Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ανακοινωση

Κορίτσια, έχω καλά νέα!

Τον Ιούνιο θα εκδοθεί ο 'Οντι και στη συνέχεια και κάποιες άλλες ιστορίες. Όταν είναι θα σας πω πού θα βρείτε τα βιβλία. Θα πρέπει σταδιακά να κατεβάσω τις συγκεκριμένες ιστορίες από το μπλογκ δυστυχώς.

φιλιαααααααααααααα

κεφάλαιο 54-καλο τριημερο


Κεφάλαιο 54

Εφτά η ώρα το πρωί και είμαστε έτοιμες. Η Ντάνι δείχνει λίγο εκνευρισμένη αλλά δε λέει τίποτα. Το βράδυ δεν την άφησα να κοιμηθεί. Ξυπνούσα συνεχώς και έβλεπα εφιάλτες τα ελάχιστα λεπτά που κοιμόμουν. Κατά τις τέσσερις με μάλωσε και μου είπε ότι αν γίνουμε και οι δύο ψυχολογικά ράκος δε θα καταφέρουμε τίποτα. Συμφώνησα μαζί της αρχικά, αλλά κάπου στις έξι τα ξημερώματα ξύπνησα για τα καλά και δεν μπορούσα με τίποτα να χαλαρώσω. Η φίλη μου απελπίστηκε και ξύπνησε και εκείνη.

«Ελπίζω να με κεράσεις έναν καφέ πρώτα» μου λέει ενώ βγαίνουμε στον πρωινό δροσερό αέρα. Πάμε σε ένα μικρό καφέ απέναντι από το δωμάτιό μας και παραγγέλνουμε δύο καπουτσίνο και μάφιν. Φυσικά δε θέλω να κάτσουμε και προτιμώ να πάμε στη φάρμα κατευθείαν, αλλά το χρωστάω στην Ντάνι να χαλαρώσουμε λιγάκι.
«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να βρούμε την απάντηση στο ερώτημα ‘τι θα κάνεις αν τον δεις΄» μου λέει ενώ καθόμαστε σε ένα μικρό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο.
«Δεν ξέρω. Προτεραιότητα είναι να τον δω, να βεβαιωθώ ότι είναι καλά και μετά βλέπουμε».
«Όχι μετά βλέπουμε!» μου λέει αποφασιστικά. «Ήρθαμε μέχρι εδώ και είσαι κομμάτια από την κούραση και τη λύπη. Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις κάτι περισσότερο από το να τον δεις απλά. Μπριάνα, τι φοβάσαι;».
«Δε φοβάμαι κάτι. Χωρίσαμε πολύ άσχημα. Δεν άλλαξε κάτι για εμένα. Με πρόδωσε και με πλήγωσε. Δεν είμαι έτοιμη να τον δεχτώ πίσω. Οπότε δεν ξέρω τι να του πω αν τον δω. Δεν αρνούμαι ότι νιώθω πολλά ακόμα. Αλλά είμαι μπερδεμένη».
«Μακάρι να τον βρούμε» ξεφυσάει η Ντάνι. Ευτυχώς δε με πιέζει άλλο. Φαντάζομαι καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει σωστή μέθοδος για να αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα.

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο περίπου πενήντα λεπτά μετά και οδηγώ μέχρι το αγρόκτημα των θείων του Κίραν.  Αφήνουμε το αμάξι μακριά από το δρόμο, σε ένα ξέφωτο, και πλησιάζουμε πεζές το σπίτι. Φυσικά δεν ακολουθούμε το μονοπάτι που οδηγεί στην είσοδο αλλά περνάμε μέσα από τα πυκνά δέντρα και καταλήγουμε σε ένα σημείο, κοντά σε ένα μικρό ρυάκι, το οποίο έχει οπτική επαφή με το αγρόκτημα, αλλά μας δίνει την άνεση να κρυβόμαστε κιόλας. Η Ντάνι σκέφτηκε και αγόρασε από το καφέ δύο σάντουιτς, χυμό και νερά.
«Θα στρατοπεδεύσουμε εδώ μέχρι το μεσημέρι και μετά βλέπουμε» λέει η Ντάνι. Έχουμε τα κινητά μας μαζί, βιβλία και περιοδικά. Έχει λίγη δροσιά και φοράμε ένα λεπτό μπουφάν αλλά σταδιακά η μέρα θα γλυκάνει, οπότε δεν ανησυχούμε.
«Δεν το πιστεύω αυτό που σε βάζω να κάνεις» της λέω μετά από λίγη ώρα. Καθόμαστε πάνω σε ένα πεσμένο κορμό και έχω ήδη κουραστεί. Είναι μόλις εννιά και έχουμε πέντε ώρες μπροστά μας.
«Δικιά μου ιδέα ήταν» μου χαμογελάει ζεστά.
«Δικιά σου ιδέα αλλά για δικό μου πρόβλημα» της υπενθυμίζω.
«Μη χάνεις το κουράγιο σου» μου λέει και με χαϊδεύει στα μαλλιά. Κάτι στην τρυφερή της κίνηση και τον τρόπο που με στηρίζει τόσες μέρες με κάνει να δακρύσω για χιλιοστή φορά μέσα σε λίγες μέρες. Με αγκαλιάζει.
«Έχω κακό προαίσθημα» της λέω και αφήνομαι πάλι σε τρανταχτό κλάμα. «Δεν θα τον βρω, δεν θα τον δω και φοβάμαι μήπως έχει πάθει κάτι».
«Ο Κίραν είναι ικανός άνθρωπος. Καλά θα είναι».
«Και αν ο Γουέστμπρουκ του έχει κάνει κακό; Ο Κίραν μού είχε πει ότι τον απειλούν».
«Μπριάνα, ακόμα και αν δεν είναι εδώ, ο Κίραν θα είναι σίγουρα καλά. Ο Γουέστμπρουκ δε θα του έχει κάνει κακό. Λίγο εκφοβισμό μπορεί να του έκανε, αλλά δε νομίζω να τον έβγαλε οριστικά από τη μέση. Δεν έχουμε να κάνουμε με μαφία» με καθησυχάζει και προσεύχομαι να έχει δίκιο.

Τα λεπτά και οι ώρες περνάνε βασανιστικά. Η θεία του Κίραν βγήκε στην αυλή και έριξε λίγο νερό σε μερικά φυτά, ο άντρας της έφυγε με το αυτοκίνητο και γύρισε μετά από μία ώρα, αλλά τίποτα άλλο. Δε βλέπω να υπάρχει άλλος άνθρωπος στο σπίτι.

«Είναι μία και κάτι» λέω απαλά στην Ντάνι, η οποία έχει αποκοιμηθεί. Θαυμάζω την ικανότητά της να κοιμάται όπου τη βάλεις. Τώρα έχει ακουμπήσει σε ένα δέντρο και κοιμάται γαλήνια. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου που την υποβάλλω σε όλο αυτό.
«Έχεις κάποιο φετίχ να με ξυπνάς όταν κοιμάμαι;» με μαλώνει, αλλά γελάει ταυτόχρονα.
«Δε θέλω να σε ταλαιπωρώ άλλο, αρκετά έχεις περάσει, νομίζω ότι είναι ώρα να…»
«Μπριάνα, πάψε!» ανοίγει τα μάτια της ξαφνικά και με διακόπτει απότομα. Με κοιτάει σοκαρισμένη και μετά κοιτάει κάπου πίσω από τον ώμο μου. Ακολουθώ το βλέμμα της και βλέπω μια σκοτεινή αντρική φιγούρα να περπατάει σε απόσταση εκατό μέτρων περίπου από εμάς, παράλληλα με το ρυάκι, αλλά από την απέναντι όχθη.
«Είναι ο Κίραν;» ψιθυρίζει και κρυβόμαστε πίσω από έναν θάμνο. Περιμένω να πλησιάσει κι άλλο. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Αυτός πρέπει να είναι. Με κάθε βήμα ξεκαθαρίζει μέσα μου.
«Το βλέπεις κι εσύ ή είναι όνειρο;» ρωτάω τη φίλη μου. Χαχανίζει σιγανόφωνα, ο Κίραν απέχει περίπου 50 μέτρα από εμάς πια.
«Αυτός είναι» μου λέει η φίλη μου με σιγουριά. Περπατάει αργά και σκυφτά, λες και τον βασανίζει κάτι. Έχει αφήσει μούσι, αλλά δεν έχει χάσει βάρος. Πρέπει να είναι καλά.

«Μπριάνα…» λέει η Ντάνι και την κοιτάω. Μου χαμογελάει πλατιά. Ως και τα μάτια της λάμπουν. Με ακουμπάει στον ώμο και με σπρώχνει απαλά. «Τρέξε κοντά του, κορίτσι μου».

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Κεφάλαιο 53- έ ε έρχεται

Κεφάλαιο 53

Στο πρώτο μίνι μάρκετ που ρωτήσαμε αν ξέρουν τον Κίραν Κάβανο μάς απάντησαν ότι είναι «μεγάλο χωριό» και δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν τους πάντες. Όταν βγήκαμε έξω, γελάσαμε. Ήταν μεν ένα χωριό των 5.000 κατοίκων, αλλά ο ιδιοκτήτης έδειξε να νιώθει λες και μένει στο Λονδίνο. Στο δεύτερο μαγαζί που ρωτήσαμε, βιβλιοπωλείο αυτή τη φορά, μας είπαν ότι το όνομα ακούγεται γνωστό αλλά δεν ξέρουν πού μένει. Κάναμε βόλτες στο χωριό προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη για το πού να ψάξουμε. Δεν είχαμε πολλά στοιχεία, και δε θέλαμε να ρωτήσουμε παντού, ώστε να είμαστε και λίγο διακριτικές.
«Ας κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια σε εκείνο το μαγαζί με τα εργαλεία» προτείνει η Ντάνι επίμονα εδώ και ένα τέταρτο αλλά την αγνοώ. Τσιμπολογώ νευρικά ένα κουλούρι και σκέφτομαι ότι δεν πρόκειται να τον βρούμε. Δεν έχω καλό προαίσθημα. Και αν αυτό δεν πάει καλά, δεν ξέρω πού αλλού να ψάξω. Έχω αρχίσει να φοβάμαι. «Ξέρεις κάτι; Πάω μόνη!» λέω ξαφνικά η φίλη μου αποφασιστικά και πετιέται από το παγκάκι όπου καθόμαστε. Μάλλον βαρέθηκε να περιμένει να της απαντήσω. Περνάει το δρόμο πριν προλάβω να τη σταματήσω. Δεν ξέρω πού βρίσκει τόση ενέργεια και αισιοδοξία. Συνεχίζω να τρώω το κουλούρι μου όταν τη βλέπω να βγαίνει από το απέναντι μαγαζί χαμογελαστή. Αυτό δε μου λέει πολλά. Πάντα χαμογελάει. Περνάει το δρόμο γρήγορα, αλλά μου φαντάζει αιώνας.
«Πάμε» μου λέει και την ακολουθώ. «Η φάρμα των Κάβανο είναι τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά. Αν δε χαθούμε, μπορεί να είμαστε τυχερές» λέει.
«Πες μου τι σου είπαν» την παρακαλώ ενώ καθόμαστε στο αμάξι. Οδηγεί αυτή πάλι.
«Δεν μου είπαν αν τον έχουν δει. Είπα ότι είμαι και καλά μια παλιά φίλη και θέλω να δω αν η οικογένεια μένει εδώ. Δεν μίλησα για τον ίδιο. Πάμε τώρα και βλέπουμε!».


Απομακρυνόμαστε από το χωριό προς τη σωστή κατεύθυνση, ελπίζω, αλλά οι αγροικίες που ταιριάζουν στην περιγραφή του ιδιοκτήτη του μαγαζιού είναι δύο. Με την Ντάνι διαλέγουμε να πάμε σε αυτή που έχει περισσότερα δέντρα. Δεν υπάρχει λόγος. Απλά τη διαλέγουμε. Παρκάρουμε απ’ έξω. Δεν υπάρχει άλλο αμάξι και αυτό μου φαίνεται παράξενο. Χτυπάμε το κουδούνι. Ανοίγει μια γριούλα. Τη ρωτάμε αν είναι η αγροικία Κάβανο. Γελάει φιλικά και μας λέει ότι είναι το δίπλα σπίτι και ότι αυτό συμβαίνει συχνά να χάνονται οι επισκέπτες τους. Την ευχαριστούμε ευγενικά και μπαίνουμε στο αμάξι. Οδηγούμε μερικά μέτρα και επιστρέφουμε στο κεντρικό δρόμο. Μπαίνουμε στο πέτρινο δρομάκι που οδηγεί στην αγροικία Κάβανο, σε απόλυτη σιωπή. Είμαστε και οι δύο παγωμένες από το άγχος. Η τελευταία ευκαιρία.

Σηκώνει το χειρόφρενο και πετιέμαι από το αμάξι χωρίς να ξέρω τι θα κάνω και τι θα πω όταν ανοίξει η πόρτα, αλλά χτυπάω το κουδούνι. Περιμένουμε. Περιμένουμε. Τελικά ανοίγει ένας κύριος γύρω στα 60. Φοράει ένα κοτλέ χακί παντελόνι και καρώ πουκάμισο. Δείχνει κουρασμένος.
«Καλησπέρα» λέω και κάνω μια παράξενη παύση. Ο άντρας γνέφει ευγενικά και περιμένει καρτερικά να μιλήσω. Δεν ξέρω τι να πω.
«Χαθήκατε; Θέλετε να πάρετε κάποιο τηλέφωνο;» με ρωτάει τελικά.
«Όχι, όχι. Απλώς…να…» ψελλίζω αλλά δεν ολοκληρώνω. Η Ντάνι πετάγεται από πίσω μου και σώζει την κατάσταση.
«Είστε ο κύριος Κάβανο; Ψάχνουμε την οικία Κάβανο» λέει εύθυμα.
«Όχι, δε με λένε Κάβανο» μας λέει ο άντρας παραξενεμένος. Δεν είναι αγενής, αλλά δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για φλυαρίες.
«Συγγνώμη αν ενοχλούμε, αλλά μας είπαν ότι εδώ μένουν οι Κάβανο και ψάχνουμε κάποιον και…»
«Δεν ενοχλείτε, αλλά πατήσατε ευαίσθητη χορδή» λέει και σουφρώνει τα χείλη. «Το πατρικό της γυναίκας μου είναι Κάβανο. Εγώ λέγομαι Γουέστ. Το σπίτι ανήκει στην οικογένειά της και όλοι ξέρουν την οικογένεια ως Κάβανο. Ακόμα και εμένα έτσι με αποκαλούν» συνεχίζει. Η Ντάνι γελάει.
«Συγγνώμη αν σας προσβάλαμε» λέει γελώντας. Ο άντρας χαμογελάει τελικά. Εγώ συνεχίζω να είμαι παγωμένη.
«Μην ανησυχείτε. Η γυναίκα μου είναι μέσα. Θα τη φωνάξω να σας βοηθήσει για αυτόν που ψάχνετε» λέει και φωνάζει δυνατά προς το εσωτερικό «Λάουρα!».

Μια ασπρομάλλα κυρία γύρω στα 55 ξεπροβάλει σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα. Μας περιεργάζεται χωρίς να προσπαθεί να το κρύψει. Τα μάτια της μου θυμίζουν λίγο του Κίραν. Σίγουρα είναι η θεία του.
«Καλησπέρα» συστηνόμαστε. Η Ντάνι αναλαμβάνει πάλι το δύσκολο έργο.
«Ψάχνουμε τον Κίραν Κάβανο» λέει. Η γυναίκα απέναντί μας δεν σοκάρεται, αλλά δεν είναι και ήρεμη. Ανοιγοκλείνει γρήγορα τα βλέφαρα.
«Ο Κίραν είναι ανιψιός μου» λέει. «Αλλά δεν είναι εδώ». Παύση. Η καρδιά μου διαλύεται.
«Ξέρετε πού είναι;»
«Το παιδί ζει μόνιμα στο Σικάγο. Εκεί θα είναι» λέει. Ο άντρας της δεν συμμετέχει σε όλο αυτό. Η γυναίκα σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Η Ντάνι δεν υποχωρεί.
«Πιστεύαμε ότι είναι εδώ. Είμαστε φίλες του και θέλουμε απλά να του μιλήσουμε».
«Δεν είναι εδώ» επαναλαμβάνει η γυναίκα κοφτά. «Έχει χρόνια να έρθει στο χωριό».
«Μάλιστα» λέει η Ντάνι. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κουνιόμαστε από το κατώφλι τους. Αλλά τελικά κάνουμε ένα βήμα πίσω.
«Ευχαριστούμε» λέμε ευγενικά. Η πόρτα κλείνει πίσω μας. Μπαίνουμε στο αμάξι και εγώ αρχίζω να κλαίω.

«Σώπα, χαζή» μου λέει η φίλη μου. Οδηγεί πάλι εκείνη και μετά από μερικά χιλιόμετρα σταματάει μπροστά από ένα κτίριο.
«Κατέβα» λέει επιτακτικά.
«Δεν καταλαβαίνω» της λέω και σκουπίζω  τα μάτια μου.
«Είδα αυτό το πανδοχείο το πρωί που ήρθαμε» με ενημερώνει. «Θα χρειαστεί να φάμε κάτι και να διανυκτερεύσουμε».
«Τι λες; Είσαι τρελή; Δεν καταλαβαίνω. Όλα τέλειωσαν. Γιατί να μείνουμε;» ρωτάω έξαλλη με τη φίλη μου και τις ιδέες της.
«Παίρνω τον Πίτερ να του πω ότι δε θα γυρίσω αύριο. Ευτυχώς είναι Σάββατο σήμερα. Πάμε αργότερα να αγοράσουμε οδοντόβουρτσες και μερικά βασικά. Το βράδυ θα καταστρώσουμε σχέδιο δράσης» με τραβάει από το χέρι και κάνουμε το πιο γρήγορο τσεκ ιν στην ιστορία της φιλοξενίας.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» της λέω όταν μένουμε μόνες, σε ένα απλό δωμάτιο με ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι και βαριές κουρτίνες που κρύβουν το ελάχιστο φως που έχει μείνει στον ουρανό. Είναι αργά το απόγευμα πια.
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί έχει θολώσει η κρίση σου και δεν παρατηρείς τα σημάδια. Θα φας, θα ξεκουραστείς και αύριο πρωί θα πάμε να παρακολουθήσουμε το σπίτι των Κάβανο».
«Μα γιατί;»
«Η θεία είπε πολύ έντονα ότι ο Κίραν δεν είναι εκεί. Και ούτε μία φορά δε ρώτησε γιατί είμαστε εκεί και γιατί ρωτάμε πού είναι. Δεν ανησύχησε μήπως ο ανιψιός της δεν είναι καλά. Υποπτεύομαι ότι έχει οδηγίες να μη λέει ότι είναι εκεί». Σκέφτομαι όσα λέει αλλά δεν μπορώ να τα επεξεργαστώ.
«Είναι παρατραβηγμένο…»
«Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος αμυντικά και συνέχεια κοιτούσε προ τα πίσω και έγερνε την πόρτα λες και έκρυβε κάτι».
«Ντάνι, πόσες αστυνομικές σειρές βλέπεις;» τη ρωτάω απορημένη. Ποια είναι η γυναίκα μπροστά μου;
«Πολλές» με ενημερώνει.
«Ελπίζω να έχεις δίκιο» ξεφυσάω. «Γιατί αν μας πάρουν χαμπάρι αύριο ότι τους παρακολουθούμε, δεν το γλυτώνουμε το κρατητήριο».






Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

κεφάλαιο 52-μικράκι, αλλά αποφασιστικό

Κεφάλαιο 52

Τέσσερις ώρες ταξίδι με το αυτοκίνητο και την Ντάνι στον τιμόνι δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο. Η Ντάνι οδηγεί τόσο αργά που θέλω να τη βρίσω αλλά ξέρω ότι θα είμαι άδικη. Άδικη γιατί προσφέρθηκε να με συνοδεύσει στο θεότρελο ταξίδι στην Αουρόρα του Ιλλινόι. Άδικη γιατί με το που γύρισε από το μήνα του μέλιτος δέχτηκε να αφήσει τον άντρα της και να φύγει μαζί μου. Άδικη γιατί μαζί με την παρέα της προσφέρει και το αμάξι της. Τέτοιες φίλες δεν υπάρχουν πολλές. Και ακόμα και αν θέλω να την πιέσω στο δεξί πόδι για να γκαζώσει λιγάκι, δεν το κάνω. Πάνω από όλα εκτιμώ τη διάθεσή της να βοηθήσει.

«Και τίποτα να μην καταφέρουμε, θα περάσουμε μία όμορφη στο Ιλλινόι» λέει η φίλη μου για δέκατη περίπου φορά. Συμπάσχει σε τέτοιο βαθμό, που χρειάζεται να επαναλαμβάνει στον εαυτό της ενθαρρυντικές σκέψεις για να μη χάνει το κουράγιο της. Το κουράγιο μας. Γνέφω απαλά. Αλλάζει το σταθμό γιατί έχει παράσιτα. Είμαστε κάπου στη μέση του πουθενά. «Έχω ακούσει ότι είναι όμορφα» συμπληρώνει. Είμαι πολύ αγχωμένη αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ. Γελάω.
«Είμαι σίγουρη ότι μετά το μήνα του μέλιτος με τον Πίτερ, η Αουρόρα του Ιλλινόι θα σε μαγέψει» συνεχίζω να γελάω. Μου χαμογελάει. Ξέρει τι εννοώ.

«Εγώ ξέρω ότι παρόλο που οι συνθήκες δεν είναι πολύ ευχάριστες, είναι ευκαιρία να πάμε ένα ταξιδάκι. Να περάσουμε χρόνο μαζί!» λέει με ενθουσιασμό και την πιστεύω ότι χαίρεται. Κι εγώ χαίρομαι. Αν δεν έτρεμα στην ιδέα ότι η απίστευτη έρευνα που έκανα για το πού βρίσκεται ο Κίραν θα αποβεί άκαρπη, θα ήμουν κι εγώ περισσότερο ενθουσιασμένη. Η Ντάνι είναι όμως η καλύτερη παρέα για να μοιράζομαι τα εύκολα και τα δύσκολα.
«Είναι τρελό όλο αυτό» ψελλίζω. Ο καφές μου έχει παγώσει αλλά πίνω μια γουλιά. Είναι πικρός σαν φαρμάκι.
«Είχες ελάχιστα στοιχεία. Και πολύ ένστικτο. Είναι μια ωραία ευκαιρία να δούμε σε τι ποσοστό σε αυτή τη ζωή πρέπει να ακολουθούμε το ένστικτο!» με ενθαρρύνει ξανά. Εύχομαι να μη χρειαστεί να της ανταποδώσω ποτέ τη βοήθεια που μου προσφέρει απλόχερα. Να είναι πάντα χαρούμενη και η ζωή της απαλλαγμένη από έγνοιες.
«Υποψιάζομαι ότι απλά θα πετάξουμε 200 δολάρια σε βενζίνες στην εξωτική Αουρόρα» λέω.
«Κι αν είναι εκεί; Κι αν ισχύει το ένστικτό σου ότι είναι στο χωριό του πατέρα του; Οι φίλοι του σου είπαν ότι πάει συχνά εκεί για να δει τους δικούς του. Μόνη σου είπες ότι υποθέτεις ότι η μητέρα του δεν ξέρει ότι έχει επαφές με εκείνο το σόι».
«Δε θα σκέφτηκε να ψάξει εκεί; Η γυναίκα είναι πολύ πονηρή.»
«Ναι, αλλά είναι τόσο εγωίστρια που μπορεί να μην ήθελε να παραδεχτεί ότι ο γιος της αποζητά την άλλη οικογένεια. Ο εγωισμός της τη θολώνει την κρίση. Δεν θα μπορεί να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι του αρέσει να περνάει χρόνο σε ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά, σε μια φάρμα με ζώα».
«Αν τον ήξερε πραγματικά, θα ήξερε ότι είναι απλός. Ότι δεν τον νοιάζουν οι πολυτέλειες» λέω με νοσταλγία. Δε μου είχε μιλήσει ποτέ για το χωριό του, αλλά ήξερα ότι του άρεσε η φύση, ότι προτιμούσε ως ταξιδιωτικό προορισμό ένα απομονωμένο σπίτι σε κάποιο βουνό από μια πολύβουη πόλη.
«Μη μιλάς λες και χάθηκε για πάντα» με μαλώνει η Ντάνι. Φοράει ένα ψάθινο καπέλο λες και πάμε στις Κάνες εκδρομή. Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά, αλλά δεν έχει και τόσο ήλιο. «Θα τον βρούμε. Το θέμα είναι τι θα του πεις μετά» είναι η πρώτη φορά που μου το λέει. Ξέρω ότι αυτό το ερώτημα εκκρεμεί. Δεν ξέρω τι θα του πω. Έχουν παίξει όλα τα σενάρια στο μυαλό μου αυτές τις μέρες. Νομίζω ότι θα σπάσει η καρδιά.
 «Δεν έχω απάντηση σε αυτό» απαντάω μετά από μια παρατεταμένη σιωπή. Δεν ξέρω. Αν τον δω και βεβαιωθώ ότι είναι καλά, το πιο πιθανό είναι να κάνω μεταβολή και να φύγω. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πώς θα αντιδράσει η καρδιά μου. Πώς θα αντιδράσει κι εκείνος. «Μακάρι να τον βρούμε και…»

«Θα τον βρούμε! Έχω καλό προαίσθημα» λέει γλυκά η Ντάνι και παρόλο που μας χωρίζει μόνο μία ώρα από τον τελικό προορισμό μας, επιβραδύνει. Θα τη σκοτώσω. 

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 51-καμια ιδεα πού να ψάξουμε;

Κεφάλαιο 51

Το μυαλό μου ενεργοποιήθηκε με το που την είδα να βγαίνει από την πόρτα. Η πρώτη μου κίνηση ήταν να βάλω την παλιά σιμ στο κινητό μου. Δεν είχα μηνύματα. Επειδή είχα κλείσει καιρό το κινητό μπορεί βέβαια να είχαν διαγραφεί. Μετά τηλεφώνησα στην Ντάνι και την ενημέρωσα για όσα είχαν συμβεί. Ευτυχώς ήταν μόνη της όταν την πήρα γιατί δεν ήθελα να ακούσει ο Πίτερ ότι την απασχολώ στο μήνα του μέλιτος. Η φίλη μου ανησύχησε κι εκείνη για τον Κίραν και μου υποσχέθηκε να βοηθήσει όπως μπορεί τόσο από μακριά όσο και από κοντά, μιας και σε λίγες μέρες επέστρεφε.
«Τον έχω μπλοκάρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης» της λέω. «Πρέπει να μου πεις εσύ αν βλέπεις κάτι να έχει αλλάξει».
«Κλείσε και σε παίρνω» μου λέει η φίλη μου και πράγματα με ξανακαλεί σύντομα, αφού έχει ρίξει μια ματιά στο λογαριασμούς της. Δεν τον έχει μπλοκάρει εκείνη.
«Τίποτα…τζίφος…» μου λέει. Με κυριεύει απογοήτευση. «Αν αποφάσισε να χαθεί από όλους και από όλα όμως, είναι λογικό να μην έχει ανεβάσει κάποια ανάρτηση σχετικά με το πού βρίσκεται».
«Ήλπιζα για κάποιο στοιχείο…ίσως αν ανέβαζε κάποια φωτογραφία θα μπορούσα να υποθέσω πού είναι, ή να δούμε την τοποθεσία».
«Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Ψάχνουμε μια βελόνα στα άχυρα» λέει η Ντάνι. Ο Κίραν δεν είναι βελόνα όμως. Θα τον βρω. Πρέπει να μάθω αν είναι καλά. Ποιος ξέρει τι του έκανε η μέγαιρα, πόσο τον πίεσε.
«Θα στείλω μήνυμα στου φίλους του που μου είχε συστήσει να τους ρωτήσω τι ξέρουν. Η μητέρα του σίγουρα δεν τους γνωρίζει όλους» ενημερώνω την Ντάνι και συμφωνεί.
«Υπάρχει κάποιο μέρος που να είναι…δικό του; Κάποιο σπίτι; Κάποιο εξοχικό;» με ρωτάει.
«Δεν ξέρω. Όπως αποδείχτηκε, δεν είχα ιδέα για την ακριβή οικονομική του κατάσταση. Πώς μπορώ να ξέρω τι σπίτια έχει; Αμφιβάλλω αν έχει κάτι γραμμένο στο όνομά του, και επίσης είναι απίθανο να πάει εκεί αν υπήρχε ένα τέτοιο μέρος, γιατί η μητέρα του θα έστελνε αμέσως εκεί κάποιον να τον ψάξει».
«Σου έχει αναφέρει κάποιο μέρος; Κάπου που έχει πάει και του άρεσε;» επιμένει η φίλη μου. Δεν μου έρχεται τίποτα στο μυαλό. Χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ και μου υπόσχεται να με πάρει το πρωί.

Στέλνω αμέσως μήνυμα στου φίλους του ότι ο Κίραν αγνοείται και τον ψάχνω. Απαντάνε μόνο δύο από τους τρεις αμέσως. Ο Τζέικ και ο Ντέμιεν. Ο Ντέμιεν μάλιστα μού τηλεφωνεί. Δεν είχαν ιδέα ότι ο Κίραν είχε φύγει. Νόμιζαν ότι απλά είχε δουλειά και είχε χαθεί. Απορώ που δεν τους προσέγγισε η μητέρα του αλλά θεωρώ ότι το έκανε για να μη διαρρεύσει το «δυσάρεστο γεγονός». Και φυσικά ίσως δεν ήξερε καν πόσο καλοί φίλοι του γιου της ήταν. Το πιο πιθανό είναι να ήξερε μόνο τους φίλους του που κινούνταν στον κύκλο τους.

Προσπαθώ να ηρεμήσω και να σκεφτώ αν μου είχε αναφέρει ποτέ κάτι, αλλά τζίφος. Ούτε να ηρεμήσω μπορώ, ούτε να θυμηθώ τίποτα. Ίσως έχει στραφεί προς την οικογένεια του πατέρα του. Μπορεί να έχει πάει εκεί. Θυμάμαι να μου λέει ότι ζει η θεία του και έχει ξαδέρφια από εκείνη τη μεριά, αλλά τίποτα άλλο. Ούτε μου είχε πει ποτέ να τους επισκεφτούμε, ούτε μου είχε πει σε ποια πολιτεία μένουν.


Κοντεύει να χαράξει και ακόμα στριφογυρίζω στο κρεβάτι χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ. Δεν ξέρω πώς θα πάω αύριο στη δουλειά. Σκέφτομαι την τελευταία φορά που τον είδα. Ποιος ξέρει πώς ένιωσε. Με είδε λαμπερή, να γελάω και να περνάω καλά, ανάμεσα σε φίλες και φίλους. Μπορεί να ένιωσε ότι δεν είχε άλλη διέξοδο, ότι δεν υπήρχε μέλλον για εμάς. Και ίσως έτσι θα ήταν αν δεν έφευγε. Αλλά ο τρόπος που τραντάζεται το κορμί μου από τον τρόμο μήπως δεν είναι καλά, η θλίψη που με έχει πνίξει στην ιδέα ότι μπορεί να μην τον ξαναδώ, κάνει ξεκάθαρο μέσα μου ότι εκείνος κι εγώ δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. 

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

κεφάλαιο 50- γλυκύτατη

Κεφάλαιο 50

«Τι εννοείτε;» ρωτάω, ανίκανη να ενώσω τις νοηματικές τελίτσες. Είναι σαν να άδειασε το λεξικό στο μυαλό μου και οι λέξεις που μου λέει δε σημαίνουν τίποτα.
«Σημαίνει ότι μας άφησε ένα σημείωμα που λέει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει σε ένα γάμο συμφέροντος, και ότι θέλει να μείνει μόνος του».
«Και τι άλλο;» αρχίζει ο πανικός να μου κόβει τα πόδια. Σηκώνομαι νευρικά και ξανασωριάζομαι στην πολυθρόνα.
«Ότι θέλει να βρει τον εαυτό του» λέει η μητέρα του σαφώς απορρίπτοντας τις προθέσεις του γιου της, αν κρίνω από το ειρωνικό ύφος της.
«Μπορεί να έχει πάει κάποιο ταξίδι» ψελλίζω.
«Λες να μην το ψάξαμε; Την επόμενη κιόλας μέρα έβαλα ιδιωτικό ντετέκτιβ. Παρακολουθούσαμε εσένα μήπως και ήρθε εδώ. Αλλά όχι. Επίσης ελέγξαμε τις πιστωτικές κάρτες του. Δεν έχει κάνει κράτηση εισιτηρίων. Πήρε το αμάξι του. Μόνο αυτό».
«Αφού είδατε ότι δεν ήρθε εδώ, τότε γιατί…»
«Μπορεί να είστε σε επικοινωνία» απαντάει στην πρόταση που δεν με άφησε να ολοκληρώσω.  «Μπορεί να έχετε κανονίσει κάτι κρυφά. Να έφυγε πρώτος και να τον συναντήσεις κάπου αργότερα» συνεχίζει ακάθεκτη το παραλήρημα.
«Δεν είμαστε μαζί. Έχω αλλάξει κινητό και δεν έχει τον καινούργιο αριθμό. Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν, όπως σας προείπα, από μακριά. Δε μου μίλησε. Δεν ξέρω πώς μπορώ να βοηθήσω…» λέω με όση δύναμη έχει απομείνει μέσα μου. Ξαφνικά νιώθω ένα αβάσταχτο κενό. Ο Κίραν… Αγνοείται. Είναι καλά; Πόσο μπορεί να πιέστηκε για να κάνει κάτι τόσο τρελό;
«Γι’ αυτό δεν ήθελα να μπλέξει με μια γυναίκα σαν κι εσένα!» πετάει με κακία μετά από μια παρατεταμένη σιωπή  που πίστευα ότι σήμαινε ότι δεν έχει τι άλλο να μου πει και ότι θα μου αδειάσει τη γωνιά να δω τι μπορώ να κάνω.
«Με μια γυναίκα σαν τη Λινέτ θα ήταν ασφαλής. Ευτυχισμένος. Δεν το πιστεύω ότι πέταξε μια τέτοια ευκαιρία στα σκουπίδια για σένα!» έχει το θράσος να με δείξει με το δείχτη τη σαν να είμαι σκουπίδι. Ειλικρινά δε με νοιάζει τίποτα πια, αλλά δε θέλω να την αφήσω να νομίζει ότι με πληγώνει.
«Πώς ξέρετε ότι έχω κάποια σχέση με την εξαφάνισή του; Άφησε τη Λινέτ και εσάς. Αυτό δε σημαίνει ότι θέλει εμένα» της θυμίζω.
«Είμαι σίγουρη ότι εσύ τον έχεις τρελάνει. Έφυγε για να διαλύσει το γάμο και σκοπεύει να γυρίσει μετά από καιρό και να τα ξαναβρείτε».
«Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα τον περιμένω;» τη ρωτάω για να την κλονίσω, αλλά μέσα μου αυτό που λέω ακούγεται ψεύτικο. Δεν κάθομαι να το αναλύσω.
«Ο γάμος είναι σε λίγες βδομάδες. Σκοπεύω να τον βρω και να τον πείσω να παντρευτεί. Αν μιλήσετε θέλω να το ξέρω. Μόνο έτσι θα μου αποδείξεις ότι δεν τον θέλεις πια» με τυλίγει σε μια κόλλα χαρτί. Είναι έξυπνη. Το ίδιο και εγώ όμως. Μόνο που εγώ έχω και συναισθήματα.
«Δε σας νοιάζει αν είναι καλά; Μόνο ο γάμος σας νοιάζει;»
«Ο Κίραν ξέρει να προσέχει τον εαυτό του» λέει σκληρά. Ψάχνω μέσα στα μάτια της κάποια μητρικό ένστικτο, μια κάποια ανησυχία. Τίποτα. Μόνο συμφέρον.
«Αν δεν έχει πειράξει τους τραπεζικούς λογαριασμούς του πώς θα έχει χρήματα; Τι θα κάνει;» αναρωτιέμαι μεγαλόφωνα. «Μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα, να χρειάζεται κάτι».
«Για κάποια που δεν ενδιαφέρεται, κάνεις πολλές ερωτήσεις».
«Δεν είπα ποτέ ότι δεν ενδιαφέρομαι. Μόνο ότι έχει τελειώσει η σχέση μας. Σε αντίθεση με εσάς με νοιάζει το καλό του Κίραν».
«Πώς τολμάς; Είμαι η μητέρα του!» θυμάται ξαφνικά.
«Αν ήσασταν σωστή μητέρα θα ζητούσατε τη βοήθειά μου. Θα έπρεπε να βοηθήσει η μία την άλλη να τον βρούμε. Να σιγουρευτούμε ότι σωματικά και ψυχολογικά είναι καλά. Δεν έπρεπε να είμαστε διχασμένες».
«Έχω βοήθεια. Από εσένα θέλω μόνο να με ενημερώσεις αν μάθεις το οτιδήποτε για εκείνον. Η ημερομηνία του γάμου πλησιάζει. ¨Έχουμε στείλει προσκλήσεις. Όλα είναι έτοιμα». Κάτι σε όλα αυτά που λέει μου προκαλεί γέλιο. Με κοιτάει θυμωμένη.
«Αλήθεια περιμένετε ότι θα γίνει ο γάμος; Και πάνω από όλα, η κοπέλα πώς νιώθει για όλο αυτό; Θα τον δεχτεί πίσω αν γυρίσει; Πόσο απεγνωσμένες είστε;» συνεχίζω να γελάω. Δείχνει πραγματικά εξοργισμένη αλλά δεν με νοιάζει καθόλου.
«Η Λινέτ σέβεται τους δικούς της και καταλαβαίνει ότι από μια τέτοια ένωση μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να προκύψουν. Δεν είναι χαρούμενη με τις τελευταίες εξελίξεις, αλλά είναι διατεθειμένη να προσπαθήσει για τη σχέση τους».
«Για τη σχέση τους» επαναλαμβάνω και γελάω. Το γέλιο μετατρέπεται σε κλάμα απότομα. Η γυναίκα απέναντί μου, που δεν μπήκε καν στον κόπο να μου πει το όνομά της, με κοιτάει. Δεν ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα. Σηκώνεται απότομα αλλά δεν κάνει βήμα.
«Είπα αυτό που ήθελα να πω. Πάρε την κάρτα μου» αφήνει ένα χαρτάκι στο τραπεζάκι, χωρίς να μου το δώσει στο χέρι. «Αν μάθεις κάτι, πες μου».
«Κι εσείς παρακαλώ, αν μάθετε κάτι. Αμφιβάλλω ότι ο Κίραν θα επικοινωνήσει μαζί μου».
«Αν σκεφτείς κάτι ή κάποιον που μπορεί να με βοηθήσει, να μου πεις» λέει κοφτά.

«Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ που μπορεί να σας βοηθήσει» της λέω συνοδεύοντάς τη στην πόρτα «είναι ότι με αυτή τη νοοτροπία που έχετε δε θα τον βρείτε. Και αν τον βρείτε, δε θα θέλει ούτε να σας δει. Πρέπει να τον πιέσατε πολύ, για να φύγει μακριά σας. Να είστε πρώτα μητέρα του και μετά όλα τα υπόλοιπα» της λέω απλά. Με κοιτάει ανέκφραστη, αλλά νιώθω ότι σκέφτεται όσα της λέω. Γνέφει θετικά και χωρίς να γυρίσει πίσω της,  βγαίνει από το διαμέρισμά μου. Ελπίζω για τελευταία φορά.