόν ήμουν ένα στοίχημα; Ότι ήθελε να με προσθέσει στη λίστα των κατακτήσεών του και όταν με κατοχύρωσε έσπευσε για σίγουρη ικανοποίηση σε άλλη γυναίκα; Δεν μπορούσε καν να περιμένει λίγο; Το επόμενο ακριβώς πρωί αντί να μείνει μαζί μου πήγε να κάνει έρωτα με αυτήν; Ούτε το όνομά της δεν μπορώ να πω» είπε η Κέιτ κλαίγοντας ξανά. «Ο ψεύτης, ο παλιάνθρωπος. Μου πήρε και δώρο από τα αεροδρόμιο, μου είπε ότι θα έρθει απόψε. Πρέπει να προλάβω να φύγω πριν έρθει. Αν τον δω δε θα μπορέσω να συγκρατηθώ. Θα ορμήξω πάνω του και θα τον κάνω να μετανιώσει. Εγώ φταίω, Σόφι, εγώ.  Εγώ που αφέθηκα και του έδωσα το τελευταίο που δεν του είχα δώσει. Εγώ φταίω. Αγάπησα ένα γυναικά και τώρα το πληρώνω».

Η Κέιτ πετάχτηκε από την πολυθρόνα και πήγε να μαζέψει τα πράγματά της. Η Σόφι την ακολούθησε βουβά. Η Κέιτ διάλεξε μερικά ρούχα και τα έριξε σε μια βαλίτσα. «Σόφι, είναι σημαντικό, να μην αποκαλύψεις στον Στέφανο πού είμαι. Θα έρθει εδώ και θα με ψάξει. Θα θυμώσει που με έχασε. Είναι εγωιστής. Θα σου πει ψέματα, θα σε ρίξει. Έχει φοβερή πειθώ. Μην τον πιστέψεις. ‘Εχω ακράδαντα στοιχεία. Έχω την ομολογία της άλλης γυναίκας. Μην υποκύψεις».

Η Κέιτ αγκάλιασε τη Σόφι η οποία ήταν συγκινημένη που θα έφευγε η φίλη της. Πήρε τη βαλίτσα της και κατέβηκε να βρει ταξί για να πάει στο σταθμό των τρένων. Σε λίγες ώρες θα ήταν στην ηρεμία του πατρικού σπιτιού της και εκεί θα προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να κάνει την καρδιά της να σταματήσει να πονάει.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Tο δώρο της μαμάς του Στέφανο

Κεφάλαιο 9- Κέιτ και Στέφανο, Η Επιστροφή


Κεφάλαιο 9

Η Κέιτ αποφάσισε για να μην την πιάσει κατάθλιψη να μετατρέψει τις αρνητικές σκέψεις σε θετικές. Εστίασε στο ότι είχε ελεύθερο χρόνο να ετοιμαστεί με την ησυχία της για το ταξίδι αντί να σκέφτεται αν η χθεσινή βραδιά με τον Στέφανο σήμαινε αυτόματα ότι είναι και μαζί. Άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα της και μετά έκλεισε και τη βαλίτσα του Στέφανο. Έβαλε ένα φόρεμα που είχε αφήσει έξω και ένα ζευγάρι μπλε πέδιλα που είχε αγοράσει πέρσι από το Παρίσι. Στη συνέχεια κατέβηκε κάτω και πέρασε λίγη ώρα με τους γονείς του Στέφανο και την Πατρίτσια που είχε έρθει για να τους αποχαιρετήσει. Ούτε οι γονείς του Στέφανο ήξεραν πού είναι ο γιος τους ή τουλάχιστον δεν έδειξαν να ξέρουν. Ευτυχώς, μετά από περίπου 3 ώρες, γύρισε ο Στέφανο για να φύγουν μαζί για το αεροδρόμιο. Ο Στέφανο φαινόταν λίγο σκεπτικός, αλλά η Κέιτ το απέδωσε στην αποχώρηση από την Ιταλία.

Η μητέρα του Στέφανο, αποχαιρετώντας τους με δάκρυα στα μάτια γύρισε στην Κέιτ και της έδωσε ένα μικρό κομμάτι. Η Κέιτ το άνοιξε και είδε μια μικρή μινιατούρα από γυαλί Μουράνο. Η Κέιτ τη φίλησε θερμά και την ευχαρίστησε. Από μέσα της, όμως, λυπόταν για αυτή τη γυναίκα με το ζεστό βλέμμα που νόμιζε ότι έκανε δώρο στη μέλλουσα γυναίκα του γιου της.

Η Κέιτ και ο Στέφανο φίλησαν τους πάντες, μπήκαν στο αμάξι και ο οδηγός βγήκε στον κεντρικό δρόμο με προορισμό το αεροδρόμιο. Όταν έμειναν μόνοι, η Κέιτ ένιωσε μια ανατριχίλα να τη διαπερνά. Ένιωθε την ένταση μέσα στη στενή λιμουζίνα και ένιωθε τον Στέφανο σφιγμένο. Κάποιος έπρεπε να ξεκινήσει τη συζήτηση. «Τι νέα;» είπε η Κέιτ. Ωραία ατάκα, σκέφτηκε από μέσα της. «Μια χαρά, Κάθριν, συγγνώμη που είμαι λίγο απόμακρος. Θα το συζητήσουμε άλλη στιγμή. Είναι και που φεύγω από την Ιταλία. Μου έπεσαν πολλά». Ενώ εμένα η όλη κατάσταση μου φαίνεται πολύ φυσική, σκέφτηκε η Κέιτ. Μόλις έκανα σεξ με το αφεντικό μου και αυτός συμπεριφέρεται σαν να μην έγινε τίποτα. Αφού γύρισε από τον μυστικό προορισμό. Γιατί πριν ήταν όλα καλά.

Η παγωμάρα συνεχίστηκε μέχρι το αεροδρόμιο, όπου εκεί ο Στέφανο επέμεινε να της αγοράσει ένα δωράκι. Η Κέιτ επέμεινε ότι δε θέλει τίποτα, αλλά τελικά αυτός της αγόρασε ένα μεταξωτό φουλάρι. Καλό δείγμα αυτό, σκέφτηκε η Κέιτ. Μου αγόρασε δώρο. Αυτή την κατήφεια να μην είχε και όλα θα ήταν υπέροχα, σκέφτηκε η Κέιτ.

 Η Κέιτ στο αεροπλάνο χάζευε ένα περιοδικό μόδας όταν ο Στέφανο έσκυψε προς το μέρος της, την αγκάλιασε και άρχισε να σχολιάζει τα ρούχα μαζί της. Η Κέιτ ξεκαρδίστηκε με τα σχόλια του τύπου «απαίσιο φόρεμα, πολύ στενό» ή «αυτό θα πήγαινε περισσότερο σε σένα απ’ ό,τι στο μοντέλο».  Η ατμόσφαιρα φάνηκε να ελαφραίνει και συνεχίστηκε έτσι μέχρι που έφτασαν στο Λονδίνο και ο σοφέρ του Στέφανο τους παρέλαβε από εκεί για να τους πάει στα σπίτια τους. Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι της Κέιτ, ο Στέφανο βγήκε για να τη βοηθήσει με τις βαλίτσες. Τη φίλησε ανάλαφρα και της ψιθύρισε «σήμερα είμαι κουρασμένος, αλλά αύριο θα κοιμηθούμε μαζί. Αν θες». Ποιος τυφλός δε θέλει το φως του; «Στέφανο, αύριο αντί να έχουμε ρεπό, λόγω καθυστέρησης της πτήσης δουλεύουμε κανονικά.  Αν δεν είμαστε και οι δύο τέζα το βράδυ, θα κάνουμε ό,τι θες». «Ό,τι θέλω;» απάντησε αυτός πονηρά. «Στα πλαίσια της λογικής βέβαια» του είπε αυτή γελώντας με την ψυχή της. Ο Στέφανο της έδωσε ένα φιλί που έμοιαζε με προκαταβολή για την αυριανή μέρα και η Κέιτ ανταπέδωσε. «Καληνύχτα, μωρό μου,» της είπε.
Περιγραφή: C:\Program Files (x86)\Microsoft Office\MEDIA\OFFICE14\Bullets\BD14578_.gif                                              Περιγραφή: C:\Program Files (x86)\Microsoft Office\MEDIA\OFFICE14\Bullets\BD14578_.gif                                         Περιγραφή: C:\Program Files (x86)\Microsoft Office\MEDIA\OFFICE14\Bullets\BD14578_.gif                                            Περιγραφή: C:\Program Files (x86)\Microsoft Office\MEDIA\OFFICE14\Bullets\BD14578_.gif
Μα, καλά, πού πρόλαβε να παραγγείλει λουλούδια ακόμα δεν ήρθαμε; Ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα την περίμεναν στο γραφείο της το πρωί της Τρίτης. Λευκά τριαντάφυλλα; Τι συμβολίζουν; Μήπως είναι έμμεση αναφορά στην άρτι απολεσθείσα αγνότητα μου; σκέφτηκε.
Ο Στέφανο βγήκε από το γραφείο μόλις την άκουσε.  «Σου αρέσουν;» τη ρώτησε. «Πολύ! Μα πότε πρόλαβες;». «Όποιος θέλει μπορεί» της είπε χαμογελαστός και τη φίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Η Κέιτ ένιωσε σαν να μπήκε στην πρίζα και να φορτίστηκε. Ξαφνικά ένιωθε έτοιμη να κινήσει βουνά!
«Κάρα, πρέπει να βγω για μια εξωτερική δουλειά και θα γυρίσω το απόγευμα. Αν δε σε προλάβω θα τα πούμε το βράδυ. Έχουμε πολλά να συζητήσουμε εμείς» της είπε και της έκλεισε το μάτι. «Στη  διάθεση σας, αφεντικό» του είπε και η Κέιτ σε εξίσου ανάλαφρο ύφος.

Η Κέιτ δούλεψε με πολλή όρεξη, τόση που ξέχασε να κοιτάξει το ρολόι της. Μία μέρα άργησαν και όλα είχαν πάει πίσω. Κατά το μεσημεράκι σταμάτησε για λίγο και  χάζεψε τα λουλούδια της. Τι όμορφα που ήταν! Ήταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Το βράδυ θα βρισκόταν με τον Στέφανο να μιλήσουν. Μακάρι να κοιμόντουσαν και μαζί.

Ξαφνικά ο ήχος του τηλεφώνου του Στέφανο χτύπησε και την έβγαλε από τις σκέψεις της. Πέρασε τη γραμμή στο γραφείο της και απάντησε. «Καλημέρα, με ποια μιλάω;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που της φάνηκε οικεία. «Είμαι η Κέιτ Ντάρσι, η προσωπική βοηθός του κύριου Μορέτι» απάντησε η Κέιτ όσο έστυβε το μυαλό της να θυμηθεί ποια ήταν η γυναίκα. «Κέιτ, εσύ είσαι; Είμαι η Αλεσάντρα, η φίλη του Στέφανο». Παύση. «Μπορείς να του μεταφέρεις ότι άφησε την ατζέντα του στο κομοδίνο μου χθες το πρωί;».



Κεφάλαιο 8-Το επόμενο πρωί


Κεφάλαιο 8

Η Κέιτ ξύπνησε στην αγκαλιά του Στέφανο και χαμογέλασε. Χθες του έδωσε σιωπηρούς όρκους αγάπης και ένιωσε ανάλαφρη σαν πούπουλο. Ο Στέφανο ξύπνησε αμέσως όταν την κατάλαβε να κουνιέται. «Καλημέρα, πώς είσαι;» τη ρώτησε. «Καλά, λίγο πιασμένη, αλλά καλά» είπε η Κέιτ κοκκινίζοντας. Ο Στέφανο τη φίλησε στα χείλη και συνέχισε «κι εγώ πονάω , αλλά το ευχαριστήθηκα χθες». Η Κέιτ γέλασε με την ειλικρίνειά του.

Από το μυαλό της άρχισαν να περνάνε εικόνες από το χθεσινό βράδυ. Κοιμήθηκαν σχεδόν όταν είχε χαράξει αφού είχαν κάνει για ώρες έρωτα. Ο Στέφανο έβαλε όλη του τη μαεστρία και αυτή το απόλαυσε στο έπακρο. Ο ένας δε χόρταινε τον άλλον. Τα φιλιά διαδέχονταν τα χάδια και όταν έφταναν μαζί στην ολοκλήρωση, άρχιζαν από την αρχή. Η Κέιτ ένιωθε το κορμί της να μη χορταίνει το κορμί του Στέφανο. Δεν όριζε τις κινήσεις της, ήταν σαν τα χέρια της να είχαν δική τους θέληση. Ο Στέφανο φάνηκε να απόλαυσε τον έρωτα μαζί της γιατί λίγο πριν κοιμηθούν της είπε «έπρεπε να τα είχαμε κάνει πιο νωρίς αυτό».

Ο Στέφανο την έσφιξε στην αγκαλιά του και τη ρώτησε μισοαστεία μισοσοβαρά «λοιπόν; Είμαι φλογερός εραστής ή όχι; Με προκάλεσες και θέλω να δω αν σου το απέδειξα!». Η Κέιτ μετά από μια μακρά σιγή έθιξε το θέμα που απέφευγαν από χθες. «Ε, δεν έχω και μεγάλο δείγμα για σε συγκρίνω» του είπε δειλά. Ο Στέφανο σοβάρεψε ξαφνικά και έκανε μια μακρά παύση. «Αν μου το έλεγες θα φρόντιζα να γίνει αλλιώς» είπε προσεκτικά. Η Κέιτ έσπευσε να τον ηρεμήσει «Ω, μην ανησυχείς, ήταν υπέροχο, όλα πήγαν μια χαρά. Λυπάμαι αν σε σόκαρα, αλλά δεν ήθελα να σε διακόψω. Είχες πάρει φόρα». Ο Στέφανο την  κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια για λίγη ώρα και μετά της έκανε την ερώτηση που φοβόταν η Κέιτ. «Γιατί διάλεξες εμένα;».

ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ, ΒΛΑΚΑ, φώναξε από μέσα της. Και κάθε γυναίκα θέλει η πρώτη της φορά να είναι με αυτόν που αγαπάει. Δε βλέπεις πόσο σε αγαπάω; Στραβέ!

Η Κέιτ άρχισε να βγάζει κάτι ήχους που σε καμία περίπτωση δε θύμιζαν λέξεις, αλλά πριν χρειαστεί να απαντήσει χτύπησε το κινητό του Στέφανο. Ο Στέφανο δεν έδειξε να θέλει να απαντήσει, αλλά η Κέιτ τού θύμισε ότι ίσως είναι από το ταξιδιωτικό γραφείο. Ο Στέφανο σηκώθηκε και απάντησε το κινητό. Όποιος και να ήταν αυτός που του μιλούσε, τον έκανε να ανησυχεί. Ο Στέφανο έσμιξε τα φρύδια του και φάνηκε πολύ αγχωμένος με αυτά που άκουγε. Όταν το έκλεισε, άρχισε να ντύνεται γρήγορα. «Μωρό μου, συγγνώμη, αλλά πρέπει να πεταχτώ κάπου. Είναι κάτι προσωπικό και θα το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή. Μάζεψε τις βαλίτσες μας και θα είμαι πίσω έγκαιρα για να φύγουμε για αεροδρόμιο». Πριν πεταχτεί έξω από την πόρτα της έδωσε ένα πεταχτό φιλί και η Κέιτ έμεινε για άλλη μια φορά μόνη. Αυτή τη φορά όμως της κόστισε πιο πολύ.


Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Κεφάλαιο 7-ΧΧΧ


Κεφάλαιο 7
Η Κέιτ ήταν πια πεπεισμένη ότι ο Σάμιουελ Μπέκετ θα έκανε μεγαλύτερη επιτυχία αν έγραφε το «Περιμένοντας τον Στέφανο» αντί για τον Γκοντό. Πρωταγωνίστρια θα ήταν η Κέιτ και θα έκανε αυτό που ήξερε να κάνει καλά. Θα περίμενε. Τον Στέφανο.

Είχε περάσει όλο το απόγευμα παρέα με τη μαμά του Στέφανο. Η Αλμπα της μίλησε για τη παιδική ηλικία του Στέφανο. Της είπε ότι ήταν ένα ατίθασο αγόρι που δε διάβαζε πολύ, αλλά επαιρνε πάντα καλούς βαθμούς. Είχε αδυναμία στα άλογα και έκανε ώρες ιππασία με την Αλεσάντρα. Να τη πάλι η Αλεσάντρα, σκέφτηκε η Κέιτ. Ευτυχώς πέρασε και η Πατρίτσια αργότερα και κάπως πέρασε το βράδυ. Όταν ήρθε η ώρα να ξαπλώσει αναρωτήθηκε αν έπρεπε να βάλει το περιβόητο νυχτικό για να τον εκνευρίσει περισσότερο όταν έβλεπε τι τον περίμενε στο κρεβάτι. Και αυτό έκανε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και τον περίμενε. Κατά τις δύο άρχισε να τον σκέφτεται αγκαλιά με την Αλεσάντρα και δεν κρατήθηκε. Άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν στα μάγουλά της. Έκλαψε για τις ώρες που τον περίμενε και για την αγάπη που δεν μπορούσε να του δώσει. Έκλαψε, έκλαψε και όταν πια στέρεψαν τα δάκρυά της, αποφάσισε να πάει μια βόλτα στον κήπο και να χαλαρώσει, τρόπος του λέγειν, με ένα ποτήρι κρασί δίπλα στην πισίνα.

Κατέβηκε αργά στον κάτω όροφο. Το σπίτι ήταν πολύ ήρεμο, όλοι θα κοιμούνται, σκέφτηκε. Όλοι θα κοιμούνται και εγώ κυκλοφορώ σαν το βρικόλακα επειδή ο κύριος Μορέτι εκνευρίστηκε και με άφησε σύξυλη. Βγήκε στον κήπο και περπάτησε ξυπόλυτη στο γκαζόν, απολαμβάνοντας τη δροσερή αίσθηση πάνω στα πόδια της. Ο κήπος ήταν γεμάτος λουλούδια. Ξαφνικά άκουσε έναν ήχο που έμοιαζε με παφλασμό από την άλλη άκρη του κήπου. Ενώ πλησίαζε, είδε μια φιγούρα μέσα στην πισίνα. Ήταν ο Στέφανο. Ώστε ήταν στο σπίτι; Μα τι έκανε εδώ μόνος; Ήταν στο απέναντι άκρο της πισίνας, με γυρισμένη την πλάτη προς το μέρος της και στηριζόταν στο γείσο.

Η Κέιτ είδε τους μυς στην πλάτη του σφιγμένους και κατάλαβε ότι δεν ήταν ήρεμος. Τι τον βασάνιζε; Θα έκανε τα πάντα για να τον κάνει και πάλι χαρούμενο. Θα του έδειχνε ότι μπορούσε να διώξει το θυμό του. Το πρώτο βήμα ήταν να προκαλέσει την αντίδρασή του. Θα έπαιζε το τελευταίο χαρτί της κι ας καιγόταν.

Στάθηκε στην άλλη άκρη της πισίνας και του φώναξε «έτσι έχεις μάθει εσύ;». Ο Στέφανο, προφανώς απορροφημένος στις σκέψεις του, γύρισε απότομα. Η Κέιτ μπήκε αργά στην πισίνα φορώντας το νυχτικό της. Ήταν λευκό και όταν βρεχόταν δε θα την προστάτευε καθόλου, αλλά ήταν σίγουρα καλύτερο από το να γδυθεί μπροστά του και να βουτήξει με τα εσώρουχα. «Τι να έχω μάθει;» τη ρώτησε αυτός αγέλαστος. Η Κέτι έκανε ένα μακροβούτι και βρέθηκε πολύ κοντά του. Κάλυψε την υπόλοιπη απόσταση με μερικές απλωτές και όταν έφτασε σε απόσταση ενός μέτρου από εκείνον του είπε με θράσος «τη φήμη του φλογερού εραστή την έβγαλες αφήνοντας τις γυναίκες να περιμένουν στο κρεβάτι;». Τα μάτια του Στέφανο πέταξαν φλόγες προς το μέρος της. Το νερό ήταν παγωμένο, αλλά η Κέιτ ένιωθε τη θερμοκρασία να ανεβαίνει μεταξύ τους. «Τόλμα να το ξαναπείς αυτό» της είπε προειδοποιητικά. Η Κέιτ έκανε να ανοίξει το στόμα της, αλλά πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη ο Στέφανο την άρπαξε και την κόλλησε πάνω του. Άρχισε να τη φιλάει με πάθος αφήνοντας την ξέπνοη. Εξερευνούσε με τη γλώσσα κάθε πόντο του στόματός της ενώ τα χέρια του χάιδευαν το κορμί της. «Ένας άντρας που σε σέβεται σε αφήνει στο κρεβάτι μόνη, Κάθριν» της είπε και συνέχισε να τη φιλάει μανιασμένα. Η Κέιτ δεν μπορούσε να τον σταματήσει και δεν ήθελε. Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και τον άφησε να τη χαϊδεύει κυριαρχικά. «Δυο ώρες μπάνιο σε παγωμένη πισίνα και ακόμα δεν έχω ηρεμήσει» της είπε πονηρά. Η Κέιτ ανταπέδιδε τα φιλιά του χωρίς να απαντάει. Χόρταινε το χάδι του και το άρωμα του κάτω από έναν ουρανό γεμάτο άστρο μέσα σε μια πισίνα, μια εικόνα που θα τη συντρόφευε στη υπόλοιπη ζωή της. «Επειδή σε σέβομαι, δεν έκανα κίνηση, αλλά αν είναι να σε χαίρεται ο νερόβραστος ο Αγγλάκος σου, θα σε χαρώ εγώ πρώτος» της είπε και με μια βίαια κίνηση της έσκισε το νυχτικό κάτω από τα νερό. «Μη!» είπε σοκαρισμένη και παράλογα ενθουσιασμένη η Κέιτ «το έχω αγοράσει με τα λεφτά σου». «Δε με νοιάζει τίποτα. Με ακούς; Θα σου πάρω άλλα 100 και θα σου τα σκίσω κι αυτά» της είπε αυτός. Συνέχιζαν να φιλιούνται αγκαλιά μέσα στο νερό και να εξερευνά ο ένας το κορμί του άλλου μέχρι που ο Στέφανο έκανε μια απότομη κίνηση προς τη σκάλα, τραβώντας από πίσω του την Κέιτ. Της έδωσε μια πετσέτα να σκουπιστεί, μάζεψε το σκισμένο νυχτικό και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του σπιτιού. Το βήμα του ήταν ταχύ και η Κέιτ ακολούθησε. Δε ρώτησε που πήγαιναν. Ήξερε. Και θα τον ακολουθούσε. Ως την άκρη της γης.

Είχε μια ζωή για να μετανιώνει την εύκολη παράδοσή της. Απόψε, όμως, θα απολάμβανε τον έρωτα του Στέφανο…

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Το αμάξι του Στέφανο


Κεφάλαιο 6-Πυκνοί καπνοί κυκλώσαν την Τοσκάνη


Κεφάλαιο 6

Σε ποιο σύμπαν ο άντρας έφευγε στις 8 να πάει να βοηθήσει την αδερφή του  με τα δώρα του γάμου της και 11 η ώρα ήταν ακόμα εκεί;
Η Κέιτ είχε αλλάξει, είχε κάνει μια βόλτα στον κήπο, είχε δει τηλεόραση στο μεγάλο σαλόνι και ο Στέφανο ήταν ακόμα άφαντος. Η Κέιτ κατά τις έντεκα και μισή ξάπλωσε, διάβασε λίγο από το βιβλίο της και τον περίμενε. Στις 12 δεν είχε έρθει ακόμα. Στη μία το ίδιο.
Και θέλει να μας πείσει ότι πήγε στην αδερφή του να τη βοηθήσει με τα δώρα και κάθεται σαν τον μπάστακα ενώ το ζευγάρι θέλει να απολαύσει την πρώτη νύχτα σαν παντρεμένο ζευγάρι; σκέφτηκε η Κέιτ.  Σιγά! Ούτε μια χαζή δε θα το πίστευε. Αυτό το κάθαρμα, αυτός ο αχρείος είχε πάει να «χαλαρώσει» με τη Αλεσάντρα. ‘Ηταν σίγουρη. Ε, βέβαια, έτσι ήταν ο Στέφανο. Τη μία της πετούσε υπονοούμενα, την άλλη τη φιλούσε και την επόμενη στιγμή χανόταν για ώρες. Ευτυχώς που αύριο έφευγαν. Δεν άντεχε άλλη βραδιά να κοιμάται δίπλα στον Ιούδα τον Ισκαριώτη.

Η Κέιτ κοιμόταν βαθιά, αλλά ξύπνησε όταν τον άκουσε να μπαίνει στο δωμάτιο. Γύρισε απότομα και τον ρώτησε πριν προλάβει να συγκρατηθεί «Πώς έτσι νωρίς;». Ο Στέφανο φαινόταν κουρασμένος και άρχισε να ξεντύνεται. «Τι ύφος ανακριτικό είναι αυτό; Σου είπα να με περιμένεις;». Η Κέιτ ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα αλλά προσπάθησε να μην τα αφήσει να κυλήσουν. «Κάθομαι και σε περιμένω από τις οκτώ σε ένα σπίτι που δεν είναι δικό μου, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρω,  και εσύ μου λες ότι δεν έπρεπε να περιμένω; Τι να έκανα; Να έβγαινα για ποτό στην πόλη;». Ο Στέφανο την κοίταξε και της είπε «συγγνώμη γι’ αυτό που είπα. Δεν έχω συνηθίσει σκηνές ζηλοτυπίας». Η Κέιτ ανέβασε τον τόνο της φωνής της «ποιες σκηνές ζηλοτυπίας; Είναι κανόνας ευγενείας όταν φιλοξενείς κάποιον να φροντίζεις να περνάει καλά και όχι να σε περιμένει με τις ώρες. Και πες μου, σε παρακαλώ, έναν καταραμένο λόγο που σε 30 τ.μ. υπνοδωμάτιο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ». Ο Στέφανο χαλάρωσε τον κόμπο της γραβάτας του και την κοίταξε. «Ούτε σε αυτό το υπνοδωμάτιο, ούτε και σε αυτό που έχω στο Λονδίνο έχω τηλεόραση». «Και γιατί;» ρώτησε η Κέιτ. «Πιστεύω ότι σε ένα υπνοδωμάτιο υπάρχουν πολύ πιο ενδιαφέρουσες δραστηριότητες στις οποίες μπορείς να επιδοθείς» είπε ξερά εκείνος. Η Κέιτ έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας και του είπε «εγώ φταίω που ρώτησα, λατίνε εραστή. Πέφτω για ύπνο, γιατί αρκετά σε περίμενα».

Ο Στέφανο έκανε ντους και έβαλε την πυτζάμα του ή μάλλον την απουσία πυτζάμας του, και ξάπλωσε δίπλα της. «Αν σου δώσω ένα φιλάκι θα σου περάσουν τα νεύρα;» της είπε. «Μάλλον θα νευριάσω περισσότερο» απάντησε αυτή με γυρισμένη την πλάτη. Αυτός την αγκάλιασε από πίσω, πέρασε το χέρι του κάτω από το κεφάλι της, και οποία έκπληξη, κοιμήθηκε αμέσως.
Το πρωί της Κυριακής η Κέιτ  ξύπνησε με ανάμεικτα συναισθήματα. ‘Ήταν φοβερά εκνευρισμένη με την επίσκεψη του Στέφανο στην Αλεσάντρα (δεν είχε αποδείξεις, αλλά ήταν σίγουρη) αλλά χαιρόταν που θα έφευγε. Όχι πως δεν της άρεσε η Ιταλία, αλλά επιτέλους θα σταματούσε να κοιμάται αγκαλιά με τον Στέφανο κάθε βράδυ χωρίς να γίνεται τίποτα, λες και φορούσε ζώνη αγνότητας. Εκτός από μερικά φιλάκια, ο Στέφανο δεν είχε κάνει κίνηση. Από τη μία χαιρόταν γιατί ήξερε ότι δε θα του αντιστεκόταν καθόλου, αλλά από την άλλη ήταν έξαλλη. Μα τόσο άσχημη ήταν πια; Είχε δει μερικές από τις γυναίκες με τις οποίες έβγαινε και ένιωθε πολύ καλύτερή τους. Δεν της είχε λείψει ποτέ ο θαυμασμός των αντρών και είχε πολλά φλερτ. Αυτός ο άντρας όμως την αντιμετώπιζε όπως θα αντιμετώπιζε ερωτικά και μια αγελάδα. Με απέραντη αδιαφορία.

Με αυτές τις σκέψεις έβαλε ένα στενό τζιν και ένα λευκό μπλουζάκι που άφηνε ακάλυπτη την επίπεδη κοιλιά της, έτσι, για να του μπει στο μάτι. Άφησε τα μαλλιά της κάτω και κατέβηκε να φάει πρωινό και να συνεννοηθεί με τον Στέφανο για το σημερινό ταξίδι της επιστροφής . Αυτός ήταν ήδη στην τραπεζαρία και όταν μπήκε η Κέιτ την κοίταξε με ενδιαφέρον. «Στις ομορφιές σου» της είπε. «Είναι που φεύγουμε» του απάντησε εκείνη ξερά.

Ο Στέφανο έφαγε μαζί της και της είπε ότι έπρεπε να κάνει μερικά τηλεφωνήματα στο γραφείο. Η Κέιτ πήγε πάνω να ετοιμάσει τις βαλίτσες της, αλλά περίπου μισή ώρα μετά τον άκουσε να τη φωνάζει δυνατά. «Τι έγινε;» ρώτησε κατεβαίνοντας γρήγορα τις σκάλες.
Ο Στέφανο της είπε αμέσως «με πήρε ο ταξιδιωτικός μου πράκτορας. Το αεροσκάφος που θα εκτελούσε την πτήση μας έχει βλάβη. Αντί για σήμερα στις έξι το απόγευμα πετάμε αύριο την ίδια ώρα». Η Κέιτ έμεινε κοκαλωμένη, ανίκανη να πιστέψει την γκαντεμιά της. Τα συναισθήματά της πρέπει να ήταν πολύ έκδηλα στο πρόσωπό της γιατί ο Στέφανο έκανε το εξής σχόλιο «θα νόμιζα κανείς ότι δε βασανίζουμε νυχθημερόν έτσι πως κάνεις. Μια επιπλέον μέρα σε ένα παλάτσο στην Τοσκάνη δεν μπορεί να είναι και τόσο άσχημη».

Η Κέιτ είχε θυμώσει που το σύμπαν συνωμοτούσε για να περάσει άλλο ένα άυπνο βράδυ δίπλα στον Ωραίο Κοιμώμενο και επιπλέον υπήρχε και άλλος ένας λόγος.  Από τη στιγμή που η Κέιτ άκουσε για την καθυστέρηση της πτήσης σκεφτόταν τον Ανταμ.

Παραδοσιακά, ο Στέφανο της έδινε μία μέρα ρεπό μετά από κάθε ταξίδι. Είχε υπολογίσει ότι θα είχε τη Δευτέρα δική της και είχε κανονίσει να πάει για καφέ με ένα ξάδερφο της Σόφι. Η Σόφι επέμενε ότι ο νεαρός λογιστής ήταν ένας γλυκύτατος νέος που θα της έδινε την αγάπη και την προσοχή που τους στερούσε ο Στέφανο. Η Κέιτ είχε πειστεί μετά από δύο μήνες ψαλτήρι από τη φίλη της και δέχτηκε να βγουν για έναν καφέ. Τώρα, έτσι πως εξελίχτηκαν τα πράγματα, έπρεπε να το ακυρώσει. Όχι ότι είχε πρόβλημα, αλλά πώς θα έλεγε στον Στέφανο ότι είχε τέτοιες υποχρεώσεις στο Λονδίνο;
«Στέφανο, έχω μια συνάντηση τη Δευτέρα το απόγευμα. Δεν μπορούμε να πετάξουμε από αλλού;». «Τι συνάντηση;» τη ρώτησε. «Δεν είναι δουλειά σου να ρωτάς, Στέφανο. Θέλω να πάρω ένα τηλέφωνο σε κινητό στην Αγγλία να ακυρώσω ένα ραντεβού. Μου δίνεις  το δικό σου; Το δικό μου είναι ξεφόρτιστο». «Ραντεβουδάκι;» ρώτησε ειρωνικά ο Στέφανο. Μα τι στο καλό; Νομίζει ότι κάθομαι σπίτι μετά τη δουλειά και περιμένω να ξημερώσει για να τον δω; «Ναι, Στέφανο, ραντεβού. Μπορώ να πάρω τηλέφωνο τώρα;». «Ποιος είναι ο τυχερός;» επέμεινε εκείνος. «Ένας ξάδερφος της κολλητής μου, Στέφανο, λογιστής και πολύ εμφανίσιμος». Αυτό το τελευταίο το είπε για να τον πικάρει. Δεν τον είχε δει καν!

Ο Στέφανο έβγαλε αργά το κινητό του από την τσέπη του και της το έδωσε. «Να μην περιμένει ο Ανταμ σου» της είπε γελώντας ειρωνικά.

Φά’ την, σκέφτηκε η Κέιτ. Νόμιζες ότι δεν έχω ζωή πέρα από το γραφείο;

Ο Στέφανο δούλεψε μερικές ώρες στο γραφείο για να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες που θα τακτοποιούσε αν ήταν τη Δευτέρα στο γραφείο και μετά ενημέρωσε την Κέιτ ότι θα πήγαινε «μια βόλτα».

Πολύ καλά, σκέφτηκε η Κέιτ. Δε μου προτείνει να τον συνοδεύσω. Έχει νευριάσει, είναι φανερό. Του πήραν το παιχνιδάκι του. Κλασικός, εγωιστής άντρας. Δε με θέλει, αλλά δε θέλει να με έχει και άλλος…

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

H τούρτα του γάμου


Κεφάλαιο 5- Ο γάμος της "αδερφής μου".


Κεφάλαιο 5
Ονειρευόταν ή ο Στέφανο την κρατούσε αγκαλιά; Τα χέρια της ήταν εγκλωβισμένα, οπότε χρειάστηκε να δαγκώσει τα χείλη της για να συνειδητοποιήσει αν ονειρευόταν. Δεν ονειρευόταν.  Ο Στέφανο την είχε σφιχτά στην αγκαλιά και κοιμόταν. Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ή αυτή κύλισε προς το μέρος του ή αυτός την τράβηξε πάνω του. Όπως και να έγινε, αυτή βρισκόταν αυτή τη στιγμή στην αγκαλιά του άντρα που αγαπούσε κι αυτός την κρατούσε σαν να ήταν ένα μονάκριβο δώρο που δε θέλει να χάσει ποτέ. Και μύριζε όμορφα…τόσο όμορφα! ‘Ένα μείγμα καθαρού σαπουνιού και τεστοστερόνης. Αυτό είναι. Αυτό είναι το κόλπο. Κάτι στη μυρωδιά του είναι αυτό που τη μαγνητίζει. Ίσως αν άλλαζε άρωμα σταματούσε να είναι τόσο ακαταμάχητος! «Μπουοντζόρνο, κάρα» άκουσε τον Στέφανο να της ψιθυρίζει στο αυτί. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της ενώ ένιωθε τα χείλη του να καίνε το αυτί της. «Καλημέρα, Στέφανο» απάντησε κι αυτή λίγο πιο συγκρατημένα. «Δεν είναι πολύ όμορφη μέρα σήμερα;» συνέχισε αυτός απτόητος. «Πολύ όμορφη, ναι. Η κατάλληλη μέρα για να παντρευτεί η Πατρίτσια» είπε η Κέιτ τάχα αδιάφορα. Ο Στέφανο τη φίλησε πίσω από το αυτί αργά και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Κάθριν μου, σηκώνομαι από το κρεβάτι, γιατί αν συνεχίσω μας βλέπω να χάνουμε το γάμο» της είπε γελώντας. Η Κέιτ έσπευσε να τον προσγειώσει γιατί δεν ανεχόταν την αυτοπεποίθησή του. «Θεωρείς δεδομένο ότι εγώ θα παραδιδόμουν άνευ όρων;» ρώτησε. «Μα, Κάθριν, δεν ξέρεις τι μπορώ να κάνω στο κρεβάτι» είπε αυτός χαμογελαστός. «Ε , βέβαια» απάντησε αυτή "έχεις κάνει πολλή εξάσκηση".

Πάει, η μαγική στιγμή είχε περάσει. Η στιγμή που ονειρευόταν από τη στιγμή που τον πρωτοαντίκρισε είχε χαθεί ανεπιστρεπτί. Ο Στέφανο χάθηκε μέσα στο μπάνιο και εκείνη έμεινε να αναρωτιέται πώς θα περάσει η σημερινή και η αυριανή μέρα. Μόλις βγήκε ο Στέφανο, κατέβηκε να βοηθήσει με την προετοιμασία της δεξίωσης στο παλάτσο και η Κέιτ έμεινε μόνη για να ετοιμαστεί. Θα έβαζε κάτι πρόχειρο και κατά τις 5 θα φορούσε την τουαλέτα για την τελετή. Έκανε μπάνιο, σήκωσε τα μαλλιά της σε ένα πρόχειρο κότσο και κατέβηκε στο σαλόνι να βοηθήσει κι αυτή όσο μπορούσε.

«Η Πατρίτσια θα έρθει κατά τις 2» είπε η Άλμπα. «Μέχρι τότε πρέπει να τα έχουμε όλα έτοιμα για να μην αγχωθεί». «Φυσικά» είπε η Κέιτ και ο Στέφανο ταυτόχρονα. Η Κέιτ και  ο Στέφανο άρχισαν να δουλεύουν με πυρετώδη ρυθμό. Στόλισαν όλο το σπίτι με τις λευκές ορχιδέες που έφερε το ανθοπωλείο και κρέμασαν λευκά φωτάκια στον κήπο. Μαζί με το προσωπικό έστρωσαν λευκά τραπεζομάντηλα στα τραπέζια και έδωσαν οδηγίες στο προσωπικό για το σερβίρισμα των καλεσμένων. Καλεσμένοι στο πάρτι θα ήταν οι πρώτοι συγγενείς του ζευγαριού και μερικοί στενοί οικογενειακοί φίλοι. Η Κέιτ έφαγε κάτι στα γρήγορα, αλλά ο Στέφανο δεν είχε όρεξη. Παράξενο, σκέφτηκε, αυτή την ώρα περίπου έτρωγε κάτι στο Λονδίνο. Η μητέρα του Στέφανο ήταν πολύ αγχωμένη, αλλά ο πατέρας του προσπαθούσε να την ηρεμήσει. «Στο δικό σας το γάμο, παιδιά, θα έχουμε περισσότερο χρόνο και θα τα έχουμε οργανώσει όλα τέλεια» τους είπε η Άλμπα. Ο Στέφανο χαμογέλασε αχνά και η Κέιτ προτίμησε να πει «σας ευχαριστώ».

Κατά τις 2 ήρθε και η αγχωμένη νύφη. Μπήκε στο παιδικό της δωμάτιο για να χαλαρώσει και να φτιάξει τα μαλλιά και τα μακιγιάζ της. Η κομμώτρια και η μακιγιέζ έκαναν πολλή ώρα, αλλά το αποτέλεσμα ήταν φανταστικό. Τα μαλλιά της Πατρίτσια ήταν υπέροχα και το μακιγιάζ της ήταν διακριτικό, αλλά και εντυπωσιακό ταυτόχρονα. Πριν φύγουν τα κορίτσια, πρότειναν στην Κέιτ να τη φτιάξουν κι αυτή. Η Κέιτ δε χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Θα έκανε μια υπερπαραγωγή χτένισμα και μακιγιάζ και θα έδειχνε στον Στέφανο!

Μετά από μία ώρα περίπου τα μαλλιά της ήταν ένας σφικτός κότσος στη βάση του λαιμού της και τα χείλη της ήταν βαμμένα με ένα υπέροχο κόκκινο χρώμα. Στα μάτια φορούσε μια απαλή ιριδίζουσα σκιά και μπόλικη μάσκαρα. Το αποτέλεσμα πρέπει να ήταν φοβερό γιατί η Πατρίτσια της  έκανε πλάκα ότι αντί για τη νύφη θα κοιτάνε όλοι αυτήν απόψε.

Την έγκριση όμως η Κέιτ την ήθελε από τον Στέφανο. Θα ανέβαινε στο δωμάτιο να βάλει την τουαλέτα της όσο έβαζε η Πατρίτσια το νυφικό. Πλησίαζε η ώρα για την τελετή.
Στο δωμάτιο βρήκε τον Στέφανο να μιλάει στο κινητό για δουλειές. Μόλις την είδε, έκλεισε βεβιασμένα το κινητό και την πλησίασε. «Είσαι πανέμορφη» της είπε. Η Κέιτ ένιωσε μια ικανοποίηση να την πλημμυρίζει. «Πάντα είσαι πανέμορφη, ακόμα και όταν ξυπνάς το πρωί και είσαι άβαφη, αλλά αυτή τη στιγμή είσαι τόσο όμορφη που αν δε φοβόμουν να μην καταστρέψω το μακιγιάζ σου θα σε φιλούσα» της είπε. «Στέφανο, σε ευχαριστώ για τα κολακευτικά και σκανδαλιστικά σου λόγια» του είπε αυτή. «Πρέπει να βάλω την τουαλέτα μου για να πάμε στην εκκλησία. Εσύ δε θα ντυθείς;» τον ρώτησε. «Ναι, αμέσως» της είπε και άρχισε να γδύνεται. «Στέφανο, είσαι πολύ χαζός! Πάω μια βόλτα και ντύσου γρήγορα!». «Αφού έτσι θες» της είπε αυτός τάχα λυπημένος. Όταν τον είδε να κατεβαίνει από τις σκάλες ήταν η στιγμή να μείνει αυτή άφωνη. Δεν του είπε τίποτα και άρχισε να ανεβαίνει για να ντυθεί και αυτή. «Γιαεμένα τίποτα;» ρώτησε αυτός. «Είσαι κούκλος, Στέφανο, και δυστυχώς το ξέρεις» του απάντησε αυτή.  

Όταν ντύθηκε, ο Στέφανο την περίμενε στο αμάξι για να πάνε στην τελετή. Οι γονείς τους θα πήγαιναν στην εκκλησία μαζί με την Πατρίτσια.  Έφτασαν πολύ σύντομα και πάρκαραν απ’ έξω. Ο Αλμπέρτο ήταν ήδη εκεί, γεμάτος άγχος, και περίμενε τη νύφη.  Όταν η Πατρίτσια ήρθε, άρχισε η σεμνή τελετή και η Κέιτ άρχισε να σκέφτεται πόσο υπέροχο είναι να παντρεύεσαι σε μια όμορφη εκκλησία, μια όμορφη μέρα, έναν όμορφο άντρα. Ο Στέφανο τής έπιασε το χέρι και δεν το άφησε κατά τη διάρκεια της τελετής. Μάλλον επειδή κοιτούν οι γονείς του, σκέφτηκε η Κέιτ.
Η Κέιτ δάκρυσε όταν το ζευγάρι έδωσε το πρώτο του φιλί ως παντρεμένο ζευγάρι και ο Στέφανο την κοίταξε απορημένος. Ευτυχώς που μπήκαν αμέσως στο αμάξι για να γυρίσουν στο παλάτσο για τη δεξίωση και δε χρειάστηκε να νιώσει κι άλλο άβολα.

Το παλάτσο ήταν πανέτοιμο για τη δεξίωση.  Ενώ στο γάμο ήταν μόνο οι γονείς και τα αδέρφια του ζεύγους, στη δεξίωση ήταν και δύο φιλικά οικογενειακά ζευγάρια με τα παιδιά τους. Ευτυχώς που η Κέιτ, στα πλαίσια της εκπαίδευσής της στο κολλέγιο στην Ελβετία είχε κάνει μαθήματα σαβουάρ βιβρ, είχε μάθει να συζητάει άνετα με τον οποιοδήποτε για το οτιδήποτε και κυκλοφορούσε μέσα στο χώρο κάνοντας δημόσιες σχέσεις με άτομα που ήξερε ότι δε θα ξαναδεί ποτέ. Οι Κόστα, γείτονες και συνεργάτες των Μορέτι είχαν μια κόρη, την Αλεσάντρα. Η Αλεσάντρα ήταν μια πανέμορφη γυναίκα, με μακριά καστανά μαλλιά και κάτι μάτια τόσο πράσινα που έμοιαζαν με σμαράγδια. Το κακό με την Αλεσάντρα όμως είναι ότι ήταν κολλημένη συνέχεια πάνω στον Στέφανο. Ο Στέφανο της την σύστησε ως «μια καλή παιδική φίλη» και αυτή έσπευσε να προσθέσει «και όχι μόνο». Η Κέιτ ένιωσε τη ζήλια να της τρώει τα σωθικά, αλλά δεν έδειξε τίποτα. «Χάρηκα, Αλεσάντρα. Το φόρεμά σου είναι πολύ όμορφο». Η Αλεσάντρα ευχαρίστησε, δεν ανταπέδωσε το κομπλιμέντο και απομακρύνθηκε με τον Στέφανο. Ωραία, σκέφτηκε η Κέιτ, έκανα τόσα χιλιόμετρα για να τον βλέπω να χαριεντίζεται με άλλες.

Όταν άρχισε να πλήττει, την πλησίασε η Πατρίτσια. «Είμαι  πολύ ευτυχισμένη» της εκμυστηρεύτηκε. «Σου εύχομαι να παντρευτείς κι εσύ σύντομα. Ο Στέφανο πρέπει να σε αγαπάει πολύ. Δεν έχει τραβήξει τα μάτια σου από πάνω σου».  Ναι, σιγά, σκέφτηκε σιωπηρά η Κέιτ. Για ξεκάρφωμα ίσως, επειδή είναι συνέχεια με την Αλεσάντρα. «Μου εκμυστηρεύτηκε  ότι σε αποκαλεί Κάθριν επειδή του θυμίζεις πριγκίπισσα, ενώ το Κέιτ του φαίνεται πιο παιδικό» συνέχισε η Πατρίτσια. «Αλήθεια;» ρώτησε η Κέιτ.  Πάντα αναρωτιόταν γιατί μόνο αυτός τη φώναζε Κάθριν. Όποιος και να ήταν ο λόγος, η δικαιολογία που έδωσε στην Πατρίτσια ήταν όντως πολύ συγκινητική. Η Κέιτ βρήκε την ευκαιρία να της δώσει την γκραβούρα. Η Πατρίτσια έδειξε ενθουσιασμένη. «Δεν είχα του Λονδίνου. Είναι το καλύτερο δώρο. Σε ευχαριστώ πολύ. Τρέχω να το δείξω στον Αλμπέρτο».

Ο γάμος και η δεξίωση είχε πλέον τελειώσει κατά τις 8 και κάτι. Οι καλεσμένοι γύρισαν σπίτι και οι νιόπαντροι έφυγαν για το καινούργιο τους σπιτικό. Η Κέιτ έβγαλε τα τακούνια της ανακουφισμένη και ανέβηκε αργά τις σκάλες για το δωμάτιο. Ο Στέφανο είχε πάει με το αμάξι του στο σπίτι της Πατρίτσια να αφήσει μερικά δώρα. Επιτέλους, ευκαιρία να χαλαρώσω μακριά από τον Στέφανο, σκέφτηκε η Κέιτ. Ευκαιρία να οργανώσω τις σκέψεις μου και να προσγειωθώ, γιατί αύριο βράδυ πετάμε για Λονδίνο και το όνειρο θα σκάσει σαν σαπουνόφουσκα.



Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Το νυφικό της Πατρίτσια

Κεφάλαιο 4- Ενα φιλάκι είναι λίγο, πολύ λίγο


Κεφάλαιο 4

Η Κέιτ ξύπνησε στις  10 η ώρα, δηλαδή αργά για τα δεδομένα της. Συνήθως ξυπνούσε στις εφτά, αλλά λίγο η αλλαγή ώρας, λίγο η βραδινή βόλτα στη Φλωρεντία που κατέληξε σε κανονικό ταξίδι λόγω απόστασης , κοιμήθηκε κι αυτή λίγο παραπάνω. Αυτό το «κοιμήθηκε» φυσικά, είναι σχήμα λόγου, μιας και μέχρι τα ξημερώματα έκοβε βόλτες στο δωμάτιο για να σιγουρευτεί ότι ο Στέφανο κοιμάται άνετα και δεν κρυώνει. Στη συνέχεια άρχισε να σκέφτεται τι όμορφος που είναι όταν κοιμάται και όταν τελικά αποκοιμήθηκε, ονειρεύτηκε ότι αυτός κοιμόταν πλάι της.

Η Κέιτ πετάχτηκε από το κρεβάτι για να πάει στο μπάνιο και συνειδητοποίησε ότι ο Στέφανο δεν ήταν εκεί. Είχε όμως διπλώσει το σεντόνι του και είχε τακτοποιήσει τη βαλίτσα του. Η ετυμηγορία ήταν η εξής: ο Στέφανο είναι ένας πανέμορφος άντρας, που κοιμάται αθόρυβα σαν μωρό και τακτοποιεί τα πράγματά του. Πόσο τέλειο είναι πια; Τι άλλο να ζητήσει μια γυναίκα; «Μήπως να την αγαπάει;» αναρωτήθηκε ειρωνικά η Κέιτ.

Έπλυνε τα δόντια της και έβαλε μια πρόχειρη φόρμα για μέσα στο σπίτι. Σήμερα ήταν η πρόβα της Πατρίτσια και θα έμεναν στο σπίτι τουλάχιστον μέχρι το μεσημέρι. Μετά ήταν στο χέρι του Στέφανο το πρόγραμμα. Ταχτοποίησε τα πράγματά της στη βαλίτσα της ( ο Στέφανο ανέβασε πολύ τον πήχυ της ευταξίας!) και κατέβηκε κάτω να τον βρει. «Μωρό μου, καλημέρα» τον άκουσε να της λέει και αναρωτήθηκε μήπως κοιμάται ακόμα. Τον είδε να μιλάει με μια μελαχρινή γυναίκα που προφανώς ήταν η αδερφή του αν έκρινε από την κοιλίτσα. Η Κέιτ κατάλαβε γιατί την αποκάλεσε «μωρό του», αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει αυτή τη ζεστασιά που απλώθηκε μέσα της. «Καλημέρα, Στέφανο» του είπε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. ‘Ηθελε τρυφερότητες; Θα του έδειχνε αυτή!

Ο Στέφανο, αν εξεπλάγη, το έκρυψε καλά και είπε «Κάθριν, αυτή είναι η αδερφή μου η Πατρίτσια Μορέτι, σύντομα Μπατέλι. Της έχω μεγάλη αδυναμία. Πιστεύω ότι θα τα πάτε πολύ καλά. Έχετε και την ίδια ηλικία». Η Πατρίτσια χαιρέτισε την Κέιτ με δυο θερμά φιλιά και μια σφικτή αγκαλιά. «Είμαι πολύ ευτυχισμένη που ο Στέφανο βρήκε επιτέλους τον έρωτα της ζωής του. Θα γίνουμε σαν αδερφές» τη διαβεβαίωσε και η Κέιτ ένιωσε ενοχές για το παιχνίδι που έπαιζε. Ο Στέφανο πρότεινε στην Κέιτ να πάνε μαζί στην τραπεζαρία για φαγητό όσο η Πατρίτσια θα έκανε μερικά τηλεφωνήματα στην κομμώτρια και την αισθητικό για αύριο.

Στην τραπεζαρία τούς σέρβιρε η οικονόμος και απόλαυσαν ένα τόσο πλούσιο πρωινό που η Κέιτ ένιωσε ότι θα σκάσει. «Δεν έφαγα τίποτα μέχρι να ξυπνήσεις. Ήθελα να φάμε μαζί» της είπε ο Στέφανο. «Πώς κοιμήθηκες;» τη ρώτησε. Εκείνη απάντησε «εγώ καλά. Εσύ πώς κοιμήθηκες; Κρύωνες; Πιάστηκες;». «Μην ανησυχείς για μένα» τη διαβεβαίωσε, «είμαι βολικός άνθρωπος» και συνέχισε «τι θες να κάνουμε το βράδυ;». Η Κέιτ σκέφτηκε για λίγο και του είπε να προτείνει αυτός κάτι. «Έλεγα να πάμε μια βόλτα στην Πίζα να δεις τον πύργο. Τι λες;». Η Κέιτ χάρηκε αλλά δεν μπόρεσε να μην προσθέσει «Στέφανο, μήπως βαριέσαι να τα ξαναβλέπεις συνέχεια αυτά; Εγώ μπορώ να πάω και μόνη μου». Αυτός της απάντησε ξερά «θέλω να σε πάω». Η Κέιτ δεν είχε και πολλές επιλογές παρά να υποχωρήσει.

Στην πρόβα ήταν παρούσα η μοδίστρα, η Άλμπα, η Κέιτ και η νύφη. Το νυφικό ήταν στράπλες και ριχτό από το μπούστο και κάτω για να κρύβει την κοιλιά. Η Πατρίτσια ήταν πολύ όμορφη. Τα σκούρα καστανά μαλλιά της έκαναν ωραία αντίθεση με το κρεμ χρώμα. Θα φορούσε φλατ σανδάλια, επειδή φοβόταν τα ψηλοτάκουνα λόγω εγκυμοσύνης. Θα έπλεκε τα μαλλιά της μια χαλαρή πλεξίδα και θα έβαζε λευκά ανθάκια ανάμεσα. Η Κέιτ πρότεινε να αφήσει μερικές τούφες μπροστά και η Πατρίτσια το δέχτηκε. Η Άλμπα παρακολουθούσε συγκινημένη την πρόβα και όταν όλα ήταν έτοιμα είπε στην κόρη της ότι είναι η πιο ευτυχισμένη μάνα στον κόσμο. «Τώρα μένει μόνο ο Στέφανο» είπε με νόημα στην Κέιτ.  Μετά από αυτό η Κέιτ προφασίστηκε ένα τηλέφωνο και ανέβηκε στο δωμάτιό της πριν το μεσημεριανό γεύμα.

Στο δωμάτιο βρήκε τον Στέφανο να κοιμάται με τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι. Θα του λείπει ύπνος, σκέφτηκε. Τον άφησε εκεί και αποφάσισε να βάλει ένα φόρεμα για το γεύμα για να είναι έτοιμη και για μετά. Είχε μείνει με τα εσώρουχα και πήγαινε στο μπάνιο νυχοπατώντας για να αλλάξει όταν άκουσε μια φωνή και πάγωσε. «Τέτοια εσώρουχα φοράς και στη δουλειά;». Η Κέιτ πάγωσε. Ήταν με τα δαντελένια εσώρουχά της μπροστά στο αφεντικό της. Διάολε, σκέφτηκε, γιατί να συμβεί αυτό; Αυτός κοιμόταν βαριά. Όταν γύρισε να τον κοιτάξει τον είδε να την κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω τόσο διεισδυτικά που ένιωθε ότι την έγδυνε. Η Κέιτ κοκάλωσε όταν τον είδε να ανακάθεται στο κρεβάτι για να τη θαυμάσει καλύτερα. «Κάθριν, ντύσου γρήγορα. Κινδυνεύεις» της είπε με βαριά φωνή. Αυτή έτρεξε στο μπάνιο και έβαλε ένα μακρύ φόρεμα και σανδάλια. Όταν βγήκε του ζήτησε συγγνώμη και αυτός απάντησε με ένα «ό,τι πεις».

Στο γεύμα όλοι συζητούσαν για το νυφικό της Πατρίτσια. Εκείνη έδωσε διευκρινίσεις για την αυριανή τελετή. «Θα έρθω το πρωί και θα ντυθώ εδώ. Θα πάμε όλοι μαζί στο γάμο. Θα κάνουμε μια μικρή δεξίωση εδώ και πιστεύω ότι κατά τις οκτώ το βραδάκι θα έχουμε τελειώσει. Δεν μπορώ να ξενυχτάω τώρα με το μωρό». Η Κέιτ τη ρώτησε αν έχει άγχος και εκείνη της απάντησε «είναι υπέροχο να παντρεύεσαι αυτόν που αγαπάς». Η Κέιτ λίγο έλειψε να βάλει τα κλάματα. Ναι, είναι υπέροχο. Αυτό που δεν είναι υπέροχο είναι να βλέπεις αυτόν που αγαπάς τόσο κοντά σου και τόσο μακριά σου ταυτόχρονα. Ο Στέφανο αφού έφαγαν  ρώτησε την Κέιτ αν θέλει να πάνε στο σαλόνι να κάτσουν. Εκείνη, νιώθοντας πιο άνετα με εκείνον παρά με τους δικούς του χάρηκε με την πρόσκληση και πήγαν μαζί να χαζέψουν τηλεόραση.  Είδαν μαζί στον καναπέ μια ταινία στα ιταλικά. Η Κέιτ ρωτούσε συνέχεια λέξεις τον Στέφανο, αλλά αυτός απαντούσε με υπομονή σε όλες τις απορίες της. Θεέ μου, σκέφτηκε η Κέιτ, ας του βρω ένα ψεγάδι! Ένα! Κάτι για να μπορέσω να σταματήσω να τον αγαπώ. Πώς είναι δυνατόν να βλέπω τηλεόραση μαζί του και  να μου φαίνεται τόσο ρομαντικό; Ο Στέφανο τής είπε ότι του άρεσε πολύ η τηλεόραση, αλλά δεν είχε βρει ποτέ γυναίκα που να θέλει να βλέπει τηλεόραση μαζί του. «Ε, βέβαια» του είπε η Κέιτ πειραχτικά «άλλα πράγματα θέλουν από σένα». Ο Στέφανο της απάντησε εκνευρισμένος «εννοούσα ότι προτιμούν τις βόλτες σε ακριβά μαγαζιά και εστιατόρια». Η Κέιτ χάρηκε που ανήκε στις «άλλες» γυναίκες αλλά αναρωτήθηκε ποιο είναι το όφελος.

Η Κέιτ ξεκουράστηκε μία ωρίτσα στο δωμάτιό της πριν φύγουν για Πίζα και ο Στέφανο ασχολήθηκε με το να απαντήσει σε μέιλ που είχαν να κάνουν με τη δουλειά. Η Κέιτ τον ρώτησε αν ήθελε βοήθεια, αλλά αυτός της απάντησε ότι μπορούσε και μόνος.
Κατά τις έξι το απόγευμα ξεκίνησαν για Πίζα. Ο Στέφανο κατέβασε την οροφή του κάμπριο και η Κέιτ ένιωσε τα μαλλιά της να ανακατεύονται από το αεράκι. Ήταν απόλαυση.
Ο Στέφανο της είπε μερικά πράγματα για τον πύργο αλλά όταν έφτασαν εκεί, η Κέιτ δεν ήταν έτοιμη για το βαθμό της κλίσης που είδε. Έβγαλαν φωτογραφίες μαζί και ο Στέφανο δε σταματούσε να την πειράζει για την προφορά της όταν μιλούσε με Ιταλούς. Περπάτησαν δίπλα δίπλα στα στενά σοκάκια της πόλης και καμιά φορά τα χέρια τους ήταν τόσο κοντά που η Κέιτ ένιωθε ότι την κρατούσε από το χέρι. Τι κρίμα να μην είναι ζευγάρι, με φόντο μια τόσο ερωτική χώρα.
Όταν σουρούπωσε, μπήκαν σε μια τρατορία να τσιμπήσουν και η σερβιτόρα κόντεψε να λιποθυμήσει μόλις είδε τον Στέφανο. Αυτός δεν έδωσε σημασία, αλλά η Κέιτ εκνευρίστηκε. «Μα πώς κάνουν έτσι» τον ρώτησε. «Ζηλεύεις;» της αντιγύρισε. «Τι να ζηλέψω;» του απάντησε «αν σε ήθελα θα ήσουν δικός μου». «Ώστε έτσι ε;» τη ρώτησε αυτός σοβαρά. «Και πιστεύεις ότι πρέπει να με θέλεις για να είμαι δικός σου;». Η Κέιτ δεν ήξερε τι να απαντήσει και επέλεξε να πει κάτι του τύπου «πέρασε η ώρα» για να βγει από τη δύσκολη θέση. Ο Στέφανο πρέπει να πήγαινε με ταχύτητες δύο μαχ στο δρόμο και έφτασαν σπίτι σε χρόνο μηδέν. Εξαφανίστηκε κάπου στο κτήμα και αυτή πήγε να αλλάξει.

Διάβαζε ένα βιβλίο που έφερε από την Αγγλία όταν μπήκε εκείνος στο δωμάτιο βλοσυρός. Ήταν ήδη 11 η ώρα και είχε αρχίσει να νυστάζει. «Μεγάλη μέρα» του είπε για να σπάσει τον πάγο. «Όντως» απάντησε αυτός μονολεκτικά. «Έλα να κοιμηθείς εδώ» είπε η Κέιτ και αναρωτήθηκε πώς βρήκε το κουράγιο να το ξεστομίσει. Το σκεφτόταν από το πρωί. Δεν ήταν δυνατό να κοιμηθεί δεύτερο βράδυ στον καναπέ. Τον αγαπούσε. Δεν ήθελε να υποφέρει. Αύριο παντρευόταν η αδερφή του. Έπρεπε να είναι ξεκούραστος. «Είσαι σίγουρη; Δε με φοβάσαι;» τη ρώτησε. «Ναι, είμαι σίγουρη. Δε φοβάμαι, γιατί είσαι κύριος» απάντησε εκείνη αμέσως. «Αυτό θα με φάει» της είπε και πήγε να κάνει ντους.
Όταν ξάπλωσε δίπλα της η Κέιτ ένιωσε ότι ένα κομμάτι του παζλ είχε μπει στη θέση του. Η ζεστασιά του κάτω από το σεντόνι ήταν φοβερή. Δεν τον ακουμπούσε, αλλά ένιωθε το δυνατό του σώμα να πάλλεται από ένταση. «Έχεις κάτι;» τον ρώτησε. «Ναι» της απάντησε, «σκέφτομαι εδώ και ώρα κάτι και αναρωτιέμαι αν είναι σωστό».  Η Κέιτ ξεκίνησε να του λέει κάτι, αλλά σώπασε αμέσως όταν τον είδε να στηρίζεται στον ένα αγκώνα και να γέρνει πάνω της. «Τώρα θα σε φιλήσω» της είπε «και δε θέλω να πεις κουβέντα. Αν δεν το κάνω θα σκάσω. Είμαστε σύμφωνοι;». Η Κέιτ ένιωσε ότι καιγόταν και έμεινε ακίνητη. Όταν τη φίλησε, για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ασάλευτη, αλλά ανταποκρίθηκε αμέσως μετά. Ο Στέφανο τη φιλούσε τρυφερά στην αρχή, αλλά μετά άφησε το μεσογειακό του ταμπεραμέντο ελεύθερο. Σε λίγα λεπτά η Κέιτ άκουσε τον εαυτό της να αφήνει ήχους απόλαυσης και είδε τα χέρια της να χώνονται στα μαλλιά του. Ήταν υπέροχο, το όνειρό της γινόταν πραγματικότητα. Φιλούσε τον Στέφανο. Την κρατούσε σφιχτά αγκαλιά και τη φιλούσε!

Αυτός τραβήχτηκε ξαφνικά και της είπε «συγγνώμη, δεν σκόπευα να το πάω τόσο μακριά. Eνα απλό φιλάκι σχεδίαζα και κοίτα που καταλήξαμε! Τελικά δεν είμαι και τόσο κύριος.». Η Κέιτ δεν ήθελε να καταλάβει πόσο είχε είχε επηρεαστεί και του είπε ένα απλό «φταίει η βραδιά. Ήταν γεμάτη συγκινήσεις».
Ο Στέφανο της γύρισε την πλάτη. ‘Αντρες! σκέφτηκε η Κέιτ. Άλλο ένα βράδυ που θα περνούσε άγρυπνη, ενώ ο άλλος ήδη είχε παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα.