Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 10-να του δωσει μια ευκαιρια;

Κεφάλαιο 10

«Γιατί δε θες;» με ρωτάει η Ντάνι ενώ δένω τα κορδόνια μου. Δεν θέλω να διαφωνώ μαζί της, αλλά αρνείται να με καταλάβει. Δεν θέλω να βγω με κανέναν φίλο του Πίτερ και δε με νοιάζει να έχω σχέση. Μέχρι να νιώσω καλύτερα. «Ξέρω πώς ένιωθες για τον Κίραν και ξέρω πόσο δύσκολο είναι να το ξεπεράσεις τώρα που τον βλέπεις κάθε μέρα, αλλά δεν είναι λόγος αυτός να ζεις σαν ερημίτισσα!».
«Ε όχι και ερημίτισσα! Δουλεύω σε μπαρ» γελάω για να μην ουρλιάξω. Πόσες φορές πρέπει να πω ότι δε θέλω να βγω τυφλό ραντεβού; Θα είναι πάλι κάποιος φίλος του Πίτερ, με καλό αμάξι και κοστούμι. Ο Πίτερ είναι γλυκύτατος, αλλά οι φίλοι του, όπως και αυτός, δουλεύουν σε τράπεζες και είναι γιάπηδες. Δεν έχω να πω κάτι μαζί τους. Μιλάνε συνεχώς για επενδύσεις και κέρδη. Εγώ θέλω μερικά λεφτά για να ζω άνετα και μέχρι εκεί. Δε θα κάθομαι όλο το βράδυ να μιλάω για το πόσα βγάζω και πώς θα βγάζω περισσότερα, σε ποιο τροπικό νησί θέλω να πάω διακοπές και πόσο έχει το αμάξι που θέλω να πάρω.
«Μπριάνα, θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Θέλω να περνάς καλά, να γελάς, να τρως, να διασκεδάζεις!» μου λέει.
«Δεν είσαι η μητέρα μου, Ντάνι. Είσαι φίλη μου» της θυμίζω. Ευτυχώς σε πέντε λεπτά φεύγω για τη βάρδιά μου, γιατί δεν αντέχω άλλο.
«Έχεις αδυνατίσει. Έχεις συνεχώς νεύρα. Τι έχεις πάθει;» με σταματάει, αλλά δεν έχω χρόνο. Πρέπει να ντυθώ.
«Καλά είμαι» απαντάω μηχανικά. Το έχω πει πάνω από 20 φορές αυτή τη βδομάδα. Πρέπει να δείχνω χάλια γιατί ακόμα και η Κέντρα με ρώτησε αν έχω κάτι και αν θέλω άδεια. Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Εκείνος δε μου μίλησε καθόλου την προηγούμενη βδομάδα. Μετά τη δεξίωση, δεν ξέρω τι έπαθε, και άρχισε να με αγνοεί. Όχι ότι μου μιλούσε και πολύ πριν, αλλά δεν κατέβαζε το κεφάλι στο διάδρομο όταν με έβλεπε ή όταν συναντιόμασταν έξω από το γραφείο μας. Εγώ πίστευα ότι είχε περάσει καλά. Δεν μπορώ να φανταστώ τι τον πείραξε. Όλοι τον συμπάθησαν. Τους φάνηκε λίγο συγκρατημένος, αλλά διέκριναν ότι είναι ευγενικός. Για το πόσες με ρώτησαν αν είναι ελεύθερος δε θα σχολιάσω τίποτα. Εκτός από τη Ζόι, που έπαθε πανικό, με ρώτησαν και άλλες τρεις συνάδελφοι. Και ένας άντρας. Πανικός έγινε με το που μπήκε μέσα. Το είδα. Μονοπώλησε το ενδιαφέρον με τους τρόπους και την εμφάνισή του. Αβίαστα. Χωρίς να το ξέρει. Χωρίς να προσπαθεί. Έτσι απλά επειδή ήταν ο εαυτός του. Ένα κομμάτι μου τον καμάρωσε. Δεν τον είχα δει ποτέ με επίσημο ένδυμα. Φορούσε ένα υπέροχο κοστούμι, με ασορτί γιλέκο και δερμάτινα παπούτσια. Έδειχνε κομψός χωρίς να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία, ώριμος, χωρίς να είναι βαρετός. Μίλησε με σχεδόν όλους όσους του σύστησα και κατάφερε να τους γοητεύσει. Με έκανε να θυμηθώ γιατί έβρισκα την αύρα του τόσο ακαταμάχητη.
«Εγώ δε θα το αφήσω έτσι» μου πετάει η Ντάνι ενώ βγαίνω από την πόρτα και εγώ της πετάω ένα φιλί. Γλύτωσα για σήμερα και την εμμονή της να βρω κάποιον.
Φτάνω στο μπαρ δέκα λεπτά πριν αρχίσει η βάρδιά μου. Είμαι κουρασμένη, αλλά παίρνω δύναμη από το ποσό που χρωστάω στο δάνειό μου και συνεχώς μειώνεται. Χρωστάω ακόμα 2.000 δολάρια. Σε πέντε μήνες θα έχω τελειώσει από εδώ και θα έρχομαι μόνο ως θαμώνας. Ανυπομονώ. Μου αρέσει το περιβάλλον, αλλά έκλεισε ο κύκλος μου στη νύχτα νομίζω. Η μεγαλύτερη ζημία; Η προσωπική μου ζωή. Δεν έχασα μόνο εκείνον. Έχασα και το ενδιαφέρον μου για τους άντρες.
«Καλώς το κορίτσι» με φιλάει στο κεφάλι ο ιδιοκτήτης του μπαρ όταν μπαίνω μέσα. Είναι 52 χρονών και συμπεριφέρεται πολύ πατρικά σε όλους μας. Το μπαρ το έχει απογειώσει από τη μέρα που το πήρε στα χέρια του. Συγκαταλέγεται στα 50 πιο χοτ μπαρ της πόλης και έχουμε σχεδόν πάντα καλό κόσμο. Και φυσικά είμαστε πάντα γεμάτοι, χάρη στα φοβερά ποτά που φτιάχνει ο μπάρμπαν μας, ο Στίβεν και στις σερβιτόρες, εμένα, τη Χάριετ και την Άννα. Ενίοτε, όπως απόψε, όταν έχει κόσμο, μπαίνω κι εγώ πίσω από το μπαρ και φτιάχνω κοκτέιλ.
«Αφεντικό, θέλω δύο λεπτά να φορέσω την ποδιά μου και ξεκινάω» του λέω.
«Χαλάρωσε λιγάκι, παιδάκι μου» με μαλώνει όπως πάντα όταν με βλέπει να αγχώνομαι.
Οι επόμενες δύο ώρες περνάνε χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Κοιτάω το ρολόι μου και είναι μία. Ευτυχώς στις τρεις σχολάω. Επικρατεί πανικός απόψε, επειδή έχει καλό καιρό και έχουν βγει όλοι. Έχουμε πολλούς σταθερούς θαμώνες, αλλά και ζευγάρια, παρέες αντρών και δύο γυναικοπαρέες. Υπολογίζω ότι έχουμε περίπου 200 άτομα απόψε. Υπολογίζω νοερά τα φιλοδωρήματά μου.
«Ντάνι!» ακούω τον Στίβεν δίπλα μου να φωνάζει χαρούμενος και βλέπω τη φίλη μου να προσπαθεί να φτάσει το μπαρ. Ο Πίτερ την ακολουθεί.  Τα παιδιά έρχονται συχνά στο μπαρ αλλά δεν είχα καταλάβει ότι σκόπευαν να έρθουν και απόψε. Παράξενο.
«Δύο βότκα λεμόνι» μου λέει η φίλη μου, όταν με πλησιάζει κι ενώ αρχίζω να ψάχνω το μπουκάλι, ακούω τον Πίτερ να λέει «και ένα ουίσκι με πάγο για τον Ρόμπ». Κοιτάω πίσω από τον Πίτερ και βλέπω ότι έχουν φέρει ένα φίλο τους μαζί. Ωραία, Ντάνι, σκέφτομαι. Έξυπνο. Μου τον φέρατε στη δουλειά. Είναι ένας ψηλός τύπος, γύρω στην ηλικία μου, με πράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά. Είναι γοητευτικός, αλλά κάτι λείπει.
«Θα πιούμε ένα ποτάκι εκεί πίσω» μου δείχνει ένα τραπέζι σε μια γωνία που είναι συνήθως ρεζερβέ για φίλους μας.  «Θα σε γυρίσουμε σπίτι εμείς» μου λέει και χαμογελάει. Η ραδιούργα.
«Δεν είναι ανάγκη» χαμογελάω ψυχρά, αλλά επιμένουν. Ο Ρομπ φαίνεται αμήχανος όπως κι εγώ. Μου χαμογελάει δειλά και ανταποδίδω. Τι φταίει κι αυτός ο έρημος που έχει τέτοιους φίλους;
«Στις τρεις που τελειώνει η βάρδιά μου, το μπαρ έχει σχεδόν αδειάσει. Βοηθάω τον Στίβεν να καθαρίσουμε λίγο την μπάρα και μετράω τα φιλοδωρήματα. Παίρνω το μερίδιό μου και βγαίνω έξω από το διαχωριστικό. Κάθομαι στο τραπέζι και δίνω το χέρι στον Ρομπ και συστήνομαι επίσημα.
Μιλάμε και οι τέσσερις για λίγη ώρα αλλά είναι αδύνατο να καταφέρω να μείνω άλλο ξύπνια. Ευτυχώς η Ντάνι το καταλαβαίνει και προτείνει να με γυρίσουν σπίτι. Ο Ρομπ μένει κοντά μας και θα μας γυρίσει αυτός γιατί ο Πίτερ είναι με μηχανή.
Στην διαδρομή για το σπίτι, μιλάμε ανάλαφρα. Ο Ρομπ δουλεύει σε μια εταιρεία εξαγωγών και προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για να ταξιδέψει. Φαίνεται καλλιεργημένος και σοβαρός. Του αρέσει το τρέξιμο και το σκάκι και έχει μια μεγάλη οικογένεια σε ένα ράντσο στο Τέξας. Κανονικά θα έπρεπε να μου αρέσει αυτός ο άντρας αλλά δε νιώθω αμέσως τη χημεία.  Ίσως πρέπει να δώσω λίγο χρόνο όμως. Είδαμε και τι έγινε όταν η καρδιά μου χτύπησε ακαριαία. Μάλλον δεν έχω καλό ένστικτο.
«Θα σε ξαναδώ ελπίζω» μου λέει όταν ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου. Η Ντάνι έχει αποκοιμηθεί πίσω. Ελπίζω να μην είναι και αυτό στημένο.
«Ναι, γιατί όχι;» λέω και χαμογελάω. Μήπως πρέπει να δώσω μια ευκαιρία; Πόσο ακόμα να υποφέρω για κάτι που έχει τελειώσει τόσο τελεσίδικα;
«Είσαι απαίσια» λέω στη Ντάνι όταν μπαίνουμε στο ασανσέρ.
«Δεν μπορείς να πεις!» μου χαμογελάει. «Αυτός διαφέρει!». Της χαμογελάω κι ας μη τον θέλω.
«Ισχύει αυτό. Τουλάχιστον δεν μου πήρε τα αφτιά για τις καταθέσεις του» λέω.
«Άσε και το άλλο!» λέει με ενθουσιασμό η Ντάνι. «Σε αποδέχεται. Δεν έχει πρόβλημα που δουλεύεις σε μπαρ» μου λέει με σκοπό να με πείσει, αλλά άθελά της με πονάει.

«Θα δούμε» της λέω ανάλαφρα, προσπαθώντας να κρύψω την ξαφνική θλίψη που με κυριεύει και χώνομαι στο ντους για να μείνω επιτέλους μόνη.


Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Κεφάλαιο 9-συνοικέσια

Κεφάλαιο 9

Έχω αναρωτηθεί πάνω από εκατό φορές αν έπρεπε να πάω να την πάρω με το αμάξι αλλά δεν θεώρησα ότι είναι επαγγελματικό να το κάνω. Δεν πρόκειται για ραντεβού. Τώρα που περιμένω εδώ και εφτά ολόκληρα λεπτά έξω από το ξενοδοχείο όπου γίνεται η εκδήλωση έχω αρχίσει και αναρωτιέμαι αν θα έρθει. Μπορεί και εκείνη να νιώθει άβολα με αυτή την κατάσταση. Δείχνει ήρεμη και συγκροτημένη. Στα όρια της αδιαφορίας. Αλλά δεν μπορεί να μην την επηρέασε καθόλου το γεγονός ότι σήμερα θα συναντηθούμε πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια μόνοι μας.
Ξαφνικά ένα ταξί σταματάει στην είσοδο και ανοίγει μια πόρτα. Ένα ζευγάρι ατελείωτα πόδια πατάνε με φόρα στο πεζοδρόμιο. Είναι εκείνη. Το βλέμμα της συναντάει αμέσως το δικό μου παρά το πλήθος κόσμου που περιμένει γύρω μου. Κατευθύνεται γρήγορα προς το μέρος μου και αρχίζει να απολογείται που άργησε. Την ακούω  να μου λέει ότι έγινε ένα ατύχημα κάπου σε κάποια λεωφόρο και κάτι άλλο, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω ντυμένη έτσι και προσπαθώ να μη δείξω ότι νιώθω σαν να με έχει χτυπήσει κεραυνός. Στους δύο μήνες που ήμασταν μαζί, βγαίναμε σπάνια και αυτό πιο πολύ για φαγητό και σινεμά. Μας άρεσε να μένουμε μέσα και να διαβάζουμε, να περπατάμε στο πάρκο και να βλέπουμε σειρές και ταινίες. Δεν της άρεσε να πηγαίνει σε ακριβά μέρη, δεν της άρεσε να φοράει ακριβά ρούχα και να βάφεται πολύ. Δεν την είχα δει ποτέ έτσι και ομολογώ, ότι παρόλο που έχω πάρει απόφαση να μην επιτρέψω στο ανδρισμό μου να επηρεαστεί από την παρουσία της, έχω μείνει εμβρόντητος.

Φοράει ένα απλό μαύρο στενό φόρεμα, με ένα άνοιγμα ψηλά στο γοφό και απλές μαύρες γόβες. Τα μαλλιά της είναι χτενισμένα από επαγγελματία και πέφτουν ελεύθερα στους  ώμους της. Έχει βαφτεί τόσο όσο τα μάτια της να είναι τονισμένα, αλλά τα χείλη της είναι ένα απαλό ροζ. Το γεμάτο σχήμα τους αναδεικνύεται διακριτικά. Προσπαθώ να μην κοιτάξω. Μάλλον δεν τα καταφέρνω. Είναι αστείο πώς το κορμί μου ανταποκρίνεται έτσι στην παρουσία της, παρά τον τρόπο με τον οποίο χωρίσαμε, παρά την ασυμβατότητα στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μας.
«Είσαι καλά;» με ρωτάει τελείως διεκπεραιωτικά και περπατάει δυναμικά μπροστά μου. Κοιτάω τον τρόπο που κινούνται οι γοφοί της και ο χρόνος σταματάει. Εικόνες πλημμυρίζουν το μυαλό μου και προσπαθώ να μη θυμάμαι.
«Μπριάνα Σμιθ και Κίραν Κάβανο» λέει στη ρεσεψιόν και μας δίνουν ένα χαρτί για το μπαρ. Αφήνω το παλτό μου και εκείνη το κοντό γούνινο παλτό της. Μπαίνουμε στην αίθουσα και αμέσως ένα πλήθος ανθρώπων πλησιάζουν τσιρίζοντας και τη φιλούν. Άντρες και γυναίκες την αγκαλιάζουν και της λένε ένα σωρό γλυκά λόγια.
«Να σας συστήσω τον Κίραν Κάβανο» τους λέει όταν σταματάνε να της λένε ότι τους έχει λείψει. «Είναι καινούργιος στην ομάδα και η Κέντρα τον πιστεύει πολύ» την ακούω να λέει με ουδέτερο τόνο. Τα επόμενα 5 λεπτά ακούω ανθρώπους να μου συστήνονται και απαντάω σε ερωτήσεις σχετικά με το πώς είναι η νέα μου θέση, αν μου αρέσει η εταιρεία και πώς είναι να δουλεύω με ένα «γλυκύτατο πλάσμα» όπως η Μπριάνα. Σε αυτό το τελευταίο δεν απαντάω. Πίνω λίγη από τη σαμπάνια που άρπαξα από κάποια σερβιτόρα και χαμογελάω. Ευτυχώς η Μπριάνα αλλάζει το θέμα. Αρχίζουν να συζητάνε πράγματα που αφορούν τη δουλειά αλλά και προσωπικά τους. Είναι προφανές ότι όλη η εταιρεία ImageMAkers πίνει νερό στο όνομά της και την εκτιμούν πολύ επαγγελματικά. Νιώθω κάτι μέσα μου που δεν μπορώ να το κατηγοριοποιήσω.
Μου κάνει εντύπωση αλλά δε ρωτάει κανείς για την Κέντρα. Της μιλάνε όλοι με ενθουσιασμό και μετά σιγά σιγά απομακρύνονται για να μιλήσουν και με τους υπόλοιπους καλεσμένους που φτάνουν. Μένουμε μερικά δευτερόλεπτα μόνοι. Δε μιλάει κανείς. Είναι πολύ άβολο όλο αυτό, αλλά πρέπει να φερθώ επαγγελματικά. Υπάρχει ένας σκοπός σε όλο αυτό. Να δικτυωθώ. Να μάθω. Να βελτιωθώ.
«Ορίστε» ακούω μια κοπέλα δίπλα μου και μου προσφέρει ένα ποτήρι σαμπάνια. Κοιτάω το άλλο μου χέρι. Το ποτήρι μου έχει αδειάσει και δεν το είχα προσέξει. «Σου αρέσει;» με ρωτάει χαμογελαστή. Είναι η Ζόι, αν δεν κάνω λάθος. Μου συστήθηκε πριν από λίγη ώρα. «Είμαι υπεύθυνη για το κέιτερινγκ όλων των δεξιώσεων. Έκανα πόλεμο για αυτή τη μάρκα» γελάει. Της χαμογελάω. Η Μπριάνα δίπλα μου μιλάει με έναν άντρα λίγο μεγαλύτερό της. Περίπου τρία τέσσερα χρόνια πιο μεγάλο από μένα. Έχει το χέρι του στον ώμο της. Εκείνη γελάει με κάτι που της είπε.
«Είναι καλή επιλογή» λέω και το εννοώ. Ξέρω από καλή σαμπάνια και αυτή είναι πολύ καλή. «Και το μενού φαίνεται πολύ ενδιαφέρον».
«Προτίμησα ελαφρύ μενού γιατί…» αρχίζει να μου εξηγεί τους λόγους , αλλά δεν την ακούω.  Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.  Η Μπριάνα και ο φίλος της απομακρύνονται. Με πιάνει ξαφνικά ένας εκνευρισμός.
«Αν χρειαστείς κάτι…» λέει και μου δίνει την επαγγελματική της κάρτα. Την ευχαριστώ ευγενικά. Ευτυχώς απομακρύνεται και έχω την ευκαιρία να ηρεμήσω λίγο. Ήρθα εδώ για να κάνω γνωριμίες, αλλά τα βαριέμαι λίγο αυτά. Θα υποφέρω έξι μήνες στο τμήμα μάρκετινγκ. Προτιμώ να δουλεύω σε ένα γραφείο και να μην πολυμιλάω με κόσμο. Αντικοινωνικός; Σνομπ; Ντροπαλός; Πες το όπως θες.
Τρώμε σε μεγάλα στρογγυλά τραπέζια και μετά μεταφερόμαστε σε μια μεγάλη αίθουσα χορού. Είναι επίσημη δεξίωση, με μουσική δωματίου και πολλοί χορεύουν βαλς. Για μοντέρνα εταιρεία, η δεξίωσή τους είναι λίγο αναχρονιστική, αλλά φαντάζομαι ότι θέλουν να προωθήσουν νέο πρόσωπο στους πελάτες τους.
«Σε πείραξε το φαγητό;» με ρωτάει ξαφνικά ο λόγος που έχω χάσει το κέφι μου. «Γιατί είσαι τόσο κατσούφης;»
«Είμαι πολύ καλά, αλλά είμαι λίγο έξω από τα νερά μου» παραδέχομαι. Δεν ωφελεί να κρύβομαι. Ξέρει πώς νιώθω για τέτοιες είδους εκδηλώσεις.
«Οι άνθρωποι εδώ είναι πολύ φιλικοί. Δεν είναι όλα θέμα εικόνας. Είναι ειλικρινά καλοί. Μίλα με τη Ζόι και τον Άντριου. Έχουν πλάκα. Και η Μάργκαρετ και ο Πωλ, λατρεύουν το διάβασμα. Θα έχετε πολλά να πείτε» μου λέει. Χαίρομαι που θυμάται έστω κάτι. Ότι αγαπώ τα βιβλία. Το πώς γνωριστήκαμε. Τη χαιρετάει ένας άντρας από την άκρη της σάλας. Της κάνει μια χειρονομία που σημαίνει ότι θέλει να χορέψουν. Εκείνη του γνέφει θετικά. Δεν την έχω δει καθόλου όλο το βράδυ. Είμαι πολύ μπερδεμένος.
«Κάνε λίγη υπομονή. Σε καμιά ωρίτσα φεύγουμε» λέει σχεδόν γλυκά. Μετά ένα νέο κύμα εκνευρισμού με διαπερνάει.
«Θα πας στο μπαρ;» τη ρωτάω. Ξέρω πως ναι.
«Άντε πάλι» ξεφυσάει. «Ναι, θα πάω» βάζει τα χέρια στη μέση αποφασιστικά.
«Ντυμένη έτσι;» τη ρωτάω προκλητικά. Στο «καλό» μπαρ που δεν την ενοχλεί κανείς; Για βλάκα με περνάει;
«Θα αλλάξω εκεί. Φοράμε τζιν και μαύρο φανελάκι με το λογότυπο. Και χαμηλά παπούτσια» μου εξηγεί. «Αλλά τι σου εξηγώ; Αφού δεν ακούς».
«Δε με νοιάζει τι θα κάνεις» σταυρώνω τα χέρια μου στο στήθος. Πάντα ήταν πολύ όμορφη. Απόψε είναι μαγευτική. Δεν υπάρχει άντρας που να μην την κοιτάει. Που να μην την πλησιάζει να της πει κάτι. «Ο κύριος εκεί σου κάνει νοήματα» της δείχνω διακριτικά τον επίδοξο παρτενέρ της.
«Βαριέμαι να χορέψω, αλλά είναι πολύ καλός συνεργάτης» μου λέει αδιάφορα. «Κατά τις  δώδεκα παρά μπορούμε να φύγουμε; Θα επιμείνουν να μείνω, αλλά εγώ θα πω ότι θα με γυρίσεις σπίτι. Κι εσύ πες ότι θες να πας κάπου μετά. Δεν ξέρω. Περνάω καλά, αλλά δεν μπορώ να αργήσω στη δουλειά» με κοιτάει ανήσυχη. Μιλάει γρήγορα. Είναι κι αυτή νευρική.
Πρώτη φορά συνειδητοποιώ, όταν απομακρύνεται από κοντά μου, ότι πρέπει να είναι κουρασμένη. Φύγαμε από τη δουλειά στις έξι και εννιά η ώρα ήμασταν εδώ. Εγώ θα γυρίσω σπίτι κι εκείνη θα πάει να δουλέψει κι άλλο. Έχει τόση ανάγκη από χρήματα;
Περνάω το υπόλοιπο της βραδιάς μιλώντας με διαφορετικά άτομα και συγκεντρώνοντας πληροφορίες. Με ενδιαφέρει να μάθω συγκεκριμένα πράγματα και είναι δύσκολο να μιλήσω άμεσα σε άτομα που δεν ξέρω καλά. Είναι δύσκολο να μου ανοιχτούν κι εκείνοι, αλλά είναι όλοι φιλικοί και αντιδρούν πολύ θετικά όταν αναφέρω ότι δουλεύω με την Μπριάνα. Πού να τους έλεγα και τι άλλο έχω κάνει με την Μπριάνα.
Εκείνη στροβιλίζεται στην πίστα σαν μπαλαρίνα. Γελάει και αλλάζει παρτενέρ. Όλη η δεξίωση γυρίζει γύρω της απόψε. Είμαι ο μόνος που δεν είμαι πιασμένος στα δίχτυα της. Και εν μέρει χαίρομαι για αυτό. Η ενέργεια που σπατάλησα για να την πείσω να σταματήσει να δουλεύει στο μπαρ και ο τρόπος που έληξε η σχέση με πήγαν πολύ πίσω. Προσπαθώ να διατηρώ την ψυχραιμία μου μιας και πρέπει να τη βλέπω καθημερινά, αλλά δυσκολεύομαι να ξεχάσω το πόσο απογοητεύτηκα όταν χωρίσαμε τόσο άδοξα. Το πόσο ευτυχισμένος ήμουν μαζί της.
«Έτοιμη, αν είσαι κι εσύ έτοιμος» μου λέει λαχανιασμένη. Είναι αναψοκοκκινισμένη και χαμογελάει λες και μιλάει στην κολλητή της. Δεν δείχνει αναστατωμένη όπως είμαι εγώ. Εκείνη δε θυμάται τις στιγμές μας; Δύο μήνες ήταν μόνο βέβαια.  «Μπορείς και να μείνεις, φυσικά» λέει. «Αλλά δε θα με αφήσουν ποτέ να φύγω αν μείνεις» με παρακαλάει με τα μάτια.
«Βαριέμαι. Πάμε» λέω με ειλικρίνεια. Χαιρετάμε για μερικά λεπτά όλο τον κόσμο και ανταλλάζουμε υποσχέσεις για να τα ξαναπούμε σύντομα.
«Είμαι με αυτοκίνητο αν θες να σε πετάξω στο σπίτι» της λέω, αφού παίρνουμε τα παλτό μας. Κάνει κρύο.
«Είμαι στην άλλη πλευρά της πόλης από εκεί που μένεις» λέει ενώ κοιτάει τριγύρω για ταξί.
«Έχουν περάσει δύο χρόνια. Μπορεί να μετακόμισα» της λέω και ψάχνω το βλέμμα της. Όλο το βράδυ σχεδόν δε με κοίταξε. Σχεδόν δε μιλήσαμε.
«Μη σε βάζω σε κόπο» με απορρίπτει. Προσπαθώ να είμαι ευγενικός και με απορρίπτει. Δεν πειράζει. Καλύτερα. Σταματάει ένα ταξί μπροστά της και της ανοίγω την πόρτα.
«Εχεις σχέση;» με αιφνιδιάζει. Με κοιτάει σταθερά με τα καταγάλανα μάτια της, λίγο πριν κλείσει την πόρτα. Τι σημαίνει η ερώτηση; Παγώνω για λίγο, και γνέφω αρνητικά.
«Η Ζόι ενδιαφέρεται. Είναι καλό κορίτσι» μου λέει και χαμογελάει. Κλείνει την πόρτα πίσω της και το ταξί γκαζώνει. Μέσα σε δευτερόλεπτα χάνεται από το οπτικό μου πεδίο. Ένα χυδαίο υβρεολόγιο ξεφεύγει από το στόμα μου όταν βολεύομαι στο κάθισμα του αυτοκινήτου μου.
Προξενιό. Μου κάνει προξενιό.

Σχετική εικόνα



Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 8-τι να φορέσει άραγε;

Κεφάλαιο 8
Έχουν περάσει δύο εφιαλτικές βδομάδες και με δυσκολία συγκρατώ τα συναισθήματα μέσα μου. Μέσα σε αυτές τις μέρες, τους έχω δει τόσες φορές να κλείνονται μέσα στο γραφείο της Κέντρα και να γελάνε για ώρες, που πλέον το έχω συνηθίσει. Όχι πλήρως, αλλά κάπως. Ο Κίραν έχει αναλάβει μεγάλο όγκο δουλειάς. Από τη μία κάνει το πρότζεκτ για την αλλαγή ύφους του περιοδικού αυτοκινήτου και προσπαθεί να τελειώσει μια παρουσίαση για το τμήμα οικονομικών και από την άλλη η Κέντρα τον ρωτάει τις χίλιες ερωτήσεις που ρωτούσε εμένα κάθε μέρα σχετικά με το πώς «ξεκολλάει ο εκτυπωτής» και πώς «ανάβει ο προτζέκτορας» και άλλα τέτοια, αγνοώντας με επιδεικτικά και δίνοντάς μου να κάνω πράγματα ελάχιστης  ευθύνης.
Εκείνος δε μου δίνει σημασία. Δεν έχει και χρόνο άλλωστε. Όταν δε δουλεύει αγκαλιά με την Κέντρα και δε καταστρώνουν σχέδια και στρατηγικές για το «μέλλον», είναι κολλημένος στην οθόνη του υπολογιστή και μελετάει. Ξέρω ότι κάνω καλή δουλειά, αλλά νιώθω ότι η θέση μου εδώ σε λίγο δε θα είναι απαραίτητη. Χθες το βράδυ έριξα μια ματιά στο βιογραφικό μου. Το Σαββατοκύριακο θα το σουλουπώσω λίγο και σιγά σιγά θα αρχίσω να στέλνω σε εταιρείες. Δε θα αφήσω τις εξελίξεις να με προσπεράσουν. Έχω μερικές δόσεις για το καταραμένο δάνειο.
Το τζάμι της Κέντρα είναι λίγο θολό, αλλά τους διακρίνω να μιλάνε όρθιοι. Είναι πολύ κοντά. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι ήδη εραστές. Με πιάνει αηδία στην ιδέα, αλλά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι. Η Κέντρα είναι πανέμορφη. Λίγο μεγαλύτερή του, αλλά πανέμορφη. Εκείνη κάνει ό,τι μπορεί για να τον προσελκύσει. Εκείνος δείχνει να απολαμβάνει την προσοχή. Δεν τον έχω για άνθρωπο που θα έκανε σχέση μέσα στο επαγγελματικό του χώρο, αλλά ποιος ξέρει; Ίσως έχει αλλάξει.
«…με την Μπριάνα» ακούω την Κέντρα να λέει ενώ εκείνος ανοίγει την πόρτα. Χαμογελάνε και οι δύο ζεστά. Τα φιλαράκια, σκέφτομαι. Δεν κοιτάζω, για καλό και για κακό και δε ρωτάω.
«Δε νομίζω να έχει πρόβλημα» τον ακούω να λέει και εκνευρίζομαι. Πριν καν με ρωτήσουν ξέρουν ότι θα δεχτώ;
«Μπριάνα, μπορείς να συνοδεύσεις τον Κίραν στον χορό της ImageMakers;» λέει η Κέντρα και πριν απαντήσω συνεχίζει. «Εγώ πρέπει να πάω σε ένα γάμο το Σαββατοκύριακο και δεν μπορώ να τον συνοδεύσω» μου λέει και σουφρώνει τα χείλη λυπημένη. Ξέρω ότι παντρεύεται κάποια ξαδέρφη της γιατί εδώ και ένα μήνα ψάχνει φόρεμα.
«Κέντρα, πέρσι είχα πάει μόνη μου» της θυμίζω. Δεν είναι ανάγκη να έχω συνοδό. Ξέρω σχεδόν τους πάντες στην ImageMakers. Συνεργαζόμαστε άψογα εδώ και τόσους μήνες. Με κάποιους βγαίνω και για ποτό.
«Είναι η εταιρεία με την οποία συνεργαζόμαστε για την διοργάνωση όλων των event μας. Είμαστε χρόνια συνεργάτες. Πέρσι πήγες μόνη σου επειδή είχα σπάσει το πόδι μου» μου θυμίζει. Εγώ θέλω να της θυμίσω ότι απλά το είχε στραμπουλήξει και ότι κόντεψε να μείνει ένα μήνα στο σπίτι χωρίς ουσιαστικό λόγο.
«Αν ο Κίραν είναι απασχολημένος…» ξεκινάω να λέω αλλά με διακόπτει.
«Είμαι ελεύθερος» λέει εκείνος γρήγορα. Δεν τον κοιτάω. Απλά γνέφω. Αυτό μας έλειπε τώρα.
«Οκτώ η ώρα είναι η ώρα προσέλευσης. Ξέρεις τι θα ακολουθήσει» μου λέει η Κέντρα κοφτά, σαν να μην έχω επιλογή. «Φόρα κάτι καλό, σε παρακαλώ» λέει προσβλητικά. Τον νιώθω να με κοιτάει αλλά δεν αντιδρώ. Πάντα ντύνομαι καλά όταν πρέπει. Όταν πάμε σε ένα εταιρικό γεγονός. Μπορεί τα φορέματά μου να μην κοστίζουν 3.000 ή 4.000 δολάρια αλλά είμαι πάντα κομψή. Δεν έχω μεγάλη οικονομική άνεση, αλλά διαλέγω κομψά φορέματα και η Ντάνι απογειώνει την εμφάνισή μου με άψογο μακιγιάζ και μανικιούρ.
«Θα ήθελα στις 12 να έχω αποδεσμευτεί» λέω στην Κέντρα. Ο Κίραν δίπλα μου σφίγγει το σαγόνι του. Τον βλέπω κυριολεκτικά να σφίγγεται ολόκληρος. Κατάλαβε.
«Ναι, φυσικά, Μπριάνα. Αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θες να γυρνάς τόσο νωρίς σπίτι» μου λέει η Κέντρα αλλά δεν περιμένει να ακούσει την απάντηση που της δίνω πάντα. ‘Η μητέρα μου είναι άρρωστη και το Σαββατοκύριακο δίνω ρεπό στην κοπέλα που τη φροντίζει’.
Εκείνος κι εγώ στεκόμαστε δίπλα δίπλα όρθιοι, έξω από τα γραφεία μας και η Κέντρα κλείνεται στο δικό της. Δε μιλάμε. Ξέρω ότι ξέρει. Ξέρει ότι ξέρω. Είναι θυμωμένος και το νιώθω. Είναι αστείο, αλλά ακόμα νιώθω την ενέργειά του. Τη ρουφάω απρόθυμα.  Δεν έχει δικαίωμα να νιώθει έτσι. Ποτέ δεν είχε. Πόσω μάλλον τώρα.
«Δεν το πιστεύω ότι ακόμα….» ξεκινάει να λέει βραχνά και τον διακόπτω.
«Δε σου πέφτει λόγος πώς βγάζει κάθε άνθρωπος το ψωμί του» λέω ξερά. Ακριβώς όπως τότε.
«Τώρα έχεις μια αξιοπρεπή δουλειά. Γιατί να δουλεύεις σε μπαρ;».
«Όλες οι δουλειές είναι αξιοπρεπείς» του θυμίζω. «Δεν κλέβω. Σερβίρω ποτά» λέω. Για εκατοστή φορά. Είναι σαν να γυρίσαμε πίσω στο χρόνο. Σαν να πιάσαμε τη συζήτηση από εκεί που την αφήσαμε. Χωρίσαμε επειδή δεν μπορούσε να δεχτεί ότι δουλεύω σε ένα μπαρ. Μάταια του εξηγούσα όσο ήμασταν μαζί ότι είναι ένα αξιοπρεπές μπαρ και ότι απλά σερβίρω ή φτιάχνω ποτά. Είναι γελοίο και το ξέρω, αλλά αυτός ήταν ο λόγος που εκείνο το βράδυ ήταν και το τελευταίο που περάσαμε μαζί. Με έβαλε να διαλέξω ανάμεσα στη δουλειά μου (τότε συνδύαζα το βιβλιοπωλείο και το μπαρ) και αυτόν. Άρχισα να γελάω γιατί δεν περίμενα ότι το εννοούσε. Αλλά το εννοούσε. Και το γέλιο μου ήταν η απάντηση που περίμενε. Δε λέω ότι θα δεχόμουν ένα τέτοιο εκβιασμό, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην προσπαθήσω να βρω μια συμβιβαστική λύση. Δεν ήταν λογικό να χωρίσουμε έτσι απλά, επειδή εκείνος δεν δεχόταν τις επιλογές μου. Δεν είχα κάτι για να ντρέπομαι και δε μου άξιζε να με προσβάλει έτσι, αλλά μάρτυς μου ο Θεός, μαζί του άγγιξα την ευτυχία και ήθελα να προσπαθήσω.
«Χαίρομαι πολύ» μου λέει και ξεφυσά σχεδόν ανακουφισμένος. Ανοίγει την πόρτα του γραφείου του και λίγο πριν χωθεί μέσα για το υπόλοιπο της μέρας μου τον ακούω να λέει «Χαίρομαι που δεν έχασα κι άλλο χρόνο μαζί σου».  Και κάπως έτσι, η πληγή που ένιωθα ότι είχε αρχίσει κάπως να κλείνει, άρχισε ξανά να αιμορραγεί.



Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 7- χαχαχούχα

Κεφάλαιο 7

Τρίτη και Τετάρτη, ευτυχώς, δούλεψε από το σπίτι γιατί ανέβασε πυρετό. Έτσι είπε. Η Κέντρα σχολίασε ότι είναι κρίμα να είναι άρρωστος και μόνος. Εγώ δεν είπα τίποτα. Έμεινα εμβρόντητη από την ξαφνική ευαισθησία της Κέντρα. Η οποία, πέρσι που έκανα μια λέιζερ μυωπίας, με ρώτησε αν θα μπορούσα να πάω μετά την επέμβαση στο γραφείο, γιατί είχε ακούσει ότι είναι υπόθεση ρουτίνας. Φυσικά και δεν πήγα. Φυσικά και πήρα και την επόμενη μέρα άδεια. Λάτρευα τη δουλειά μου, αλλά δεν ήμουν τρελή. Δε θα ρίσκαρα την υγεία μου για ένα αφεντικό που δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τον άλλον. Μέχρι να εμφανιστεί ο Κίραν δηλαδή.
Την Πέμπτη εκείνος επέστρεψε και η Κέντρα μόνο που δεν προσφέρθηκε να του φτιάξει τσάι. Εγώ δεν του έδωσα σημασία. Το ίδιο και αυτός σε μένα. Τον άκουγα να βήχει κάθε τόσο, αλλά δεν ρώτησα αν χρειάζεται κάτι. Ακόμα δεν μπορούσα να δεχτώ την τρέλα αυτή που ζούσα. Να δουλεύω πλάι στον πρώην μου.
Την Παρασκευή όμως, κάθε απορία για την κατεύθυνση που θα έπαιρνε η σχέση μας, απαντήθηκε. Κάθε σκοτεινό σημείο φωτίστηκε.  Και τα χαρτιά του άνοιξαν διάπλατα.
«Λοιπόν, ακούω τις  ιδέες σας» μας λέει η Κέντρα χαμογελαστή και κάθεται στο στρογγυλό τραπέζι που έχουμε για τις συναντήσεις της ομάδας μάρκετινγκ. Είμαστε μόνοι οι τρεις μας, αλλά έχουμε στριμωχτεί γιατί στο μισό τραπέζι είναι στρωμένες κάποιες διαφάνειες και δε θέλουμε να τις μετακινήσουμε. Το αποτέλεσμα είναι τα γόνατά μου να αγγίζουν τα δικά του και να μην μπορώ να συγκεντρωθώ. Σε αυτό βοηθάει το απλό λευκό πουκάμισο που φοράει και κολλάει πάνω στο γυμνασμένο (ακόμα πιο πολύ απ’ ό,τι παλιά) σώμα του και το καινούργιο του άρωμα. Μυρίζει κάτι σαν κανέλλα. Είναι φανταστικό. Παλιά φορούσε ένα που του είχα αγοράσει εγώ. Προφανώς άλλαξε τα πάντα. Παλιά δε φορούσε πουκάμισα που κόστιζαν τριψήφια νούμερα.
«Να ξεκινήσουμε με την Μπριάνα» προτείνει η Κέντρα. Εγώ έχω τόσο άγχος, που έχει δεθεί κόμπος το στομάχι μου. Έχω βρει μια ωραία ιδέα, αλλά δε θέλω να δεχτώ αρνητική κριτική μπροστά του. Τρέμω στην κυριολεξία. Δεν τον έχω ανάγκη, το ξέρω, αλλά δεν έχω καταλάβει ακριβώς τι σημαίνει η παρουσία του εδώ.
«Σκέφτηκα ότι μπορούμε να ανοίξουμε λίγο το αναγνωστικό κοινό. Αντί να έχουμε εκτεταμένα αφιερώματα σε σούπερ καρς που κανείς δεν μπορεί να αγοράσει, μπορούμε να έχουμε και μερικές σελίδες όπου θα συγκρίνουμε αυτοκίνητα της αγοράς ανά κατηγορία. Αυτοκίνητα προσιτά». Τους παρουσιάζω τις ιδέες μου για τα επόμενα λεπτά και με ακούνε με ενδιαφέρον. Νομίζω ότι τα εξηγώ καλά. Έχω βρει και μερικά περιοδικά στην αγορά άλλων κρατών που κάνουν κάτι παρόμοιο και τους τα δείχνω. Η Κέντρα παραδέχεται ότι έκανα πολύ καλή δουλειά.
«Και τι σλόγκαν προτείνεις;» με ρωτάει.
«Έχω σκεφτεί κάτι του τύπου ‘το αμάξι που οδηγείς. Όχι που φαντάζεσαι’ ή «το περιοδικό του οδηγού που ξέρει τι θέλει’. Δεν ξέρω τι θα αποφασίσουμε ακόμα σχετικά με τις αλλαγές στο περιεχόμενο. Θα προσαρμόσω το σλόγκαν φυσικά» λέω. Τον ακούω να ρουθουνίζει. Δεν μπορώ να το αγνοήσω.
«Θες ένα χαρτομάντιλο;» λέω ευγενικά, αλλά η ειρωνεία στάζει. Αν έχει κάτι να σχολιάσει, μπορεί να το κάνει σαν άνθρωπος.
«Κέντρα, η ιδέα της συναδέλφου μου είναι πολύ καλή» λέει, αγνοώντας με, λες και δεν είμαι εκεί.  Το μισώ αυτό. Καταλαβαίνω τι τροπή θα πάρει η σχέση μας. Ανταγωνιστική.  «Απλώς  το αυτοκίνητο ήταν ανέκαθεν κάτι το οποίο ονειρεύεται κάθε άντρας. Είναι ωραίο να προτείνουμε και πιο οικονομικά αυτοκίνητα, αλλά ας μην αλλάξουμε το σλόγκαν σε κάτι που ουσιαστικά λέει ‘φτωχέ, δε θα αποκτήσεις ποτέ φεράρι’» λέει και η Κέντρα γελάει.
«Δε νομίζω ότι τα σλόγκαν μου λένε κάτι τέτοιο» προσπαθώ να μιλήσω αλλά δε με ακούνε. Ανταλλάζουν χαμογελάκια.
«Εγώ σκέφτηκα να κάνουμε διαγωνισμούς ώστε οι αναγνώστες να έχουν την ευκαιρία να οδηγήσουν ένα σούπερ καρ ή για μαθήματα αγωνιστικής οδήγησης. Ένα πιθανό σλόγκαν θα ήταν…»
«Δηλαδή προτείνεις κάτι του τύπου ΄φτωχέ, δε θα αποκτήσεις ποτέ φεράρι, αλλά μπορείς να την οδηγήσεις μισή ώρα’» τον διακόπτω και με κοιτάνε για λίγο και οι δύο αμήχανα. Έχω δίκιο και το ξέρω. Το ξέρει κι αυτός και η Κέντρα. Αλλά κανείς δεν το παραδέχεται φυσικά.
«Πουλάμε όνειρο και ελπίδα, αν δεν το έχεις προσέξει» μου λέει χωρίς να με κοιτάει. «Περιοδικό είναι. Όπως δε θα βάλουμε σε περιοδικό μόδας ρούχα φτηνά με μοντέλα φυσιολογικών διαστάσεων, δε θα το κάνουμε στο περιοδικό με τα αυτοκίνητα. Λυπάμαι που δεν έχεις καταλάβει ακόμα πώς λειτουργούν οι εκδόσεις περιοδικών» συνεχίζει. Το χτύπημα ήταν βαρύ. Και κάτω από τη μέση. Ουσιαστικά κρίνει την ικανότητά μου να εργάζομαι στον τομέα γενικά. Δεν το πιστεύω ότι τσακωνόμαστε σε επαγγελματικό επίπεδο τώρα. Και φυσικά είναι εξίσου εκνευριστικός και σε αυτό.
«Καταλαβαίνω, αλλά δεν θα βοηθήσει σε κάτι να τους δώσουμε την ευκαιρία να οδηγήσουν μια φεράρι» γελάω νευρικά.
«Κι όμως, είναι καλό δέλεαρ» λέει η Κέντρα. Και φυσικά! Συμφωνεί μαζί του. Δεν μπαίνω στον κόπο να διαφωνήσω. Υπάρχει κάποια λογική στη στρατηγική του, απλά είναι μακριά από τον τρόπο  σκέψης μου. «Μπράβο και στους δυο σας» λέει αλλά κοιτάζει μόνο τον Κίραν. «Κίραν, συνέχισε μόνος σου σε αυτό το πρότζεκτ. Κάνε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση και θα τη δώσουμε στους από πάνω» λέει. Εγώ χαμογελάω. Δούλεψε, Κίραν, σκέφτομαι χαιρέκακα. Δούλεψε για να μπει το όνομά της φαρδύ πλατύ πάνω στην παρουσίασή σου. Ούτε που θα καταλάβεις πότε θα πάρει τα συγχαρητήρια.
«Η ιδέα σου είχε καλές βάσεις» λέει και σε μένα, σαν καλή δασκάλα που σου σερβίρει το Β με ένα θετικό σχόλιο.
«Αλλά τώρα που είναι εδώ ο Κίραν είναι ευκαιρία να μάθουμε λιγάκι πώς λειτουργεί ο αντρικός εγκέφαλος» λέει και χασκογελάει. Ακουμπάει τον ώμο του λιγάκι και εκείνος της χαμογελάει. Είναι τόσο εμετικό το θέαμα που παίρνω μια ανάσα για να μην τους βρίσω.  
«Είναι μικρό το δείγμα» λέω χαμηλόφωνα, αλλά με ακούει εκείνος. Περιμένει λιγάκι ξοπίσω. Η Κέντρα βγαίνει από το γραφείο και μένουμε μόνοι, πρώτη φορά μετά από 2 χρόνια.
«Εννοείς ότι είναι μικρό το δείγμα επειδή δεν υπάρχει άλλος άντρας ή ότι ο εγκέφαλός μου είναι μικρός;» με ρωτάει εύθυμα. Δεν απαντάω. Φυσικά εννοούσα το δεύτερο. Ξέρει τι εννοούσα. Η οξύνοιά του δεν τον έχει εγκαταλείψει. Το λάτρευα αυτό το χαρακτηριστικό. Λάτρευα να λέω μία κουβέντα και να καταλαβαίνει δέκα.
«Αν αναρωτιέσαι, νομίζω έχουμε την απάντησή μας» του λέω μελιστάλαχτα και τον αφήνω μόνο του στο γραφείο να τραντάζεται στα γέλια. Ο άθλιος.


Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 6-σαν δύο ξένοι

Kεφάλαιο 6

Να πω ότι έχω πονοκέφαλο και να φύγω; Να παραιτηθώ; Έχω κρατήσει μερικά λεφτά στην άκρη και για τρεις μήνες μπορώ να ζήσω χωρίς δουλειά. Δεν αξίζει. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ όλο αυτό. Έχει ανέβει η πίεσή μου. Ζαλίζομαι, βουίζουν τα αφτιά μου και δυσκολεύομαι να αναπνεύσω.
Είμαστε όλοι καθισμένοι στα γραφεία μας και δουλεύουμε. Για όποιον ξέρει, η κατάσταση θα έμοιαζε σουρεάλ. Σαν θέατρο του παραλόγου. Το καταραμένο κουβούκλιό μου είναι δίπλα στο δικό του και τον βλέπω. Τον βλέπω κάθε φορά που γυρνάω μερικές μοίρες και μπαίνει στο οπτικό μου πεδίο. Είναι τρομερό να δουλεύεις δίπλα στον πρώην σου. Είναι απερίγραπτα τα συναισθήματα. Ίσως δε θα ήταν τόσο φοβερό αν είχαμε χωρίσει σαν άνθρωποι και δεν είχαμε αφήσει ένα σωρό πράγματα στη μέση.
Αυτός δείχνει τελείως ήρεμος. Σαν να μην με θυμάται. Η σκέψη αυτή μου τριβελίζει το μυαλό. Ευτυχώς προς το παρόν δεν έχει χρειαστεί να μείνουμε μόνοι. Η Κέντρα έχει σηκωθεί (ναι! Μόνη της!!) δύο φορές και έχει πάει στο γραφείο του. Δεν άκουσα πολλά. Κατάλαβα ότι του έδωσε ένα φάκελο και του ζήτησε να της ετοιμάσει κάτι.
Σηκώνομαι στις 12.30 και πάω να φτιάξω έναν καφέ. Μόλις γυρνάω στο γραφείο μου, σηκώνεται εκείνος. Επιστρέφει μετά από δέκα λεπτά με τον καφέ του. Δείχνει ήρεμος και χαλαρός. Προφανώς βρήκε μόνος του πού είναι η κουζίνα. Εγώ φυσικά δεν μπήκα στον κόπο να του κάνω ξενάγηση στο χώρο. Αν είναι ποτέ δυνατόν. Τρέμω από τώρα τη στιγμή που θα χρειαστεί να μείνουμε μόνοι. Δεν ξέρω τι θα του πω. Όχι ότι έχω κάτι για να ντρέπομαι. Αυτός πήρε μια όμορφη σχέση, και με το ξεροκέφαλό του την πέταξε στα σκουπίδια. Ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Ή τουλάχιστον εγώ ήμουν. Τώρα αν εκείνος υποκρινόταν.. δεν ξέρω. Έδειχνε να περνάει καλά.
«Μπριάνα, έλα σε παρακαλώ» μου φωνάζει η Κέντρα. Φυσικά. Για μένα δε σηκώνεται. Ισιώνω το φόρεμά μου και πηγαίνω στο γραφείο της. Έχουμε και οι τρεις ανοιχτές τις πόρτες μας.
«Χρειαζόμαστε μια δυνατή ιδέα για την καμπάνια του ηλίθιου περιοδικού για τα αμάξια» λέει και ξινίζει τα μούτρα της.
«Μπορεί εμάς να μην μας αρέσει να διαβάζουμε για αμάξια, αλλά πρόκειται για το νούμερο τρία περιοδικό του ομίλου» της θυμίζω. Στέκομαι όρθια και ξέρω ότι ακριβώς από πίσω μου είναι εκείνος. Θα με κοιτάει; Θα ακούει τη συζήτηση ή θα αδιαφορεί;
«Δε με νοιάζει τι είναι. Απλώς θέλω να σκεφτούμε κάτι πρωτότυπο γιατί με πρήζουν ότι εδώ και χρόνια έχουμε την ίδια ατάκα και την ίδια διαφημιστική καμπάνια. Εγώ τους λέω ότι έχει σταθερό αναγνωστικό κοινό και δεν ωφελεί να επενδύουμε σε ένα προϊόν που αποφέρει χρήματα ανεξάρτητα από διαφημίσεις. Οι από πάνω διαφωνούν. Άρα κάτσε σκέψου κάτι και πες μου. Θα σκεφτώ κι εγώ και βλέπουμε» λέει. Ξέρω τι σημαίνει αυτό. Να βρω μια ιδέα και να την προτείνει ως δική της.
«Φυσικά μπορεί να σκεφτεί και ο Κίραν αν θέλει» λέει η Κέντρα την ώρα που βγαίνω από το γραφείο της. Εκείνος σηκώνει το βλέμμα και πέφτει στιγμιαία πάνω μου. Κάνω στο πλάι και τον αφήνω να μιλήσει με την Κέντρα.
«Βασικά τώρα που το σκέφτομαι, μπορείτε να το αναλάβετε τελείως εσείς γιατί εγώ πνίγομαι» λέει. Κρατιέμαι να μη γελάσω. Πάντα πετάει το μπαλάκι για τα δύσκολα σε μένα. Τι είναι αυτό το οποίο την πνίγει δεν έχω ιδέα.
«Είναι πολύ καλή ιδέα» τον ακούω να λέει. Έχει πολύ βραχνή και ήρεμη φωνή. Σε κάνει να θες να ξαπλώσεις και να χαλαρώσεις πλάι του. Τι σκέφτομαι πάλι; «Θα σκεφτώ λίγο και μπορούμε την Παρασκευή να ανταλλάξουμε ιδέες με την Μπριάνα» τον ακούω να λέει. Θέλει να ανταλλάξουμε ιδέες; Αμέ… Γιατί όχι; Ιδέες να φαν κι οι κότες.
Φεύγει πρώτος εκείνος στις πέντε και είκοσι και ακολουθώ μετά από δέκα λεπτά. Περιμένω πώς και πώς να γυρίσει η Ντάνι. Τη σοκάρω με τα νέα μου. Κουλουριάζεται στον καναπέ δίπλα μου και ανοίγουμε το παγωτό που έχουμε για δύσκολες στιγμές. Αν δεν είναι αυτή μια τέτοια στιγμή δεν ξέρω τι είναι.
«Πρέπει να είσαι επαγγελματίας» μου λέει αυστηρά. «Η σχέση σας στο παρελθόν δεν είναι κάτι που πρέπει να σκέφτεστε».
«Αυτό είναι λίγο δύσκολο, μιας και ήταν η πιο σημαντική σχέση στη ζωή μου» λέω πικρά. Παρόλο που είχα σχέσεις που διήρκησαν ένα και δύο χρόνια, οι δύο μήνες με τον Κίραν μού άλλαξαν τη ζωή.
«Δεν έχεις την πολυτέλεια να χάσεις τη δουλειά σου. Έχεις χρέη και νοίκι. Θες να πας ψηλά. Αν αφήνεις τα αισθήματά σου να σε καταβάλουν δε θα τα καταφέρεις στις επιχειρήσεις» με πυροβολεί η φίλη μου με απόλυτη ακρίβεια στα λεγόμενά της.
«Δε θα παραιτηθώ. Αλλά δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό».
«Αυτός έδειξε σοκαρισμένος;»
«Ούτε καν. Ήρεμος λες και δε με θυμάται».
«Αποκλείεται».
«Μπορεί και να σοκαρίστηκε που με βρήκε σε αυτή τη θέση αλλά δεν το έδειξε. Με άφησε στο μπαρ και στο βιβλιοπωλείο. Με είχε χωρίσει για τις επιλογές μου και τώρα με βρήκε να δουλεύω σε πολυεθνική. Δεν μπορεί να μην ένιωσε κάτι» της λέω. Η Ντάνι τελειώνει το παγωτό της και σερβίρει κι άλλο στο μπωλ.
«Ποτέ δεν κατάλαβα το κόλλημά του με τη δουλειά σου» αναρωτιέται δυνατά για πολλοστή φορά.
«Έλεγε ότι ήμουν ικανή και έπρεπε να βρω κάτι καλύτερο, αλλά γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι απλά ζήλευε. Θυμάσαι ότι ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ που δούλευα στο μπαρ;».
«Μα εσύ δεν έδινες δικαιώματα ποτέ!».
«Δεν του άρεσε που μιλούσα με τόσους άντρες και δεν καταλάβαινε όταν του έλεγα ότι δεν είχα ερωτικό ενδιαφέρον. Οι ρυθμοί στο μπαρ είναι καταιγιστικοί. Παίρνω παραγγελίες και φτιάχνω ποτά σε χρόνο μηδέν. Δεν έχω χρόνο να φλερτάρω και αυτό το καταλαβαίνουν οι πελάτες. Σπάνια με φλερτάρουν και ακόμη πιο σπάνια είναι άκομψοι.  Όταν βγαίνω μόνη μου ή στο χώρο δουλειάς μου, στο βιβλιοπωλείο και στην μπουτίκ που δούλευα, έχω δεχτεί περισσότερες ερωτικές προτάσεις» λέω. Η Ντάνι γνέφει. Τα έχει ακούσει και τα ξέρει.
«Τόσο παλαιομοδίτικες απόψεις…κρίμα. Νέο παιδί» μου λέει σκεφτική. «Αυτός δε χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ σε κάποια δουλειά μόνο για να βγάλει λεφτά; Δεν είχε ποτέ ανάγκες;».
«Δεν έχω ιδέα» παραδέχομαι. «Δούλευε πάντα σε εταιρείες και είχε μια κάποια άνεση. Αλλά δεν περίμενα να μην καταλαβαίνει την ανάγκη μου να αποπληρώσω μόνη μου τα χρέη μου. Οι γονείς μου δεν είναι σε θέση να βοηθήσουν τόσο. Ξέρεις πώς είναι η κατάσταση με τον αδερφό μου. Το μαγαζί του δεν πάει καλά και τον βοηθάνε. Δε θέλω να ανησυχούν και για μένα».
«Μην απολογείσαι σε μένα που είσαι αξιοπρεπής» με μαλώνει η Ντάνι και έχει δίκιο. Η δουλειά δεν είναι ντροπή. Με έκανε να νιώθω ανήθικη όσο ήμασταν μαζί αλλά δεν ήμουν.
«Έχεις δίκιο» της χαμογελάω. «Έλα τώρα να σου πω τις ιδέες που έχω για την καμπάνια. Θέλω να εντυπωσιάσω» λέω δυναμικά. Προσπαθώ να ηρεμήσω. 







                                 

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

κεφάλαιο 5-χάρηκα πολύ, κύριε

Κεφάλαιο 5
«Έφυγε ο Γουέστμπρουκ» μου λέει ανακουφισμένη η Λίλι. Η κοπέλα αυτή κάθεται στη ρεσεψιόν, και ξέρει τα πάντα για τους πάντες. «Δεν τον είδε κανείς, αλλά και πάλι, ανακουφίστηκα που έφυγε» πεταρίζει τις βλεφαρίδες της. Είναι 23 ετών και είναι πολύ όμορφη. Κανείς δεν ξέρει τις πηγές της, αλλά συνήθως είναι ακριβής. Σήμερα αναρωτιέμαι πώς το έμαθε ότι έφυγε το αφεντικό.
«Γιατί ήμασταν όλοι τρομοκρατημένοι;» λέω, εφησυχασμένη πια. «Δεν μας έχει δώσει δικαίωμα να τον φοβόμαστε». Και ισχύει. Ήρθε, είδε (ποιος ξέρει τι) και απήλθε.
«Η δικιά σου μπήκε με ένα μωρό σήμερα» μου λέει η Λίλι, αλλάζοντας απότομα θέμα. «Τι έχει πάθει αυτή και έρχεται εννιά ακριβώς; Λες να της έβαλε κάποιος χέρι;» αναρωτιέται. Η Λίλι έχει ταχυγλωσσία. Απορώ αν την καταλαβαίνουν στο τηλέφωνο οι πελάτες. Άλλο με απασχολεί όμως.
«Μωρό; Η Κέντρα μισεί τα μωρά» λέω. Η Λίλι ξεσπάει σε δυνατά γέλια.
«Ενήλικο και αρσενικό μωρό» μου λέει και αναστενάζει. «Έπρεπε να τον δεις. Μπήκαν μαζί και μας έφυγε το κεφάλι. Σούπερ ζευγάρι».
«Τι; Έφερε τον γκόμενο στη δουλειά;» τη ρωτάω. Μιλάω άνετα στη Λίλι. Τη μισεί όπως κι εγώ. Όπως και όλοι μας. Είναι η μόνη υπάλληλος της εταιρείας που μπαίνει το πρωί και δε λέει καλημέρα στη Λίλι. Γενικά η Κέντρα αγνοεί οποιονδήποτε είναι σε χαμηλότερη βαθμίδα.
«Δεν ξέρω αν είναι γκόμενος. Ακόμα. Η γλώσσα του σώματος έλεγε ότι σύντομα θα συμβεί πάντως» μου λέει και μου κλείνει το μάτι. Αναστενάζω.
Παίρνω το ασανσέρ και πατάω το έξι. Το κτίριο είναι μεγάλο και επιβλητικό. Όλα είναι υπερσύγχρονα. Το ασανσέρ είναι καλυμμένο με καθρέπτη από άκρη σε άκρη και έχω την ευκαιρία να επιθεωρήσω λίγο την εικόνα μου πριν πιάσω δουλειά. Τα μαλλιά μου είναι φυσικά σπαστά αλλά τα έχω ισιώσει και τα έχω πιάσει σε ένα κότσο στη βάση του κεφαλιού μου. Έχω γαλαζοπράσινα μάτια και διαλέγω πάντα ουδέτερες σκιές. Έτσι και σήμερα. Φοράω ένα μαύρο στενό φόρεμα και μαύρες γόβες. Όχι 12ποντες όπως φοράει η Κέντρα. Περίπου 5-7 πόντους ώστε να μπορώ να περπατάω άνετα και να πηγαινοέρχομαι 150 φορές στο γραφείο της και να μεταφέρω έγγραφα γιατί τα θέλει ΟΛΑ εκτυπωμένα. Εγώ υποπτεύομαι ότι δεν ξέρει να κάνει επισύναψη και δεν μπορεί να μου στείλει αρχεία.
Είμαι ευχαριστημένη με την εικόνα μου. Είμαι όμορφη και έχω ένα σώμα λεπτό, αλλά γεμάτο καμπύλες. Το μόνο πράγμα που με ενοχλεί πάνω μου (όχι ότι δεν έχω ψεγάδια αλλά δε με ενδιαφέρει κιόλας και πολύ) είναι οι μαύροι κύκλοι. Ειδικά τις Δευτέρες, μετά από τόσες ώρες δουλειά το Σαββατοκύριακο, είμαι πάντα πολύ καταπονημένη.
Ανοίγω τη γυάλινη πόρτα που χωρίζει εμένα και την Κέντρα από το υπόλοιπο τμήμα μάρκετινγκ. Με περιμένει ένα μικρό σοκ. Μέσα στο γυάλινο κουβούκλιο δίπλα στο δικό μου υπάρχει ένας άντρας, ο οποίος έχει γυρισμένη την πλάτη του σε εμένα και αδειάζει ένα κιβώτιο που υποθέτω έχει τα προσωπικά του αντικείμενα. Η Κέντρα είναι μαζί του και χασκογελάει με κάτι που της είπε. Διάφορες σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου. Δεν είναι γκόμενός της αλλά ο νέος υπάλληλος. Μου είχε πει ότι δεν ξέρει τίποτα, αλλά σήμερα μπήκαν μαζί. Είναι εμφανές ότι της αρέσει. Βλέπω το πρόσωπό της, αλλά όχι το δικό του. Χαμογελάει σαν χαζή. Είναι προφανές ότι θα δημιουργηθεί συμμαχία. Θα με βγάλουν από τη μέση σίγουρα. Θα έκανα κι άλλα σενάρια, ούσα καχύποπτη εκ φύσεως και απαισιόδοξη, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Ο άντρας αυτός έχει ένα φοβερό κορμί. Σφικτό σώμα, πλατείς ώμους και καλοσχηματισμένους γλουτούς. Ουάο. Ελπίζω να μην…
Η στιγμή που γυρνάει, λες και ένιωσε την παρουσία μου, και με κοιτάει, ορκίζομαι ότι είναι η πιο φορτισμένη στιγμή της ζωής μου. Κρατιέμαι από το γραφείο για να μη λιποθυμήσω. Από όλες τις μέρες του χρόνου, από όλα τα μέρη του πλανήτη, έπρεπε να μπει σε αυτό το γραφείο, σήμερα. Έπρεπε να είναι εκείνος ο νέος μου συνάδελφος. Ο άντρας που έχω να δω 2 χρόνια, που μου ράγισε την καρδιά, αλλά δεν την έσπασε. Γιατί αυτή τη στιγμή τη νιώθω να βροντοχτυπάει μέσα μου.
«Να και η βοηθός μου» λέει η Κέντρα και χαμογελάει. «Η Μπριάνα Σμιθ» λέει και τον βλέπω να απλώνει το χέρι του. Θα πρέπει να τον αγγίξω.
«Κίραν Κάβανο» συστήνεται και συνειδητοποιώ ότι είναι πρώτη φορά που τον ακούω να λέει το όνομά του. Έχουν περάσει δύο χρόνια και είναι ακόμα πιο όμορφος. Πιο αρρενωπός. Αν είναι δυνατόν. «Χάρηκα» λέει ουδέτερα και συνεχίζει να τακτοποιεί. Μήπως δε με θυμήθηκε;
«Ο Κίραν θα μείνει έξι μήνες μαζί μας» λέει κεφάτη η Κέντρα. «Το ΔΣ του ομίλου τον έχει επιλέξει ως τον καλύτερο υπάλληλο της χρονιάς στη Νέα Υόρκη και του έδωσε τη δυνατότητα να περάσει τέσσερα εξάμηνα σε τέσσερα διαφορετικά τμήματα μάρκετινγκ, πριν πάρει τον τίτλο του διευθυντή μάρκετινγκ του ομίλου».
«Εντυπωσιακό» λέω. Το εννοώ αλλά δεν το δείχνω. Έχω ένα εκατομμύριο ερωτήσεις αλλά δεν κάνω καμία. Εκείνος δείχνει ήρεμος και αδιάφορος. Δε θέλω να ξέρει ότι με επηρεάζει. Ούτε καν με κοιτάζει.
«Έχει τελειώσει το Στάνφορντ και έχει κάνει και μεταπτυχιακό. Είναι πολύ ικανός και η εμπειρία του θα μας φανεί χρήσιμη εδώ μέσα» λέει η Κέντρα. «Ειδικά σε σένα» μου λέει. «Έχεις πολλά να μάθεις από εκείνον». Εκείνος με κοιτάει φευγαλέα. Δεν αντιδρώ στην προσβολή της. Θέλω να της πω ότι ξέρω διπλάσια από όσα ξέρει εκείνη, αλλά δεν το κάνω.
«Μακάρι μέσα σε έξι μήνες να μάθει τη δουλειά και να καταφέρει να με μάθει κι εμένα κάτι» λέω εγώ ευγενικά, αλλά η ειρωνεία μου είναι ξεκάθαρη. Δύο μήνες θα του πάρει να μάθει τη δουλειά και μένουν τέσσερις. Πόσο έξυπνος είναι πια; Πολύ, θυμάμαι. Αλλά κι εγώ είμαι. Στάνφορντ ε; σκέφτομαι. Δεν είχα ιδέα.
«Κίραν, αν θες καφέ, η Μπριάνα μπορεί…» ξεκινάει να λέει αλλά τη διακόπτω.
«Αποκλείεται» λέω κοφτά. «Δεν φτιάχνω καφέ για άλλον» ξεκαθαρίζω. Εκείνος με κοιτάει με ευθυμία.
«Η Μπριάνα μπορεί να σου πει πού είναι η κουζίνα θα έλεγα» λέει ξερά η Κέντρα. Μαζεύομαι. Είμαι εκνευρισμένη και βγάζω τρελά συμπεράσματα. Αλλά ικανή την έχω.
«Έτοιμος» λέει. Η φωνή του με ταράζει. «Τακτοποίησα τα πάντα και είμαι έτοιμος να ξεκινήσω. Κέντρα, περιμένω οδηγίες».





Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Θρίλερ η ψηφοφορία!

Το Έρωτας στις Κυκλάδες εγώ θα το στείλω και να λέτε εσείς ότι θέτε!! χεχεχε

ΥΓ. Ψηφίζετε η καθεμία μία φορά!  Φιλιάαααα