Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 24-Σπάσαμε το φράγμα των 10.000 views!!


Κεφάλαιο 24

Οι διακοπές μου στη Σκωτία είναι παρελθόν. Κάθομαι ξανά (ίσως και για τελευταία φορά) στην πρώτη θέση του αεροσκάφους που θα μας μεταφέρει στο Λονδίνο και αναπολώ τις μέρες που πέρασα στο βόρειο τμήμα της χώρας μου. Ο Τζέιμς είναι δίπλα μου, ήρεμος και γαλήνιος λες και έχει πάρει ηρεμιστικά, κι εγώ μασουλάω τα κρακεράκια που μας έφεραν. Σε απλή μετάφραση αυτό σημαίνει ότι έφαγα τα δικά μου και τώρα τρώω και τα δικά του, για να μάθει.

Λίγο μετά την απογείωση και σε κλίμα σχετικά βαρύ πιάνω τη συζήτηση μήπως και σπάσει ο πάγος.

«Ωραία περάσαμε» λέω και αφήνω έναν αναστεναγμό στο τέλος, και καλά ότι αναπολώ τις στιγμές κλπ. Η αλήθεια είναι ότι πέρασα καλά, αλλά το τέλος ήταν λίγο άδοξο.
«Ναι, όντως» απαντάει εκείνος. Ουάο δήλωση, σκέφτομαι.
«Τζέιμς, ελπίζω να μην έκανα κάτι που να σε πείραξε. Είσαι λίγο απόμακρος από χθες» τολμώ τελικά να πω. Γιατί να κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου; Ούτε τα σκουλαρίκια του δεν πρόσεξε, δεν είπε μία κουβέντα.
«Όχι, Ανίτα, λυπάμαι. Απλώς είναι κάτι δικό μου» μου λέει ενώ κοιτάζει έξω από το παράθυρο.
Θα επιμείνω. Άλλωστε αυτός ο άνθρωπος με ενδιαφέρει. Σωστά;
«Είναι κάτι στο οποίο μπορώ να βοηθήσω;» ρωτάω ψιθυριστά γιατί περνάει δίπλα μας η αεροσυνοδός.
«Μπορείς να βοηθήσεις μόνο αν καταλάβεις, Ανίτα» μου λέει και ξαφνικά γυρίζει προς το μέρος μου. Δεν είμαι έτοιμη για το ταραγμένο βλέμμα του. Τι τρέχει; Έχει κάποια αρρώστια;
«Τι να καταλάβω, Τζέιμς; Είμαι μεγάλο κορίτσι!» λέω χαμογελαστή. Δείχνω πιο σίγουρη από ό,τι αισθάνομαι. Σίγουρα έτσι του δίνω τη δύναμη να συνεχίσει.
«Ξέρεις, Ανίτα, δε συνηθίζω να κάνω αυτή τη συζήτηση μετά, αλλά πριν. Στη δική σου περίπτωση όμως, συνέβησαν όλα πολύ γρήγορα» μου λέει και αρχίζω να ακούω καμπανάκια στο κεφάλι μου. Ντιν ντον ντιν ντον.
«Συνέχισε» τον παροτρύνω και ελπίζω το χαμόγελο που έχει παγώσει στα χείλη μου να είναι λίγο πειστικό.
«Ανίτα, στην προσωπική μου ζωή δεν έχω καμία μα καμία τάξη. Η οργάνωση που είχα πάντα από παιδί ως και ενήλικος με τις σπουδές και τις επιχειρήσεις μου δεν εφαρμόζεται και στα ερωτικά μου. Το αποτέλεσμα είναι να κάνω βραχυπρόθεσμες σχέσεις μόνο για σεξ. Δε με ενδιαφέρει κάτι περισσότερο. Συνήθως είμαι ξεκάθαρος με τις γυναίκες εξαρχής, αλλά με σένα, ξέρεις, έγιναν όλα χωρίς να το πάρω χαμπάρι».
Ντιν, ντον, ντιν, ντον…Εισπνοή, εκπνοή, εισπνοή, εκπνοή.

«Λυπάμαι πολύ αν έβγαλες άλλα συμπεράσματα, αλλά δεν σκέφτομαι τον εαυτό μου σε σχέση στο εγγύς μέλλον. Είναι κάτι που βαριέμαι αφόρητα» λέει και πιάνει ένα περιοδικό να ξεφυλλίσει με μια ηρεμία λες και μόλις μιλήσαμε για τον καιρό.
Πρέπει να απαντήσω κάτι. ΝΑ το παίξω άνετη.
«Ω, μα ναι, φυσικά, Τζέιμς, νόμιζα ότι αυτό ήταν δεδομένο» λέω και φαντάζομαι τον εαυτό μου να παραλαμβάνει το χρυσό αγαλματίδιο φορώντας μια μακριά μαύρη τουαλέτα Chanel. ‘Η μήπως Monique Lhuillier?
«Δεν ξέρεις πόσο με ανακούφισες» λέει ξαφνικά. «Νόμιζα ότι νόμιζες…»
«Καλέ όχι, για όνομα. Είμαστε στον 21ο αιώνα. Είμαι μοντέρνο κορίτσι εγώ» λέω και ελπίζω ο πιλότος να πατήσει τέρμα το γκάζι ή όπως αλλιώς το λένε μήπως και ρημαδοφτάσουμε λίγο πιο νωρίς και τελειώσει το μαρτύριο. ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΛΛΑ ΔΕ ΣΥΝΗΘΙΖΩ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΩ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑΝ!!!!
«Α ωραία» μου λέει και μου χαμογελάει πρώτη φορά ζεστά μετά…τα γεγονότα.
«Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να το επαναλάβουμε δηλαδή. Χωρίς δεσμεύσεις φυσικά» συνεχίζει και νιώθω ένα παγωμένο μαχαίρι να μου σκίζει τα σωθικά.

Χαμογελάω, αλλά δεν απαντάω. Την έκατσα. Μόλις έδωσα στο αφεντικό μου να καταλάβει ότι είμαι υπέρ του κάζουαλ σεξ εκτός σχέσης…Ωραία.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 23-άντρες, πεταμένα λεφτά


Κεφάλαιο 23

Στο κάστρο τρέχουμε και οι δύο κυριολεκτικά στα δωμάτιά μας για να αλλάξουμε. Εγώ βγάζω τα ρούχα μου και τα πετάω όπου βρω πριν χωθώ στην μπανιέρα για ένα απολαυστικό αφρόλουτρο. Είναι νωρίς ακόμα και δεν έχουμε κανονίσει κάτι, οπότε δε βιάζομαι.

Μετά το αφρόλουτρο βάζω ένα ωραίο μάλλινο φόρεμα και τα σκουλαρίκια του και κατεβαίνω στο σαλόνι να δω λίγη τηλεόραση. Ο Τζέιμς δεν είναι πουθενά και έτσι ρωτάω την Ιλέιν.

«Ο Τζέιμς είναι στο γραφείο του» λέει ενώ μου προσφέρει λίγο πόριτζ. Αρνούμαι.
Έχει γραφείο; Πού είναι;
«Κάτι προέκυψε σε μια από τις εταιρείες του και πρέπει να κάνει μερικά τηλεφωνήματα» συνεχίζει η Ιλέιν και διακρίνω στον τόνο της φωνής της ένα αδιόρατο «μην τον ενοχλήσεις».

Βγαίνω λίγο στον κήπο και περπατάω ανάμεσα στα πυκνά δέντρα μέχρι που φτάνω στη λίμνη και κάθομαι σε ένα ξύλινο παγκάκι. Τι δουλειά μπορεί να προέκυψε πρωτοχρονιάτικα; Μήπως απλώς θέλει να με ξεφορτωθεί; Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητα κακό. Μπορεί ο άνθρωπος να είναι μοναχικός τύπος και μετά από τόσο πυκνό διήμερο να θέλει λίγο χρόνο για τον εαυτό του. Άλλωστε δεν έχει σχέση και δεν έχει συνηθίσει να είναι με μια γυναίκα όλο το 24ωρο. Το καταλαβαίνω.

‘Η μήπως όχι;

Κι εγώ κουρασμένη είμαι, κι εγώ δεν είμαι συνηθισμένη να είμαι αυτοκόλλητη με κάποιον, αλλά δεν κάνω έτσι. Δεν κλείνομαι στο «γραφείο» μου ενώ ο άλλος τριγυρίζει σαν την άδικη κατάρα μόνος του.

Αυτά σκέφτομαι όταν αποφασίζω να πάω να φάω κάτι. Είναι πια μεσημέρι. Αύριο φεύγουμε πολύ πρωί, οπότε μετά το γεύμα θα μαζέψω τη βαλίτσα μου για να είμαι έτοιμη.

Η Ιλέιν έχει ετοιμάσει ριζότο θαλασσινών και σαλάτα με ρόκα, κουκουνάρια, λιαστή ντομάτα και μπαλσάμικο. Τρώω μόνη μου και από μέσα μου βρίζω από τα νεύρα μου. Πόση δουλειά έχει πια και δεν μπορεί να βγει να φάμε μαζί μια μπουκιά; Δε θα του δώσω το κασκόλ. Θα το κάψω στο τζάκι καλύτερα. Αλλά εγώ φταίω που ήμουν τόσο αδύναμη και υπέκυψα τόσο εύκολα. Πήρε ό,τι ήθελε και τώρα μην τον είδατε.
Κάτι τέτοιες συμπεριφορές κάνουν τις γυναίκες να μένουν ανύπαντρες. Αφού οι άντρες είναι καθάρματα πια.

Μετά από ένα μεσημεριανό/απογευματινό ύπνο (ποτέ δεν χάνω την όρεξή μου για ύπνο) βρίσκω επιτέλους τον ακριβοθώρητο Τζέιμς στη βιβλιοθήκη να διαβάζει ένα βιβλίο! ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ! Δε λέω, κι εγώ διαβάζω, αλλά όχι όταν έχω παρέα. Αυτός ο τύπος δηλαδή, έχει καλεσμένο στο σπίτι, και κάθεται στη βιβλιοθήκη του και διαβάζει αμέριμνος. Ε συγγνώμη, αλλά αυτό με ξεπερνάει.

«Τζέιμς, πρέπει να είμαι πολύ βαρετή για να προτιμάς ένα βιβλίο από μένα, μετά από δύο 24ωρα γνωριμίας» του λέω θαρρετά.
Αυτός σηκώνει το βλέμμα του και αργεί να συνειδητοποιήσει ποια είμαι και τι του λέω. Φαντάσου προσήλωση στο βιβλίο.
«Γιατί το λες αυτό; Απλώς απολαμβάνω το διάβασμα» μου λέει, λες και αυτό είναι καμιά παρηγοριά της προκοπής.
«Η ώρα είναι εφτά και αύριο πετάμε στις 8 το πρωί. Για να είμαστε έγκαιρα στο αεροδρόμιο, πρέπει να φύγουμε πεντέμισι από εδώ. Άρα σε δυο τρεις ώρες πρέπει να πάω στο δωμάτιό μου να ξεκουραστώ. Πιστεύεις ότι έτσι σκόπευα να περάσω τις τελευταίες μου παραγωγικές ώρες στο κάστρο;» ρωτάω όλο νεύρα.
«Ανίτα, από εμένα έχεις το ελεύθερο να κάνεις ό,τι σε ευχαριστεί» μου λέει και νιώθω ακριβώς πώς είναι να σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια. Μου την έφερε. Ουσιαστικά μου λέει ότι δεν είναι ανάγκη να περνάμε όλη τη μέρα μαζί και δίκιο έχει. Εγώ κατάλαβα λάθος. Εγώ έβγαλα λάθος συμπεράσματα. Έχει αλλάξει άρδην από τον άντρα που με ξύπνησε σήμερα το πρωί με φιλάκια και όρεξη για αχαλίνωτο σεξ. Ποιος είναι αυτός ο άντρας μπροστά μου;

«Τζέιμς, έχεις δίκιο, λυπάμαι. Θα σε αφήσω να διαβάσεις. Πάω κι εγώ να δω λίγη τηλεόραση» λέω με φοβερή ηρεμία και ανωτερότητα και αρχίζω να κατευθύνομαι προς την πόρτα κουνιστή και λυγιστή. Κάθε ελπίδα μου να αλλάξει γνώμη σβήνει όταν κλείνω την πόρτα. Δε με φώναξε πίσω, σκέφτομαι.

Και κλασικά, αρχίζω πάλι να νιώθω ότι με αυτόν τον άντρα, κάτι μου διαφεύγει…

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

κεφάλαιο 22-το δώρο, του δώρου, το δώρο, ω δώρο


Κεφάλαιο 22

Τι χαρά! Έχω κάνει υπέροχο σεξ με ένα φοβερό άντρα και, κυρίως, το κιλοτάκι μου είναι στεγνό! Επιτέλους, αξιοπρέπεια! Ντύνομαι βιαστικά και χτενίζω τα μαλλιά μου και τα δάχτυλά μου. Όταν βγαίνω από την τουαλέτα, βλέπω τον Τζέιμς μισοντυμένο, να μιλάει στο κινητό του. Δίνει οδηγίες για να έρθουν να μας πάρουν και να στείλουν κάποιον από το συνεργείο του να πάρουν το αμάξι. Τέλειωσε η περιπέτεια, σκέφτομαι, και νιώθω μια μικρή θλίψη να με πλημμυρίζει.
«Κατεβαίνω κάτω να δω αν υπάρχει κάτι για πρωινό, να σε αφήσω να ετοιμαστείς με την ησυχία σου» προσφέρομαι ευγενικά και εκείνος μου χαμογελάει. Θεέ μου, είμαι τόσο διακριτική.

Στη ρεσεψιόν βρίσκω τον κύριο Μακγκρέιν να διπλώνει μερικούς φακέλους. Κανείς δεν έχει ξυπνήσει ακόμα, με ενημερώνει γελαστός. Δε μου κάνει εντύπωση. Όλοι θα ξενύχτησαν στο ρεβεγιόν. Κάθομαι σε ένα μικρό τραπεζάκι για δύο και τσιμπολογάω μερικά κρουασάν και μερικά κεκάκια. Ο Τζέιμς δεν έχει κατέβει ακόμα και κάνω μια μικρή βόλτα στο χώρο. Ο κύριος Μακγκρέιν με παρακολουθεί να κοιτάζω μια πόρτα με θαμπό γυάλινο τζάμι προσπαθώντας να διακρίνω τι είναι μέσα και με σώζει από την περιέργειά μου.

«Έχουμε ένα μαγαζάκι με είδη δώρων» μου λέει και νιώθω ξαφνικά πολύ χαρούμενη.
«Κύριε Μακγκρέιν, φαντάζομαι ότι σήμερα δεν ανοίγετε το μαγαζάκι, αλλά πρέπει να πάρω ένα δωράκι στο φίλο μου. Μήπως μπορείτε να μου ανοίξετε να βρω κάτι;» τον ρωτάω όλο χαμόγελο.
«Κορίτσι μου, πάρε το κλειδί και διάλεξε ό,τι θες και τα βρίσκουμε» μου λέει και τρέχω μέσα στο μικρό χώρο να βρω κάτι για τον Τζέιμς.

Αγνοώ μερικά κλασικά τουριστικά ενθύμια όπως πιατάκια, στυλό, αναπτήρες και χιονόμπαλες. Επίσης προσπερνώ και μερικά τοπικά προϊόντα όπως κρασί, μέλι και μπαχαρικά. Αυτό που μου τραβάει την προσοχή είναι ένα ράφι με μάλλινα καρό κασκόλ. Αυτό είναι, σκέφτομαι. Κάτι που θα φοράει και θα με σκέφτεται. Διαλέγω ένα με μπλε και μοβ χρώματα και φωνάζω τον κύριο Μακγκρέιν. Μου τυλίγει το δώρο, πληρώνω, βγαίνω από το μαγαζί και κλειδώνουμε την πόρτα λίγα δευτερόλεπτα πριν ξεπροβάλλει ο Τζέιμς στη ρεσεψιόν.

Κάθεται στο τραπεζάκι μας και πίνει λίγο καφέ από την κανάτα που μας έχει σερβίρει ο κύριος Μακγκρέιν.
«Ανίτα, σε δέκα λεπτά θα είναι εδώ το αμάξι από το κάστρο, οπότε τέλος καλό όλα καλά» μου λέει ζεστά και σηκώνεται για να πληρώσει τον κύριο Μακγκρέιν.

Είμαι πολύ χαρούμενη που θα επιστρέψουμε στην πολυτέλεια και τη ζεστασιά του κάστρου για την τελευταία ημέρα των διακοπών μου, αλλά από την άλλη περάσαμε τόσο ωραία εδώ που φοβάμαι να φύγω. Τι θα γίνει αν στο κάστρο δε με θέλει; Αν όλα αυτά ήταν απλώς ένα ευχάριστο διάλειμμα σε μια κατά τα άλλα επαγγελματική σχέση;

Αρνούμαι να σκέφτομαι έτσι και χαμογελώ όσο μαζεύω τα πράγματά μου. Ας σκέφτομαι θετικά. Ακόμα και αν τελειώσει εδώ όλο αυτό, θα έχω πάντα να θυμάμαι ότι έκανα φοβερό σεξ στη Σκωτία με έναν εκατομμυριούχο. Αυτό δε φτάνει;

Όχι δε φτάνει…

κεφάλαιο 21-σεξάκι νάμπερ του


Κεφάλαιο 21

Οι επιλογές μου είναι οι εξής: μπορώ να κάτσω καλυμμένη με το πάπλωμα ως το σαγόνι μέχρι να σηκωθεί αυτός να πάει πρώτος στην τουαλέτα ή να σηκωθώ με κίνδυνο να ξυπνήσει και να με δει να πηγαίνω στην τουαλέτα τσιτσίδι. Θεέ μου, γιατί έπρεπε να ξυπνήσω πριν από αυτόν και γιατί να θέλω να πάω τουαλέτα; Αν δεν είχα ξυπνήσει πρώτη δε θα καθόμουν τώρα να αναρωτιέμαι τι πρέπει να κάνω. Αλλά αυτά παθαίνεις όταν παρασύρεσαι από το πάθος και τώρα το κολάν σου είναι στον καναπέ, η φανέλα σου σκισμένη και το σουτιέν σου άφαντο. Πρέπει να σηκωθώ, σκέφτομαι. Πρέπει να σηκωθώ. Θα το ρισκάρω. Άλλωστε αν τυχόν σηκωθεί, που δεν το νομίζω γιατί ακούγεται να κοιμάται γαλήνια, δε θα δει τίποτα που δεν έχει ξαναδεί. Εκτός φυσικά αν δεν έχει ξαναδεί κυτταρίτιδα. Γιατί παίζει κι αυτό. Παίζει να έχει πάει μόνο με μοντέλες, ψηλές και λεπτές σαν στέκα, που δεν έχουν ίχνος κυτταρίτιδας.

Απελπισμένη, απαγκιστρώνομαι από την αγκαλιά του και πλησιάζω την άκρη του κρεβατιού με σκοπό να κατεβάσω τα πόδια μου όταν ένα δυνατό χέρι με αρπάζει     δυνατά.
«Πού πας εσύ;» ακούω μια βραχνή φωνή από πίσω να με ρωτάει και ξέρω πού το πάει.
«Έλεγα να πάω στο μπάνιο» λέω γυρνώντας προς το μέρος του. Ακόμα και αγουροξυπνημένος είναι πολύ γοητευτικός. Άλλη μια αδικία εις βάρους των γυναικών το πρωινό ξύπνημα, σκέφτομαι. Αυτός είναι φρέσκος, σαν να βγήκε από το μπάνιο. Το φως από τα παράθυρα φωτίζει τα μάτια του και βλέπω μια απόχρωση που δεν είχα δει ποτέ.       
«Δε νομίζω» μου λέει χαμογελαστός.
«Τι δε νομίζεις;»
«Ότι θα σε αφήσω να σηκωθείς».
«Μα, Τζέιμς, πρέπει να…»              

Οι διαμαρτυρίες μου δεν ακούγονται ποτέ. Το στόμα του έχει καλύψει το δικό μου σε ένα παθιασμένο φιλί και τα χέρια του ήδη χαϊδεύουν την κοιλιά μου. Αυτό είναι, σκέφτομαι. Μπορεί χθες να έγινε από παρόρμηση, αλλά για να θέλει και σήμερα σημαίνει ότι κάτι καλό έκανα! Με την αυτοπεποίθησή μου στα ουράνια ανταποδίδω τα χάδια του και όταν με καλύπτει με το βάρος του τον υποδέχομαι χωρίς δεύτερη σκέψη. Κινείται μέσα μου τόσο βίαια που δεν αργούμε να τελειώσουμε. Το συναίσθημα είναι πιο δυνατό από χθες, αν είναι ποτέ δυνατόν, και μας αφήνει αδύναμους. Τι κάνει έναν άντρα τόσο καλό εραστή; Αναρωτιέμαι. Η εμπειρία, σίγουρα, και η επιθυμία να ικανοποιήσεις την παρτενέρ σου. Αυτός τα έχει όλα. Συν ένα κορμί για αμαρτίες.

«Τώρα μπορείς να πας όπου θες» μου λέει και μου δίνει ένα πεταχτό φιλί στα χείλη.

Είναι επίσημο. Είμαι τρελή και παλαβή. Μαζί του, εννοείται.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 20-σεξάκι


Κεφάλαιο 20

Το δωμάτιο τουλάχιστον είναι ευρύχωρο. Έχει ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι και έναν καναπέ, ένα έπιπλο για να ακουμπάς πράγματα και μια τουαλέτα μικρή, αλλά καθαρή. Το χρώμα που επικρατεί είναι το μπορντό. Οι κουρτίνες είναι λίγο παράταιρες, αλλά κατά έναν περίεργο λόγο, όλα δένουν μεταξύ τους. Κι ενώ εγώ αναρωτιέμαι πώς θα κάνω μπάνιο εφόσον δεν έχω ούτε καθαρά εσώρουχα, ούτε οδοντόβουρτσα ούτε τίποτα, ο Τζέιμς ήδη γδύνεται λες και βρίσκεται ολομόναχος μέσα στο δωμάτιό του.
«Τι κάνεις εκεί;» του λέω και αυτός συνεχίζει ακάθεκτος.
«Δεν είναι κάτι που δεν έχεις ξαναδεί» μου λέει και απολαμβάνει το κόκκινο χρώμα να απλώνεται στα μάγουλά μου. Πώς έγινα εγώ έτσι; Ποια κότα πήρε τη θέση της αγριόγατας που έκρυβα μέσα μου;
«Και πάλι, Τζέιμς, δεν νομίζω ότι πρέπει να σε βλέπω συνεχώς ξεβράκωτο επειδή σε είδα μία φορά» του λέω και για ένα δευτερόλεπτο βλέπω την αμφιβολία στα μάτια του. 1-0 υπέρ μου.
«Με συγχωρείς» μου λέει εύθυμα και μπαίνει στο μπάνιο. Βγαίνει φορώντας μια φανέλα και ένα μποξεράκι και τρέχει αμέσως στον καναπέ και κουκουλώνεται. Προφανώς δε θέλει να με σκανδαλίσει. Από μέσα μου γελάω. Με έχει σκανδαλίσει ήδη.

Εγώ κοιτώ τριγύρω και σκέφτομαι τι επιλογές έχω. Μπαίνω στο μπάνιο, κάνω ένα καυτό ντους και πλένω το εσώρουχό μου. Σκουπίζω τα μαλλιά μου και τα στεγνώνω όσο μπορώ. Χώνω το εσώρουχό μου σε μια γωνία πίσω από το καλοριφέρ ώστε να μη φαίνεται και να στεγνώσει μέχρι το πρωί. Φοράω ξανά το ισοθερμικό κολάν που φορούσα μέσα από το παντελόνι και μία από τις φανέλες μου και βγαίνω δειλά δειλά από το δωμάτιο. Λες να κοιμάται; Μακάρι.

Ναι, σιγά.
Είναι ξαπλωμένος χαλαρά και χαζεύει στο κινητό του. Εγώ πηγαίνω με αργό βήμα προς το κρεβάτι. Δε θέλω να νομίζει ότι τρέχω να κρυφτώ. Όσο σκέφτομαι ότι δε φοράω εσώρουχα όμως…κοκκινίζω.
«Είσαι άνετα;» ρωτάω τελικά. Μη φανώ και εντελώς αχάριστη.
«Σχετικά, ναι» λέει εκείνος χωρίς να με κοιτάξει.
«Έχεις αρκετά σκεπάσματα;» τον ρωτάω. Εγώ ψιλοκρυώνω και έχω ένα αφράτο πάπλωμα. Αυτός σκεπάζεται με 2 κουβέρτες. Άραγε φτάνουν; Κρυώνει; Δε φταίει αυτός για το ότι χρειάζεται να διανυκτερεύσουμε σε πανδοχείο επειδή του στούκαρα το αμάξι.
«Καλά είμαι» επιμένει και αρχίζω να τσαντίζομαι.
«Αν κρυώνεις θα μου πεις;»
«Και τι θα κάνεις;». 1-1 σκέφτομαι. Μας το φόρεσε το γκολ.
«Εμμ…θα…». Πες κάτι, σκέφτομαι, πες κάτι. «Θα κάνω στην άκρη και θα ξαπλώσεις εδώ αν θες» λέω. Ε αυτό επιβάλλει η ευγένεια σκέφτομαι.
«Κρυώνω» μου λέει και εγώ παγώνω. Δεν το περίμενα. Τι να κάνω τώρα; Να οπισθοχωρήσω; Δεν παίρνω ποτέ το λόγο μου πίσω. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, που ξέρω ότι μπορεί να με κοροϊδεύει.
«Έλα, τότε» λέω με σιγουριά και μαζεύομαι στη μεριά μου. Σε 10” νιώθω το ζεστό του κορμί εκατοστά από το δικό μου και υπολογίζω νοερά πόσο καιρό έχω να ξαπλώσω με άντρα. Πόσω μάλλον τέτοιον άντρα. Είναι τόσο ελκυστικός που κάνει τα πόδια μου να τρέμουν όταν μου μιλάει.
Καθόμαστε ανάσκελα με πόδια τεντωμένα, προσεκτικά μήπως ακουμπήσει κάποιος κάποιον. Εγώ παίρνω ανάσα και πιάνω μια συζήτηση να σπάσει ο πάγος.
«Δεν περίμενα να καταλήξει έτσι η γνωριμία μας» λέω και χαμογελώ.
«Εγώ πάλι δεν περίμενα ποτέ ότι θα ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα δίπλα σε μια όμορφη γυναίκα που δε με θέλει» λέει ο Τζέιμς και το κορμί μου παγώνει και φλέγεται ταυτόχρονα. Όμορφη; Με θεωρεί όμορφη;
«Αυθαίρετα συμπεράσματα» λέω με ένα δραματικό ύφος άξιο για Οσκαρ.
Το κορμί του τεντώνεται. Τράβηξα την προσοχή του.
«Τι εννοείς;» με ρωτάει και γυρνάει προς το μέρος μου. Στηρίζεται στον έναν αγκώνα.
«Τι κατάλαβες;»
«Ότι με θέλεις»
«Κάθε γυναίκα θα σε ήθελε, Τζέιμς»
«Δε με νοιάζουν οι άλλες. Εσύ;»
«Κι εγώ»

Ό,τι συνέβη μετά έμοιαζε με όνειρο. Ο Τζέιμς με κράτησε για λίγο στην αγκαλιά του και μετά με φίλησε λες και από αυτό κρινόταν η ζωή του. Άρχισε να με γδύνει υπομονετικά, αλλά μόλις ανακάλυψε ότι δε φορούσα εσώρουχα όρμησε πάνω μου με ένα ζωώδη αισθησιασμό που δεν είχα βιώσει ποτέ. Ανίκανη να ελέγξω το σώμα μου, άρχισα να του ψιθυρίζω ερωτόλογα και να του σκίζω τα εσώρουχα κι αφού άνοιξε τα πόδια μου με το γόνατό του χώθηκε μέσα μου. Ήταν ένα λυτρωτικό συναίσθημα που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη φορά. Ένιωσα σαν να πήγαινα πρώτη φορά με άντρα έτσι πώς μου έκανε έρωτα. Πρέπει να πήρε από τα βογγητά μου την ενθάρρυνση που ήθελε γιατί σε λίγα δευτερόλεπτα με είχε γυρίσει στα τέσσερα και ενώ έμπαινε μέσα μου με φόρα το δεξί του χέρι με χάιδευε στο κέντρο της θηλυκότητας μου. Πολύ θα ήθελα να κάτσω εκεί και να κάνω έρωτα μαζί του για κάνα δύο ώρες, αλλά ο άγριος οργασμός μου δεν άργησε πολύ. Ένα μείγμα αισθήσεων και συναισθημάτων βρήκε διέξοδο με ένα μαγικό τρόπο και άκουσα τον εαυτό μου να φωνάζει το όνομά του πριν καταρρεύσω στο κρεβάτι. Ο Τζέιμς με έσφιξε στην αγκαλιά του και αποκοιμήθηκε λίγο πριν από εμένα. Δεν πρόλαβα να αναρωτηθώ αν ήμουν καλή και αν τα πόδια μου ήταν απόλυτα λεία ή αν μου είχε ξεφύγει καμία τρίχα στην αποτρίχωση. Αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα δύο μικρά παιδάκια που έτρεχαν σε ένα λιβάδι και μιλούσαν μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 19-ουπς!


Κεφάλαιο 19

Εντάξει, είδα το Βόρειο Σέλας. ΔΕ θέλω τίποτα άλλο από τη ζωή μου. Ε...εκτός ίσως από ένα μεγάλο σπίτι στο Νότινγκ Χιλ με μια μεγάλη αίθουσα με ρούχα και παπούτσια. Συνεχίζουμε να περπατάμε αμίλητοι μέχρι που κάπου στα 300 μέτρα από εμάς βλέπουμε μια μεγάλη φωτεινή πινακίδα που γράφει «Πανδοχείο η Ειρήνη». Αρχίζω να ξεφωνίζω από χαρά και τρέχουμε προς τα εκεί. Ο Τζέιμς φαίνεται έστω προσωρινά να έχει ξεχάσει ότι του τράκαρα το αμάξι του.
Μόλις μπαίνουμε στο πανδοχείο βλέπουμε δεκάδες άτομα να μας κοιτούν. Μόλις έχει αλλάξει η χρονιά και όλοι είναι καλοντυμένοι και πίνουν και γελάνε. Διακόψαμε το ρεβεγιόν. Πάνω στο τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας υπάρχει μια τεράστια γαλοπούλα, ψητές πατάτες, πίτες, σαλάτες και τυριά. Μου τρέχουν τα σάλια.
Ένας κοντούλης κύριος γύρω στα 60 μας καλωσορίζει. «Είμαι ο Στίβεν Μακγκρέιν και είμαι ο ιδιοκτήτης. Περάστε μέσα, φαίνεστε ταλαιπωρημένοι» μας λέει και τότε συνειδητοποιώ ότι πρέπει να δείχνω λες και βγήκα από σανατόριο. «Πιείτε κάτι» μας λέει και μας δείχνει μια κανάτα με κόκκινο κρασί δίπλα σε ένα μικρό ξύλινο τραπέζι απέναντι από το τζάκι. Εγώ παραμερίζω το κρασί και τρέχω στο τζάκι να ζεστάνω τα χέρια μου.
«Κύριε Μακγκρέιν, χρειαζόμαστε κάπου να μείνουμε για απόψε. Το αμάξι μου έμεινε λίγο πιο κάτω και πρέπει να το ρυμουλκήσουν αύριο» ακούω τον Τζέιμς από πίσω μου να λέει. Ξέρω ότι είμαι γαϊδούρα, αλλά αυτή τη στιγμή δε με νοιάζει τίποτα.
«Φυσικά, νεαρέ μου, θα σας ετοιμάσω το δωμάτιο αμέσως» λέει ο κύριος Μακγκρέιν και τότε παίρνει το μυαλό μου στροφές.
«ΤΟ δωμάτιο;» αντιδρώ και γυρνούν όλοι προς το μέρος μου.
Ο κύριος Μαγκρέιν κοκκινίζει. «Με συγχωρείτε, νόμιζα ότι είστε…μαζί!»
«Δεν είμαστε» διευκρινίζω και με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον Τζέιμς να χαμογελάει πλατιά.
«Όπως και να χει ωραία μου δεσποινίς, έχουμε μόνο ένα δωμάτιο με διπλό κρεβάτι, οπότε μάλλον θα πρέπει κάποιος να κοιμηθεί στον καναπέ απόψε» λέει και στην αίθουσα ακούω μερικά γελάκια.
«Θα βρούμε κάτι άλλο, ευχαριστούμε» λέω δυναμικά και πλησιάζω τον Τζέιμς για να συνεννοηθούμε.
«Τζέιμς, πάμε να φύγουμε» λέω κοφτά αλλά αυτός δεν κουνιέται.
«Συνδέθηκα με το wi-fi και το πλησιέστερο πανδοχείο είναι σε 40 χιλιόμετρα. Δεν μπορώ να περπατήσω άλλο και δε θέλω να αγγαρέψω κανέναν τέτοια ώρα να μας μεταφέρει. Αύριο πρωί ξυπνάμε και θα καλέσω κάποιον από το κάστρο να έρθει να μας μαζέψει» μου λέει σθεναρά κι αρχίζω να βράζω.
«Και πώς θα κοιμηθούμε δηλαδή; Δεν ήρθα σε αυτό το ταξίδι για να τα περάσω όλα αυτά!» φωνάζω και αυτός με τραβάει σε μια γωνία.
«Τι τραβάς; Μου στούκαρες το αμάξι σε ένα δέντρο και μιλάς κιόλας;» γελάει. «Άλλωστε μην γκρινιάζεις, θα κοιμηθώ εγώ στον καναπέ. Εκτός αν φοβάσαι ότι δεν μπορείς να μου αντισταθείς» μου λέει και επιτόπου αρπάζω την τσάντα μου από την καρέκλα όπου την είχα αφήσει.
«Κύριε Μαγκρέιν, πού είναι το δωμάτιό μας;»

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Chapter 18-Happy New Year


17                                                                                                     

Οδηγώ πολύ προσεκτικά θέλοντας και μη γιατί ο Τζέιμς έχει καρφωμένα τα μάτια του σε μένα. Δεν ξεπερνώ τα 80 χλμ την ώρα για να είμαι σίγουρη ότι δε θα μας σταματήσει η αστυνομία για έλεγχο στοιχείων. Με άφησε να οδηγήσω το αμάξι του, σκέφτομαι και χαμογελώ. Το ταμπλό γράφει ότι έχει κάνει μόνο 1.200 χιλιόμετρα ως τώρα. Είναι πραγματικά ολοκαίνουργιο. Οδηγώ ένα αμάξι 100.000 λιρών και είμαι ουάο.

«Γιατί χαμογελάς;» με ρωτάει κι εγώ του απαντάω ότι δεν έχω ξαναοδηγήσει τέτοιο αμάξι. Δεν ωφελεί να το παίζω υπεράνω και μπλαζέ. Μου πέφτουν τα σάλια. Ωστόσο είναι περασμένες δέκα και μας χωρίζουν μόνο 60 χιλιόμετρα ως το κάστρο όταν κάτι πετάγεται στη μέση του δρόμου και για να το αποφύγω κόβω απότομα το τιμόνι προς τα αριστερά. Ο Τζέιμς ενστικτωδώς πατάει το «φανταστικό» φρένο, αλλά δεν καταφέρνει τίποτα. Ξεφεύγω από την πορεία μου και όταν ξυπνάω από ένα σύντομο σοκ, βλέπω μπροστά μου ένα δέντρο και τον Τζέιμς με το πρόσωπο μέσα στα χέρια του. «Χτύπησες; Θεέ μου, Τζέιμς, μίλα μου. Είσαι καλά; Τι έγινε;» αρχίζω να ουρλιάζω. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα…
«Έπεσες πάνω στο δέντρο προσπαθώντας να αποφύγεις δεν ξέρω κι εγώ τι» λέω με σφιγμένα τα δόντια. Ανατριχιάζω ολόκληρη από την έντασή του. ΔΕ φωνάζει , αλλά νιώθω το θυμό του.
«Πρέπει να ήταν κάποιο ζώο…» λέω και τον κοιτάω. Το χείλος του τρέχει αίμα.
«Τζέιμς…» τεντώνω το χέρι μου και του χαϊδεύω το σημείο που αιμορραγεί. Με κοιτάει με ένα βλέμμα που δεν μπορώ να αποκρυπτογραφήσω. Μάλλον με μισεί. «Κάτσε να σε σκουπίσω» προσφέρομαι και τραβάω ένα χαρτομάντιλο και του σφουγγίζω το αίμα. Εγώ ευτυχώς δεν έχω χτυπήσει.
Βγαίνουμε από το αμάξι να επιθεωρήσουμε τη ζημιά. Η μπροστινή όψη έχει σταπατσαριστεί αρκετά. Ο Τζέιμς ξεφυσάει αλλά δε μου λέει τίποτα. Πόσο άσχημα νιώθω Θεέ μου…Τι πήγα κι έκανα;
Ο Τζέιμς κάθεται στη θέση του οδηγού και βάζει τα κλειδιά στη μίζα. Κάνει να βάλει μπρος, αλλά το αμάξι δε συνεργάζεται. Άλλη μια προσπάθεια και τζίφος.
«Έχει ένα σύστημα που αν γίνει ατύχημα σταματάει αυτόματα η παροχή καυσίμου για αποφυγή ανατίναξης» μου λέει, λες και καταλαβαίνω από αυτά. «Θα πάρω την οδική βοήθεια».
Κάθομαι στη θέση του συνοδηγού και περιμένω να συνεννοηθεί. Αρχίζει να ανεβάζει τον τόνο της φωνής του. Λόγω της ημέρας υπάρχει μόνο ένα συνεργείο εν κινήσει και αυτό είναι μακριά. Θα πρέπει να περιμένουμε.
«Προτιμάς να μείνουμε στο αμάξι ή να προσπαθήσουμε να βρούμε κάπου να μείνουμε;» μου λέει και απορώ πώς έχει κουράγιο και μου μιλάει ακόμα. Εγώ θα με πλάκωνα στις σφαλιάρες.
«Πριν μερικά χιλιόμετρα προσπεράσαμε ένα πανδοχείο. Αν βγούμε στον κεντρικό όλο και κάποιος θα περάσει να μας μαζέψει» προτείνω.
«Σε 2 ώρες αλλάζει ο χρόνος. Δε θα κυκλοφορούν και πολλοί τρελοί τέτοια ώρα» λέει ψυχρά.
«Ας μείνουμε στο αμάξι τότε» λέω.
«Θα ξεπαγιάσουμε».
«Τζέιμς, αποφάσισε πια!» λέω αγανακτισμένη και μετά συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι σε θέση να γκρινιάζω κιόλας.
«Ας περπατήσουμε» λέει και παίρνουμε το δρόμο προς τα πίσω.
Περπατάμε με γρήγορο ρυθμό για να ανεβάσουμε τον παλμό μας και να μην ψοφήσουμε από το κρύο. Είμαι κουρασμένη και πεινάω και δεν περνάει κανένας χριστιανός να μας μαζέψει. Τι ζω, Θεέ μου, αναρωτιέμαι.
«Τζέιμς, λυπάμαι πολύ» λέω ξαφνικά, μετά από μισή ώρα μέσα στη βουβαμάρα.
«Δεν πειράζει, δεν το έκανες επίτηδες» λέει σοβαρά και συνεχίζει να περπατάει ζωηρά. Εγώ έχω φτάσει στο απόλυτο της κούρασης. Δεν είμαι μαθημένη έτσι εγώ. Εγώ παίρνω λεωφορείο για μία στάση.
«Είναι έντεκα και κάτι και αν δε φτάσουμε έγκαιρα στο πανδοχείο, θα κάνουμε αλλαγή στο δρόμο. Πώς μπορείς να λες ότι δεν πειράζει;»
«Είναι μια εμπειρία» επιμένει εκείνος και συνεχίζει να περπατάει αγέρωχος, χωρίς να με κοιτάει. Κοίτα με, σε παρακαλώ, σκέφτομαι.
Κάπου στις 12 παρά τέταρτο αρχίζω να απελπίζομαι. Εκείνος είναι σίγουρος ότι από στιγμή σε στιγμή φτάνουμε, αλλά εγώ έχω πειστεί ότι θα αφήσω το κοκαλάκι μου στη Σκωτία.
Είναι πια επίσημο… Περπατάμε σε έναν ερημικό δρόμο, δίπλα σε πανύψηλα δέντρα σε μεγάλο υψόμετρο και έχει ένα απίστευτο κρύο. Η ώρα είναι 12 παρά δύο… Σταματάμε στην άκρη του δρόμου και κοιτάμε το ρολόι του. 10,9,8,7,6,5,4,3,2,1…!
«Χρόνια πολλά, Τζέιμς» λέω ντροπαλά και ανταποδίδει. Με σφίγγει στην αγκαλιά του και μου δίνει δύο φιλιά στο μάγουλο. Καθόμαστε για μερικά δευτερόλεπτα αγκαλιασμένοι  και κοιτιόμαστε στα μάτια, όταν εκείνος σηκώνει το κεφάλι του ψηλά.
«Η φύση έχει ένα μαγικό τρόπο να σε αποζημιώνει για τις κακοτυχίες σου» μου λέει ενώ με σφίγγει πάνω του. Σηκώνω κι εγώ το βλέμμα μου ψηλά και καταλαβαίνω τι εννοεί…

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

cave Smoo


Κεφάλαιο 16-drive me to the moon




Ε ΕΝΤΑΞΕΙ, ΕΧΩ ΚΟΥΦΑΘΕΙ. Είμαι μέσα στη σπηλιά Σμου και τρέχουν νερά λες και είμαι σε καταρράκτες. Το θέαμα είναι τόσο συναρπαστικό που κάθομαι ασάλευτη και έχω πάνω από 5 λεπτά να βγάλω κιχ. Ο Τζέιμς φαίνεται να απολαμβάνει και αυτός το τοπίο αν και μου είπε ότι έχει ξανάρθει. Με γυναίκα;  Αναρωτιέμαι άθελά μου. Τι με νοιάζει και αναρωτιέμαι κάτι τέτοιο; Τι έχω πάθει;

Είναι πανέμορφα εδώ. Περπατάμε δίπλα δίπλα και τα χέρια μας αγγίζονται φευγαλέα. Το περιβάλλον είναι τόσο ρομαντικό που και ο πιο ψυχρός άνθρωπος θα έλιωνε εδώ μέσα. Παρόλη την παράνοια αυτού του παράξενου ταξιδιού όσα έχουμε κάνει μέχρι στιγμής ήταν πολύ διασκεδαστικά. Έχω δει μέρη που μπορεί να μην ξανάβλεπα. Η Σκωτία είναι ονειρεμένη, πραγματικά.

«Είσαι έτοιμη να πάμε για έναν καφέ στο Αμπερντίν;» με ρωτάει και εγώ γνέφω θετικά. Μπαίνουμε στο αμάξι και ξεκινάμε την πορεία προς τα εκεί. Φάγαμε ένα υπέροχο γεύμα με ζυμαρικά κοντά στη λίμνη και είμαι χορτάτη, αλλά έναν καφέ μετά από καναδυό ωρίτσες θα τον ήθελα. Ο Τζέιμς είναι φανταστική παρέα και περνάμε καλά πια. Το μόνο ενοχλητικό είναι το κινητό του που χτυπάει σχεδόν συνέχεια. «Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες» μου λέει γελώντας όταν το κλείνει την τελευταία φορά.

Η ώρα είναι εφτά και έχει σκοτεινιάσει πλήρως. Εγώ είμαι πολύ χαλαρή στη θέση του συνοδηγού και στέλνω μερικά μηνύματα για χρόνια πολλά σε μερικούς φίλους όταν ο Τζέιμς μού ανακοινώνει ότι είμαστε στο Αμπερντίν.

Το Αμπερντίν ως πόλη δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο, σκέφτομαι, αλλά ο Τζέιμς με οδηγεί σε μια σοκολατερία δίπλα στη θάλασσα. Φυσάει και τα κύματα σκάνε αφρισμένα στην προβλήτα και το θέαμα είναι συγκλονιστικό. Βγάζω αμέτρητες φωτογραφίες για να πετύχω μία όπου το κύμα σκάει με φόρα στην προβλήτα. Ο Τζέιμς με βοηθάει λίγο και βγάζει μερικές αλλά δεν πετυχαίνω αυτό που θέλω μέχρι που ένα πανύψηλο κύμα κάνει την εμφάνισή του και καταφέρνω να το φωτογραφίσω στο ζενίθ του. «Θα μπει στο FB» του λέω και γελάει.

Περπατάμε λίγο στα μαγαζιά της πόλης που είναι ανοιχτά μέχρι αργά σήμερα. Αγοράζω μερικές μινιατούρες και αναμνηστικά από τη Σκωτία και ο Τζέιμς τα παίρνει και τα πηγαίνει στο ταμείο χωρίς να με περιμένει. «Μην τολμήσεις» μου λέει όταν κάνω να βγάλω το πορτοφόλι μου. «Θα πληρώσεις και τα δώρα μου;» ρωτάω μουτρωμένη και χαμογελάει.
«Και αυτά που πήρες εσύ για τους άλλους και αυτό που θα πάρω εγώ σε εσένα!» λέει χαμογελαστός.
«Δε χρειάζεται...» διαμαρτύρομαι. Δε θέλω να μου πάρει δώρο. Θα νιώσω πολύ άβολα. Εγώ τι να του πάρω και από πού; Είμαστε συνέχεια μαζί.
Με οδηγεί σε ένα μικρό μαγαζί με χειροποίητα κοσμήματα και διαλέγει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με πράσινη πέτρα. Πληρώνει με κάρτα και βγαίνουμε από το μαγαζί.
«Ελπίζω να κατάλαβες ότι είμαι ο Άγιος Βασίλης» λέει και ξεκαρδίζομαι.
«Αδυνάτισες, Σάντα;» του λέω και γελάει και αυτός.

Κατά τις 9, ο Τζέιμς αποφασίζει ότι πρέπει να ξεκινήσουμε την επιστροφή αν είναι να προλάβουμε να κάνουμε αλλαγή στο κάστρο. Η αλήθεια είναι ότι είμαι λίγο κουρασμένη και θα το ήθελα ένα ζεστό μπάνιο μετά από τόσες συγκινήσεις.

Βάζουμε τα ψώνια στο πορτ μπαγκάζ και βλέπω τον Τζέιμς με την άκρη του ματιού μου να χαμογελάει.
«Τι είναι;» ρωτάω χαμογελώντας. «Τι πονηρό βλέμμα είναι αυτό, αφεντικό;»
Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι τον βλέπω να μου πετάει κάτι στον αέρα. Το πιάνω ενστικτωδώς και ανοίγω τη χούφτα μου.
«Θες να οδηγήσεις;» τον ακούω να λέει…











Κεφάλαιο 15-εκδρομούλα



Σήμερα είναι 31 Ιανουαρίου. Το βράδυ αλλάζει ο χρόνος και εγώ αυτή τη στιγμή φοράω τις γαλότσες μου. Αντί να βρίσκομαι σπίτι και να πίνω ζεστή σοκολάτα, κουκουλώνομαι για μια μέρα στη βόρεια Σκωτία παρέα με τον πιο παράξενο άνθρωπο στον κόσμο. Να δεις που αυτός δε θα πιστεύει ούτε στον Άγιο Βασίλη! Θεέ μου, σκέφτομαι και ξεφυσώ μετά από μια απελπισμένη προσπάθεια να κουμπώσω το στενό παντελόνι μου. Φοράω ένα μάλλινο σκούφο, περνάω μια πινελιά ρουζ στα μάγουλά μου και κατεβαίνω στην κουζίνα για να πάρω πρωινό. Εκεί με περιμένει ο Τζέιμς, μόνος του. Έχει στύψει χυμό και έχει ζεστάνει γάλα για τα δημητριακά μου.
«Πού είναι η Ιλέν;» ρωτάω και μου απαντάει ότι το ρεπό τους ξεκίνησε από πολύ πρωί, οπότε λείπουν όλοι.
«Τρώω γρήγορα και φεύγουμε» του λέω και κάθομαι απέναντι του στην κουζίνα. Είναι ένα δωμάτιο με έντονα χρώματα και υπερσύγχρονες συσκευές. Εδώ μέσα μπορείς άνετα να παίξεις ποδόσφαιρο σκέφτομαι. Ο Τζέιμς διαβάζει μια εφημερίδα και ξύνει το σαγόνι του. Δεν έχει ξυριστεί από τη μέρα που ήρθαμε και είναι πολύ σέξι. Αναρωτιέμαι αν θα άφηνε σημάδια στο πρόσωπό μου αν με φιλούσε με πάθος. Τι βλακείες λέω; Αναρωτιέμαι και καταπίνω μια κουταλιά με δημητριακά και γάλα.
Μπαίνουμε στο αμάξι του μέσα στην απόλυτη ησυχία. Είναι προφανές ότι έχει πέσει κι αυτός λίγο. Σίγουρα θα περίμενε να κερδίσει κάποιος πιο μετριοπαθής το ταξίδι και όχι εγώ!

«Εσύ θα οδηγήσεις;» ρωτάω και συνειδητοποιώ πόσο ηλίθια ερώτηση είναι αυτή που κάνω.
«Βλέπεις κανέναν άλλον;» μου λέει χαμογελώντας. Επιτέλους!
«Θα με αφήσεις να οδηγήσω κι εγώ;» ρωτάω όλο χαρά. Το αμάξι είναι φοβερό.
«Ανίτα, το αμάξι είναι ολοκαίνουργιο. Μου το πήρα δώρο για τα Χριστούγεννα! Είσαι σίγουρη;» με ρωτάει.
«Ε καλά…» λέω λίγο πιο μαζεμένη. Τι πήγα κι έκανα;
«Θα δούμε» μου λέει διφορούμενα. Το μισώ το «θα δούμε». Πάντα σημαίνει «όχι». Αλλά σου αφήνει και μερικές ελπίδες. Ίσα ίσα.

«Πού θα πάμε;» ρωτάω ζωηρά για να αλλάξω λίγο το κλίμα.
«Θα κατευθυνθούμε βόρεια, όπως ξέρεις. Θα πάμε στις γνωστές λίμνες και αφού δούμε το Τέρας του Λοχ Νες θα πάμε για φαγητό πιο βόρεια» λέει ενώ κοιτά επίμονα το δρόμο.
«Θα δούμε το Τέρας;» γελάω.
«Θα προσπαθήσουμε. Θα φτάσουμε τέρμα βορειοδυτικά, στο Σάδερλαντ, για να δούμε την σπηλιά Σμου».
«Τι ωραία!» λέω και χτυπάω παλαμάκια τα χέρια μου. «Και μετά; Και μετά;».
«Μετά θα γυρίσουμε από τα ανατολικά υψίπεδα και με μια στάση Αμπερντίν θα γυρίσουμε σπίτι λίγο πριν την αλλαγή» μου ανακοινώνει και εγώ συνεχίζω να χτυπάω παλαμάκια. Το πρόγραμμα είναι πολύ περιεκτικό.
«Ο ενθουσιασμός σου είναι κολλητικός» μου λέει και δυναμώνει τη μουσική.

Οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα και δεξιότητα στον αυτοκινητόδρομο και εγώ τραγουδάω ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι που ακούω στο ράδιο. Εκείνος συμμετέχει πού και πού, αλλά παραμένει αφοσιωμένος στο δρόμο. Κατά τις 12 φτάνουμε στην περιοχή των λιμνών και παρκάρουμε σε ένα σημείο το αμάξι για να περπατήσουμε.
‘Εχει πολύ κρύο και νιώθω τα μέλη μου να παγώνουν όταν κατεβαίνω από το αμάξι. Οι λίμνες είναι πανέμορφες. Η φύση τριγύρω είναι καταπράσινη, παρά τη βαριά χειμωνιά. Μετά από καμιά ωρίτσα περπάτημα μου προτείνει να πάμε στη λίμνη Νες. «Είναι η πιο πιασάρικη» λέει και μου κλείνει το μάτι. Χαλάρωσε επιτέλους, σκέφτομαι. Είναι πια ο Τζέιμς που γνώρισα εκείνο το βράδυ, με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο. Θα περάσουμε καλά, είμαι σίγουρη πια.

Στο Λοχ Νες πίνουμε έναν καφέ και χαλαρώνουμε ενώ εκατοντάδες τουρίστες φωτογραφίζουν το υποτιθέμενο τέρας. Ο Τζέιμς μού εξηγεί λίγο πώς ξεκίνησε ο θρύλος του τέρατος και μετά αναλύει πώς αυτό έχει ωφελήσει την κοινωνία της περιοχής οικονομικά. «Ωχ Τζέιμς, έλα να βγάλουμε καμιά φωτογραφία και άσε τη διάλεξη» του λέω γελώντας και με ακολουθεί θέλοντας και μη γιατί τον τραβάω από το μανίκι του μπουφάν του. Βγάζουμε ένα σωρό φωτογραφίες τη λίμνη, εμένα με φόντο τη λίμνη, τον Τζέιμς που αντιπαθεί τις φωτογραφίες με φόντο τη λίμνη ώσπου φτάνει η στιγμή που προτείνω να βγάλουμε μία μαζί. Βρίσκουμε μια τουρίστρια που δεν μιλάει καν αγγλικά και του δίνουμε τη φωτογραφική μηχανή. Κάθομαι όρθια δίπλα του, αμήχανη, χωρίς να ξέρω πού να βάλω τα χέρια μου. Για ένα δευτερόλεπτο διστάζει κι αυτός λιγάκι, αλλά μετά κάνει την κίνηση ρουά ματ και περνάει το χέρι του από τη μέση μου και με σφίγγει προς το μέρος του. Εγώ γυρίζω ελαφρώς προς εκείνον και η φωτογραφική μάς απαθανατίζει αγκαλιασμένους σφιχτά με φόντο την πανέμορφη λίμνη.  Κοιτάω τη φωτογραφία αχόρταγα, αλλά χωρίς να δείχνω τον ενθουσιασμό μου. «Ωραία βγήκε» λέω τελικά ουδέτερα και του δείχνω την οθόνη της μηχανής. Γνέφει χαμογελαστός και συνεχίζουμε προς την σπηλιά Σμου με το αμάξι του.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 14-αφρόλουτρο βανίλια http://www.thebodyshop-usa.com/fragrance/fragrance-shower-gel/vanilla-bath-shower-gel.aspx



Ξενέρα, ξενέρα, ξενέρα, σκέφτομαι ενώ γυρνάμε με το αμάξι στο κάστρο. Η ώρα είναι 12.30 και τα μάτια μου κλείνουν. Πώς γίνεται να νυστάζω και ταυτόχρονα να είμαι τόσο νευριασμένη; Αλλά γιατί είμαι νευριασμένη; Τι είπε; Την άποψή του είπε. Εμένα τι με νοιάζει; Σάμπως υπήρχε ελπίδα να με ερωτευτεί;

Έχω γυρίσει λίγο την πλάτη μου και κοιτάω έξω από το παράθυρο. Η διαδρομή είναι υπέροχη. Περνάμε δίπλα από δάση και λίμνες μέχρι να φτάσουμε στο κάστρο. Παρόλο που είναι τόσο αργά και επικρατεί καταχνιά, διακρίνω την ομορφιά του τόπου αυτού, που είναι τόσο παράξενος και τόσο μοναδικός όσο άντρας που κάθεται σιωπηλός δίπλα μου.
«Λοιπόν, αύριο θα φύγουμε κατά τις 9 από το κάστρο. Θα είμαστε εκεί κατά τις 12, θα κάνουμε καμιά βόλτα και θα φάμε κάτι. Μετά συνεχίζουμε» λέει όταν φτάνουμε στο κάστρο. Ανεβαίνουμε σιγά σιγά τις σκάλες και φτάνουμε στην κορυφή, στο σημείο όπου χωρίζονται οι δρόμοι μας. Δεξιά το δικό μου δωμάτιο και αριστερά το δικό του. Σταματάμε. Αμηχανία.
«Θα τα πούμε αύριο» λέω με κατεβασμένους τους ώμους. Τι αποτυχημένη βραδιά.
«Καληνύχτα, Ανίτα» μου λέει και κατευθύνεται στο δωμάτιό του.

Μόλις βρίσκομαι μόνη μου, βγάζω τα ρούχα μου και χώνομαι στο ντους. Αφήνω το καυτό νερό να τρέξει πάνω μου και απολαμβάνω το άρωμα του αφρόλουτρου με άρωμα βανίλια. Το δέρμα μου είναι κατακόκκινο από το νερό, αλλά έτσι μου αρέσει το μπάνιο. Επιτέλους, μια στιγμή απόλαυσης μετά την πανωλεθρία στην μπιραρία. Μα τι περίμενα; Είναι ολόκληρος επιχειρηματίας…Είναι λογικό να είναι τόσο κυνικός. Έχει μείνει ορφανός από μικρός, έχει μάθει στην απώλεια. Ποιος ο λόγος να αναλώνεται σε ρομαντικές φαντασιώσεις περί κεραυνοβόλου έρωτα; Σάμπως εγώ που πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα τον έχω ζήσει; Σκέφτομαι. Κι εγώ που είμαι ανοιχτή σε αυτή την πιθανότητα έχω ζήσει ποτέ τον απόλυτο έρωτα;
Φοράω ένα αφράτο μπουρνούζι σε ροζ απόχρωση και κάθομαι οκλαδόν στο κρεβάτι μου για να βάλω λίγη κρέμα σώματος που έχω φέρει μαζί μου. Μπαίνω πάλι στην τουαλέτα για να στεγνώσω τα μαλλιά μου. Ευτυχώς η τουαλέτα είναι εξοπλισμένη με ένα δυνατό σεσουάρ που στεγνώνει με μεγάλη ταχύτητα τα μαλλιά. Το κεφάλι μου βουίζει φυσικά από τον απίστευτο θόρυβο που κάνει, αλλά τουλάχιστον σε πολύ λίγα λεπτά τα μαλλιά μου θα είναι στεγνά. Στεγνώνω με το κεφάλι κάτω, για όγκο στις ρίζες. Όλο μου το αίμα μαζεύεται στο κεφάλι.

Αααααααααααααααααααααααααααααααα!

Ακούω τον εαυτό μου να ουρλιάζει και έναν άντρα να προσπαθεί να με ηρεμήσει αλλά το σώμα μου δεν κωδικοποιεί το σήμα και συνεχίζω να τον χτυπάω.
«Ανίτα ηρέμησε! Χτυπούσα πολλή ώρα και ανησύχησα!» μου λέει ο Τζέιμς και κάπως συνέρχομαι.
«Στέγνωνα τα μαλλιά μου και δεν άκουγα» του λέω και ακολουθώ το βλέμμα του. Το μπουρνούζι έχει ανοίξει και φευγαλέα κοιτάζει το στήθος μου. Θεέ μου, τι ντροπή.
Κλείνω το γιακά γρήγορα και μαζεύω τα μαλλιά μου σφικτά πίσω. Ε καλά, εντάξει, φοράω μπουρνούζι, είμαι άβαφη, δε φοράω υπερσουτιέν να σηκώνει τα ασήκωτα και δε φοράω τακούνια. Πρέπει να είμαι ακαταμάχητη.

«Τι με ήθελες;» περνάω στην αντεπίθεση.
«Ήθελα να σου πω να ντυθείς ζεστά για αύριο. ‘Ίσως πρέπει να φορέσεις και γαλότσες» λέει λίγο βιαστικά.
Τι; Ηρθε ως εδώ για να μου πει πώς να ντυθώ; Κάτι δε μου πάει καλά…
«Εντάξει, Τζέιμς. Θες κάτι άλλο;»
Εκείνος κοντοστέκεται και με κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή. Γνέφει αρνητικά.
«Θα τα πούμε αύριο» λέει και μετά σιωπή.
«Καληνύχτα» λέω και βουτάω το δάχτυλό μου στο βαζάκι με την κρέμα νυκτός. Ε αφού τα είδε όλα ας με δει να βάζω και κρέμα, σκέφτομαι. Δεν είναι δα ότι θα με απομυθοποιήσει κιόλας! Αυτός πιάνει το μήνυμα ότι είναι η ώρα να με αφήσει μόνη μου και σπεύδει προς την πόρτα με μεγάλα βήματα. Την ανοίγει και βγαίνει έξω. Μόνο όταν μένω μόνη, για δεύτερη φορά, συνειδητοποιώ ότι κάτι μου διαφεύγει.





Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 13-δυο μπιρίτσες και μερικά λουκάνικα



Είμαστε και οι δύο κουκουλωμένοι με μπουφάν, κασκόλ και γάντια γιατί η θερμοκρασία είναι -5, σύμφωνα με το θερμόμετρο στο σπίτι. Ο οδηγός του Τζέιμς μάς αφήνει σε ένα κεντρικό σημείο στο Στέρλινγκ. Είναι μια πανέμορφη ρομαντική πόλη γεμάτη πλακόστρωτους δρόμους και μικρά μαγαζάκια. Ο κόσμος κυκλοφορεί στο δρόμο με γοργό ρυθμό, με σκοπό να χωθεί σε ένα ζεστό μαγαζί. Όλα είναι γιορτινά. Χιλιάδες λευκά λαμπάκια κάνουν τα μαγαζιά και την πόλη να θυμίζει παραμύθι. Ένα μεγάλο δέντρο στολίζει το κέντρο της πλατείας και άνθρωποι ντυμένοι ξωτικά και τάρανδοι μοιράζουν σοκολατάκια. Αύριο αλλάζει ο χρόνος σκέφτομαι και θα το γιορτάσω με έναν ξένο. Βέβαια και με τους δικούς μου σαν ξένη θα ένιωθα με τις καινούργιες τους ζωές, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσα να κυκλοφορώ με παντόφλες.
«Έλα» μου λέει ο Τζέιμς και με τραβάει προς το μέρος του. Με οδηγεί σε μια μικρή παμπ μέσα σε ένα δρομάκι. Λέγεται “Càirdean'”.
Ο Τζέιμς με ενημερώνει ότι σημαίνει «φίλοι» στα κέλτικα. Καθόμαστε σε δύο ψηλά σκαμπό και το τραπέζι ανάμεσά μας δεν είναι παρά ένα μεγάλο βαρέλι. Παραγγέλνουμε δύο μπίρες και μια ποικιλία κρεατικών. «Πεινάω σαν λύκος» μου λέει και συμφωνώ. Από μέσα μου φυσικά.
«Περνάς καλά;» με ρωτάει όλο ενδιαφέρον και γνέφω καταφατικά.
«Είναι πολύ όμορφα εδώ. Δεν έχω ξανάρθει ποτέ στη Σκωτία και πάντα το ήθελα. Από τα βιβλία που έχω διαβάσει ξέρω ότι είναι ένας τόπος με ιδιαίτερο χαρακτήρα».
«Χαίρομαι που σου αρέσει. Αύριο θα πάμε πιο βόρεια και ελπίζω να γυρίσουμε νωρίς ώστε να απολαύσουμε τις λιχουδιές που θα έχουν φτιάξει για εμάς για την Πρωτοχρονιά» μου λέει.
«Το προσωπικό θα γιορτάσει μαζί μας;» ρωτάω και αυτός γελάει. «Ε όχι φυσικά. Έχουν ρεπό για να γιορτάσουν με τους δικούς τους!».
«Οπότε θα είμαστε οι δυο μας;»
«Σε πειράζει;»
«Όχι» λέω και κοκκινίζω. Καρφώνεσαι, σκέφτομαι.
«Για πες μου λοιπόν…» λέει και στυλώνει τα μάτια του πάνω μου.
«Τι να πω;» ρωτάω έντρομη. Τι θα με ρωτήσει;
«Πώς πας στη δουλειά;»
ΩΧ!! SOS, εκπέμπω SOS.
«Ξέρεις τώρα, Τζέιμς, τα κλασικά. Είμαι ευχαριστημένη και κάνω ό,τι μπορώ» λέω και σκέφτομαι ότι μου αξίζει τουλάχιστον ένα Χρυσό Βατόμουρο.
«Δηλαδή περνάς καλά;» ρωτάει σηκώνοντας τα φρύδια.
«Κοίτα να δεις, πιστεύω ότι θα ήμουν πιο χρήσιμη στο τμήμα εκδόσεων. Διαβάζω πολύ και νομίζω ότι μπορώ να διακρίνω αν αξίζει να αναλάβουμε κάποιο βιβλίο. Έχω προσπαθήσει να αλλάξω τμήμα, αλλά δε γίνεται» λέω.

Το είπα! Το είπα! Παίρνω φόρα.

«Επίσης η εταιρεία χρειάζεται καφετιέρα και μηχάνημα με σοκολάτες στον δεύτερο και η μηχανογράφηση θέλει προσωπικό και…» τι άλλο; Τι άλλο; Δε θυμάμαι. Έχω την ευκαιρία να μεταφέρω όσα μου είπαν οι συνάδελφοι και κάτι ξέχασα. Τι όμως;

Ο Τζέιμς με κοιτάει διερευνητικά και ξεσπάει σε δυνατά γέλια. Μας κοιτάει όλο το μαγαζί. Γελάω κι εγώ μαζί του.
«Σε έβαλαν να τα μάθεις απ’ έξω;» με ρωτάει και σηκώνω τους ώμους. «Έχεις πολλή πλάκα, Ανίτα, περνάω πολύ καλά μαζί σου» συνεχίσει κι εγώ κοκκινίζω.
«Τζέιμς, κι εγώ περνάω καλά μαζί σου, αλλά όλο αυτό είναι πολύ σουρεάλ».
«Γιατί;» με ρωτάει εύθυμα. Ξέρει γιατί.

«Σε έχω δει σχεδόν γυμνό και είσαι το αφεντικό μου!» λέω έντονα.
«Σε κάποιες εταιρείες αυτή θα ήταν καλή στρατηγική ανέλιξης!» λέει και γελάει. Γελάω κι εγώ.
»Εκατσα και έθαψα τους πάντες» λέω παραπονιάρικα.»
«Είχες δίκιο. Σε είχαν βάλει να φυλάς τις σουίτες ενώ οι άλλοι διασκέδαζαν κάτω. Ήταν απαράδεκτο» μου λέει και ξαλαφρώνω. Δόξα τω Θεώ…Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουν τρελή.
«Είσαι πολύ καλός» του λέω.
«Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη» μου απαντάει και ανοιγοκλείνω τα μάτια λες και με χτύπησε ρεύμα. Καλά άκουσα; Χαμηλώνω το κεφάλι. Πες κάτι, πες κάτι.
«Σε ευχαριστώ» λέω και συνεχίζω να πίνω την μπίρα μου. Το εννοούσε; ‘Η το είπε από ευγένεια; Αλλά τι με νοιάζει; Ε;

«Λοιπόν, Ανίτα, σου αρέσει το κάστρο;»
«Αν μου αρέσει; Πλάκα κάνεις; Είναι υπέροχο. Λυπάμαι που ως παιδί πέρασες δύσκολα, αλλά αυτό το σπίτι πρέπει να ήταν φοβερό καταφύγιο!»
«Με εντυπωσιάζει αυτό που λες, Ανίτα, γιατί είναι πολύ ακριβές. Αυτό το σπίτι κατάφερνε πάντα να με ηρεμεί παρόλες τις δυσκολίες» λέει και βλέπω ένα ανεπαίσθητο σύννεφο να περνάει μπροστά από τα υπέροχα μάτια του.
Αλλάζω θέμα, δε θέλω να τον στενοχωρώ. «Τι γράφει αυτή η υπέροχη επιγραφή έξω από την πόρτα;» ρωτάω τελικά.
Εκείνος λέει μερικές λέξεις που δεν καταλαβαίνω. Διακρίνει το βλέμμα απορίας μου και αρπάζει μια χαρτοπετσέτα. Βγάζει ένα στυλό από το πέτο του και γράφει

Triùir a thig gun iarraidheaga, eud is gaοl.
«Σημαίνει ‘τρία πράγματα έρχονται απρόσκλητα στη ζωή: η ζήλια, ο φόβος και η αγάπη’» μου λέει και με κοιτάει επίμονα. Προσπαθώ να πω κάτι να σκάσω αυτή τη σαπουνόφουσκα στην οποία βρισκόμαστε, αλλά δε βρίσκω. Ο χρόνος έχει παγώσει.  Γιατί με κοιτάει έτσι; Νιώθω γυμνή.
«Πολύ όμορφο γνωμικό» λέω τελικά. Ωραίο και ουδέτερο.
«Το είχε σκαλίσει η μητέρα μου στην πόρτα του κάστρου όταν παντρεύτηκε με τον πατέρα μου. Δε συμφωνώ, αλλά το αφήνω εκεί για να τη θυμάμαι».
«Δε συμφωνείς;» ρωτάω απότομα.
«Όχι φυσικά. Όλα αυτά τα συναισθήματα δεν έρχονται ουρανοκατέβατα. Μπορείς να αναπτύξεις άμυνες».
«Μα τι λες;» πετάγομαι ξαφνικά. «Καλά στα υπόλοιπα, αλλά μπορείς να αποκτήσεις άμυνες απέναντι στην αγάπη; Πρέπει να είναι πολύ χοντρόπετσος για να πιστεύεις κάτι τέτοιο». Τι είπα;
«Εγώ το πιστεύω. Δε μου έχει συμβεί ποτέ να ερωτευτώ χωρίς να το θέλω. Τη μία φορά που έγινε, η κοπέλα ήταν μια εκούσια επιλογή».
«Τι ρομαντικό!» τον ειρωνεύομαι ανοιχτά. Πάει η ατμόσφαιρα, χάλασε.
«Δεν ξέρω αν είναι ρομαντικό, πάντως ήταν η μακροβιότερη σχέση μου».
«Θεέ μου, αν είναι δυνατόν! Τι ακούω;» σηκώνω τον τόνο της φωνής μου και σηκώνω τα χέρια προς τον Θεό σε μια κρίση υποκριτικής τέχνης.
«Ακούς την αλήθεια, και μάλιστα από έναν άντρα» μου λέει με έναν τόνο ψυχρό. Δεν μπορεί, σκέφτομαι. Πριν από 2’ γελούσαμε και τώρα αγριοκοιτάει ο ένας τον άλλον.
«Τζέιμς, μπορείς να λες ό,τι θες, αλλά εγώ θα συνεχίσω να πιστεύω ότι ο φόβος η ζήλια και η αγάπη είναι τρία συναισθήματα που είναι ενστικτώδη και δεν μπορείς να τα ελέγξεις» λέω με σιγουριά και ανασηκώνω τη μύτη.
«Όπως νομίζεις, δε θέλω να σου χαλάσω τη φαντασίωση, Ανίτα» λέει και πίνει μια γουλιά μπίρα.
Στο τραπέζι επικρατεί σιωπή. Ας μιλήσει κάποιος, σκέφτομαι. Τι φοβερή αμηχανία.
«Λοιπόν, τι ώρα θα ξυπνήσουμε αύριο;» ρωτάει και νοερά κάνω το σταυρό μου…





Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

κεφάλαιο 12-yummy



Μα πού είναι; Έπεσα να κοιμηθώ δύο ωρίτσες και ξύπνησα μετά από τέσσερις. Νιώθω πολύ ξεκούραστη, αλλά επίσης και ένοχη, γιατί έχασα δύο ώρες από ένα ήδη σύντομο ταξίδι. Επιπλέον, κανείς δεν ξέρει πού είναι ο Τζέιμς. Ρωτάω την Μιράντα αλλά δεν έχει ιδέα. Μου λέει με μια φοβερή ηρεμία «κάπου εδώ γύρω θα είναι, κοιτάξτε στη βιβλιοθήκη» και συνεχίζει να κόβει μερικές μελιτζάνες.

Ωραία, “να κοιτάξω στην βιβλιοθήκη”. Ναι, αλλά πού είναι; Μιλάμε για ένα κάστρο με δεκάδες κλειστές πόρτες. Και κλειστές πόρτες για την Ανίτα Φέργκιουσον σημαίνουν ένα πράγμα: πάρτι!!!! Λατρεύω να ανοίγω κλειστές πόρτες. Και κλειστά συρτάρια. Είναι απαίσιο, το ξέρω, αλλά μου αρέσει πολύ. Σκοπεύω να ψάξω κάθε πόντο του κάστρου. Ο Τζέιμς μού έδειξε μόνο τα βασικά: τουαλέτα, κουζίνα, υπνοδωμάτια και σαλόνι. Όλες οι άλλες πόρτες τι κρύβουν; Αναρωτιέμαι αν υπάρχει δωμάτιο βασανιστηρίων ή κάτι σαν μπουντουάρ με κομψές τουαλέτες και κοσμήματα και διαμάντια. Ανατριχιάζω σύγκορμη από τον ενθουσιασμό!

Αρχίζω να χτυπάω δειλά μερικές πόρτες και να μπαίνω μέσα όταν δεν ακούω απάντηση. Κάποιες πόρτες είναι κλειδωμένες. Λογικό είναι. Κάποιες κρύβουν από πίσω άδεια δωμάτια. Κάπου στην έκτη πόρτα ακούω ένα «ναι» και μπαίνω διστακτικά. Είναι ο Τζέιμς. Τίποτα όμως δε θα μπορούσε να με είχε προετοιμάσει για αυτό που βλέπω μπροστά μου. Ράφια από το πάτωμα ως το ψηλό ταβάνι γεμάτα βιβλία, παλιά και καινούργια, σκάλες για να ανεβαίνεις και να πιάσεις αυτό που θες, ένα τεράστιο τραπέζι στη μέση με τα κλασικά φωτιστικά βιβλιοθήκης και ένα άρωμα από παλιό χαρτί αναμεμειγμένο με κρέμα ξύλου. Ω, είναι ένα όνειρο.
Βρίσκω τον Τζέιμς με μια γκρι φόρμα και μαύρο φούτερ να κάθεται σε μια καρέκλα και να βλέπει τηλεόραση. Είναι μια τεράστια οθόνη σε μια γωνία του δωματίου.
«Καλά, δεν ντρέπεσαι;» ρωτάω αγανακτισμένη. «Έχεις εδώ μέσα όλα τα βιβλία του κόσμου και βλέπεις τηλεόραση;»
Εκείνος κοκκινίζει και σηκώνει τους ώμους σαν μικρό παιδί. «Είναι το αγαπημένο μου δωμάτιο. Εδώ ήθελα να μπει η τηλεόραση» λέει λες και απολογείται.
«Μα δεν ταιριάζει στο χώρο!» διαμαρτύρομαι.
«Ανίτα, πουθενά μέσα σε ένα κάστρο όπου κυριαρχεί το ξύλο και η πέτρα δεν ταιριάζει μια μαύρη PLASMA 60 ιντσών. Πού να την έβαζα; Στον κήπο;».
Έχει ένα δίκιο. Υποχωρώ.
«Έχεις ένα σωρό βιβλία εδώ» λέω. Πρωτότυπη παρατήρηση τρομάρα μου.
«Ναι, όντως. Η μητέρα μου ήταν φιλόλογος και διάβαζε πολύ. Ο πατέρας μου της αγόραζε βιβλία για να διαβάζει, αλλά από κάποιο σημείο και μετά άρχισαν να αγοράζουν και συλλεκτικά κομμάτια. Έχουμε πολλές πρώτες εκδόσεις μεγάλων βιβλίων καθώς και κάποια υπογεγραμμένα από το συγγραφέα. Στη γυάλινη προθήκη έχουμε μερικά κομμάτια από δημοπρασίες του Christies» λέει γεμάτος καμάρι.
«Σε λίγο θα μου πεις ότι έχεις την Καινή Διαθήκη με αφιέρωση από τον Ιησού, Τζέιμς!» λέω γελώντας.
«Όχι, αλλά έχουμε το “Ασχημόπαπο” με υπογραφή του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν» λέει κι εγώ τρέχω στη γυάλινη προσθήκη δίπλα στο παράθυρο. Είναι ένα ταλαιπωρημένο βιβλίο με κιτρινισμένα φύλλα και δερμάτινο εξώφυλλο με χρυσά γράμματα.
«Μπορείς να το ξεφυλίσσεις αν θες» μου προτείνει αλλά δεν το τολμώ. Είμαι πολύ αδέξια και όλο και κάτι θα κάνω στραβά.
«Τι με ήθελες λοιπόν;» με ρωτάει κι εγώ ψάχνω μια απάντηση.
«Αναρωτιόμουν αν θα κάνουμε κάτι αύριο και αν μπορώ να χρησιμοποιήσω λίγο το ίντερνετ για μερικά μέιλ» λέω τελικά.
«Αύριο λέω να πάμε βόρεια και ναι, μπορείς να χρησιμοποιήσεις το λάπτοπ μου. Είναι στο δωμάτιό μου» λέει.
Απρόθυμα βγαίνω από το δωμάτιο και κατευθύνομαι στο υπνοδωμάτιό του στον πάνω όροφο. Ήθελα να μου πει να κάτσω να δούμε λίγη τηλεόραση μαζί, αλλά δεν μου το πρότεινε. Ποιος ξέρει; Ίσως με βαριέται.

Το δωμάτιό του είναι σε ψυχρούς τόνους. Έχει ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και παχιές κουρτίνες που σέρνονται στο πάτωμα. Πάνω σε ένα έπιπλο βλέπω φωτογραφίες του από την παιδική του ηλικία μαζί με τους γονείς του. Είναι ένα πολύ όμορφο δωμάτιο. Ανοίγω το λάπτοπ του και βλέπω ένα screensaver που απεικονίζει ένα σεληνιακό τοπίο. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ένας ψυχολόγος αν το έβλεπε. Συνδέομαι στα γρήγορα και στέλνω μερικά μέιλ. Συνδέομαι και στο skype και ενημερώνω τους γονείς μου ότι είμαι καλά. Η Τζο δεν απαντάει και η Κριστίν είναι απασχολημένη και με ξεπετάει γρήγορα. Ξεφυσάω αργά…Παίρνω το λάπτοπ και κάθομαι οκλαδόν στο κρεβάτι.  Διαβάζω το ζώδιό μου και μερικά νέα των σελέμπριτιζ. Τελευταία δουλειά μου είναι να μπω στο amazon να δω αν μου έστειλαν κάτι βιβλία που παρήγγειλα αλλά δεν προλαβαίνω. Με διακόπτει ο Τζέιμς που μπαίνει στο δωμάτιο ορμητικά, αλλά κοντοστέκεται όταν με βλέπει.
«Βολεύτηκες, βλέπω» μου λέει χαμογελώντας και εγώ κοκκινίζω. Η αλήθεια είναι ότι έχω στρογγυλοκάτσει στο κρεβάτι του χωρίς καμία αιδώ.
«Εμμμ, εεεεεεε….» λέω προσπαθώντας να δικαιολογηθώ αλλά ο Τζέιμς χαμογελάει και νιώθω πιο χαλαρά.
«Μην ανησυχείς, κι εγώ στο κρεβάτι κάθομαι με το λάπτοπ μου» λέει και για μια φευγαλέα στιγμή αναρωτιέμαι αν θα ξαπλώσει δίπλα μου. Τι χαζή σκέψη.
Αυτός ανοίγει την ντουλάπα του, διαλέγει ένα πουλόβερ και πάει στην τουαλέτα του να ντυθεί. Βγαίνει σχεδόν αυτόματα και με ρωτάει αν θέλω να τον συνοδεύσω στη βόλτα του.
«Πού θα πάμε;» ρωτάω όλο ενθουσιασμό και χτυπάω τις παλάμες μου.
«Επειδή θα κουραστούμε πολύ αύριο λέω σήμερα να μην απομακρυνθούμε πολύ και ξενυχτήσουμε. Θέλω όμως να πάω σε μια παμπ που μου αρέσει πολύ στην πόλη» λέει.
«Θέλω πολύ ένα ποτό τώρα» λέω και σηκώνομαι για να πάω να ντυθώ. Τι ευτυχία…! Θα δω την πόλη!




Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

the room


Κεφάλαιο 11-Gotcha!



Ε καλά, αυτό το κάστρο δεν υπάρχει! Από τη στιγμή που περνάμε την πέτρινη περίφραξη κάνουμε πάνω από 400 μέτρα με το αμάξι ως την είσοδο του οικήματος. Πρόκειται για ένα επιβλητικό κτίριο με μια καταπράσινη έκταση γύρω γύρω. Είναι τόσο πανέμορφο που δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά μου. Ξεφωνίζω κάθε φορά που βλέπω κάτι και μου τραβάει την προσοχή. «Α! Έχεις πάπιες!», «Α! τι ωραία πόρτα!», «Α! έχετε και λιμνούλα!» κλπ. Ο Τζέιμς διασκεδάζει με τον ενθουσιασμό μου, αλλά κυρίως με κάτι άλλο.
«Σου είπα ότι θα πάμε σε κάστρο στη Σκωτία. Αυτά τα παπούτσια γιατί τα έβαλες;» με ρωτάει με ένα ύφος γεμάτο απορία, θυμό και ευθυμία. Κοιτάω τα παπούτσια μου και ξεσπώ σε ένα αυθόρμητο γέλιο. Ειλικρινά, οι μαύρες μπαλαρίνες μου δεν είναι καθόλου κατάλληλες ούτε για το κρύο της Σκωτίας, ούτε για τις λάσπες που προκάλεσε μία βδομάδα βροχών. Σκέφτηκα ότι θα βολεύουν στο ταξίδι, αλλά τελικά έπρεπε να βάλω μπότες. Ενώ περπατάμε προς την είσοδο, σταματάω και τον κοιτάω. Σέρνω τη βαλίτσα μου και του τη δείχνω. «Μέσα είναι οι μπότες. Να τις βγάλω;» τον ρωτάω προκλητικά. Ξέρω ότι δεν έχει και πολλή υπομονή, ειδικά μέσα στη βροχή.
«Πάμε μέσα» μου λέει νευρικά και με πιάνει από τον αγκώνα. Στην είσοδο του κάστρου μας περιμένουν τρία άτομα. Δύο γυναίκες και ένας άντρας. Ο Τζέιμς τούς φιλάει ζεστά. «Ανίτα, η Μιράντα είναι η μαγείρισσα, η Ιλέιν είναι η καμαριέρα και ο Φρανκ είναι ο κηπουρός». Τους χαιρετάω δια χειραψίας και αυτοί σκίζονται να μου πάρουν την τσάντα από τα χέρια και να με οδηγήσουν μέσα. Λίγο πριν μπω, προσέχω με την άκρη του ματιού μου μια επιγραφή, ένα χαρακτικό πάνω σε ένα ξύλο που φαίνεται να είναι από κορμό δέντρου. Γράφει κάτι σε κέλτικα, αλλά προφανώς δεν καταλαβαίνω τι. Σημειώνω νοερά να ρωτήσω και μπαίνω μέσα στο κάστρο που θα είναι το «σπίτι» μου για τις υπόλοιπες δυόμισι μέρες.

Εντάξει, έχω κουφαθεί. Το κάστρο μέσα είναι θεϊκό. Ο Τζέιμς ανεβαίνει τις σκάλες και όταν ξαναγυρνάει με βρίσκει στο σημείο όπου με άφησε να κοιτάω γύρω γύρω σαν την ηλίθια. «Ακόμα δεν έχεις κουνηθεί;» ρωτάει γελώντας. «Αν ο πατέρας μου σε βλέπει αυτή τη στιγμή θα είναι πολύ περήφανος» λέει και με βγάζει επιτέλους από την αφασία. «Έχει πεθάνει; Λυπάμαι» του λέω και μου γνέφει θετικά. «Η διακόσμηση είναι δικό του έργο και δεν επιχείρησα να αλλάξω τίποτα» λέει και ξαφνικά χάνεται το χαμόγελο από τα χείλη του. Με πλησιάζει και με πιάνει από τον ώμο. «Έλα να σου δείξω το σπίτι» λέει.

Το σαλόνι είναι τεράστιο και το ίδιο και η τραπεζαρία με το τεράστιο ξύλινο τραπέζι. Γύρω γύρω έχει 20 καρέκλες. Τις μετρώ προσεκτικά και ο Τζέιμς γελάει. Οι πολυέλαιοι από πάνω είναι εντυπωσιακοί. Χιλιάδες κρυσταλλάκια κρέμονται από ένα βαρύ χάλκινο στρογγυλό πλαίσιο. Το τζάκι είναι στο ύψος μου και ο τοίχος με τα μεγάλα ξύλινα παράθυρα είναι επενδεδυμένος με μια βαριά ταπετσαρία κυπαρίσσι με χρυσά φύλλα. Είναι όλα τόσο όμορφα… Ζηλεύω πολύ. Έχω πολλές ερωτήσεις, αλλά κάνω την πιο ηλίθια.
«Έρχεσαι συχνά;»
«Χριστούγεννα πάντα και μια φορά καλοκαίρι. Το αγαπώ πολύ αυτό το σπίτι, εδώ μεγάλωσα, αλλά η βάση μου πια είναι στο Λονδίνο».
«Οι γονείς σου δε ζουν πια;» τολμάω.
«Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν πέντε χρονών. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 15».
Και ποιος σε μεγάλωσε; Φωνάζω από μέσα μου αλλά δεν το λέω δυνατά. Είμαι πολύ περίεργη, αλλά αυτά τα ζητήματα είναι πολύ λεπτά. Τον ακολουθώ ενώ ανεβαίνει τη στριφογυριστή σκάλα με την ξύλινη κουπαστή ως τον πάνω όροφο. Με οδηγεί μέσα σε ένα δωμάτιο όπου βρίσκω την Ιλέιν να κλείνει τα παράθυρα, τα οποία είχε μάλλον ανοίξει για να αεριστεί το δωμάτιο.
Δωμάτιο…πόσο μικρή λέξη για να περιγράψει το χώρο που βλέπω μπροστά μου. Ένα ΤΕΡΑΣΤΙΟ κρεβάτι από σκαλιστό λευκό ξύλο πάνω σε ένα παχύ κιλίμι με θερμά χρώματα κυριαρχεί στο δωμάτιο. Φυσικά έχει δικό τζάκι και ο Τζέιμς με ενημερώνει ότι μπορεί να μου ανάψει αν θέλω. Όχι, ευχαριστώ, σκέφτομαι. Μου φτάνει το κύμα καύσωνα που σαρώνει τα σωθικά μου όταν είμαι δίπλα του. Είναι πραγματικά ένα πανέμορφο δωμάτιο στους τόνους του εκρού και σε κάνει αυτόματα να νιώθεις λες και μπήκες σε σπα.
«Λοιπόν, Τζέιμς, δεν ξέρω αν ο πατέρας σου μας ακούει, αλλά αν έφτιαχνα δικό μου σπίτι, κάπως έτσι θα έφτιαχνα το δωμάτιό μου» του λέω και γελάω.
«Πέτυχε το γούστο σου δηλαδή;»
«Απόλυτα!» ξεφωνίζω ενώ ανοίγω τη βαλίτσα μου και αρχίζω να τακτοποιώ τα πράγματά μου.
«Σε αφήνω να φρεσκαριστείς, και σε παρακαλώ άλλαξε παπούτσια» μου λέει αγανακτισμένος.
«Μάλιστα, κύριε» λέω με έναν τόνο ψεύτικης υποταγής και ο Τζέιμς μού κλείνει το μάτι.
Σε τρία λεπτά ακούω την πόρτα να χτυπάει και τρέχω χαρούμενη. Τι θέλει πάλι;
Αντί για τον Τζέιμς, βρίσκω την Ιλέιν. «Δεσποινίς Φέργκιουσον, σε 10 λεπτά τρώμε. Έχουμε μοσχάρι στρογγανώφ, ρύζι και ψητά λαχανικά».
«Σε ευχαριστώ, Ιλέιν, κατεβαίνω» λέω με επισημότητα και μόλις μένω μόνη μου στο δωμάτιο αρχίζω να χοροπηδάω. Νιώθω σαν να είμαι κατασκήνωση, λες και με πήραν και με φύτεψαν ξαφνικά σε ένα μέρος που θα ζήλευαν όλες μου οι φίλες. Πρέπει να ανεβάσω φωτό στο FB!

Σε δέκα λεπτά έχω αλλάξει και φοράω πια ένα τζιν, φούτερ και αθλητικά παπούτσια. Δε με νοιάζει αν εγκρίνει ο Τζέιμς. Εμένα με νοιάζει να είμαι άνετη.
Τον βρίσκω στην τραπεζαρία να με περιμένει για να κάτσει και νιώθω ξαφνικά λες και είμαι η πριγκίπισσα Σίσυ.
«Πες μου ότι έχει μπουντρούμι!» τον ρωτάω όταν μένουμε μόνοι μας.
«Κάτι έχει, Ανίτα» λέει με ένα πονηρό ύφος και εμένα μου κόβονται τα γόνατα.
Δοκιμάζω το κρέας που μας έφερε η μαγείρισσα και αφήνω ένα στεναγμό να βγει από μέσα μου πριν προλάβω να τον συγκρατήσω.
«Ω, μα είναι υπέροχο! Δεν έχω ξαναφάει κάτι τέτοιο!» τσιρίζω σχεδόν.
«Εμένα είναι το αγαπημένο μου και όταν έρχομαι με αυτό με υποδέχονται πάντα» χαμογελάει ο Τζέιμς και ξαφνικά αναρωτιέμαι πώς είναι να μεγαλώνεις μόνος σου.
«Ξέρεις, Τζέιμς, με όλη αυτή την περιποίηση, νομίζω ότι αρχίζω να σε συγχωρώ που με άφησες να πιστεύω ότι είσαι γκρουμ» λέω γελαστή.
«Ανίτα, κάθισες και είπες σε έναν ξένο ότι το αφεντικό σου είναι ένα κάθαρμα και άλλα κοσμητικά και μου λες ότι εσύ πρέπει να με συγχωρήσεις;» ρωτάει πολύ σοβαρά και μου κόβονται τα πόδια. Δεν έχει ξεχάσει. Τι κάνουμε τώρα;
Ξαφνικά ο Τζέιμς ξεσπάει σε γέλια. «Σου την έφερα» μου λέει και τον κοιτάζω απορημένη.

Συνεχίζουμε να τρώμε συζητώντας ζωηρά.

Αυτός ο άνθρωπος θα με τρελάνει. Τελεία και παύλα.