Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Κεφάλαιο 50-τέλος

"Νομίζω ότι αυτός ο γάμος ήταν ο καλύτερος" χαμογέλασε η Ινγκριντ ενώ ο Τζάρεντ τήν κρατούσε σφιχτά πάνω του. Χόρευαν ένα αργό βαλς στη μικρή δεξίωση μετά την τελετή.
"Αν θες μπορούμε κάθε χρόνο να κάνουμε μια μικρή γιορτή και να φοράς νυφικό" γέλασε εκείνος. 'Ηξερε πόσο είχε χαρεί την επιλογή του νυφικού αυτή τη φορά.
"Δεν είναι κακή ιδέα. Και να μαζευόμαστε λίγοι και καλοί φίλοι" του είπε, δείχνοντάς του τον θείο της και τα ξαδέρφια της, φίλους τους και από τα δύο νησιά αλλά και από το εξωτερικό. Και φυσικά τους γονείς του. Ναι, είχαν έρθει. Ο πατέρας του είχε πει το αμίμητο "δεν μπορώ να ζητήσω συγγνώμη, γιατί δεν έχω μάθει πώς, αλλά υπόσχομαι να μην ξαναμπλεχτώ στα πόδια σας". Ο Τζάρεντ τη ρώτησε πώς θα ένιωθε αν τον καλούσαν και εκείνη δέχτηκε αμέσως. Η καρδιά της δεν είχε χώρο για μίσος. Ήθελε να βάλει τελεία σε όλο αυτά.
"Σου έχω μια έκπληξη" τη φίλησε εκείνος. "Θέλω να μετακομίσουμε στο δικό μας σπίτι και αγόρασα ένα. Δεν είναι παλάτι, αλλά είναι άνετο. Θέλω να το διακοσμήσεις εσύ και να το γεμίσουμε με δικε΄ς μας αναμνήσεις. Τι λες;" τη ρώτησε. Εκείνη είχε ήδη συγκινηθεί.
"Σου έχω κι εγώ μια έκπληξη" έγλειψε τα χείλη της ντροπαλά. "Είμαι έγκυος".

Ο Τζάρεντ έχασε το βήμα του και κοκάλωσε. Μυριάδες συναισθήματα πέρασαν από το πρόσωπό του αλλά τελικά χαμογέλασε. Πλατιά. και τη σήκωσε στον αέρα. Ολοι σταμάτησαν και τους κοίταξαν!
"Είμαι πολύ ευτυχισμένος μαζί σου. Μου φτάνεις και μου περισσεύεις. Αλλά ένα παιδί θα μας ολοκληρώσει".
"Είσαι σίγουρος ότι είσαι έτοιμος;" τον ρώτησε αγχωμένη.
"Είμαι μαζί σου και αυτό με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Θα κάνουμε την πιο όμορφη οικογένεια. Σε αγαπώ πολύ, κορίτσι μου" τη φίλησε.
"Κι εγώ, ζωή μου" ανταπέδωσε κι εκείνη.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

κεφάλαο 49- ψαχνω νυφικο

49
«Τι θέλεις; Να της πω να έρθει ως εδώ και να σου το πει η ίδια;» τη ρώτησε ανυπόμονα. H Ίνγκριντ ήταν πολύ συγκρατημένη αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να ρωτήσει για το επίμαχο στιγμιότυπο με την Ιρένε. Το είχε τολμήσει ενώ έκαναν ηλιοθεραπεία σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής μερικά ναυτικά μίλια νότια του Άγιου Δομίνικου. Στο νησί υπήρχαν πέντε έξι οικογένειες και μερικά ζευγάρια. Ήταν τόσο ήρεμα και γαλήνια που είχε καταφέρει να χαλαρώσει και να ξεχάσει όλα τα μαύρα σύννεφα. Σχεδόν δηλαδή.
«Γιατί; Σου έλειψε;» τον προκάλεσε. Μάλλον φερόταν παιδιάστικα, αλλά ήθελε απαντήσεις και με την πολλή ανωτερότητα δεν ήταν σίγουρη ότι θα φτάσει κάπου.
«Παραπάτησε και την  έπιασα από το χέρι. Συμπέσαμε στη Νέα Υόρκη και βγήκαμε για φαγητό 2 φορές. Ξέρεις ότι είμαστε φίλοι».
«Μόνο;»
«Δηλαδή μου λες ότι πιστεύεις ότι μετά από όσα έγιναν μεταξύ μας έτρεξα στην αγκαλιά της και επέτρεψα να μας βγάλουν φωτογραφία χεράκι χεράκι; Πόσο τέρας νομίζεις ότι είμαι;» εκνευρίστηκε εκείνος και έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του για να την κοιτάξει. Η Ίνγκριντ ανασηκώθηκε στη σεζ λονγκ της κάτω από την ομπρέλα από καλάμια. Τον κοίταξε κι εκείνη.
«’Ησουν εκνευρισμένος. Δεν ξέρω τι ήσουν διατεθειμένος να κάνεις».
«Θα τη πάρω τώρα τηλέφωνο και θα της ζητήσω να έρθει στο παλάτι μόλις γυρίσουμε να σε πείσει ότι δεν κάναμε τίποτα».
«Γιατί να την πιστέψω;»
«Μην πιστέψεις εκείνη!» φώναξε εκνευρισμένος. Ευτυχώς βρίσκονταν σε μια απόμερη παραλία. «Πίστεψε εμένα» ακούμπησε την παλάμη του στο στήθος του. «Πίστεψε ότι είμαι εδώ τώρα μαζί σου και σε παρακαλάω να με ακούσεις. Ότι τα παράτησα όλα για να είμαστε μαζί, για να χαλαρώσουμε, για να σε κερδίσω πάλι. Γιατί βάζεις τρικλοποδιές; Ο Πάτρικ είναι στην Ιαπωνία, οι Ελεύθεροι είναι στη φυλακή, ο πατέρας μου είναι στη θέση που του αρμόζει, παροπλισμένος στο παλάτι του και έχω να του μιλήσω δύο βδομάδες. Είμαστε επιτέλους μαζί, ευτυχισμένοι. Κάνουμε έρωτα. Ταξιδεύουμε. Τι άλλο θέλεις;»
«Δεν ξέρω. Ανησυχώ ότι κάτι κακό θα συμβεί».
«Να μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. Δε θα αφήσω τίποτα και κανέναν να μπει ανάμεσά μας. Ούτε καν την υπερδραστήρια φαντασία σου!» γέλασε. Η Ίγκριντ όχι.
«Γελάς και το παίζεις άνετος, αλλά δεν ένιωθες έτσι κάθε φορά που με πλησίαζε ο Πάτρικ και εγώ δε φωτογραφήθηκα ποτέ μαζί του κατά τη διάρκεια του χωρισμού μας χέρι-χέρι» του θύμισε.
«Μη μου το θυμίζεις τώρα» έκανε εκείνος ένα μορφασμό.
«Βλέπεις;» χαμογέλασε τώρα εκείνη με τη σειρά της και άπλωσε λίγο αντηλιακό στο πρόσωπό της. Είχε ήλιο, αλλά ευτυχώς όχι έντονο. Εκείνος τη χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο.
«Ευτυχώς απαλλαχτήκαμε από το κάθαρμα. Και από εκείνη τη σκύλα, τη Μάργκαρετ» ξεφύσησε.
«Ακόμα δεν το πιστεύω ότι η Μάργκαρετ πουλούσε πληροφορίες. ‘Ηταν η πιο ήσυχη και η πιο γλυκιά από τις καμαριέρες μου».
«Η ομάδα ασφαλείας μας την ξεσκέπασε σε πέντε μέρες.  Οι δικοί μας προσπαθούσαν μήνες και δεν τα είχαν καταφέρει» ειρωνεύτηκε εκείνος τις τάχαμ προσπάθειες της παλιάς ομάδας, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Πάτρικ.
«Δεν ξέρεις ποιον να πιστέψεις πια» μονολόγησε εκείνη. Εκείνος σηκώθηκε και έκατσε στη σεζ λονγκ της με τους αγκώνες πάνω στα γόνατα.
«Εμένα να πιστέψεις» την κοίταξε στα μάτια. «Δε θα φύγω ποτέ από κοντά σου και θέλω να είμαστε μαζί μέχρι να γεράσουμε. Σε αγαπώ. Σε αγαπώ πάρα πολύ. Μου κόβεται η ανάσα όταν σε βλέπω και δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή μου μακριά σου. Σταμάτα να ανησυχείς και να φοβάσαι και αφέσου. Αφέσου σε εμάς» κατέληξε αποφασιστικά. Εκείνη τον κοιτούσε με μισάνοιχτο το στόμα.
«Με…με αγαπάς;» ψέλλισε εκείνη. Ο Τζάρεντ έσμιξε τα φρύδια.
«Φυσικά. Γιατί ρωτάς;» τη ρώτησε.
«Δε μου το έχεις ποτέ» τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και σκόρπισε φιλιά στο πρόσωπό του. «Νόμιζα ότι μόνο εγώ σε αγαπούσα».
«Με αγαπάς κι εσύ;» ρώτησε εκείνος χαμογελαστός. «Τι σύμπτωση! Νομίζω ότι μόνο ένα πράγμα μένει να κάνουμε» της είπε.
«Ποιο;» αναρωτήθηκε δυνατά, ενώ την έσφιγγε πάνω του.
«Νομίζω ότι πρέπει να παντρευτούμε!» την αιφνιδίασε.
«Μα…είμαστε ήδη παντρεμένοι» του θύμισε.
«Την πρώτη φορά παντρευτήκαμε επειδή έπρεπε. Αυτή τη φορά θέλω να παντρευτούμε γιατί θέλουμε. Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε χώρια. Επειδή είμαστε τρελά ερωτευμένοι. Πες μου ότι θες κι εσύ!» την παρακάλεσε όλο αγωνία. Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Τον φίλησε απαλά στα χείλη.
«Σε πιστεύω, σε εμπιστεύομαι και εναποθέτω την καρδιά μου και το μέλλον μου στα χέρια σου» του είπε σοβαρά και είδε στα μάτια του ότι τον συγκίνησε. Δεν ήθελε να φοβάται πια. Τον αγαπούσε και αυτό της έφτανε. Όχι άλλα φράγματα. «Δέχομαι!» τσίριξε. «Αλλά αυτή  τη φορά θέλω να φορέσω μοντέρνο νυφικό. Ό,τι θέλω εγώ. Όχι δαντέλες και πολλά πολλά. Ένα μικρό, ρομαντικό γάμο! Θα πούμε ότι ανανεώνουμε τους όρκους μας. Δε χρειάζεται καν να μαθευτεί. Δυο τρεις φίλοι κι εμείς. Συμφωνείς;»

«Δεν έχεις ιδέα πόσο» τη φίλησε ξανά. 



Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

κεφάλαιο 48-σχέδιaaaa

48

«Τι θες να κάνουμε;» ρώτησε ο Τζάρεντ την ‘Ινγκριντ λίγες μέρες μετά. Είχαν γυρίσει στη Γρεδόρα πριν από δύο μέρες γιατί έπρεπε να παρευρεθούν σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση. Κοιμόντουσαν ακόμα σε διαφορετικά κρεβάτια και η σχέση τους είχε κάπως εξομαλυνθεί, αλλά δεν ήταν…μαζί. Ο Τζάρεντ προσπαθούσε σθεναρά να τη φέρει πιο κοντά του αλλά εκείνη ήταν ακόμα σοκαρισμένη από τη απαγωγή και πληγωμένη από τη στάση του πριν από αυτή, με αποτέλεσμα να μην είναι έτοιμη να επιστρέψει στην αγκαλιά του, όσο και αν το ήθελε.
«Να κόψουμε κεφάλια» του είπε εκείνη πικραμένη αλλά και αποφασισμένη. «Πρώτον θα στείλουμε όλες τις καμαριέρες να δουλέψουν σε άλλες θέσεις. Δε θα είναι καμιά κοντά μας».
«Είναι καλή ιδέα, αλλά νόμιζα ότι είσαι δεμένη μαζί τους» της θύμισε εκείνος. Έδειχνε να απορεί με την ξαφνική αποφασιστικότητά της αλλά η Ινγκριντ είχε σκληρύνει μετά την πολλαπλή προδοσία που υπέστη.
«Κάποια από όλες πούλησε πληροφορίες. Δε θέλω να μάθω ποια. Θέλω να φύγουν όλες. Να προσλάβουμε ξένες. Θα τις αλλάζουμε κάθε έξι μήνες ώστε να μην πολυγνωριζόμαστε»  του εξήγησε.
«Και για το άλλο θέμα;» ρώτησε εκείνος μετά από μια μακρά παύση. Βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη. Εκεί όπου είχαν τσακωθεί λίγο πριν χωρίσουν οι δρόμοι τους. Ήταν το μόνο μέρος όπου ένιωθαν ασφάλεια, να μιλήσουν λίγο πιο χαλαρά, παρόλο που και για τους δύο ήταν λίγο αμήχανο να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου είχαν ανταλλάξει σκληρά λόγια. ‘Επρεπε όμως να τραβήξουν το τσιρότο κάποια στιγμή. «Ξέρω ότι είναι μεγάλο σοκ, αλλά μπορώ να…».
«Όχι Τζάρεντ. Δε χρειάζομαι βοήθεια» του είπε για εικοστή φορά σήμερα. Της είχε πει τα νέα σχεδόν φοβισμένος για την αντίδρασή της. Αλλά κάπου μέσα της την ήξερε ήδη την αλήθεια. Είδε συνθέσει τα κομμάτια του παζλ κατά την κράτησή της από τους απαγωγείς. «Δε χαίρομαι που απέδειξες ότι ο Πάτρικ είναι πίσω από όλα αυτά. Αυτό που με σόκαρε δεν ήταν ότι ο καλύτερος φίλος μου ήθελε να με αποδυναμώσει. Αυτό που με σόκαρε ήταν ότι δεν μου είχε περάσει ποτέ πριν από το μυαλό. Σκέφτηκα αμέσως ότι εσύ είσαι πίσω από όλα αλλά εκείνος…ποτέ. Ποτέ δε σκέφτηκα ότι θέλει να μου κάνει κακό».
«Δεν είναι μόνο ο Πάτρικ. Ήσουν μπροστά όταν η ομάδα μας μας παρουσίασε τα ευρήματα της έρευνας. Ο Πάτρικ συνεργαζόταν με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω ποιος το υποκίνησε και λίγο με νοιάζει. Το θέμα είναι ότι αυτοί οι δύο είχαν πάρε δώσε. Το ήξερα πριν παντρευτούμε ότι έχουμε κάποιον μεσάζοντα στο παλάτι, αλλά δεν ήξερα όνομα. Ο πατέρας μου γρήγορα κατάλαβε ότι δε σε μισώ και σταμάτησε να μου λέει πολλά. Δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ. Συνωμοτούσε πίσω από την πλάτη μου ενώ ήξερε πώς νιώθω για σένα».
«Ήξερε;»
«Φυσικά. Δεν του το είχα πει με πολλά λόγια, αλλά καταλάβαινε ότι σε σέβομαι και θέλω να σε προστατεύσω».
«Γιατί να μας πιέζει να κάνουμε παιδιά και από την άλλη να θέλει να μου κάνει κακό;»
«Υποθέτω ήθελε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Μάλλον απλώς ήθελε να σε έχει του χεριού του. Να αποδυναμώσει την εικόνα σου και να σε μειώσει στα μάτια του λαού. Να μου κάνεις ένα παιδί και μετά σιγά σιγά να σε περάσει στην αφάνεια».
«Ποτέ» είπε η Ινγκριντ δυναμικά.
«Μαζί σου» χαμογέλασε εκείνος ενθαρρυντικά. «Αλλά θέλω να μην δράσουμε σπασμωδικά πριν ξεκαθαρίσουν όλα» της είπε και τη χάιδεψε στο κεφάλι. Δεν τον άφηνε να την πλησιάσει πολύ, αλλά ένα απλό χάδι το δεχόταν. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα και εκείνος το σεβόταν, παρόλο που την φλέρταρε κανονικά.
«Έχεις δίκιο και θα το κάνουμε. Γιατί μάθαμε ότι ο πατέρας σου και ο Πάτρικ είχαν κανονίσει όλα τα δημοσιεύματα που είχαν διαρρεύσει στα ΜΜΕ, αλλά δεν αποδείχτηκε να έχουν συμμετοχή στην απαγωγή μου. Πρέπει να δώσουμε λίγο χρόνο στους άντρες να φτάσουν στην άκρη του νήματος».
«Έχω την εντύπωση ότι δε θα έχουν φτάσει μέχρι εκεί. Αν θες τη γνώμη μου είναι δουλειά των Ελεύθερων. Ίσως είχαν κάποια βοήθεια εκ των έσω αλλά δε νομίζω να φταίνε ο πατέρας μου και ο Πάτρικ. Εκτός αν είναι τρελοί. Γιατί όποιος άνθρωπος έχει σώας τα φρένας δε θα τα έβαζε μαζί μου. Μαζί σου».
«Εντωμεταξύ αύριο θα ανακοινώσω στον Πάτρικ την απόφασή μου να αποχωρήσει από τη χώρα. Σκέφτηκα να τον στείλω ως πρόξενο κάπου μακριά».
«Καλά θα κάνεις» έγνεψε θετικά. «Ας είναι μακριά, γιατί κάθε φορά που τον βλέπω θέλω να τον σκοτώσω. Ξέρει ότι ξέρουμε;» τη ρώτησε απλά.
«Νομίζω ότι έχει καταλάβει ότι είμαι ψυχρή, αλλά δεν ξέρει ακριβώς γιατί. Θα μάθει αύριο. Θα του ζητήσω να ξεκουμπιστεί από εδώ μέσα σε 24 ώρες. Με τον πατέρα σου τι θα κάνουμε;».
«Θα του ανακοινώσω απλά ότι ξέρουμε τι έκανε και θα τον απειλήσω ότι θα το δημοσιοποιήσω. Δε θα τολμήσει να με προκαλέσει. Είχαμε μια συζήτηση οι δύο μας όσο σε κρατούσαν και νομίζω ότι κατάλαβε μερικά πράγματα για το πώς νιώθω για σένα» της ξεκαθάρισε.
«Μάλιστα» χαμογέλασε εκείνη μετά από λίγη ώρα. «Και πώς νιώθεις;» τόλμησε να τον ρωτήσει. ‘Εβλεπε στα μάτια του το ζεστό ενδιαφέρον και την επιθυμία να είναι κοντά της με κάθε τρόπο, αλλά δεν ήξερε πώς να συνεχίσει.
«Ας πούμε απλά…» σηκώθηκε από τη δερμάτινη πολυθρόνα του και κάθισε δίπλα της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του με μια δυνατή κίνηση. «Ας πούμε ότι δεν πρόκειται κανείς να μας χωρίσει ποτέ ξανά» ακούμπησε ένα απαλό φιλί στο κεφάλι της.
«Να σου πω την καθαρή μου αλήθεια» είπε εκείνη και χαλάρωσε κάπως στην αγκαλιά του. Της είχε λείψει να τον έχει κοντά της. Τόσες μέρες κρατούσε διακριτικά τις αποστάσεις του, αλλά ταυτόχρονα έδειχνε έντονα το ενδιαφέρον του. «Δε μου έλειψες καθόλου» του είπε ψέματα. Εκείνος δεν έδειξε να την πιστεύει αν έκρινε από το χαμόγελό του. «Αλλά όταν κλότσησες την πόρτα και σε είδα να μπαίνεις μέσα στο δωμάτιο…ξέχασα για λίγο πού ήμουν. Ξέχασα ακόμα και το όνομά μου!».
«Τι λες; Για πότε μιλάς;» τη ρώτησε εκείνος.
«Για τη μέρα που με βρήκες. Σε έβλεπα στα όνειρά μου και ήμουν σίγουρη ότι θα έρθεις να με βρεις. Προσευχόμουν να γίνει έτσι. Αλλά όταν τελικά ήρθες, και σε είδα ντυμένο με μαύρη στρατιωτική στολή, να κρατάς το όπλο σου και να δείχνεις τόσο απειλητικός, αλλά και σέξι ταυτόχρονα…ξέχασα ότι ήμουν θύμα απαγωγής και άρχισα να σκέφτομαι…άλλα πράγματα. Είναι παράξενο ε; Και εμένα μου φαίνεται παράξενο, αλλά…ουάο…» αναστέναξε. Εκείνος την κοιτούσε μπερδεμένος.
«Εμ…δεν ξέρω τι να πω. Δεν σκόπευα να σου αρέσω όταν φορούσα τη στολή μου. Αλλά χαίρομαι. Μήπως θες να τη βρω και να τη φορέσω απόψε;» της πρότεινε. Εκείνη δεν απάντησε.
«Μπορείς να το κάνεις κάποια στιγμή, αλλά προς το παρόν δε νιώθω ότι χρειάζεται να φορέσεις κάτι για να με κερδίσεις» του είπε προκλητικά. Εκείνος χαμογέλασε, λες και η καρδιά του μπήκε στη θέση της.
«Έμαθες τίποτα από το βιβλίο που διάβαζες πριν χωρίσουμε;» τον ρώτησε, ενώ βολευόταν ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά του. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν χωρίσαμε ποτέ» απέφυγε την ερώτηση.
«Αν θυμάμαι καλά διάβαζες το ‘η ψυχολογία της γυναίκας και πώς να την κάνεις ευτυχισμένη’. Έμαθες τίποτα;» επέμεινε εκείνη.
«Έμαθα ότι πρέπει να ακούω τις επιθυμίες σου» είπε εκείνος σοβαρά. Η Ινγκριντ σούφρωσε τα χείλη της και πετάρισε τις βλεφαρίδες της. Της είχε λείψει. Δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν η καλύτερη απόφαση αλλά ήθελε να τον νιώσει πολύ κοντά της.
«Και τι ακούς τώρα;» του ψιθύρισε βραχνά στο αυτί.
«Ακούω…μουσική» χαμογέλασε εκείνος ξανά και την φίλησε.

Αποτέλεσμα εικόνας για justice joslin all black


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

κεφάλαιο 47-νιάου νιάου

47
«Μίλα μου λίγο, κορίτσι μου» είπε ο Τζάρεντ το επόμενο μεσημέρι. Βρίσκονταν σε μια αγροικία που ανήκε σε έναν φίλο του και του είχε εμπιστευτεί τα κλειδιά ώστε να απομονώνεται εκεί όταν θέλει λίγη ηρεμία.  Δεν ήταν ότι δεν εμπιστευόταν κανέναν. Πάνω από 30 μέλη των Ελεύθερων είχαν συλληφθεί και η ομάδα είχε αποδυναμωθεί σημαντικά. Γύρω από την αγροικία περιπολούσε η ομάδα από την Ελβετία, την οποία σκεφτόταν σοβαρά να προσλάβει μόνιμα καθώς και δέκα αστυνομικοί. Το ήξερε ότι υπερέβαλε αλλά δε θα ρίσκαρε ξανά με την ασφάλειά της.
«Είμαι κουρασμένη» ψέλλισε εκείνη. Κοιμόταν σχεδόν από τη στιγμή που την έφερε σπίτι, μετά τη γρήγορη εξέταση από το γιατρό του. Τον είχε διαβεβαιώσει ότι είναι καλά, αλλά θα ήθελε να μείνει μερικές μέρες σε προστατευμένο περιβάλλον ώστε να είναι ήρεμη και να αποφύγουν τυχόν κρίση μετατραυματικού στρες.
«Μίλα μου λίγο» της φίλησε το μέτωπο τρυφερά, αλλά εκείνη σε σάλεψε. «Μου έλειψες τόσο και κόντεψα να τρελαθώ όταν χάθηκες».
«Λυπάμαι αν διέκοψα τις διακοπές σου» του είπε εκείνη κλείνοντας τα μάτια της. Είχε φοβερό πονοκέφαλο. «Μπορείς να επιστρέψεις στις εξωσυζυγικές σου δραστηριότητες» συνέχισε.
«Μα τι λες;» κάθισε δίπλα της. Είχε κοιμηθεί στον καναπέ, και την άφησε να ηρεμήσει λιγάκι, αλλά σήμερα δεν μπορούσε να κρατηθεί. «Ποιες εξωσυζυγικές δραστηριότητες; Παραδέχομαι ότι χωρίσαμε λίγο απότομα και, ναι, ήμουν πικραμένος, αλλά για τι με κατηγορείς; Εγώ ποτέ δε σε απάτησα» είπε δυναμικά.
«Οι φωτογραφίες στα περιοδικά άλλα δείχνουν» του θύμισε τα δημοσιεύματα.  Δεν ωφελούσε να του κρύβει το πόσο πληγώθηκε.
«Πες μου αν σου έκαναν κακό, αν σε χτύπησαν. Πες μου αν τους άκουσες να μιλάνε με κάποιον που αναγνώρισες. Μη ταλαιπωρείς το μυαλό σου με σαχλαμάρες. Δεν υπήρξε άλλη γυναίκα από τη στιγμή που εμείς οι δύο παντρευτήκαμε» της ξεκαθάρισε αλλά η Ινγκριντ δεν θα πειθόταν έτσι εύκολα.
«Δε με χτύπησαν ποτέ. Αλλά μου μιλούσαν άσχημα και με τρόμαζαν. Μου έλεγαν ότι δε θα έρθει κανείς να με σώσει. Ότι δε με αγαπάει κανείς» του είπε τελικά και άρχισε να τρέμει από τους λυγμούς. Εκείνος την αγκάλιασε αμέσως. «Ότι όλη η χώρα με μισεί, εσύ με απατάς και οι δικοί μου είναι εναντίον μου. Μου το έλεγαν όλη μέρα και σχεδόν τους πίστεψα» συνέχισε να κλαίει. «Και μου πετούσαν λίγο φαγητό μέσα σε ένα μεταλλικό σκεύος και δεν είμαι σίγουρη ότι το έπλεναν» του είπε. Εκείνος την έσφιξε κι άλλο πάνω του.
«Όλοι σε αγαπάνε και λυπάμαι αν σκέφτεσαι έτσι» της φίλησε τα μαλλιά απαλά «Θα φροντίσω να τιμωρηθούν αυστηρά για αυτό που έκαναν. Και αυτοί και κάθε εμπλεκόμενος με τον εκβιασμό. Θα ρίξω φως στην υπόθεση και θα ζήσουμε μια ζωή ήρεμοι και ευτυχισμένοι» της είπε. Η Ινγκριντ τον κοίταξε με γουρλωμένα, ολοκόκκινα μάτια.
«Μη βγάζεις συμπεράσματα και κάνεις σχέδια. Εγώ δε σε εμπιστεύομαι μετά από τη συμπεριφορά σου. Έχω περάσει πολύ άσχημα τις τελευταίες βδομάδες και η απαγωγή μου, πίστεψέ με, ήταν το μικρότερο κακό».
«Δεν είναι ώρα να συζητήσουμε όσα μας χωρίζουν, αλλά όσα μας ενώνουν. Κι εγώ παραδέχομαι ότι φέρθηκα εγωιστικά και δε σου εξήγησα πώς το μέιλ διέφυγε της προσοχής μου, αλλά κι εσύ με καταδίκασες πριν με ακούσεις καν. Δέχτηκες όσα σου είπα ο φίλος σου, το φίδι. Μα τι θες για να καταλάβεις ότι αυτός θέλει να μας χωρίσει; Επειδή σε αγαπάει;»
«Δε με νοιάζει αν με αγαπάει ή όχι. Και δεν τον εμπιστεύομαι όσο νομίζεις. Αλλά τον ξέρω τόσα χρόνια και ποτέ δε μου γύρισε την πλάτη. Ενώ εσύ…».
«Δε σου γύρισα την πλάτη. Πληγώθηκα» της είπε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί οι γυναίκες πρέπει να έχουν το μονοπώλιο στην ευαισθησία. Ούτε και σε εμάς αρέσει να μας φέρονται άσχημα και να μας αμφισβητούν τις προθέσεις».
«Θέλω να με αφήσεις λίγο ήσυχη, να κάνω μπάνιο» άλλαξε εκείνη το θέμα βίαια, αλλά δεν ήθελε να τσακώνονται άλλο.
«Δε θέλω να σε αφήσω ούτε λεπτό μόνη. Θα κάνεις μπάνιο και θα ξαπλώσουμε μαζί» της είπε εκείνος.
«Δε…νιώθω άνετα. Δεν μπορούμε να το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε» έκανε να σηκωθεί αλλά εκείνος άρπαξε τον καρπό της.
«Άφησέ με να σου δείξω πόσο πολύ σε θέλω στη ζωή μου, πόσο μετάνιωσα, πόσο τρελός είμαι για σένα» έσφιξε τα δόντια του. Η Ινγκριντ ένιωσε να ανατριχιάζει από την αποφασιστικότητα που άκουσε στη φωνή του, κι ας φοβόταν να αφεθεί στα λόγια του.
«Την τελευταία φορά που σε άφησα το πλήρωσα ακριβά» του θύμισε και προσπάθησε να απεγκλωβιστεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Την κρατούσε δυνατά.
«Θα σε πάρω μακριά» της είπε εκείνος και τη φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. «Θα τα παρατήσω όλα, αν θες κι εσύ, και μπορούμε να πάμε να μείνουμε σε ένα άλλο κράτος. Οι δύο μας. Σαν δύο απλοί άνθρωποι. Το θες;» την αιφνιδίασε. Έμεινε να τον κοιτάει απορημένη.
«Μπορείς να κάνεις τέτοιο τέτοιο; Εσύ…» του είπε αλλά τη σταμάτησε.
«Αν είναι να είμαστε ευτυχισμένοι, δε με νοιάζει η εξουσία. Το αφήνω πάνω σου. Πες μου ότι το θες και σε πέντε μέρες μπορούμε να ζούμε σε ένα νησί της Καραϊβικής ως  Τζος και Έλενα Πίτερσον».
«Κι εκεί παντρεμένοι θα είμαστε;» δεν κρατήθηκε και γέλασε.
«Δε βλέπω άλλη επιλογή με εμάς τους δύο» χαμογέλασε εκείνος. «Δώσε μου το πράσινο φως κι φύγαμε».
«Θέλω χρόνο» του είπε εκείνη και σηκώθηκε στα δυο της πόδια. «Για να σε πιστέψω. Για να σε εμπιστευτώ».
«Γυρίσαμε στο μηδέν;» της παραπονέθηκε.
«Εμείς δεν ήμασταν ποτέ στο μηδέν» τον καθησύχασε. Ήξερε ότι τυραννιέται και δεν ήθελε να τον βλέπει έτσι. Μπορεί εκείνη να είχε περάσει απαίσια,  να είχε πέσει θύμα απαγωγής, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί πόσο άσχημα θα πέρασε ο Τζάρεντ, ανησυχώντας για εκείνη. Εκείνη θα τρελαινόταν.
«’Εχω ελπίδες;» τη ρώτησε όλο αγωνία. Τον χάιδεψε λιγάκι σ το κεφάλι.

«Αν είσαι πολύ καλό παιδί και μου εξηγήσεις γιατί κρατιόσουν χέρι χέρι με εκείνο το καγκουρό…» 

Αποτέλεσμα εικόνας για doutzen kroes sleep

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

κεφάλαιο 46-κομάντο

46
Είναι τόσο εύκολο να τα διαλύσω όλα. Τόσο εύκολο να τα τινάξω όλα στον αέρα. Δύο βδομάδες επιχειρήσεων στα σκουπίδια. Αν κάνω αυτό που θέλω θα βάλω τη ζωή της σε κίνδυνο, καθώς και πολλών ακόμα ανθρώπων.
Βρίσκομαι ξαπλωμένος μπρούμυτα πάνω σε λάσπες. Δίπλα μου είναι δύο άντρες από την ομάδα μου. Σε απόσταση είκοσι μέτρων από δεξιά μου είναι άλλοι τρεις. Το ίδιο και αριστερά μου. Έχουμε σχεδόν περικυκλώσει μια ερειπωμένη αποθήκη περίπου 80 χιλιόμετρα από το παλάτι. Έχουμε πληροφορίες  ότι βρίσκονται εδώ μέσα.  Καλύψαμε κάθε δυνατό σενάριο.  Δεν υπήρξε άνθρωπος του υποκόσμου με τον οποίο να μην μιλήσαμε. Ψάξαμε παντού και λαδώσαμε τους πάντες. Και παρόλο που πολλές φορές χάσαμε το δρόμο μας, όλες οι ενδείξεις πια δείχνουν ότι αυτή τη φορά είμαστε στο σωστό σημείο. Άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν σε αυτή τη βρωμερή αποθήκη. Κρατούν όπλα. Αλλάζουν βάρδια ανά πέντε ώρες.  Οι άντρες μου μου λένε να είμαι υπομονετικός και ότι θα επιτεθούμε όταν έχουμε καλή  ευκαιρία ώστε να μην εμπλακούμε σε ανταλλαγή πυροβολισμών και χρησιμοποιήσουν την Ινγκριντ ως όμηρο. Έχουν δίκιο και το καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να περιμένω άλλο.
Κάθε φορά που βλέπω κάποιον να μπαίνει θέλω να σηκώσω το όπλο μου και να πυροβολήσω τους πάντες. Να μπω μέσα, να πυροβολήσω και τους υπολοίπους, απλά να βρω τη γυναίκα μου και να γυρίσουμε σπίτι μας. Αλλά δεν είναι σωστό να βάλω τη ζωή όλων αυτών των ανθρώπων σε κίνδυνο. Δεν πρέπει να το κάνω. Θα περιμένω εδώ, βρεγμένος ως το κόκαλο και πεινασμένος, κουρασμένος και φοβισμένος μέχρι να τη δω ζωντανή. Και μετά μπορώ να αποδώσω δικαιοσύνη με την ησυχία μου.
«Τι κάνουμε;» ρωτάω τον άντρα δίπλα μου. Είναι ο Μικ, νομίζω. Δεν έχω αρκετή συγκέντρωση για να μάθω τα ονόματα όλων. Το ξέρω ότι είναι γελοίο αλλά δεν τα έχω καταφέρει.
«Μόλις μείνει ο εξωτερικός φρουρός μόνος, χτυπάω» μου λέει. Συνήθως είναι δύο άντρες έξω. Αν κάποιος από τους δύο φύγει για κάποιο λόγο, θα επιτεθούμε από πίσω και θα τον δέσουμε. Μετά θα κάνουμε έφοδο στην αποθήκη ώστε να τους αιφνιδιάσουμε και να μην προλάβουν να αντιδράσουν. Ευτυχώς έχουμε βρει την κάτοψη της  αποθήκης και ξέρουμε περίπου τι να περιμένουμε. Πρόκειται για ένα πολύ παλιό κτίριο που ανήκε σε έναν κτηνοτρόφο της περιοχής, αλλά εδώ και χρόνια έχει πεθάνει και η αποθήκη είναι κλειστή.
Δε χρειάζεται να περιμένουμε πολύ. Ο ένας από τους δύο φρουρούς φεύγει με ένα μαύρο βαν. Ο Μικ πλησιάζει το κτίριο από πίσω με πολύ προσεκτικά βήματα. Προσεύχομαι να μην τον δει κανείς. Είμαστε τυχεροί. Με ένα δυνατό χτύπημα εξουδετερώνει τον φρουρό. Τον δένει με ένα σκοινί και ένας άλλος δικός μας τον μεταφέρει πίσω από κάτι θάμνους μέχρι να ξυπνήσει. Ο Μικ μάς κάνει νόημα. Σηκωνόμαστε όλοι από τη θέση μας και πλησιάζουμε ήσυχα. Δεν ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Μπορεί να είναι μόνη της ή να τη φυλάνε. Μπορεί να μην είναι καν μέσα. Ελπίζω να είναι. Δε θα το αντέξω αν δεν είναι.
Η κεντρική πόρτα είναι κλειδωμένη με ένα λουκέτο. Αν είναι κάποιος μέσα και προσπαθήσουμε να την παραβιάσουμε θα μας ακούσουν. Ο φύλακας! Πάμε πίσω στον θάμνο και ψάχνουμε το παντελόνι του. Έχει τα κλειδιά. Με τρεμάμενα χέρια ανοίγω την πόρτα. Πυκνό σκοτάδι και απόλυτη ησυχία. Υγρασία. Οι άντρες μου μπαίνουν δυναμικά στο χώρο και αρχίζουν να ψάχνουν.
«Τίποτα» ακούω να λένε μετά από δευτερόλεπτα και βουλιάζει η καρδιά μου στο στήθος.
«Πάμε κάτω» ακούω τον Μικ να λέει και τους ακολουθώ στο υπόγειο. Είναι η τελευταία μας ευκαιρία πριν τρελαθώ. 
Ανάβουμε τους φακούς και κατεβαίνουμε περίπου είκοσι σκαλιά. Ο χώρος είναι άδειος και ρημαγμένος , αλλά σε μια γωνία υπάρχουν πράγματα. Ένα στρώμα, μια καρέκλα, 2-3 βιβλία και μερικά φρούτα. Δεν υπάρχει  κανείς όμως. Μου έρχεται να ουρλιάξω από τον πόνο. Δεν είναι εδώ. Θέλω να τα σπάσω όλα. Δεν την προλάβαμε. Ήταν εδώ αλλά την πήραν. Ο Μικ με ακουμπάει στον ώμο. Δε θέλω να ζω.
Ενας ήχος σπάει την αμήχανη σιωπή. Πίσω από μια πόρτα ακούγεται κάτι. Από το άγχος μου ξεριζώνω το χερούλι. Η πόρτα όμως ανοίγει. Από πίσω είναι η Ινγκριντ. Με κοιτάει τρομαγμένη. Τα μαλλιά της είναι ανακατωμένα, είναι ταλαιπωρημένη και χλωμή.
«’Ηρθες» μου λέει ξεψυχισμένα και λίγο πριν προλάβω να της πω ότι δεν υπάρχει δύναμη, ανθρώπινη ή θεϊκή, που να μπορούσε να με κρατήσει μακριά της, σωριάζεται στην αγκαλιά μου.



Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 45-Τζάρεντ Loaded

45
«Είμαι καλά» ήταν το μόνο που την άκουσα να λέει. Και όσες φορές και αν ξανάπαιξα το στιγμιότυπο στο μυαλό μου δεν κατάφερα να καταλάβω αν είναι όντως καλά.  Δεν της έδωσαν το ακουστικό. Της είπα απλά να φωνάξει ότι είναι καλά. Και αυτή το έκανε. Σκέφτηκα ότι η φωνή της ακούστηκε δυνατή και δυναμική. Αλλά αυτό δε λέει και πολλά. Η Ινγκριντ δε θα άφηνε ποτέ να φανεί ότι φοβάται. Ειδικά στα καθάρματα που την κρατάνε.

Τους ρώτησα τι θέλουν από εμάς. Τους έβρισα και εκείνοι γέλασαν μαζί μου. Μου είπαν ότι κρατάνε ό,τι πιο πολύτιμο έχει η χώρα. Σκέφτηκα να τους πω  ότι λίγο με νοιάζει η χώρα. Κρατάνε ό,τι πιο πολύτιμο έχω εγώ. Και γι’ αυτό κοντεύω να τρελαθώ.  Αλλά δεν τους νοιάζει. Μου είπαν ότι θα επικοινωνήσουν σύντομα μαζί μου για να μου πουν τι πρέπει να κάνω και εγώ δεν κατάφερα ο ηλίθιος να κρατήσω αρκετά τη γραμμή και έτσι η ομάδα ασφαλείας δεν εντόπισε την κλήση. Πρόλαβαν μόνο να περιορίσουν την πηγή. Και το σήμα ερχόταν από την Εστόρια. Σε δύο ώρες ήμουν εκεί. Όχι ότι ήξερα πού να ψάξω αλλά έπρεπε να είμαι κοντά. Να νιώθω κοντά της και ας ήμουν ανήμπορος να βοηθήσω. Ο Πάτρικ θέλει να έρθει, αλλά δεν τον αφήνω. Του λέω να αναλάβει μερικές εκκρεμότητες, τάχαμ ότι τον εμπιστεύομαι, για να τον ξεφορτωθώ. Δεν μπορώ ούτε να τον βλέπω, γιατί πολύ απλά ξέρω πόσο σκοτεινή είναι η ψυχή του.

Στο παλάτι με υποδέχεται ο πατέρας μου. Ξέρει τι έχει συμβεί γιατί τον ενημέρωσα. Η πληροφορία δεν έχει διαρρεύσει στα ΜΜΕ ευτυχώς και έτσι ο λαός κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Εγώ συνεχίζω να είμαι άυπνος, πέρα από μερικά λεπτά που αποκοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας από το αεροδρόμιο προς το παλάτι. Αρνούμαι να φάω. Αν την έχουν νηστική; Πώς είναι δυνατόν να τρώω εγώ κι εκείνη να υποφέρει;
«Έχουμε κανένα νέο;» με ρωτάει ο πατέρας μου με επίπεδη φωνή. Αν ενδιαφέρεται ειλικρινά, δεν ξέρω. Αλλά ευτυχώς έχει την ευπρέπεια να ρωτήσει.
«Τίποτα» ξεφυσάω. Είναι από τις λίγες φορές που θέλω μια πατρική συμβουλή, μια βοήθεια. Θέλω να με στηρίξει. Αλλά δεν τον κάνει. Ποτέ δεν το κάνει.  «Κοντεύω να τρελαθώ» παραδέχομαι. Πρέπει να είμαι εμφανές ότι δεν είμαι καλά. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και τρόμαξα από τους μαύρους κύκλους και τα κόκκινα μάτια.
«Κάνε υπομονή και θα εμφανιστούν πάλι» μου λέει ενώ σερβίρει στον εαυτό του και σε μένα ένα ακριβό μπράντι που του είχα αγοράσει εγώ κάποτε.
«Δε θέλω να πάθει κάτι» λέω τελικά. Είμαι κουρασμένος και δεν έχω όρεξη να φιλτράρω όσα λέω. Δεν είμαι τελείως σίγουρος ότι ο πατέρας μου δεν έχει καμία σχέση με την απαγωγή, αλλά αυτή τη στιγμή θέλω κάπου να μιλήσω. Πόσο αστείο είναι αυτό;
«Δεν είναι χαζοί να πειράξουν ολόκληρη βασίλισσα» λέει ο πατέρας μου. Έχει δίκιο. Κι εγώ το πιστεύω αυτό. Θέλω να το πιστεύω δηλαδή. 
«Θα κινήσω γη και ουρανό και όταν τους βρω θα τους τιμωρήσω όπως τους αξίζει» ξεκαθαρίζω, λες και με ακούνε οι θύτες. Μήπως με ακούνε;
«Ήσυχα, γιε μου» μου λέει σχεδόν αυστηρά. «Άσε τη δικαιοσύνη να τους δικάσει. Μην ρισκάρεις τη θέση σου και την εικόνα σου. Πρέπει να συγκρατήσεις την οργή σου».
«Στο διάολο!» φωνάζω και κοπανάω με φόρα το ποτήρι στο τραπεζάκι δίπλα μου. «Στο διάολο η θέση και η εικόνα μου» ξεσπάω.
«Τζάρεντ, τι λες;» δείχνει μπερδεμένος.
«Λέω ότι δε με νοιάζει να χάσω τον τίτλο μου, να μπω φυλακή. Δε με νοιάζει τίποτα. Μόνο να τη βρω ζωντανή και θα τιμωρήσω τους πάντες. Όσους εκτέλεσαν την απαγωγή και όσους τη σχεδίασαν».
«Μπορεί να είναι άνθρωποι που ξέρεις μπλεγμένοι. Τι θα κάνεις;» με ρωτάει και παγώνω. Τι ακριβώς μου λέει;
«Ο,τι προείπα» λέω αργά. «Και ο πατέρας μου ο ίδιος να είναι μπλεγμένος, θα φροντίσω να πληρώσει».
«Βάζεις μια Γρεδόρια πάνω από τον πατέρα σου;» συνεχίζει το, ελπίζω, υποθετικό σενάριο. «Δεν είχα καταλάβει ότι την…εκτιμάς τόσο».
«Βάζω την Ινγκριντ πάνω από όλα. Πάνω και από τη ζωή μου. Και είμαι έτοιμος να τα παρατήσω όλα. Σπίτι, τίτλους, λεφτά και οικογένεια, αν νιώσω ότι απειλείται η ζωή της και η σχέση μας».
«Είχα καταλάβει ότι είχατε χωρίσει».
«Πού το ξέρεις; Αυτός ο σπιούνος;»
«Ο Πάτρικ συνεχίζει…να με ενημερώνει. Είναι δυνατό χαρτί» μου λέει και θέλω να ουρλιάξω. Πού είναι η Ινγκριντ να τον ακούσει τώρα;  «Είδα και τις φωτογραφίες με τη φίλη σου στη Νέα Υόρκη. Ένα κι ένα κάνει δύο» χαμογέλασε.
«Τα φαινόμενα απατούν» λέω και σηκώνομαι. Ήταν λάθος να έρθω εδώ. «Δεν χωρίσαμε ποτέ. Θα τη βρω και μετά θα ξεφορτωθούμε παρέα όλα τα βαρίδια της ζωής μας» τον κοιτάω με νόημα αλλά δεν συγκινείται.
«Δεν έχεις τα κότσια» με απειλεί ανοιχτά.

«Θα εκπλαγείς» χαμογελάω και εξαφανίζομαι.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

κεφάλαιο 44-Τζάρεντ, ξύπνησες;




Είμαι τρελός. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ σωστά όλο αυτό. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Έχω 48 ώρες να κοιμηθώ και να φάω και η κρίση μου έχει θολώσει. Αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ. Κανέναν. Κανέναν δεν θέλω και δεν πρέπει να εμπιστευτώ.

Μετράω τους συμμάχους μου και δεν είναι πολλοί. Δεν είναι κανένας. Αυτό το κάθαρμα ο Πάτρικ το παίζει ανήσυχος και θέλει να ηγηθεί της εκστρατείας ερευνών. Θέλω να πιστέψω ότι τον ενδιαφέρει ειλικρινά το καλό της, αλλά εγώ ξέρω καλύτερα. Δεν της το είχα πει ποτέ και δε θα το έκανα, γιατί ήξερα ότι θα την πλήγωνα. Αλλά ο φίλος της, ο καλός φίλος της, είχε επαφές με τον πατέρα μου. Όταν το έμαθα προσπάθησα να το σταματήσω αλλά δεν ξέρω τι πρόλαβαν να κάνουν.
Ο θείος της; Δείχνει ανήσυχος, αλλά είναι και μεγάλος άνθρωπος. Πώς θα βοηθήσει;

Απέλυσα όλο το προσωπικό ασφαλείας. Τι να έκανα; Αν τους είχα μπροστά μου θα τους σκότωνα. Οι ανίκανοι. Πόσο δύσκολο είναι να την έχουν στο νου τους; Πώς κατάφερε να το σκάσει; Το ήξερα ότι θα συμβεί κάτι κακό. Είχα κακό προαίσθημα και είχα μάθει ότι οι Ελεύθεροι είχαν θυμώσει που δεν τους συνάντησε. Γι’ αυτό έδωσα διαταγή να την προσέχουν. Αλλά δεν ξέρω αν την έχουν αυτοί. Ίσως είναι κάποιος από τον πατέρα μου, κάποιος από την αντιπολίτευση, κάποιος που απλώς θέλει λύτρα. Γιατί έφυγε όμως και έβαλε τον εαυτό της σε τόσο κίνδυνο; Τι θα κάνω τώρα; Πού θα τη βρω;

Μακάρι να την έχουν πάει στην Εστόρια. Την ξέρω σαν την παλάμη μου. Εδώ, στη Γρεδόρα, δεν ξέρω πού να ψάξω, δεν ξέρω ανθρώπους, δεν έχω άκρες στον υπόκοσμο. Θέλω να σπάσω κάτι αλλά δεν έχουν μείνει πολλά μέσα στο γραφείο μου. Έχει έρθει η αστυνομία και σε μερικές ώρες φτάνει ένα κλιμάκιο ιδιωτικής ασφάλειας από την Ελβετία. Μπορούν να βοηθήσουν υποσχέθηκαν, αλλά δεν πιστεύω κανέναν και τίποτα. Έχουν περάσει 38 ώρες και δεν έχει επικοινωνήσει κανείς μαζί μου. Ηρθα με το ιδιωτικό τζετ καρφί από τη Νέα Υόρκη και άρχισα αμέσως να διευθύνω τις έρευνες. Δεν έχει βρεθεί κάποιο στοιχείο. Τίποτα. Θέλω να πεθάνω. Πού και πού έρχονται οι κοπέλες και μου φέρνουν λίγο τσάι και μπισκότα αλλά δεν τα αγγίζω. Μισώ όλο τον κόσμο. Κάποια από αυτές ίσως είναι η πληροφοριοδότρια που έδωσε τις φωτογραφίες από τα φάρμακά της. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Νόμιζα ότι αν φύγω θα ηρεμήσει. Θα σκεφτεί καθαρά και ίσως συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαι το τέρας που νόμιζε. Δεν ήθελα να τη διευκολύνω. Το παραδέχομαι ότι ήμουν εγωιστής. Αλλά δεν ήθελα να της δείξω τα αποδεικτικά στοιχεία. Το περιβόητο μήνυμα είχε έρθει από μια παράξενη διεύθυνση και φυσικά δεν το είχα διαβάσει ποτέ. Το φίλτρο του λογαριασμού μέιλ μου το είχε στείλει κατευθείαν στον κάδο απορριμμάτων. Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει ότι είχα να κάνω κάτι με αυτό; Πληγώθηκα. Ναι. Με εξόντωσε ψυχολογικά. Είχα αρχίσει να ονειρεύομαι για εμάς ένα κοινό μέλλον. Παιδιά. Οικογένεια. Και όταν ήμουν αδύναμος, με γονάτισε. Πίστεψε τη νυφίτσα τον φίλο της. Απομακρύνθηκα για να την αφήσω να ηρεμήσει. Η συμπεριφορά μου τον τελευταίο καιρό δε με τιμάει. Αλλά δεν μπορούσα να συγκρατήσω την πίκρα μου.

Και τώρα; Και τώρα κάθομαι κουλουριασμένος σε ένα ηλίθιο γραφείο, σε ένα ηλίθιο παλάτι. Το στομάχι μου πονάει και το σώμα μου έχει αρχίσει να καταρρέει από την κόπωση. Δεν έχω ιδέα πώς να βοηθήσω. Σηκώνω τηλέφωνα και απαντάω σε ερωτήσεις. Προσπαθώ να βοηθήσω την ομάδα που έρχεται και έχει ήδη αρχίσει να συλλέγει πληροφορίες για να κερδίσει χρόνο. Αλλά δεν μπορώ να κάνω και πολλά μέχρι να επικοινωνήσει κάποιος μαζί μου. Να μάθω ότι είναι καλά έστω. Να ακούσω τη φωνή της.

Εικόνες φριχτές έρχονται στο μυαλό μου. Ελπίζω να μην είναι τέρατα, και να μην την κάνουν να υποφέρει. Δε μπορώ να τη σκέφτομαι σε κάποιο υγρό, σκοτεινό υπόγειο, να τρώει ένα ξεροκόμματο. Αν τη χτυπήσουν; Θα τρελαθώ. Ένα τελευταίο πράγμα έχει μείνει όρθιο και το κλωτσάω. Ήταν ένα μικρό τραπεζάκι για τα περιοδικά. Πετάνε όλα στον αέρα αλλά δεν ανακουφίζομαι. Πονάει το πόδι μου και δε με νοιάζει.


Προσεύχομαι με όλο μου το είναι να είναι καλά. Θα κάνω ό,τι μπορώ για να τη βρω και με τα χέρια μου θα τιμωρήσω αυτούς που τα έβαλαν μαζί της. Μόνο να τη βρω. Μόνο να είναι καλά.