Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

κεφάλαιο 15-άντε πάλι νεύρα


Κεφάλαιο 15
Από τις τρεις ώρες που πέρασε στο γραφείο, κλεισμένη μαζί του σε απόσταση αναπνοής, ζήτημα ήταν να της είχε απευθυνθεί πάνω από 3 φορές. Άκουσε μερικά «σήκωσέ το εσύ» και «πάρε αυτό εδώ», αλλά τίποτα άλλο. Ήταν σε συνεχείς τηλεσυσκέψεις και εκείνη έπρεπε απλά να απαντά σε κλήσεις και να μέιλ ώστε να μπορεί εκείνος να δουλεύει απερίσπαστος. Το κεφάλι της κόντευε να σπάσει από τον πονοκέφαλο και τη βαρεμάρα. Ανυπομονούσε να τον δει να στέκεται στα πόδια του με άνεση και να επιστρέφει στην Ιταλία. Ήταν απίστευτα ψυχοφθόρο όλο αυτό για κάποιο λόγο.
«Κλόι, μπορείς να του μιλήσεις εσύ;» την έβγαλε από τις σκέψεις της ο Απόλλωνας. Της μιλούσε εδώ και ώρα για κάτι αλλά δεν είχε ακούσει λέξη. Τον τελευταίο καιρό δυσκολευόταν να εστιάσει σε όσα άκουγε. Το μυαλό της ταξίδευε συνεχώς.
«Εμ…για ποιο πράγμα;» ρώτησε. Και ο Απόλλωνας και η Άρτεμη την κοιτούσαν προβληματισμένοι. Βρίσκονταν στο σπίτι της και έκαναν μια άσκηση δημιουργικής γραφής. Τους είχε δώσει μια πρόταση για να συνεχίσουν όπως θέλουν την ιστορία. Είχαν τελειώσει και οι δύο και αφού τις είχε ελέγξει και είχαν προτείνει ο ένας στον άλλον τι θα άλλαζαν, είπαν να ρίξουν μια ματιά σε κάτι φυλλάδια που είχαν φέρει από το σχολείο για το σπίτι και μετά να παίξουν κάποιο επιτραπέζιο.
«Μας άκουγες τόση ώρα; Σου λέγαμε ότι θέλουμε να μείνουμε σπίτι το Σάββατο αλλά ο πατέρας θέλει να πάμε μια επίσκεψη στον Κώστα».
«Ποιος είναι ο Κώστας;» ρώτησε σαν χαμένη.
«Σίγουρα δεν άκουγε» κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία η Άρτεμη.
«Ο κολλητός του μπαμπά. Ήταν συμμαθητές και φίλοι και τώρα είναι κουμπάροι. Είναι ο νονός μου» είπε ο Απόλλωνας. «Αλλά παρόλο που γενικά αγαπώ τον νονό μου και δεν έχω πρόβλημα να πηγαίνω επισκέψεις στο σπίτι του, αυτό το Σάββατο θέλω να μείνω σπίτι γιατί έχει έναν αγώνα μπάσκετ και δε θέλω να το χάσω».
«Μα είναι λόγος αυτός;» αντέδρασε η Κλόι.
«Και εγώ θέλω να μείνω μέσα γιατί όλες μου οι φίλες θα είναι ονλάιν και έχουμε πει ότι θα κάνουμε πάρτυ μέσω viber. Θα ανοίξουμε κάμερες και θα τραγουδάμε και θα φορέσουμε τρελά ρούχα και θα κάνουμε διαγωνισμό στολής».
«Και γιατί δε μαζεύεστε σε κάποιο σπίτι; Θα με τρελάνετε, παιδιά. Πώς θα τον πείσω αν δεν έχω πειστεί ούτε εγώ;».
«Το αποφασίσαμε χθες στο σχολείο και δεν είχαμε χρόνο να ενημερώσουμε γονείς, οπότε σκέφτηκα την ιδέα του ονλάιν πάρτυ και ενθουσιάστηκαν όλες!» είπε η Άρτεμη με καμάρι. «Θέλω πολύ να το κάνω!».
«Θεωρώ ότι είναι πιο σωστό να πάτε μια επίσκεψη με τον πατέρα σας, στον νονό σας από το να κάτσετε μέσα και να κάνετε όσα μου περιγράψατε!» τους είπε αυστηρά.
«Κι εγώ θεωρώ ότι η επίσκεψη στο νονό μπορεί να γίνει Κυριακή ενώ η δική μου υποχρέωση δεν αναβάλλεται» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι βόγγηξε.
«Και περιμένετε να πάω να πω στον πατέρα σας όσα μου είπατε; Δε θα το δεχτεί».
«Εσένα σε ακούει! Θα το δεχτεί!» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη.
«Πώς προκύπτει αυτό;».
«Όταν μιλάς, σε προσέχει» είπε η Άρτεμη απλά.
«Αυτό δεν αποδεικνύει ότι εφαρμόζει όσα λέω κιόλας» προσπάθησε να τους εξηγήσει αλλά μάταια. Τα παιδιά ήταν πεπεισμένα ότι η Κλόι κρατούσε το κλειδί της ελευθερίας τους.
«Είναι η τελευταία φορά που μεσολαβώ για κάτι τόσο ασήμαντο» τους είπε με αποφασιστικότητα. «Και το κάνω επειδή όλη αυτή τη βδομάδα είστε πολύ συνεργάσιμοι». Τα μικρά έγνεψαν χαμογελαστά. «Δε θα ξαναγίνει αυτό. Οφείλω σε εσάς και στον πατέρα σας να είμαι αυστηρή μαζί σας και να σας καθοδηγώ στη σωστή συμπεριφορά. Αλλά, μόνο για αυτή τη φορά, θα δω αν ο πατέρας σας μπορεί να δείξει λίγη ελαστικότητα».
Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους τσιρίζοντας ενθουσιασμένα και η Κλόι χαμογέλασε γιατί σπάνια έδειχναν τόση χαρά. Ωστόσο, όταν μετά από μισή ώρα βρισκόταν στην κεντρική τραπεζαρία για να δειπνήσει μαζί τους και μαζί με τον πατέρα τους, δεν είχε την ίδια διάθεση για χαμόγελα. Ούτε και το αφεντικό της όμως.
«Κύριε, θέλετε ένα παυσίπονο μήπως;» ρώτησε ο κύριος Τόμας ενώ τον σέρβιρε σούπα. Το αφεντικό της αρνήθηκε, αν και το ύφος του έδειχνε ότι πονάει. Η συζήτηση στο τραπέζι ήταν πολύ ήπια. Μιλούσε μόνο η Άρτεμη και οι υπόλοιποι άκουγαν, όχι τόσο από ενδιαφέρον, αλλά γιατί δεν είχε κανείς κάτι καλύτερο να πει.
«Κύριε Δελλή» επιχείρησε στην πρώτη παύση «άκουσα ότι σκοπεύετε να πάτε μια επίσκεψη το Σάββατο αλλά τα παιδιά μου μετέφεραν ότι έχουν κάποια υποχρέωση και επιθυμούν να πάτε την επίσκεψη την Κυριακή αν είναι δυνατόν» είπε με μια ανάσα. Τον είδε να σφίγγεται, να κοκκινίζει και να ξεφυσάει. Δε μίλησε αμέσως.
«Τα παιδιά μου από πότε χρειάζονται μεσάζοντα για να μου μιλήσουν;» είπε ήρεμα, αλλά η Κλόι έβλεπε ότι προσπαθούσε να συγκρατηθεί.
«Προσπάθησα και χθες να σου εξηγήσω αλλά δεν άκουγες» είπε ο Απόλλωνας αμέσως.
«Κύριε Δελλή, ακούστε…»
«Με βλέπετε σπάνια και σας ζήτησα να πάμε μαζί μια επίσκεψη. Τόσο δύσκολο είναι;» τη διέκοψε και γύρισε προς τα παιδιά του. Εκείνα κατέβασαν αμέσως το βλέμμα στο πιάτο τους.
«Αν μπορούμε να αλλάξουμε μέρα….»
«Ο Κώστας δεν μπορεί την Κυριακή και το Σάββατο θα είναι εκεί μαζεμένοι όλοι οι παλιοί συμμαθητές με τα παιδιά τους. Κάτι σαν reunion. Πάντα τα χάνω αυτά και σκέφτηκα φέτος να παρευρεθώ» εξήγησε.
«Δεν είχα ιδέα. Με συγχωρείτε» είπε η Κλόι. Τα δεδομένα άλλαζαν. «Απλά τα παιδιά μού ζήτησαν….»
«Τα παιδιά ζητάνε πάντα. Σκοπεύετε να μην τους χαλάτε χατίρι; Νόμιζα ότι είστε παιδαγωγός. Αν είναι, άφηνα τον κύριο Τόμας να τα κακομάθει κι άλλο!» της είπε και τα λόγια του ακούστηκα σαν χαστούκι πάνω στο δέρμα της.
Για λίγο δε μίλησε κανείς. Η Άρτεμη ήταν ακόμα με το κεφάλι κατεβασμένο και ο Απόλλωνας ξεφυσούσε εκνευρισμένος.
«Η Κλόι ήθελε απλά να βοηθήσει, επειδή της το ζητήσαμε. Θα έρθουμε στην επίσκεψη αφού είναι τόσο σημαντικό για εσένα» είπε τελικά ο Απόλλωνας. Η Κλόι χαμογέλασε. Παρέμενε πολύ τραχύς, αλλά κάτω από τα στρώματα σκόνης κρυβόταν ένα ακατέργαστο διαμάντι. Και λάτρευε τη λάμψη του. «Κλόι, συγγνώμη για τον τρόπο του πατέρα μας» στράφηκε στο μέρος της. «Καταλαβαίνει ότι έχεις καλές προθέσεις. Δεν εννοούσε όσα σου είπε και θα σου ζητήσει άμεσα συγγνώμη».
Η Άρτεμη σήκωσε το κεφάλι της με τα φρύδια κολλημένα σχεδόν στη ρίζα των μαλλιών της από την έκπληξη και κοίταξε εναλλάξ τον εμβρόντητο πατέρα της και τον αδερφό της, που χαμογελούσε με τον τρόπο που χαμογελάει κάποιος που έχει βάλει κάποιον στη θέση του. Η Κλόι δεν μπορούσε να μιλήσει. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ο παραμικρός ήχος ή θόρυβος θα έκανε τα πάντα να ανατιναχτούν. Σχεδόν δεν ανέπνεε.
«Παιδιά, αφήστε μας μόνους».

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

κεφάλαιο 14-ενημερωση γονιών


Κεφάλαιο 14

«Μπορείτε να σταματήσετε να γελάτε;» προσπάθησε μάταια να τον σταματήσει. Την έκανε έξαλλη με τον ανάλαφρο τρόπο που αντιμετώπιζε κάτι τόσο σοβαρό, ενώ για τη δουλειά του έκανε σαν τρελός.
«Και τι να κάνω; Έπρεπε να δεις το ύφος σου όταν σου μιλούσε για τον Απόλλωνα. Πίστευα ότι είσαι το πιο συγκρατημένο άτομο που έχω γνωρίσει και μέσα σε μερικά λεπτά έχασες κάθε ψυχραιμία!» συνέχισε να γελάει.
«Μα η γυναίκα δεν είναι με τα καλά της! Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να πληρώνετε τόσα λεφτά για να πηγαίνουν τα παιδιά σε ένα διεθνές σχολείο και να έχουν μια καθηγήτρια σαν την κα Πίτερσον!» είπε το όνομα ειρωνικά. «Που τόλμησε!! Τόλμησε να πει ότι ο Απόλλωνας δεν έχει ανεπτυγμένη κριτική ικανότητα!» ούρλιαξε μέσα στο αμάξι και ο Βασίλης άρχισε να γελάει και αυτός. Το αφεντικό της στράφηκε στον νεαρό άντρα από τη θέση του συνοδηγού. «Βλέπεις; Αυτά έκανε και στην κυρία Πίτερσον και κόντεψαν να μας πετάξουν έξω!» είπε.
«Μα η Κλόι είναι πάντα ήρεμη» επανέλαβε και ο Βασίλης. «Πώς έχασε τον έλεγχο;».
«Συγχίζομαι όταν ακούω βλακείες» τους διευκρίνισε, από το πίσω κάθισμα. Ήταν ψύχραιμη όταν μίλησαν με τους δασκάλους της Άρτεμης. Σε γενικές γραμμές το κορίτσι ήταν καλή μαθήτρια αλλά είχε ένα μικρό πρόβλημα με τα μαθηματικά και το δούλευαν μαζί. Δεν ήταν κάτι που δεν το ήξερε. Επίσης, η δασκάλα της και οι άλλοι εκπαιδευτικοί έδειχναν να ξέρουν καλά τις ικανότητες και τις αδυναμίες της.
«Μα δεν είπε κάτι που δεν ξέρουμε. Ο Απόλλωνας δεν είναι ακριβώς…χαρισματικός μαθητής!» της είπε το αφεντικό της.
«Πρώτον» σήκωσε το δάχτυλο της και τoν κοίταξε στον καθρέπτη «ο Απόλλωνας έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο από τη μέρα που έχω έρθει και δεν έχει πάει ποτέ αδιάβαστος στο σχολείο. Η κυρία αυτή δεν έχει πάρει χα-μπά-ρι ότι το παιδί διαβάζει επειδή απλά του έχει βάλει την ταμπέλα ότι δε διαβάζει από πέρσι. Δεύτερον, το ότι δεν είναι χαρισματικός δεν είναι κάτι που μπορείτε να το κρίνετε εσείς μιας και δεν είστε ποτέ εδώ για τους βαθμούς του και δεν ξέρετε τις επιδόσεις του. Τρίτον, το παιδί φυσικά και είναι χαρισματικό και λυπάμαι που μεγαλώνει και μορφώνεται σε ένα περιβάλλον όπου δεν πιστεύει κανείς στις δυνατότητές του» είπε με την πικρία να χύνεται από το στομάχι στη γλώσσα της και από εκεί να ποτίζει κάθε λέξη με θυμό και απογοήτευση.
«Δεσποινίς, συγγνώμη αν… ταραχθήκατε» ξαφνικά εκείνος σοβάρεψε.
«Είναι η δουλειά μου και δεν της επιτρέπω να λέει ότι ο Απόλλωνας δεν έχει κριτική ικανότητα. Ο Απόλλωνας! Που ενίοτε με κάνει να αμφισβητώ ακόμα και τα πιστεύω μου. Ο Απόλλωνας. Που επιχειρηματολογεί και τεκμηριώνει με ακρίβεια ενήλικα. Μπορεί να μη γράφει άριστα στα τεστ και να μην είναι εξίσου καλός σε όλα τα μαθήματα αλλά δε δέχομαι ότι δεν έχει κριτική ικανότητα ένα αγόρι 12 χρονών, κοντά 13, που προχθές συζητούσε μαζί μου τουλάχιστον μία ώρα για τα στερεότυπα που επικρατούν σχετικά με τους εφήβους».
«Ο Απόλλωνας;» έδειχνε να μην πιστεύει λέξη από όσα του έλεγε.
«Ναι, ο Απόλλωνας. Το παιδί σας» δεν κρατήθηκε.
«Μιλήσαμε με άλλους πέντε καθηγητές του. Αλλά δεν παρεκτραπήκατε όσο με την κυρία Πίτερσον. Μήπως είστε λίγο…υπερπροστατευτική με τα παιδιά μου;». Δεν απάντησε στο τελευταίο γιατί δεν μπορούσε. Αλλά το πρώτο…Δε θα το άφηνε έτσι.
«Το ξέρω ότι ο Απόλλωνας δε χωνεύει τη φυσική και το ξέρω ότι μάλλον δε θα σπουδάσει Ιστορία. Άρα δεν αντέδρασα όταν μας είπαν ότι πρέπει να βρει αλλού την κλίση του. Αλλά σε μερικά μαθήματα είναι πολύ καλός και τον βοηθάω κι εγώ αρκετά και ουσιαστικά η Κα Πίτερσον ακύρωσε την προσπάθεια του παιδιού και τη δική μου».
«Δε μου φάνηκε κακή».
«Από ποια άποψη;» είπε και αμέσως έκλεισε τα μάτια. Αυτό που είχε ξεστομίσει ήταν απαράδεκτο. Η Κα Πίτερσον ήταν μια γυναίκα από αυτές που κάνουν κεφάλια να γυρνάνε. Στη συνάντηση με τους γονείς φορούσε μια στενή δερμάτινη πένσιλ φούστα και γόβες στιλέτο (!) και ένα λευκό κρουαζέ μπλουζάκι, αρκετά ανοιχτό για επαγγελματική εμφάνιση. Ήταν ξανθιά και όλα πάνω της φώναζαν «κοιτάξτε με». Επίσης, ήταν αρκετά αγενής για να απευθύνεται μόνο στον κο Δελλή και όχι στην ίδια, παρόλο που την είχε συστήσει ως παιδαγωγό των παιδιών και τόσο ξεδιάντροπή  που μόνο που δεν γδύθηκε μπροστά του. Ο τρόπος που τον κοιτούσε και του μιλούσε ήταν τουλάχιστον προκλητικός. Πετάριζε βλεφαρίδες, έπαιζε με τα μαλλιά της και χαμογελούσε σαν ηλίθια. Ήταν αηδιαστικό.
Το αφεντικό της δεν απάντησε. Απλά την κοίταξε λίγο από τον καθρέπτη και έκανε ό,τι χειρότερο μπορούσε να κάνει σε έναν άνθρωπο που ήταν έξαλλος και μόλις είχε ξεστομίσει κάτι τόσο απρεπές. Χαμογέλασε.




Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

κεφάλαιο 13


Κεφάλαιο 13
«Συγγνώμη, αλλά πρέπει να επιστρέψω σπίτι και να ετοιμαστώ γιατί τα παιδιά επιστρέφουν σε λιγότερη από μία ώρα και θέλω να φάμε μαζί» τον διέκοψε μετά από 20 λεπτά που της εξηγούσε με απίστευτη λεπτομέρεια το χρονοδιάγραμμα του έργου που είχε αναλάβει και πόσο είχαν αποκλίνει από αυτό. Πριν από αυτό το 20λεπτο, είχε προηγηθεί μια μονόωρη παρουσίαση σχετικά με τους συνεργάτες του, σε ποιος έστελνε μέιλ και ποιοι αποτελούσαν προτεραιότητα και ποιοι όχι. Και πριν από αυτό άλλες δύο ώρες, κυρίως παραλογισμού, όπου το αφεντικό της ουσιαστικά γκρίνιαζε που ήταν εδώ αντί να είναι στη δουλειά του, της εξηγούσε μερικά πράγματα και μετά ξανά γκρίνια. Της είχαν γεννηθεί αναπόφευκτα δύο απορίες: Πόσο καιρό σκόπευε να μείνει και της έκανε τόσο ενδελεχή παρουσίαση και πόσο πορωμένος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος με τη δουλειά του;
«Τρώτε μαζί;» σάστισε εκείνος λες και του είπε κάτι τρελό.
«Τρώμε συνήθως μαζί το βράδυ, μιας και το δείπνο είναι ακριβώς μετά το μάθημά μας, αλλά καμιά φορά τρώμε και μεσημέρι μαζί. Σήμερα με κάλεσε ο Απόλλωνας γιατί ξέρει ότι μου αρέσει το φαγητό». Στην πραγματικότητα, ο μικρός μάλλον είχε συνειδητοποιήσει εδώ και καιρό ότι είναι ολομόναχη σε αυτήν πόλη και ξεκίνησε δειλά δειλά να την καλεί να φάνε μαζί μέχρι που παγιώθηκε η συνήθεια.
«Και ποιο είναι αυτό;» την αιφνιδίασε. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερις ώρες μαζί. Είχε μάθει πώς να απαντάει στα επαγγελματικά του μέιλ, είχε στείλει μερικά φαξ και είχε συντάξει μερικά κείμενα για μια ανακοίνωση που ήθελε να δημοσιεύσει σε μια εφημερίδα σχετικά με την αργοπορία της ολοκλήρωσης του έργου. Το κεφάλι της είχε γίνει καζάνι και εκείνος είχε όρεξη να μάθει ποιο φαγητό της άρεσε; Παράξενος άντρας. Παράξενος άνθρωπος, διόρθωσε τον εαυτό της. Άνθρωπος. Όχι άντρας. Το αφεντικό της. Δις.
«Εμ…» δίστασε. Την κοιτούσε και περίμενε απάντηση λες και ήταν πολύ σημαντικό. «Πένες με λαχανικά» του είπε.
«Νόμιζα ότι δε θα απαντούσατε ποτέ» γέλασε εκείνος. «Απαντάτε πάντα με μεγάλη διστακτικότητα σε προσωπικές ερωτήσεις. Ακόμα και τόσο ανάλαφρες» έτριψε το σαγόνι του και το βλέμμα  πλανήθηκε με δική του θέληση στα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου του.  Απέφευγε να τον κοιτάει αλλά όταν το έκανε, ένιωθε κάτι μεταξύ δέους και απίστευτης ντροπής, λες και μπορούσε εκείνος να διαβάσει τη σκέψη της. «Θα φάω στο γραφείο μου και δε θα σας δω μέχρι το δείπνο. Σας παρακαλώ αύριο να είστε διαθέσιμη να δουλέψουμε λίγο πριν φύγουμε για την ενημέρωση γονιών» της θύμισε άλλη μια υποχρέωση που είχαν από κοινού.
«Σκέφτηκα ότι μιας και είστε εδώ εσείς τώρα μπορεί να μη χρειάζεται να σας συνοδεύσω για τους βαθμούς. Ίσως είναι καλό να πάτε μόνοι σας» του είπε δειλά. Την απασχολούσε πολύ αυτή η σκέψη. Ο πατέρας τους ήταν εδώ. Ήταν παράξενο να πηγαίνουν παντού οι τέσσερις μαζί. Έδινε λάθος μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.
«Θέλετε να τρώτε με τα παιδιά;» τη ρώτησε ξαφνικά. Κοφτά. Ο αέρας εγκατέλειψε τα πνευμόνια της. Τον είχε εκνευρίσει.
«Ναι. Εγώ…»
«Θέλετε να είστε παρούσα στη συνάντηση με τους καθηγητές και να ακούσετε για την πρόοδό τους;» τη διέκοψε.
«Φυσικά! Πώς…»
«Τότε τι σας εμποδίζει;» την κοίταξε τόσο έντονα που πίστεψε ότι με το βλέμμα του θα διείσδυε στην ψυχή της. Είχε πραγματικά τα πιο μοναδικά μάτια που είχε δει ποτέ. Όχι μόνο το χρώμα αλλά και το σχήμα τους, οι μακριές βλεφαρίδες και η λάμψη που τα έκανε σχεδόν να φωσφορίζουν στο σκοτάδι. «Εγώ είμαι το πρόβλημα; Σας προκαλώ αμηχανία ή αντιπάθεια, δεσποινίς;» συνέχισε να την πυροβολεί. Ό,τι και να απαντούσε, ήταν χαμένη.
«Το κάνω για εσάς και τα παιδιά. Αν θέλετε να είμαι εκεί, θα είμαι εκεί» του είπε δυναμικά. Φαινομενικά τουλάχιστον γιατί μέσα της έτρεμε. Το πρώτο, ήθελε να του φωνάξει. Το πρώτο μου προκαλείς.
«Δε θα μείνω πολύ και θέλω να μην διαταραχθούν οι συνήθειες των παιδιών. Πηγαίνετε για σήμερα και αύριο εννιά η ώρα πάλι εδώ. Θα δουλέψουμε μέχρι τις 11 και μετά θα πεταχτούμε στο σχολείο» της είπε και έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα του, μάλλον για να την ξεπροβοδίσει αλλά ένας έντονος πόνος τον έκανε να βογκήξει και να ξανακαθίσει βαρύς.
«Είστε καλά;» τον πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. Το τράβηξε αμέσως όταν την κοίταξε. «Να…να φωνάξω τον κύριο Τόμας;» τον ρώτησε και της έγνεψε αρνητικά. «Θα πιώ ένα αναλγητικό και θα μου περάσει» την καθησύχασε αλλά έδειχνε να πονάει ακόμα.
«Κύριε Δελή, να φωνάξω ένα γιατρό;» επέμεινε.
«Πηγαίνετε να ετοιμαστείτε. Θα σας περιμένουν τα παιδιά» της είπε κοφτά. Δεν ήθελε να τον πιέσει άλλο.
«Αν χρειαστείτε κάτι, ξέρετε πού θα με βρείτε» του είπε.
«Κι εσείς» της είπε εκείνος. Η Κλόι έφτασε στο σπιτάκι του κήπου, άλλαξε, και χάζεψε τηλεόραση. Όταν άκουσε την κόρνα του Βασίλη, σήμα ότι πλησιάζουν, ξεκίνησε και πάλι για το κεντρικό κτίριο. Αλλά ακόμα μέσα της βούιζαν τα λόγια του και η απορία για το αν υπήρχε κάποιο κρυμμένο μήνυμα.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Διαλέξτε!

Γκουγκλάρετε λίγο τους Thomas Beaudoin και Daniel di Tomasso! Δεν μπορώ να διαλέξω! Ψηφίστε!
Υγ. Α ρε Καναδά, τι παιδιά βγάζεις <3

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

κεφάλαιο 12-Κορίτσια, καμιά ιδέα για πρωταγωνιστή; Είμαι ανοιχτή σε ιδέες, αλλά να είναι κοντά στην περιγραφή μας ε!

Κεφάλαιο 12

Δεν είχε τρόπο να το αποφύγει χωρίς να πει κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Και ένα λόγο που να μην ήταν σχετικός με το πόσο άβολα ένιωθε μαζί του. Σκέφτηκε να του πει ένα σωρό πράγματα αλλά κανένα δεν ήταν πειστικό. Έτσι, της έμεινε μόνο μία λύση. Να δεχτεί μεν, αλλά με όρους. Γι’ αυτό το λόγο βρισκόταν και πάλι, ενώπιόν του, μέσα στη βιβλιοθήκη. Είχε αρχίσει να γίνεται κουραστική αυτή η σκηνή και δεν είχαν αρχίσει καν να συνεργάζονται!
«Τα παιδιά είναι συγκρατημένα…ενθουσιασμένα μαζί σας» της είπε εκείνος όταν έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Είχαν φάει μαζί βραδινό και παρόλο που τα παιδιά ήθελαν να δουν ταινία όλοι μαζί, ανίκανα να συνειδητοποιήσουν πόσο αμήχανοι ήταν οι ενήλικες στο τραπέζι, εκείνος είχε πει ευγενικά ότι έχει να συζητήσει μαζί της και έτσι τα έστειλε στα δωμάτιά τους.
«Λίγο οξύμωρο αυτό που λέτε» είπε εκείνη με ανάλαφρη διάθεση. Χάρηκε με το σχόλιό του.
«Δεν είναι στη φύση τους η εκδήλωση έντονων συναισθημάτων. Ούτε στη δική μου. Άρα για τα μέτρα τους…νομίζω ότι είναι πολύ χαρούμενα. Θα κάνετε καλή δουλειά για να είναι έτσι τα παιδιά. Έχουν γίνει πολλές…αλλαγές προσωπικού».
«Σας ευχαριστώ πολύ. Έχω να διανύσω πολύ δρόμο, αλλά όσα έχω προσπαθήσει να αλλάξω, σιγά σιγά καταλαβαίνουν ότι είναι προς το συμφέρον τους, και συνεργάζονται πιο πρόθυμα».
«Πιστεύετε ότι μπορείτε να βοηθήσετε κι εμένα λοιπόν;» μπήκε αμέσως στο ψητό. Δεν την αιφνιδίασε. Είχε καταλάβει ότι δε μάσαγε τα λόγια του και δεν έχανε χρόνο.
Εκείνη ωστόσο χρειαζόταν κάθε δυνατή καθυστέρηση σε όλο αυτό. Δεν είχε ιδέα πώς θα τα έβγαζε πέρα μαζί του.
«Δεν είναι κάτι που έχω ξανακάνει και νιώθω λίγο άβολα. Δεν ξέρω αν θα βοηθήσω ουσιαστικά. Μπορώ να αναλάβω μερικά πράγματα από το χώρο μου» κατέληξε.
«Άρα το πρόβλημά σας είμαι εγώ;» ανασήκωσε τα φρύδια του, έκπληκτος. Η Κλόι κοκκίνισε. Αυτή ήταν η αλήθεια αλλά ήλπιζε να μπορούσε να την καλύψει λίγο.
«Όχι φυσικά. Απλά μου αρέσει να είμαι και λίγες ώρες μόνη» απάντησε διπλωματικά. «Καταλαβαίνετε ότι αν εργάζομαι και το πρωί, ουσιαστικά δε θα έχω καθόλου ελεύθερο χρόνο, χρόνο να μείνω μόνη μου και να μη μιλάω με κανένα».
«Σας υπόσχομαι να μη σας μιλάω καθόλου» είχε το θράσος να γελάσει. «Θα δουλεύουμε παράλληλα αλλά δεν είναι ανάγκη να συζητάμε κιόλας. Καταλαβαίνω ότι δεν απολαμβάνετε την παρέα μου» συνέχισε να γελάει. Η Κλόι κοκκίνισε ξανά.
«Μπορώ να δουλεύω δύο ώρες καθημερινά για εσάς. Θα βοηθάω όπως μπορώ και μετά αναλαμβάνετε εσείς» είπε απνευστί. Το είχε κάνει πρόβα σπίτι αλλά τώρα η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και μιλούσε σαν να είχε λαχανιάσει.
«Δύο ώρες μόνο;» σοκαρίστηκε εκείνος. «Ξέρετε για τι μέγεθος εργασιών μιλάμε;».
«Δεν έχω ιδέα και δεν είμαι δουλειά μου να μάθω. Απλά να σας εξυπηρετήσω θέλω. Δεν γίνεται να εργάζομαι περισσότερο και να είμαι δημιουργική με τα παιδιά, για τα οποία έχω άλλωστε προσληφθεί. Πρέπει να ετοιμάζω τις δραστηριότητές τους και να είμαι ξεκούραστη όταν γυρνάνε το μεσημέρι».
«Μήπως υπερβάλλετε λίγο;» τη ρώτησε. Η Κλόι σκέφτηκε ότι δεν είχε ξαναδεί ποτέ πιο όμορφο και πιο εξοργιστικό άντρα ταυτόχρονα. Ήταν κρίμα. Από κάθε άποψη.
«Δεν υπερβάλλω. Ξέρω τον εαυτό μου και τις ικανότητές μου και έχω μάθει να ακούω τι ανάγκες μου».
«Μεγάλα λόγια» ξεφύσηξε με έναν τρόπο που έδειχνε ότι δεν την πίστευε. «Είναι μερικές καταστάσεις όπου οι ανάγκες μας» ανέμισε τα χέρια του σχεδόν κοροϊδευτικά, «πρέπει να υποτάσσονται στις περιστάσεις».
«Δεν πιέζομαι εγώ. Εσείς πιέζεστε» του θύμισε. Για λίγο δεν μίλησε. Την κοίταξε λίγο θυμωμένος, μετά πιο ήρεμος και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έδειχνε να πονάει κάθε φορά που άλλαζε στάση στην καρέκλα. Οι πατερίτσες του στηρίζονταν στο γραφείο.
«Ας ξεκινήσουμε με δύο ώρες αλλά θα ήθελα να είστε ανοιχτή και για κάτι περισσότερο» της είπε τελικά κοιτώντας την ευθεία στα μάτια. Η Κλόι ένιωσε το στομάχι της να αναπηδά και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τρελά. Είχε το πιο παράξενο βλέμμα. Έκανε την κάθε λέξη που ξεστόμιζε να ακούγεται γεμάτη υποσχέσεις. Τι εννοούσε; Το εννοούσε; Αποκλείεται. Δεν…
«Ειδικά σε περιόδους που θα είμαι πιεσμένος, θα χρειάζομαι βοήθεια για να…ανακουφίζομαι» της χαμογέλασε σατανικά. Ή μήπως όχι. Διάολε, μιλούσε με υπονοούμενα ή αυτή άκουγε πράγματα που ήθελε να ακούσει;
«Θα φροντίσω να τελειώνω έγκαιρα για να μην μένω παραπάνω» είπε εκείνη, ευγενικά. Αν υπήρχε υπονοούμενο, τι του είχε απαντήσει μόλις; Ήλπιζε να μην είχε συναινέσει σε κάτι που δεν καταλάβαινε.
«Ξεκινάτε αύριο στις εννιά» της είπε κι εκείνος, γυρνώντας στο γνώριμο, κοφτό και αυταρχικό ύφος του. Χωρίς ερωτήσεις, χωρίς χαμόγελα, χωρίς περιστροφές.


Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

κεφάλαιο 11-διλήμματα



Κεφάλαιο 11

Τα παιδιά ήταν στο σχολείο και χαλάρωνε στο σπίτι με ένα βιβλίο όταν άκουσε αναστάτωση στον κήπο. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, αλλά αποφάσισε να βγει να ρίξει μια ματιά. Και αυτό που είδε την σόκαρε πραγματικά. Ο κύριος Τόμας έσπρωχνε ένα αμαξίδιο με τον κύριο Δελλή πάνω και ο Βασίλης κουβαλούσε ένα σακ βουαγιάζ. Οι τρεις άντρες έδειχναν τουλάχιστον προβληματισμένοι.
«Κύριε Δελλή, μα τι έγινε; Είστε καλά;» ρώτησε τρέχοντας προς το μέρος του. Τον περίμενε σε τρεις μέρες. Και όρθιο.
«Ο κύριος είχε ένα ατύχημα στο εργοτάξιο και έσπασε το πόδι του» απάντησε ο κύριος Τόμας δείχνοντας τον γύψο που κάλυπτε το πόδι του αφεντικού του ως το γόνατο. «Βασίλη, μετά φέρε και τις πατερίτσες» είπε στον νέο. Κάπου μακριά άκουγε ένα βουητό. Μάλλον ήταν το περιβόητο ελικόπτερο.
«Καλημέρα, δεσποινίς» της είπε απλά ο κύριος Δελλής και μετά σιωπή. Εντωμεταξύ κατευθύνονταν αργά προς το σπίτι. Δεν ήξερε αν έπρεπε να ακολουθήσει και τι μπορούσε να κάνει για να βοηθήσει.
«Κύριε Δελλή, τι μπορώ να κάνω;» ρώτησε δειλά.
«Έχω κάτι στο νου μου, αλλά θέλω να τακτοποιηθώ πρώτα και μιλάμε μετά» της είπε.
«Κύριε, πρέπει να ξεκουραστείτε» είπε ο κύριος Τόμας, με το γνωστό ύφος που την έκανε έξαλλη. Λες και ήταν εκείνος το αφεντικό. Ή μήπως ήταν; «Ούτε 24 ώρες δεν έχουν περάσει από το ατύχημα». Μα καλά, σκέφτηκε η Κλόι. Πώς δεν είχε ακούσει κάτι; Χθες ήταν στο σπίτι όλη μέρα. Τα παιδιά άραγε το ήξεραν;
«Τόμας, πρέπει να ελαχιστοποιήσω τις κινήσεις μου και να κάνω μερικές φυσιοθεραπείες. Μπορώ να μιλάω» είπε ο Δελλής ξερά. Η Κλόι χαμογέλασε για ένα κλάσμα δευτερολέπτου. «Δεσποινίς, σας περιμένω στις 14.00 στη βιβλιοθήκη» της είπε και με ένα νεύμα την αποχαιρέτισε. Εκείνη γύρισε στο σπιτάκι και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της.
Αν είχε σπάσει το πόδι του και δεν μπορούσε να μείνει στην Ιταλία ή όπου αλλού ήταν τελοσπάντων σήμαινε ότι θα έκανε την αποθεραπεία στο Ναύπλιο. Άρα θα έμενε εκεί. Θα τον έβλεπαν επιτέλους τα παιδιά και αυτό ήταν καλό. Αλλά θα τον έβλεπε και εκείνη πιο πολύ. Θα παρενέβαινε άραγε αρνητικά στη δουλειά της ή θα έβλεπε πόσο πολύ προσπαθούσε για τα παιδιά του και θα εκτιμούσε την συνεισφορά της; Είχε αρχίσει να ανησυχεί.

Όταν πλησίασε η ώρα, έβγαλε την απαίσια φόρμα που φορούσε το πρωί και επέλεξε ένα ψηλόμεσο τζιν και μια μπλούζα ζιβάγκο. Χτενίστηκε και μάζεψε τα μαλλιά της σε μια πλεξούδα αλλά δε βάφτηκε. Πήρε μια ανάσα και μπήκε στο κύριο κτίριο. Δε βρήκε κανέναν και χτύπησε την πόρτα της βιβλιοθήκης. Τον βρήκε μέσα να κάθεται μπροστά από το λάπτοπ του και να δουλεύει συνοφρυωμένος.
«Είναι καταστροφή αυτό που μου συνέβη» της είπε χωρίς να την κοιτάξει.
«Γιατί; Είναι σοβαρό; Θα χρειαστείτε επέμβαση; Δεν είναι ένα απλό σπάσιμο;» τον ρώτησε ανήσυχη και κάθισε χωρίς να τον περιμένει να της το προτείνει.
«Απλό σπάσιμο; Θα ήσασταν πιο ευχαριστημένη αν είχα μείνει ανάπηρος;» τη ρώτησε κοιτώντας τη. Είχε το θράσος να χαμογελάσει μάλιστα.
«Δεν εννοούσα αυτό» ντράπηκε. «Αλλά είπατε ότι είναι καταστροφή». Δεν τον καταλάβαινε καθόλου αυτόν τον άνθρωπο.
 «Δύο μήνες πριν τα εγκαίνια του έργου στο οποίο δούλευα έγινε αυτό. Και πρέπει να είμαι εδώ και να αναρρώνω αντί να είμαι εκεί και να επιβλέπω» διευκρίνισε εκείνος.
«Μάλιστα, καταλαβαίνω» του είπε ειλικρινά. «Αλλά σίγουρα η ομάδα σας είναι ικανή και θα είστε έγκαιρα πίσω αν προσέξετε λίγο. Η υγεία προέχει».
«Είναι όλοι ικανοί πίσω, αλλά θέλω πάντα να είμαι εκεί. Έτσι έχω καταφέρει όσα έχω καταφέρει. Με προσωπικό κόπο και μεγάλη επιμονή στη λεπτομέρεια. Και τώρα, είμαι εδώ» είπε πικρά.
«Αν μου επιτρέπετε, αν προσέξετε όσο πρέπει και συνηθίσετε τις πατερίτσες μετά θα είστε σχετικά λειτουργικός. Θα μπορέσετε να επιστρέψετε».
«Σκέφτηκα να μείνω εκεί, αλλά σας είπα υποσχεθεί να έρθω για τη ενημέρωση. Δε θα μου κάνει καλό να κάνω άλλο ένα ταξίδι τόσο σύντομα» την αιφνιδίασε. Της έλεγε έμμεσα ότι έφταιγε εκείνη που επέστρεψε;
«Κύριε Δελλή…αν ήταν θέμα υγείας…δε θα έλεγα κάτι».
«Δε μου φανήκατε τόσο διαλλακτική στην τελευταία μας επικοινωνία» της θύμισε. Η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Ο άνθρωπος ήταν ανεκδιήγητος.
«Άρα μου λέτε ότι κάνατε όλο αυτό το ταξίδι με σπασμένο πόδι επειδή επέμεινα εγώ; Να σας θυμίσω ότι ό,τι κάνω το κάνω για τα παιδιά. Όχι για μένα».
«Φυσικά» είπε εκείνος σχεδόν αυτόματα. Την κοίταξε για λίγο, πλήρως ανέκφραστος και μετά μίλησε. «Για όσο μείνω, θέλω τη βοήθειά σας».
«Πείτε μου» τον παρότρυνε, ανυπόμονη να μάθει.
«Θα χρειαστώ γραμματειακή υποστήριξη. Δεν έχω κάποιον εδώ μιας και δεν εργάζομαι συχνά στο σπίτι πάνω από δύο ή τρεις συνεχόμενες μέρες. Ξέρω ότι είναι έξω από τα καθήκοντά σας και προτίθεμαι να σας πληρώσω αδρά για τις υπηρεσίες σας. Αλλά θα ήμουν ευγνώμων αν με βοηθούσατε με κάποια διαδικαστικά».
«Πώς;» είπε η Κλόι μόλις κατάφερε να κλείσει το στόμα της.
«Θα απαντάτε σε μέιλ, θα  βγάζετε φωτοτυπίες, θα απαντάτε σε τηλέφωνα. Εύκολα πράγματα. Θα σας δίνω εγώ οδηγίες. Μπορείτε να το κάνετε;» μιλούσε λες και έλεγε κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Μάλλον είχε μάθει να του λένε πάντα «ναι».
«Δεν το έχω ξανακάνει και δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ» απάντησε με πάσα ειλικρίνεια. Βασικά δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να είναι μαζί του πάνω από μισή ώρα κάθε μέρα.
«Δεν είναι πυρηνική φυσική. Μερικές ώρες το πρωί. Θα δουλεύουμε παράλληλα. Θα πληρωθείτε επιπλέον».
«Μου το είπατε ήδη αυτό» είπε εκνευρισμένη. Μα την είχε περάσει για ζητιάνα; Τα λεφτά δεν ήταν το θέμα εδώ.
«Δεν ήθελα να σας προσβάλω. Αλλά προσπάθησα να σας το κάνω πιο ελκυστικό μιας και είναι εμφανές ότι σας αποδιοργανώνει η σκέψη να δουλέψετε μαζί μου» τόλμησε και της είπε. Η Κλόι ένιωσε να κόβεται η ανάσα της. Ήταν όντως τόσο εμφανές ή μιλούσε με τον πιο οξυδερκή άνθρωπο του κόσμου; Θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του;
«Δε βοηθάτε» είπε εκείνη καυστικά.
«Θα σας αφήσω να το σκεφτείτε. Δεν έχω χρόνο να βρω κάποιον και θα με βόλευε να δουλέψουμε μαζί γιατί είστε ευθύς και το εκτιμώ αυτό συνήθως. Να ξαναμιλήσουμε στο δείπνο;» τη ρώτησε.
«Ποιο δείπνο;»
«Αυτό που τρώμε στις 19.00 στην τραπεζαρία, αν δεν έχει αλλάξει κάτι όσο καιρό λείπω» της είπε σαν να μιλούσε σε παιδάκι. Μόλις είχε συνειδητοποιήσει ότι το αφεντικό της είχε έρθει για να μείνει. Και εφόσον δειπνούσε συνήθως με τα παιδιά, αυτό σήμαινε ότι θα έτρωγε και με τον πατέρα τους. Σωστά; Διάολε, πώς μπορούσε να το αποφύγει;
«Δε θέλετε να περάσετε λίγο προσωπικό χρόνο με τα παιδιά καλύτερα πρώτη μέρα σήμερα;» είπε αδύναμα, προσπαθώντας να το αποφύγει.
«Θα τα δω αρκετά όσο μείνω. Δε θα τα ενοχλήσει ένα επιπλέον σερβίτσιο στο οικογενειακό τραπέζι πιστεύω» αντέκρουσε εκείνος.
«Καλώς. Θα μιλήσουμε μετά το δείπνο» έθεσε τους όρους της με τη σειρά της. «Μην μονοπωλήσω το χρόνο των παιδιών μαζί σας».
«Είστε πολύ παράξενη…» τον άκουσε να λέει πίσω από την πλάτη της πριν βγει από τη βιβλιοθήκη. Δε γύρισε προς το μέρος του. «Είστε ταυτόχρονα πολύ συνεσταλμένη αλλά και δυναμική. Είναι δύσκολο να σας διαβάσει κάποιος» ολοκλήρωσε τη σκέψη του. Σκέφτηκε να τον διαψεύσει και να υπερασπίσει τον εαυτό της. Αλλά δεν το έκανε.
«Σας ευχαριστώ» είπε κοφτά, λες και της είχε κάνει το πιο όμορφο κομπλιμέντο.  





Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

κεφάλαιο 10-θα ακολουθήσει σύντομα συνέχεια

Κεφάλαιο 10

Όλος ο μήνας πέρασε με απίστευτη δραστηριότητα. Πρώτον, το πάρτυ της Άρτεμης είχε τόση επιτυχία που η μικρή είχε πάρει την πρωτοβουλία και κάλεσε  ξανά τις φίλες της, πιο πολλές αυτή τη φορά, στο σπίτι για να παίξουν και η Κλόι ένιωσε την ανάγκη να επαναλάβει τον ίδιο αριθμό δραστηριοτήτων αν και με μικρή παραλλαγή. Αυτή τη φορά έφτιαξαν κοσμήματα και έπαιξαν στον κήπο με μεγάλα φουσκωτά παιχνίδια που είχε νοικιάσει για τη μέρα.

Επιπλέον, ο Απόλλωνας είχε αρρωστήσει άσχημα. Φυσικά δεν ήταν στα καθήκοντά της να τον προσέχει, αλλά το έκανε και μάλιστα με ευχαρίστηση. Ο μικρός ήταν απαράδεκτος ασθενής. Γκρινιάρης και μη συνεργάσιμος. Είχε πυρετό τρεις μέρες και έβηχε συνεχώς αλλά δεν ήθελε να πάει σε γιατρό, δεν ήθελε σιρόπια, δεν ήθελε να φάει, δεν ήθελε τίποτα. Την τέταρτη μέρα, που ξαγρύπνησε πάλι πλάι του, κάλεσε τον γιατρό στο σπίτι. Πήρε αντιβίωση και αμέσως ένιωσε καλύτερα. Περνούσε το χρόνο μαζί του μέχρι να αναρρώσει, διαβάζοντας τα μαθήματα που είχε χάσει στο σχολείο, βλέποντας σειρές και μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Ο μικρός δεν έδειχνε να δυσανασχετεί με την παρέα της και αυτό της έδινε μεγάλη χαρά.

Ο πατέρας τους τηλεφωνούσε καθημερινά και μιλούσε με τον γιο του αλλά ποτέ μαζί της. Μία από αυτές τις μέρες, ο γιος του του ευχήθηκε χρόνια πολλά. Η Κλόι σκέφτηκε να ζητήσει το τηλέφωνο και να ευχηθεί και εκείνη αλλά προτίμησε να κάνει νόημα στον Απόλλωνα και να μεταφέρει εκείνος τις ευχές. Όταν ρώτησε το αγόρι αν θέλει να αγοράσουν κάτι μαζί ως δώρο, ο μικρός είχε πει ότι δεν έχουν πάρει ποτέ δώρο στον πατέρα τους. Η Κλόι σκέφτηκε ότι μιας και πλησίαζε η ημερομηνία που θα ερχόταν για την ενημέρωση των γονιών, ίσως μπορούσαν να του πάρουν ένα δώρο. Θα το πρότεινε και στη μικρή.

Κάτι άλλο που έκανε το μήνα να περάσει τόσο γρήγορα ήταν ότι ο αδερφός της έπρεπε να κάνει αιτήσεις σε πανεπιστήμια και έπρεπε να συντάξει το βιογραφικό του και ένα σωρό επιστολές και εκείνη να τις ελέγξει. Είχε μεγάλη αγωνία για το μέλλον του αλλά προσπαθούσε να βοηθάει και να μην εστιάζει στην πιθανότητα να μη γίνει δεκτός στα ιδρύματα της πρώτης επιλογής του. Θα έκανε τα πάντα για να τον στηρίξει, γιατί ήταν ένα γλυκύτατο αγόρι, πολύ έξυπνο και χαρισματικό. Ένας λόγος που ανεχόταν τον κύριο Τόμας να της κάνει υποδείξεις, και τον Απόλλωνα να είναι εριστικός μαζί της και τον πατέρα Δελλή να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ήταν ότι μέσω αυτής τη δουλειάς θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του. Τον πίστευε ειλικρινά.

Σε έξι μέρες ερχόταν το αφεντικό της και δεν μπορούσε να πει ότι ανυπομονούσε. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα τον έβλεπε πάνω από δέκα λεπτά, αλλά ακόμα και αυτό τη γέμιζε αγωνία. Η παρουσία του της προκαλούσε πολύ παράξενα συναισθήματα. Ανάμικτα και αντιφατικά. Το ότι ήταν ένας πολύ εντυπωσιακός άντρας ήταν αναμφίβολο. Ήταν από αυτές τις παρουσίες μέσα σε ένα χώρο που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και ένα σωρό άλλα μικρά πράγματα που συνέθεταν την εικόνα. Η βαθιά φωνή που σε έκανε να ανατριχιάζεις, ένα παράξενα οικείο αλλά και αρρενωπό άρωμα, ένα αργό και δυναμικό περπάτημα, μια εξαίσια αριστοκρατική στάση σώματος και ένα βλέμμα που σε έκανε ενστικτωδώς να κοκκινίζεις, χωρίς καν να σε κοιτάζει με υπονοούμενο.

Ήξερε ότι όλες αυτές οι σκέψεις ήταν παράλογες τουλάχιστον. Ήταν το αφεντικό της και η έλλειψη χημείας μεταξύ τους ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή. Ήταν αδύνατο να μην προσέξει όμως την επιβλητική του παρουσία και να μείνει ανεπηρέαστη.

Ήταν ευχάριστο μάλλον που δεν τον έβλεπε συχνά γιατί την αποδιοργάνωνε. Έπρεπε όμως να έχουν μια κάποια επαφή για χάρη των παιδιών. Ήταν σίγουρη ότι αν τον έβλεπαν πιο συχνά θα γίνονταν πιο ευτυχισμένα. Κι ας γινόταν η δική της η σκέψη ένα κουβάρι στην ιδέα μόνο ότι είναι κάπου εκεί κοντά.