Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

κεφάλαιο 23-έπεσε δουλειά


Η ζωή επέστρεψε στους φυσιολογικούς της ρυθμούς και αυτό έδωσε στην Κλόι την ευκαιρία να πάρει μια ανάσα και να ανασυνταχθεί. Μετά από εκείνη τη νυχτερινή επίσκεψη, αποσυντονίστηκε τελείως. Είχε χάσει την ικανότητά της να συγκεντρώνεται και σκεφτόταν συνέχεια αυτό που φορούσε γύρω από το λαιμό της. Έπιανε τον εαυτό της να το αγγίζει αφηρημένη. 
"Κλόι, άκουγες τίποτα;" άκουσε τον Απόλλωνα να λέει και αναγκάστηκε να σταματήσει να σκέφτεται για άλλη μια φορά πράγματα άσχετα με τη δουλειά της. Ο Απόλλωνας κάτι της έλεγε και εκείνη είχε πάλι αφαιρεθεί. Αυτό ήταν ανεπίτρεπτο. 
"Συγγνώμη, κάτι σκεφτόμουν" είπε ειλικρινά και κοκκίνισε. "Πες μου πάλι. Θα πάτε μια σχολική εκδρομή και σας ζήτησαν να ετοιμάσετε μια παρουσίαση για όσα πρόκειται να δείτε. Σωστά;" μέχρι εκεί είχε ακούσει.
"Ναι, αλλά μετά είπα ότι βαριέμαι να το κάνω και ότι θα σου ήμουν ευγνώμων αν το κάνεις εσύ" της χαμογέλασε με ένα αστραφτερό χαμόγελο που είχε δει σε άλλον έναν άνθρωπο μόνο. "Σε παρακαλώ" της είπε ικετευτικά και ένωσε τις παλάμες του σε ικεσία.
"Δε θα σου πάρει πάνω από 1 ώρα να συλλέξεις τα στοιχεία αν σε βοηθήσω και θα κάνουμε ένα powerpoint. Σιγά την υπόθεση. Από το να με παρακαλείς γονυπετής, καλύτερα να ανασκουμπωθείς, Απόλλωνα" του είπε αυστηρά. Ο μικρός χαμογέλασε και πάλι.
"Δεν κατάλαβα λέξη αλλά υποθέτω ότι σημαίνει ότι δε θα με βοηθήσεις" της είπε και η Κλόι γέλασε. Η Άρτεμις εντωμεταξύ διάβαζε για ένα τεστ γεωγραφίας και σε κάθε παράγραφο βογγούσε. Μισούσε αυτό το μάθημα επειδή η δασκάλα της ήταν πολύ αυστηρή. Η Κλόι βοηθούσε όσο μπορούσε αλλά οι απαιτήσεις της γυναίκας ήταν καμιά φορά παράλογες. Η Άρτεμις είχε εύθραυστη ψυχολογία και έκανε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω. 
"Καμιά φορά νιώθω ότι αν δεν ήμουν εγώ εδώ δε θα διαβάζατε καθόλου" τους είπε.
"Θα παίζαμε βιντεοπαιχνίδια όμως" είπε ο Απόλλωνας με το γνωστό οξύ του τόνο.
"Και αυτό πώς ακριβώς θα σε βοηθήσει σε δέκα χρόνια από τώρα που θα ψάχνεις για δουλειά;" επέμεινε η Κλόι για εκατοστή φορά. Το είχαν συζητήσει πολλές φορές αυτό το θέμα. Ο Απόλλωνας δεν είχε καμιά ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον, κάτι που δυστυχώς πήγαζε από την αντίληψή του ότι το μέλλον του ήταν στρωμένο με ροδοπέταλα λόγω της οικονομικής τους επιφάνειας και των γνωριμιών του πατέρα του και των παππούδων του στην Αγγλία.
«Μπορεί να γίνω προγραμματιστής βιντεοπαιχνιδιών. Δεν ξέρεις ποτέ» της είπε αν και ήξερε καλά ότι η Κλόι δεν περίμενε ποτέ να τον δει σε μια τέτοια θέση. Ο Απόλλωνας δεν είχε κάποια ιδιαίτερη κλίση στους υπολογιστές. Μόνο έπαιζε. Δεν ασχολιόταν περεταίρω.
«Δεν μπορώ να ακολουθήσω τον συνειρμό σου οπότε ας το αφήσουμε το θέμα γιατί προσπαθείς να με προκαλέσεις» είπε η Κλόι. «Ας ολοκληρώσουμε επιτέλους το διάβασμά σας μήπως και μας μείνει λίγος χρόνος να πάμε καμιά βόλτα» ξεφύσησε. Ο Βασίλης είχε ελεύθερο το αυτοκίνητο το απόγευμα και ήταν ευκαιρία να πάνε σινεμά ή κάτι τέτοιο όλοι μαζί.
«Δεν γίνεται να βγούμε σήμερα, Κλόι» είπε η Άρτεμη, πάντα διστακτικά. «Ο μπαμπάς φεύγει μεθαύριο και θέλει και απόψε και αύριο το βράδυ να το περάσουμε μαζί» ολοκλήρωσε την πρόταση που έκοψε την καρδιά της Κλόι στα δύο.  Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά. Ήλπιζε να μην είχε ακούσει καλά.
«Πότε θα φύγει;» ρώτησε όσο πιο φυσικά μπορούσε. Ήλπιζε να μην καταλάβουν τα παιδιά ότι κατέρρεε συναισθηματικά.
«Την Παρασκευή το πρωί» είπε ο Απόλλωνας. «Δεν σου το είπε;».
«Δεν με ενημερώνει για τα σχέδιά του» είπε προσπαθώντας να συγκρατήσει το αίσθημα απόρριψης που την πλημμύριζε. Δεν είχε λόγο να νιώθει έτσι. «Επίσης, έχω να τον δω τέσσερις μέρες. Από τη μέρα που γύρισε. Υποθέτω ότι είναι απασχολημένος και δεν τον ενοχλώ» τους είπε και το εννοούσε.
«Και σε εμάς, μη νομίζεις, χθες το βράδυ το ανακοίνωσε. Λέει ότι θέλει να είναι στα εγκαίνια του έργου του και ότι έχει μείνει πίσω και τα γνωστά του πατέρα» είπε ο Απόλλωνας. Σπάνια το παιδί εξέφραζε ανοιχτά την πικρία του για την απουσία του πατέρα του και αυτή ήταν μια από αυτές.
«Και…το πόδι του;» η Κλόι προσπάθησε από κάπου να πιαστεί αλλά μάταια. Ήξερε ότι τον τελευταίο καιρό κινείτο πολύ πιο άνετα. Φορούσε πια μια ειδική μπότα και δεν είχε ανάγκη από πατερίτσα αλλά σίγουρα ήθελε φυσιοθεραπείες.
«Θα συνεχίσει εκεί τις θεραπείες. Έχει βρει ήδη γιατρό. Ρώτησα και εγώ» είπε η μικρή. Η Κλόι χαμογέλασε νευρικά. Κάτι έπρεπε να κάνει.
«Σε κάθε περίπτωση, ήταν ωραία που έμεινε εδώ τόσο καιρό. Δεν έχει ξαναμείνει τόσο μεγάλο διάστημα. Θα ξανάρθει σύντομα υποθέτω» είπε ο Απόλλωνας ανάλαφρα, αλλά η Κλόι δεν ξεγελάστηκε.
«Μακάρι» είπε η Άρτεμη γλυκά. Τα παιδιά είχαν έρθει κοντά με τον πατέρα τους το διάστημα που είχε μείνει εδώ και ήταν κρίμα που έπρεπε να φύγει αλλά η Κλόι δεν μπορούσε να κάνει κάτι.
«Μου είπε ότι θα σου το ανακοινώσει απόψε, στο δείπνο» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι είχε να φάει στο σπίτι από τη μέρα που γύρισε το αφεντικό της. Γενικά απέφευγε να πηγαίνει αν δε την καλούσαν. Αλλά το αποψινό, την έβγαλε από τα νερά της.
«Δεν είχα ιδέα. Απορώ γιατί θεωρείτε όλοι δεδομένο ότι δεν έχω κανονίσει κάτι» είπε η Κλόι τάχαμ πειραγμένη.
«Αφού ξέρω ότι τα βράδια πλέκεις» γέλασε ο Απόλλωνας.
«Με ξέρεις πολύ καλά» του τσίμπησε το μάγουλο και προς μεγάλη της έκπληξη δεν τραβήχτηκε. Τα παιδιά τής έφτιαχναν πάντα το κέφι, παρόλο που τώρα ένιωθε μουδιασμένη με τα νέα. Δεν είχε λόγο να νιώθει έτσι. Ούτε να νιώθει τόσο άβολα που θα τον συναντούσε απόψε. Έπρεπε απλά να βρει έναν τρόπο να περιορίσει την εκδήλωση των συναισθημάτων της και όλα θα πήγαιναν καλά. Γύρισε προς το μέρος των παιδιών. Μιλούσαν για κάτι που είχε γίνει στο σχολείο. Έδειχναν ήρεμα. Της άρεσε η παρέα τους. Θα είχε τα παιδιά παρέα όσο θα περίμενε, σκέφτηκε. Γιατί σίγουρα, θα περίμενε.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

κεφάλαιο 22-μικρακι αλλα καλο

Κεφάλαιο 22

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Φυσικά και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Μια καταιγίδα συναισθημάτων την έκαναν να στριφογυρίζει στο κρεβάτι για αρκετή ώρα μετά. Δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της. Τα παράξενα συναισθήματα που ένιωθε κάθε φορά που έβλεπε ή σκεφτόταν το αφεντικό της ήταν ένα μέρος μόνο του προβλήματος. Το άλλο μέρος ήταν το αίσθημα ανεπάρκειας που ένιωθε σε σχέση με εκείνον. Είχε αποδεχτεί ότι ήταν μια απλή κοπέλα, με θετικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν είχε αυτή τη…λάμψη που είχαν άλλες γυναίκες. Μέχρι στιγμή ποτέ δεν την ενοχλήσει αυτό. Αλλά τον τελευταίο καιρό ένιωθε πολύ υποδεέστερη, πολύ λίγη και πολύ ανεπαρκής. Αναγνώριζε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να νιώθει έτσι και ότι έκανε τη δουλειά για την οποία είχε προσληφθεί με επιτυχία, αλλά δεν μπορούσε να μη σκέφτεται ότι οι άνθρωποι στο κεντρικό σπίτι, μερικά μέτρα μακριά, ήταν μίλια μακριά της.
Αναρωτιόταν τι δώρα είχε φέρει. Υπέθετε κάποιο γκάτζετ για τον Απόλλωνα, μια κούκλα για τη μικρή και ίσως ένα φουλάρι για τη Σεσίλια ή ένα κουτί με σοκολατάκια. Ποιος ξέρει. Θα είχε αφιερώσει χρόνο για όσους αγαπούσε, ίσως και για τον κύριο Τόμας και τα κορίτσια, σίγουρα για τον Βασίλη.  

Ο χαρακτηριστικός χτύπος στην πόρτα της ακούστηκε και πάλι. Τρόμαξε μέσα στη νύχτα. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν περασμένες δέκα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι γρήγορα και έσπευσε να ανοίξει.
«Απόλλωνα, τι έγινε πάλι, αγάπη μου;» ρώτησε ενώ άνοιγε την πόρτα αλλά αυτός που την περίμενε από πίσω δεν ήταν ο γιος αλλά…ο πατέρας. Φορούσε μόνο ένα νυχτικό και ένιωθε γυμνή μπροστά του. Το βλέμμα του ταξίδευε φευγαλέα πάνω της αλλά επέστρεψε στα μάτια της.
«Έτσι αποκαλείτε τον γιο μου, δεσποινίς;» της χαμογέλασε. 
«Εμ… μιλάω όπως νιώθω, κύριε» του είπε. Ή μάλλον ψιθύρισε. Η φωνή της δεν έβγαινε. Εκείνος έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν του ένα μικρό κουτί και της το έδωσε. Το πήρε στα χέρια της προσεκτικά σαν να κρατούσε βόμβα.
«Αυτό είναι για εσάς» είπε εκείνος ήρεμα. «Είναι από τιτάνιο. Ένα μέταλλο εξίσου ανθεκτικό με το ατσάλι αλλά πολύ πολύ ελαφρύτερο. Καληνύχτα σας» είπε και με μια ελαφριά υπόκλιση χάθηκε μέσα στη νύχτα.

https://www.bocciatitanium.com/en/products/07009-01/?sort_qs=type%3Djewelry%26jewelry-type%3Danhanger%26filter%3Dtrue

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 21-μας κόπηκε η όρεξη


Κεφάλαιο 21
Δύο μέρες μετά και ενώ έπινε αμέριμνη καφέ στο σπιτάκι ετοιμάζοντας την επόμενη εβδομάδα μαθημάτων με τα παιδιά  ώστε να καλύψει τα κενά και να προχωρήσει με την ύλη ταυτόχρονα άκουσε έναν ήχο να σκίζει τον ουρανό και με μιας κατάλαβε τι ήταν. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τρέξει προς το ελικοδρόμιο μαζί με τα παιδιά που ήδη τσίριζαν απ’ έξω ή αν έπρεπε να μείνει εκεί και να περιμένει να τακτοποιηθεί με την ησυχία του και να την καλέσει όποτε τη χρειαζόταν στο κεντρικό κτίριο. Στην πραγματικότητα ήθελε να τον δει, αλλά δεν είχε κάποια δικαιολογία να σπεύσει εκεί και αποφάσισε να διαλέξει τη δεύτερη οδό και να περιμένει παρόλο που ο ήχος του έλικα είχε συγχρονιστεί απόλυτα με την καρδιά της.
Η καρδιά της δε σταμάτησε να χτυπάει δυνατά όση ώρα περίμενε. Ήταν Κυριακή απόγευμα και το δείπνο αργούσε ακόμα. Αν δεν την καλούσαν, δεν είχε λόγο να πάει. Ήταν τόσο άβολο όλο αυτό. Ήταν και δεν ήταν μέλος της οικογένειας ταυτόχρονα. Τελικά, μετά από δύο ώρες ανούσιας αναμονής απελπίστηκε και ξεντύθηκε με σκοπό να πέσει στο κρεβάτι. Φορούσε τις πιτζάμες της όταν άκουσε την πόρτα της να χτυπάει δυνατά. Μόνος ένας άνθρωπος χτυπούσε έτσι.
«Τι έγινε, μικρέ;» ρώτησε τον Απόλλωνα όταν άνοιξε την πόρτα και τον είδε απ’ έξω να στέκεται σοβαρός.
«Όχι και μικρός» τη διόρθωσε και εκείνη γέλασε. Ο Απόλλωνας ένιωθε πολύ μεγαλύτερος από την ηλικία του και έπρεπε να το σεβαστεί. «Δε θα έρθεις στο σπίτι να δεις τον πατέρα;» τη ρώτησε με μια αγνή απορία που την εξέπληξε. Το θεωρούσε πραγματικά τόσο δεδομένο; Ένιωθε λες και την κατηγορεί για κάτι. Πόσο παράξενο.
«Μα μόλις επέστρεψε. Σκέφτηκα ότι θα θέλετε χρόνο να περάσετε μαζί ως οικογένεια. Από αύριο θα επιστρέψουμε κανονικά στους ρυθμούς μας» προσπάθησε να του εξηγήσει.
«Αύριο μεσημέρι φεύγει η θεία Σεσίλια» είπε ο Απόλλωνας. «Είναι το τελευταίο της βράδυ εδώ και σκέφτηκε ο πατέρας να μαζευτούμε όλοι να δειπνήσουμε μαζί».
«Ωραία ιδέα αλλά…» ψέλλισε αλλά ο Απόλλωνας ήταν αποφασισμένος. Σταύρωσε και τα χέρια στο στήθος, ένδειξη ότι είχε πεισμώσει.
«Σε περιμένουμε για να φάμε» της είπε και εξαφανίστηκε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου από μπροστά της. Η Κλόι ανατρίχιασε όταν έμεινε μόνη. Αλλά δεν είχε επιλογή. Φόρεσε πάλι τα ρούχα της και χτένισε βιαστικά τα μαλλιά της.
Τους βρήκε όλους στη μεγάλη τραπεζαρία και το φαγητό είχε ήδη σερβιριστεί. Η Σεσίλια καθόταν ανάμεσα στα παιδιά και μιλούσαν ανάλαφρα, αλλά ο πατέρας τους δεν ήταν εκεί.
«Καλησπέρα» τον άκουσε ξαφνικά να λέει από πίσω της και ακούμπησε φευγαλέα το χέρι του στον ώμο της. Μέχρι να γυρίσει να κοιτάξει το χέρι του πάνω της εκείνος την είχε προσπεράσει και είχε καθίσει στην καρέκλα του. Κάθισε και εκείνη, αμήχανη, στην απέναντι πλευρά και άπλωσε την πετσέτα στα πόδια της. Εντωμεταξύ τα παιδιά συζητούσαν με τη θεία τους για το πότε θα την επισκέπτονταν στην Αγγλία. Η Κλόι δεν άκουγε τίποτα όμως. Κοιτούσε όσο πιο διακριτικά μπορούσε το αφεντικό της, που μιλούσε και εκείνος με τα παιδιά και την κουνιάδα του. Είχε λείψει μόλις μία βδομάδα αλλά έδειχνε διαφορετικός. Είχε αφήσει μούσι και τα μαλλιά του είχαν μακρύνει. Ήταν τόσο όμορφος που της έκοβε την ανάσα. Οι κινήσεις του ήταν αριστοκρατικές, κομψές και δυναμικές ταυτόχρονα. Έμοιαζε με ένα κόσμημα που έλαμπε μέσα στο χώρο. Άραγε το ήξερε πόσο πολύ ξεχώριζε;
«Η Κλόι μπορεί να σας συνοδεύσει και να πάει στους δικούς της όσο μείνετε μαζί μας» είπε η Σεσίλια και την ανάγκασε να συμμετάσχει στη συζήτηση.
«Φυσικά, κανένα πρόβλημα» είπε η Κλόι και το εννοούσε. Αν τα πράγματα ήταν καλά, το Πάσχα θα ήταν καλή ευκαιρία να επισκεφτεί τους δικούς της και ταυτόχρονα να συνοδεύσει τα παιδιά στο δικό τους ταξίδι για να επισκεφτούν τους παππούδες τους.
«Η Κλόι είναι τόσο ήσυχη» είπε ναζιάρικα η Σεσίλια, απευθυνόμενη στον γαμπρό της. Ο τόνος ήταν αέρινος αλλά η Κλόι «άκουγε» και κάτι άλλο.
«Ευτυχώς» είπε χαμογελαστός εκείνος και η Κλόι είδε την άλλη γυναίκα να σοκάρεται αρχικά, αλλά γρήγορα να ανακτά την αυτοκυριαρχία της. «Πώς περάσατε όσο έλειπα;» ρώτησε κοιτώντας την Κλόι περισσότερο.
«Εγώ ξεκουράστηκα λίγο» του απάντησε προσπαθώντας να τον κοιτάει όσο το δυνατό λιγότερο, από φόβο μήπως δει κάτι στο βλέμμα της. «Από αύριο πάλι στους ρυθμούς μας. Το πόδι σας πώς είναι;» τον ρώτησε.
«Πολύ καλύτερα, σας ευχαριστώ» είπε εκείνος. «Νομίζω ότι αυτή τη βδομάδα θα βγάλω το γύψο και θα μείνω με ένα νάρθηκα. Θα είμαι πιο άνετα και θα μπορέσω σιγά σιγά να επιστρέψω στα καθήκοντά μου».
Έφαγαν ένα υπέροχο γεύμα που είχε μαγειρέψει ο κύριος Τόμας: μπιφτέκια με πουρέ και σάλτσα κάστανο και πανακότα με σιρόπι φράουλα. Η Κλόι όμως ανυπομονούσε να γυρίσει στο σπιτάκι. Ένιωθε πολύ αμήχανα για κάποιο λόγο και η ιδέα ότι πλησίαζε ο καιρός που εκείνος θα επέστρεφε στην Ιταλία τής έφερνε έναν εκνευρισμό που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Η Σεσίλια μιλούσε συνεχώς και έλεγε αστεία και όλοι απολάμβαναν την παρέα της. Η Κλόι δεν είχε κάτι να πει και ένιωθε ότι ήταν η βαρετή της υπόθεσης. Ένιωθε φοβερά άβολα, πιο πολύ για τις σκέψεις που έκανε για εκείνον.
«Πατέρα, πότε θα μας δώσεις τα δώρα;» ρώτησε η Άρτεμη ξαφνικά. Η Κλόι την κοίταξε αυστηρά.
«Άρτεμη, αν ο πατέρας σας σας έχει φέρει κάτι, θα σας το δώσει προσωπικά» της είπε. Το αφεντικό της γέλασε.
«Έχει δίκιο η δεσποινίς, αν και έχω προνοήσει και έφερα σε όλους δώρο» είπε εκείνος κοιτώντας τα παιδιά του. «Αλλά θα σας τα δώσω μετά». Η Κλόι έγνεψε. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν την περιλάμβανε η λίστα.
Η συζήτηση άλλαξε κατεύθυνση καθώς η Σεσίλια άρχισε πάλι να λέει πόσο λυπάται που φεύγει και πόσο θα της λείψουν τα παιδιά. Και τα παιδιά έδειχναν συγκινημένα όμως και η Κλόι ένιωθε ειλικρινά χαρούμενη που τα παιδιά αγαπούσαν τη θεία τους όσο τρελή κι αν ήταν.
«Εμένα να με συγχωρείτε» είπε μετά από λίγη ώρα, όταν το αφεντικό της πρότεινε να περάσουν οι μεγάλοι για ένα ποτό στη βιβλιοθήκη. «Πρέπει να τηλεφωνήσω στους δικούς μου πριν ξαπλώσω».
«Καταλαβαίνω» είπε εκείνος απλά και η Σεσίλια χαμογέλασε. Χωρίς άλλο, χαιρόταν που θα έμενε μόνη μαζί του. Παρά τα αρνητικά της σχόλια τόσες μέρες, δεν την είχε πείσει ότι τον αντιπαθούσε. Το αντίθετο.
Αφού τους καληνύχτισε όλους πήρε το δρόμο προς το σπιτάκι, νιώθοντας ξαφνικά πολύ μόνη, παολύ ξένη και πολύ παράταιρη με όλους.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 20- Miss Leicester



Η Κλόι ανυπομονούσε να έρθει η μέρα να φύγει η θεία των παιδιών γιατί πραγματικά είχε φτάσει στα όριά της. Ήταν η πιο τοξική γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ και δεν μπορούσε να μείνει ούτε λεπτό μαζί της. Αλλά άλλο ήταν το κύριο πρόβλημα. Η Σεσίλια Λέστερ είχε καταφτάσει γεμάτη ενθουσιασμό για να δει τα παιδιά και μέσα στο πρώτο κιόλας 24ωρο είχε καταφέρει να αναστατώσει κάθε έννοια τάξης και πειθαρχίας που είχαν στη ζωή τους. 
Πρώτον, πρότεινε στα παιδιά να μην πάνε την Παρασκευή σχολείο για να διασκεδάσουν μαζί. Παρόλο που η Κλόι προσπάθησε να τα συνετίσει και να τους υπενθυμίσει ότι η Παρασκευή ήταν σημαντική μέρα γιατί ο Απόλλωνας έγραφε τεστ και η Άρτεμις είχε να παραδώσει μια εργασία, τα παιδιά ήταν ανένδοτα, φυσικά, και προτίμησαν να περάσουν τη μέρα τη μέρα με τη θεία τους. Η Κλόι τουλάχιστον ήλπιζε να κάνουν κάτι δημιουργικό, αλλά εκείνη τα πήγε για ψώνια και για καφέ ενώ την επόμενη ακριβώς μέρα έφευγαν για Αθήνα για τον ίδιο ακριβώς λόγο! Το μόνο καλό από όλη αυτή τη διαδικασία ήταν ότι τα παιδιά πέρασαν υπέροχα με τη θεία τους. Απλά η Κλόι είχε σοβαρές αμφιβολίες ότι ήταν καλή επιρροή.
Δεύτερον, το ραντεβού στην Αθήνα με τον ορθοδοντικό, παρόλες τις προσπάθειες να την πείσει να πάει τα παιδιά ενώ βρίσκονταν εκεί, ακυρώθηκε. Ευτυχώς το αφεντικό της είχε μεσολαβήσει και κατάφερε να κλείσει ένα ραντεβού για την επόμενη βδομάδα. Αυτό κάπως την είχε ανακουφίσει και την απομάκρυνε λίγο από την ιδέα να σκοτώσει την δεσποινίδα Λέστερ και να ησυχάσει μια και καλή.
Τρίτον, η γυναίκα ήταν ο ορισμός της drama queen. Μιλούσε δυνατά, γελούσε δυνατά, ενάλλασσε με απίστευτη ταχύτητα μια γκάμα συναισθημάτων περνώντας από το κλάμα και τη θλίψη στα υστερικά γέλια. Μιλούσε με τον κύριο Τόμας και του έλεγε μια ιστορία για το σκυλάκι της που πέθανε και εκεί που δάκρυζε, άρχιζε να γελάει και να μιλάει δυνατά. Και πίσω πάλι. Ήταν ένα συναισθηματικό τρενάκι που η Κλόι έβρισκε αφόρητο. Το πιο αφόρητο βέβαια από όλα ήταν ότι η Σεσίλια θεωρούσε ότι η Κλόι ήταν η "καινούργια της φίλη" και την επισκεπτόταν στο σπιτάκι και έπιναν καφέ ή αποζητούσε την παρέα της. Στις έξι ή εφτά φορές που είχαν μείνει μόνες μέσα σε πέντε μέρες, η Σεσίλια της είχε αναλύσει λεπτομερώς την προσωπική της ζωή, πώς είχε χωρίσει με τον τελευταίο της σύντροφο και άλλα θέματα σχετικά, χωρίς όμως να λείπουν και μερικά άκομψα σχόλια για το «πόσο απλή» ήταν η Κλόι και πόσο «διαφορετική» από εκείνη. Ήταν βέβαια μια κοπέλα έξυπνη και εργαζόταν ως λογίστρια σε μια μεγάλη εταιρεία αλλά δύσκολα μπορούσες να συζητήσεις κάτι σοβαρό μαζί της. Το μόνο που την αφορούσε ήταν η προσωπική της ζωή, η εμφάνισή της και η μεγάλη της εμμονή. Η παρανοϊκή ενασχόληση. Ο Λαέρτης Δελής.
Τον ανέφερε συνεχώς και τον περιέγραφε με τα πιο μελανά χρώματα. Υπήρχαν βέβαια και ψήγματα αλήθειας στα λόγια της. Τον θεωρούσε απόμακρο και ψυχρό με τα παιδιά, καθώς και γενικά συναισθηματικά και πρακτικά απόντα. Επίσης θεωρούσε ότι ο γαμπρός της ήταν συχνά αδιάλλακτος. Η Κλόι δε διαφωνούσε μαζί της σε μερικά σημεία αλλά φυσικά δεν επιβεβαίωνε και κάτι. Αυτό όμως το οποίο δεν άντεχε ήταν οι περιγραφές της Σεσίλια σχετικά με τη σχέση του Λαέρτη με την πρώην γυναίκα του. Σύμφωνα με τα λόγια της άλλης κοπέλας, το αφεντικό της ήταν πολύ ερωτευμένο με τη γυναίκα του αλλά σύντομα μετά το γάμο τους άρχισε να έχει εξωσυζυγικές σχέσεις και αυτό διέλυσε ψυχολογικά τη αδερφή της. Κάθε φορά η Κλόι προσπαθούσε να αναχαιτίσει αυτού του ίδιου τις προσωπικές συζητήσεις η Σεσίλια συνέχιζε ακάθεκτη. Της είχε μάλιστα αναφέρει ότι ο κύριος Δελής είχε ριχτεί σε όλες τις κοπέλες του προσωπικού, ότι είχε σχέση σχεδόν με όλες και για αυτό παραιτούνταν. Η Κλόι επέλεγε για δικούς της λόγους να μην τα πιστεύει όλα αυτά αλλά η πίστη της και ο σεβασμός που είχε στο αφεντικό της κλονίστηκαν κάπως. Σε εκείνη δεν είχε δώσει δικαίωμα ποτέ, αλλά μπορεί απλά να μην του άρεσε. Ποιος ξέρει... Δεν ήταν αρκετά όμορφη για να προσελκύσει έναν τόσο εντυπωσιακό άντρα, και το ήξερε, αλλά κάτι μέσα της τη σούβλιζε.
Σε δύο μέρες το αφεντικό της θα επέστρεφε στο σπίτι σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια και η δεσποινίδα Λέστερ θα επέστρεφε στο Λονδίνο. Τα πράγματα θα έμπαιναν πάλι στη φυσιολογική τους ροή και αυτή η σκέψη την ανακούφιζε. Γιατί προς το παρόν κόντευε να σπάσει το μυαλό της από τις σκέψεις. Όσα της έλεγε τόσες μέρες η Σεσίλια, όσα της είχε πει εκείνος στο τηλέφωνο, όσα ένιωθε και όσα, κυρίως, δεν έπρεπε να νιώθει, την είχαν κάνει να μην μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια, να μην έχει όρεξη και να νιώθει μια παράξενη αίσθηση αδημονίας και αγωνίας μαζί, σαν ένα προαίσθημα ότι κάτι θα συμβεί, κάτι που θα την έφερνε αντιμέτωπη με όλες τις αδυναμίες της.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 19- Ελλάδα-Ιταλία


Κεφάλαιο 19
Η Κλόι σκέφτηκε πολύ πριν το κάνει, ώρες ατελείωτες, αλλά ήταν τόση η ανάγκη της να μιλήσει με κάποιον που άφησε στην άκρη τις ανασφάλειές της. Και έκανε το αδιανόητο. Στο δεύτερο κουδούνισμα, εκείνος σήκωσε το τηλέφωνό του. Το αυτί της χάιδεψε ένα κελαρυστό γέλιο.
«Κύριε…» ρώτησε μπερδεμένη. Άραγε είχε δει ποιος τον καλούσε ή απάντησε μηχανικά;
«Αυτή τη στιγμή» συνέχισε να γελάει, αλλά πιο ήπια «βρίσκομαι στο ταξί και δεξιά μου έχω το Κολοσσέο. Κατευθύνομαι σε μια τραττορία για ένα γρήγορο μεσημεριανό και επιστρέφω στη δουλειά».
«Κύριε, είμαι η Κλόι και…»
«Ξέρω ποια είστε» της είπε. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να συγκρατηθεί αλλά το κέφι του ξεχείλιζε στη φωνή του. «Περίμενα να μου τηλεφωνήσετε από την πρώτη μέρα. Παραδέχομαι ότι εξεπλάγην που κράτησατε τρεις μέρες» την αιφνιδίασε με το σχόλιό του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το αφεντικό της ήξερε πολύ καλά για ποιο λόγο του τηλεφωνούσε.
«Κύριε, είναι αφόρητη η κατάσταση. Συγγνώμη που σας ενοχλώ. Δε θα σας αναφέρω τις προσωπικές επιθέσεις και τις αιχμές προς πάσα κατεύθυνση, αλλά τώρα η δεσποινίς Λέστερ αποφάσισε να πάει με τα παιδιά στην Αθήνα αλλά δεν θέλει να πάει στον ορθοδοντικό και πραγματικά κόπιασα για να κλείσω το ραντεβού και δε θέλω να περιμένω άλλους δύο μήνες! Της ζήτησα να πάμε όλοι μαζί και να συνοδεύσω την Άρτεμη στο γιατρό και μετά να γυρίσω μόνη μου ώστε να μην τους χαλάσω τα σχέδια, αλλά λέει ότι θέλει να περάσει χρόνο μόνη της με τα παιδιά και έχει κανονίσει να πάνε μόνο για ψώνια. Σας παρακαλώ, μπορείτε να τη λογικέψετε;» τον ρώτησε ελπίζοντας για το καλύτερο.
«Δε θέλω καν να προσπαθήσω» της το ξέκοψε.
«Μα περίμενα τόσο καιρό και είναι σημαντικό για το κορίτσι να νιώσει αυτοπεποίθηση» επέμεινε εκείνη. «Δε θα το αφήσω να περάσει έτσι. Πρέπει να της επιβληθείτε».
«Εδώ δεν έπεισα εσάς, που είστε και εργαζόμενή μου, να με συνοδεύσετε για επαγγελματικούς λόγους στην Ιταλία και θα πείσω την κουνιάδα μου να συμπεριφερθεί ώριμα; Σας φαίνομαι γενικά άτομο που με ακούνε… οι γυναίκες;» γέλασε και πάλι. Η Κλόι έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει. «Αλλά πείτε μου τώρα. Σας είπε ότι έχω κοιμηθεί με όλες τις παιδαγωγούς πριν από εσάς; Σας είπε ότι είμαι ακατάλληλος πατέρας και ότι η αδερφή της ήταν δυστυχισμένη μαζί μου; Μάλωσε με το κύριο Τόμας για το πρωινό της;».
«Για τα αβγά της χθες» του είπε. Είχε πέσει διάνα σε όλα, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες.
«Ο κύριος Τόμας τής έχει αδυναμία. Είχε και στη συχωρεμένη τη γυναίκα μου βέβαια, οπότε…» της είπε εκείνος. Η Κλόι σκέφτηκε ότι ο κύριος Τόμας δεν της είχε δείξει ποτέ ούτε μια στάλα συμπάθειας. Και αυτό την πείραζε ξαφνικά λίγο πιο πολύ.
«Αφήστε τη να κάνει ό,τι θέλει με τα παιδιά, αρκεί να είναι αυτά χαρούμενα. Είναι;» τη ρώτησε σοβαρά.
«Περνάνε καλά. Δε λέω. Πάνε βόλτες και δείχνει να απολαμβάνει την παρέα τους και να συζητάνε, αλλά δεν είμαι κοντά. Το ραντεβού…»
«Θα της τηλεφωνήσω και θα προσπαθήσω να την πείσω αλλά δεν εγγυώμαι τίποτα. Μπορεί να το κάνει επίτηδες για να πικάρει εμένα ή εσάς για κάποιο λόγο και να μη δεχτεί. Θα προσπαθήσω όμως. Μου είναι δύσκολη κάθε επικοινωνία με μια τόσο παράλογη γυναίκα αλλά θα το κάνω. Εντωμεταξύ ηρεμήστε. Έχετε πάθει εμμονή με τα δόντια της μικρής. Εν ανάγκη θα κλείσουμε ένα δεύτερο ραντεβού ή θα τον πληρώσουμε όσα ζητήσει για να τη βάλει μια μέρα εμβόλιμα. Μην υπερβάλλετε».
«Πότε…θα γυρίσετε;» τον ρώτησε, ελπίζοντας να μην ακούγεται απεγνωσμένη. Για κάποιο θεότρελο λόγο ένιωθε φοβερή ανασφάλεια όσο εκείνος ήταν μακριά.
«Σε δύο ή τρεις μέρες, ανάλογα με μια δουλειά στην πολεοδομία» της απάντησε. Η Κλόι συνειδητοποίησε ότι ήταν η ώρα να κλείσει το τηλέφωνο. Δεν είχε κάτι άλλο να του πει. Έπρεπε να το κλείσει.
«Καλώς, κύριε. Ήταν αντιεπαγγελματικό εκ μέρους μου να σας ενοχλήσω αλλά πιέστηκα. Συγγνώμη για αυτό» του είπε απολογητικά, λίγο πριν κλείσει. Τον άκουσε να μιλάει ιταλικά, μάλλον στον οδηγό του ταξί. Υπέθεσε ότι έδινε οδηγίες ή πλήρωνε. Τον φαντάστηκε καλοντυμένο, σε πλήρη αρμονία με την ομορφιά του τοπίου. «Ελπίζω να μην επιβαρύνετε το πόδι σας» συμπλήρωσε με ειλικρινή ανησυχία.
«Καλό απόγευμα, δεσποινίς» της είπε εκείνος και η Κλόι ανατρίχιασε. Ξαφνικά η φωνή του βάθυνε, και μια μικρή σιωπή απλώθηκε στο ακουστικό. «Θα μπορούσες να είσαι εδώ τώρα, αν δεν ήσουν τόσο ξεροκέφαλη» της είπε και η κλήση τερματίστηκε. Η Κλόι έμεινε να κοιτάει την οθόνη του κινητού της και να αναρωτιέται αν το αφεντικό της την κάλεσε στην Ιταλία για να βοηθήσει εκείνη αυτόν ή αυτός εκείνη.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 18-να πάει;


Κεφάλαιο 18
«Σας πέρασαν τα μούτρα, δεσποινίς;» με ρώτησε με το που έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Μάλιστα, σκέφτηκα. Δεν είχε όρεξη για κλάδο ελαίας. Ήθελε να ρίξει λάδι στη φωτιά. Να δώσει συνέχεια και να με κάνει να φανώ ανώριμη.
«Δεν κάνω μούτρα, κύριε» του είπα έξτρα επίσημα, για να μεγαλώσω την απόσταση που αυτός έβαλε. «Δεν είστε φίλος μου ή συγγενής μου για να κάνω μούτρα και να περιμένω να με καταλάβετε. Είστε το αφεντικό μου. Οπότε το μόνο που μπορώ να κάνω για να προφυλάξω τον εαυτό μου είναι να σας αποφεύγω, ειδικά όσον αφορά καθήκοντα για τα οποία δεν έχω προσληφθεί» του εξηγώ με σταθερή φωνή και τον κοιτάζω κατάματα. Μεγάλο λάθος. Είναι πανέμορφος όπως πάντα. Η καρδιά μου χτυπάει λίγο πιο δυνατά. Παρατηρώ την απόλυτη συμμετρία των χαρακτηριστικών του και την αρμονία με την οποία συνυπάρχουν όλα πάνω του. Είναι μαγευτικός. Θα μπορούσε να είναι πίνακας. Κρίμα που...
«Ωραία λοιπόν» χαμογελάει ψυχρά. Υπέροχα χείλη. «Ας περάσουμε λοιπόν στο θέμα που με απασχολεί. Τα παιδιά ίσως σας είπαν ότι θα έρθει η κουνιάδα μου και η αλήθεια είναι ότι θέλω να λείπω όσες μέρες είναι εδώ. Είναι ευκαιρία να πεταχτώ μέχρι την Ιταλία και να κλείσω μερικές εκκρεμότητες» μου λέει. Προσπαθώ να καταλάβω αν κάνει πλάκα. Δεν κάνει.
«Κύριε… το πόδι σας…» είναι το μόνο που καταφέρνω να πω. Δεν έχει περάσει ούτε ένας μήνας από το άσχημο σπάσιμο και δεν έχει βγάλει καν τον γύψο. Περπατάει πολύ άνετα πια με τις πατερίτσες αλλά φυσικά και δεν είναι σε θέση να ταξιδέψει! Είναι τρελός;
«Θα ταξιδέψω με το ελικόπτερό μου. Δε θα είναι μεγάλη ταλαιπωρία» λέει χωρίς να με κοιτάει. Διαβάζει κάποιο έγγραφο. Η βιβλιοθήκη έχει χαμηλό φωτισμό και νιώθω λες και παίζω σε κάποια ταινία μυστηρίου. Εκμεταλλεύομαι την παύση για να τον παρατηρήσω κι άλλο. Σήμερα φοράει ένα μπορντό μακρυμάνικο μπλουζάκι που τονίζει το γυμνασμένο σώμα του και παντελόνι φόρμας. Το μπλουζάκι έχει δύο κουμπιά στο λαιμό και είναι ανοιχτά. Η ζέστη είναι αφόρητη εδώ μέσα. Το βλέμμα μου εστιάζει στο λακκάκι στο λαιμό του. Ευτυχώς που δε με κοιτάζει. Το μυαλό μου σήμερα παίζει παράξενα παιχνίδια.
«Δεν μπορώ να αξιολογήσω τις εκκρεμότητες αυτές. Ελπίζω να είναι πραγματικά σοβαρές για να βάλετε την ανάρρωσή σας σε κίνδυνο» λέω τελικά, πιο πολύ για να αναγκαστώ να μιλήσω και να βγω από την ονειροπόληση. «Θα φροντίσω τα παιδιά όσο καλύτερα γίνεται και θα σας δω όταν γυρίσετε» λέω και κάνω να φύγω αλλά με σταματάει με ένα…γρύλισμα.
«Δεν τελείωσα» λέει κοφτά και καταλαβαίνω ότι έχει νεύρα. Συνήθως είναι κοφτός, αλλά όχι επιθετικός. Γυρνάω προς το μέρος του και το βλέμμα του είναι στραμμένο πάνω μου. Επιτέλους; Δεν ξέρω αν χαίρομαι. Μου δείχνει την καρέκλα απέναντί του. Κάθομαι.
«Πείτε μου» τον παροτρύνω.
«Είμαι απόλυτα ικανός να ταξιδέψω, αλλά φοβάμαι πως μπορεί να χρειαστώ βοήθεια» μου λέει ενώ τρίβει το πιγούνι του. Γένι μιας βδομάδας κρύβει το λείο δέρμα του, αλλά του πάει κι αυτό. Όλα του πάνε.
«Είναι καλή ευκαιρία να δει ο Βασίλης την Ιταλία» του χαμογελάω ξερά. Δεν μπορεί. Όχι, δεν μπορεί.
«Εσείς την έχετε δει;» μου απαντάει εξίσου σατανικά. Η ανάσα μου κόβεται. Ήλπιζα να μην είναι αυτό που νομίζω.
«Όχι, αλλά δεν ήρθα εδώ για ντόλτσε βίτα» επιχειρώ ένα αστειάκι. Δε γελάει. «Ήρθα για να βοηθήσω τα παιδιά σας. Ούτε για να είμαι γραμματέας σας, ούτε συνοδός» λέω την τελευταία λέξη αργά, ώστε να έχει την επίδραση που θέλω πάνω του.
«Χρησιμοποιείτε βαρύ λεξιλόγιο» μου λέει.
«Χρησιμοποιώ το κατάλληλο λεξιλόγιο, κύριε» του λέω.
«Δε σας ζήτησε κανείς να κοιμηθείτε μαζί μου» μου λέει και νιώθω τα μάγουλά μου να βάφονται κόκκινα. Πώς εκτροχιάστηκε έτσι η συζήτηση; «Νομίζω ότι αυτό κάνουν οι συνοδοί» σπεύδει να συμπληρώσει.
«Όχι όλες. Μη γενικεύετε» τον μαλώνω τάχα. «Όπως και να έχει, εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να έρθω. Θέλω να είμαι εδώ για τα παιδιά και με τα παιδιά».
«Θα είναι με τη θεία τους».
«Για να μη θέλετε καν να τη δείτε, υποθέτω ότι δεν είναι κάποια που μπορείς εύκολα να εμπιστευτείς. Δεν ξέρω τους λόγους που την αντιπαθείτε, αλλά δε θέλω να μείνει μόνη με τα παιδιά» περνάω στην αντεπίθεση και το βλέπω ότι τον αιφνιδιάζω.
«Θέλετε να μου πείτε ότι εσείς ενδιαφέρεστε πιο πολύ για τα παιδιά από μένα;» ρωτάει, εμφανώς εκνευρισμένος αλλά το ελέγχει.
«Θέλω να πω ότι εσείς έχετε μια δουλειά να κάνετε και λέτε ότι πρέπει να λείψετε. Εγώ δεν έχω να πάω πουθενά. Οπότε θέλω να μείνω».
«Θα είναι ο κύριος Τόμας και όλο το προσωπικό εδώ. Δε θα τους κάνει κακό δα!».
«Έχουν ένα σωρό εργασίες να ολοκληρώσουν και έχουμε ραντεβού με τον ορθοδοντικό στην Αθήνα και δε θέλω να το χάσω».
«Η αλήθεια είναι ότι δε θέλετε να ξεβολευτείτε και ότι δε σας αρέσουν οι εκπλήξεις και οι αλλαγές» μου λέει τελικά.
«Δεν ντρέπομαι για αυτό. Δε μεγάλωσα μέσα στα πλούτη και πάντα έπρεπε να ακολουθώ ένα σταθερό πρόγραμμα».
«Είστε…σνομπ;» με ρωτάει και γελάει. Έχει θράσος. «Δεν είναι κακό να απολαμβάνετε μερικά πράγματα όταν σας δίνεται η δυνατότητα. Εκτός και αν είστε από αυτούς τους οραματιστές που μισούν τα πλούτη και προτιμάτε να τρώτε παξιμάδια και να φοράτε τα ίδια ρούχα συνέχεια για να δείχνετε ότι δεν σας ενδιαφέρουν τα υλικά αγαθά και μπλα μπλα μπλά».
«Τώρα ποιος είναι σνομπ;» σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Γελάει πάλι.
«Τουσέ».
«Αν δεν σας πειράζει, πρέπει να γυρίσω στο σπιτάκι και να αλλάξω γιατί πρέπει να πάω στην πόλη. Έχω μάθημα πιλάτες» εξηγώ χωρίς να υπάρχει ανάγκη. Λες και θέλω να βάλω απόσταση ανάμεσα στην ιδέα του και εμένα.
«Σάββατο πρωί θα είμαι εδώ για να υποδεχτώ την κουνιάδα μου και μεσημέρι πετάω για Ιταλία. Χρειάζομαι κάποιον να με βοηθάει με τις μετακινήσεις μου, ίσως να μου κρατάει τα σχέδια και την τσάντα. Η γραμματέας μου θα είναι εκεί οπότε εκείνη θα αναλάβει όσα έχουν να κάνουν με τη δουλειά. Εσείς απλά θα με συνοδεύετε παντού και θα φροντίζετε να μη σκοτωθώ» λέει. Χαμογελάει. «Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον δεν είστε η κατάλληλη για αυτό».
«Χαίρομαι που ήρθατε στα συγκαλά σας. Καλό απόγευμα» λέω και κάνω να φύγω. Με σταματάει ξανά.
«Ορίστε την αμοιβή σας και ενημερώστε με».
«Τώρα με κάνετε να νιώθω περισσότερο σαν… συνοδός».
«Θα ανταμειφθείτε πλουσιοπάροχα και χαίρομαι που θα το σκεφτείτε».
«Δεν είπα τέτοιο πράγμα» διαμαρτύρομαι.
«Είναι ευκαιρία να βγάλετε χρήματα και να βγείτε λίγο από τα νερά σας. Καλό θα σας κάνει» μου χαμογελάει σατανικά. Αυτή τη φορά με αφήνει να φύγω.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 17-kalh xronia, kouklitses mou!


Κεφάλαιο 17
Δεν ήταν πολύ ώριμο και το γνώριζε αλλά ούτε την επόμενη, ούτε την παρεπόμενη μέρα πήγε το πρωί να δουλέψει για το αφεντικό της. Φυσικά έκανε τα μαθήματα με τα παιδιά και μάλιστα με αμείωτο κέφι και ενθουσιασμό αλλά δεν πλησίαζε καν στη βιβλιοθήκη και δε δειπνούσε στο σπίτι μαζί τους. Ούτε κι εκείνος φυσικά την είχε ψάξει και εντύπωση της είχε κάνει ότι δεν την είχε ενοχλήσει ούτε ο κύριος Τόμας ούτε ο Βασίλης για κάποιο λόγο.
«Κλόι, πρέπει να σε ενημερώσουμε για κάτι» της είπε σοβαρά ο Απόλλωνας. Είχαν τελειώσει το μάθημά τους και έβλεπαν μια αγγλική σειρά εποχής με υπέροχη πλοκή και θαυμάσιους διαλόγους. Η Άρτεμη χαμογελούσε, οπότε δεν ανησύχησε πολύ για αυτό που επρόκειτο να πει ο μικρός. «Το Σάββατο θα έρθει επίσκεψη η θεία μας και θα μείνει μερικές μέρες στο σπίτι» είπε τελικά.
«Μάλιστα» είπε απλά η Κλόι. Είχε ένα εκατομμύριο ερωτήσεις αλλά είχε εμπιστοσύνη στον Απόλλωνα. Ποτέ δεν κρατούσε τις λεπτομέρειες για τον εαυτό του! «Καλώς να έρθει» τον παρότρυνε.
«Είναι…η αδερφή της…μητέρας μας» είπε κομπιάζοντας. «Θα έρθει από την Αγγλία για να μας δει. Συνήθως έρχεται τα Χριστούγεννα, αλλά αυτή τη φορά θα έρθει λίγο πιο νωρίς γιατί έμαθε ότι είναι εδώ ο πατέρας» εξήγησε ο μικρός.
«Θα πρέπει να αλλάξουμε κάτι στο πρόγραμμά μας;» ρώτησε απλά η Κλόι. Ο μικρός έδειχνε σοβαρός, λες και της έλεγε κάτι πραγματικά άσχημο. Κάτι της διέφευγε. «Να σας θυμίσω το ραντεβού με τον ορθοδοντικό» τους είπε. Είχε κλείσει ραντεβού με έναν διάσημο ορθοδοντικό στην Αθήνα και σκόπευε να το συνδυάσει με μια ημερήσια με τα παιδιά στην πρωτεύουσα. Ήλπιζε να έβρισκαν μια πιο βιώσιμη λύση από το αντιαισθητικό μασελάκι που φορούσε η Άρτεμη και να μείωνε λίγο τις ώρες που χρειαζόταν το εξωστοματικό ώστε η μικρή να νιώσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Ο δε Απόλλωνας, μάλλον χρειαζόταν κι αυτός μια μικρή παρέμβαση αλλά αυτό σκόπευε να του το πει μόλις ο γιατρός τούς ενέπνεε εμπιστοσύνη.
«Λογικά δε θα χρειαστεί να αλλάξουμε κάτι. Απλά η θεία θα μείνει μερικές μέρες μαζί μας και θα θέλει να κάνουμε πράγματα μαζί, οπότε ίσως τα απογεύματα να είμαστε πιο πολύ μαζί της» είπε η Άρτεμη ντροπαλά. Η Κλόι χαμογέλασε.
«Παιδιά, δεν είναι ανάγκη να νιώθετε άσχημα» γέλασε με τον ενοχικό τρόπο που της έλεγαν το νέο. «Απλά θα πρέπει να έχω την εποπτεία του διαβάσματός σας λίγο πιο διακριτικά. Θα βρω κάτι να κάνω τον υπόλοιπο χρόνο» γέλασε πάλι.
«Η θεία…εμ…» ψέλλισε ο Απόλλωνας αλλά δεν ολοκλήρωσε. Η Κλόι περίμενε. Η Άρτεμη το ίδιο. Σιωπή.
«Πες μου» τον παρότρυνε τελικά. Τους γέμισε τις κούπες τους με ζεστό κακάο. Τα παιδιά λάτρευαν όσα τους σέρβιρε παρόλο που στο σπίτι είχαν όλα τα καλά. Ο δε Απόλλωνας είχε ενδιαφερθεί και για τη μαγειρική. Φυσικά δεν το είχε εκφράσει ξεκάθαρα αλλά με λόγια του τύπου «αυτή η συνταγή φαίνεται πανεύκολη. Ο καθένας μπορεί να τη φτιάξει». Η Κλόι έπιασε το μήνυμα ότι απλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι θέλει να του δείξει. Είχε βάλει μια υπενθύμιση στο μυαλό της να περάσουν μια μέρα μαγειρεύοντας μερικά παραδοσιακά πιάτα.
«Η θεία…βασικά ο μπαμπάς…ας πούμε ότι δεν τα πάνε καλά. Αλλά ο μπαμπάς δεν θεωρεί σωστό να μας αποκόψει από την οικογένεια της μητέρας και έτσι…»
«Εσείς τι γνώμη έχετε;» ρώτησε χωρίς δισταγμό. Είχε εμπιστοσύνη στην κρίση τους. Αλλά όχι στου πατέρα τους.
«Εμείς περνάμε καλά μαζί της. Είναι θεία μας» είπε η Άρτεμη γρήγορα. «Δεν έχουμε τη μαμά μας και…»
«Καταλαβαίνω» τους είπε. Δεν ήθελε να τους πιέσει να μιλήσουν περισσότερο μιας και ακόμα δεν της είχαν ανοιχτεί. Από μισόλογα είχε μάθει όσα είχε μάθει για τη συγχωρεμένη. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήταν νέα, ότι είχε σκοτωθεί σε κάποιο ατύχημα, ότι λάτρευε την αρχαία ελληνική μυθολογία και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και ότι είχε ερωτευτεί το αφεντικό της σε κάποιο ταξίδι της εδώ και έμεινε για πάντα στον τόπο. Είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι πρέπει να επρόκειτο για μεγάλη ιστορία αγάπης και ίσως γι’ αυτό το αφεντικό της δεν είχε φτιάξει ακόμα τη ζωή του. Από τις λίγες φωτογραφίες που είχε δει μέσα στα δωμάτια των παιδιών έβλεπε μια ξανθιά καλλονή, με υπέροχα μάτια και ψιλόλιγνο κορμί. Όχι ότι περίμενε και κάτι λιγότερο για γυναίκα του Λαέρτη Δελή φυσικά.
«Παππούδες έχετε;» τους ρώτησε απλά.
«Οι γονείς του μπαμπά δε ζουν. Πέθαναν όταν σπούδαζε στην Αγγλία. Δε μεγάλωσε μαζί τους, αλλά σε οικοτροφείο, οπότε δεν ήταν πολύ κοντά. Της μαμάς ζουν στο Λονδίνο. Εκεί ζει και η θεία Κέιτ. Αυτοί είναι όλοι» δίπλωσε τα χέρια του ο Απόλλωνας.
«Κάποια στιγμή που θα νιώθετε έτοιμοι θα ήθελα να μου μιλήσετε πιο διεξοδικά για την οικογένειά σας» τους είπε γλυκά.
«Έγινε» τη διαβεβαίωσε η Άρτεμη.  «Αν και δεν είμαι σίγουρη ότι ξέρω τι σημαίνει ‘διεξοδικά’» διευκρίνισε και γέλασαν όλοι.
«Θα μου λείψει η παρέα σας» τους είπε ειλικρινά. «Αλλά θα περάσει γρήγορα ο καιρός και θα επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας».
«Μπορείς να δουλέψεις λίγο με τον πατέρα και να τον βοηθήσεις να προχωρήσει τη δουλειά του» πρότεινε η Άρτεμη. «Υποπτεύομαι ότι θα μένει κλεισμένος στο γραφείο του όλη μέρα όσο είναι η θεία εδώ!».
«Ο πατέρας δε χαίρεται που έρχεται η θεία, αλλά δεν μπορεί να κάνει και πολλά. Συνήθως λείπει αλλά τώρα δεν έχει άλλες επιλογές!» είπε ο Απόλλωνας γελώντας σατανικά. Η Κλόι έσκαγε να μάθει για ποιο λόγο είχαν κακές σχέσεις αλλά δε θα πίεζε ποτέ τα παιδιά για κάτι τόσο ευαίσθητο.
«Απόλλωνα!» τον μάλωσε η Κλόι αλλά γέλασε κι αυτή με το σχόλιο. Του άξιζε του κυρίου Δελή να ταλαιπωρηθεί λιγάκι. Ωστόσο τη βασάνιζε η απορία για ποιο λόγο ερχόταν η γυναίκα τώρα που το αφεντικό της ήταν εδώ εφόσον εκείνος το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν την ήθελε στα πόδια του.
«Και μιας και τον αναφέραμε, ζήτησε να σε δει σήμερα μόλις τελειώσουμε το μάθημά μας» είπε τελικά ο μικρός και έβαλε τέλος στο κέφι της και στην προσωρινή περίοδο χάριτος.