Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Κεφάλαιο 7-ψύχρα έπιασε

Κεφάλαιο 7

Τα παιδιά ήταν μαζί της και έφτιαχναν τσάι όταν άκουσαν ένα δυνατό ήχο να σκίζει τον ουρανό. Τα φλιτζάνια χοροπήδησαν στα πιατάκια και κόντεψε να πάθει συγκοπή.
«Τι έγινε;» ρώτησε τρομαγμένη τρέχοντας στο παράθυρο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και δεν έβλεπε κάτι.
«Ο μπαμπάς» είπαν ταυτόχρονα και τα δύο παιδιά, λες και όλο αυτό ήταν συνηθισμένο. Όταν συνέχιζε να τα κοιτάζει απορημένη, της έδωσαν περισσότερες εξηγήσεις.
«Πίσω από το γήπεδο μπάσκετ έχουμε ένα μικρό ελικοδρόμιο. Ο πατέρας μεταφέρεται προς και από το αεροδρόμιο στην Αθηνά με το ελικόπτερό του. Κάνει και μικρά ταξίδια με αυτό» είπε ο Απόλλωνας απλά, λες και της έλεγε κάτι συνηθισμένο.
«Θα βάλω και λίγο λεμόνι» είπε αμέσως μετά ο μικρός, αλλάζοντας θέμα.
«Δε θα πάμε να τον χαιρετίσουμε;» ρώτησε η Κλόι.
«Θα έρθει αυτός εδώ. Είπα στον κύριο Τόμας ότι θα είμαστε εδώ» την ενημέρωσε.
«Δεν ήξερα ότι θα έρθει τόσο γρήγορα από Αθήνα. Ας αφήσουμε το τσάι και ας πάμε να τον υποδεχτούμε» πρότεινε. Είχε φοβερό άγχος, αλλά έπρεπε να το κάνει.
«Είπαμε να μάθουμε να φτιάχνουμε τσάι Γιατί να χαλάσουμε τα σχέδιά μας;» ρώτησε ο Απόλλωνας και ο Κλόι αναρωτήθηκε αναπόφευκτα αν το παιδί διασκέδαζε με αυτό που έκαναν και δεν ήθελε να διακόψει ή αν απλά δεν ανυπομονούσε να δει τον πατέρα του.
«Μπορούμε να το κάνουμε και αύριο. Είναι ευγενικό να έρθει ο άνθρωπος και να μην τον περιμένει κανείς;» επέμεινε.
«Θα έρθει εδώ» επέμεινε και εκείνος, ενώ σέρβιρε βραστό νερό στο φλιτζάνι του. Έδειχνε να απολαμβάνει τη διαδικασία.
«Η μητέρα λάτρευε το τσάι» είπε η Άρτεμη και χαμογέλασε. Ο Απόλλωνας δε μίλησε, αλλά η Κλόι ένιωσε την ατμόσφαιρα να αλλάζει. «Δε θυμάμαι πολλά, αλλά αυτή η μυρωδιά μού είναι οικεία».
«Μα είναι πολύ φυσικό. Όλοι οι Άγγλοι λατρεύουν το τσάι. Πολλοί πίνουν πάνω από τρία φλιτζάνια τη μέρα. Κι εγώ πίνω πολύ. Μάλιστα έχω φέρει μαζί μου τις αγαπημένες μου ποικιλίες» είπε εκείνη ανάλαφρα. Ήταν η πρώτη φορά που η Άρτεμη έλεγε κάτι για τη μητέρα της και ήθελε να της δώσει την εντύπωση ότι μπορεί να μιλήσει όσο θέλει για εκείνη χωρίς να νιώθει ότι τη λυπούνται ή ότι προκαλεί αμηχανία.
«Εγώ προτιμώ το απλό» είπε ο Απόλλωνας και έδειξε ένα κίτρινο φακελάκι. Η Άρτεμη διάλεξε ένα φακελάκι με άρωμα φράουλα.
Έπιναν τσάι και έτρωγαν μπισκότα και κέικ συζητώντας για τις συνήθειες των Άγγλων σχετικά με το τσάι όταν χτύπησε το κουδούνι. Η Κλόι πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Είχε έρθει η ώρα που έτρεμε. Για κάποιο λόγο η γνωριμία με αυτόν τον άνθρωπο τη γέμιζε ανησυχία.
«Ο πατέρας» είπε άχρωμα ο Απόλλωνας. Η μικρή έδειξε περισσότερο ενθουσιασμό και έτρεξε στην πόρτα για να ανοίξει.
«Πατέρα» τσίριξε και χώθηκε στην αγκαλιά του άντρα που στεκόταν στο κατώφλι της.
Η Κλόι χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να πειστεί ότι αυτός ο άντρας ήταν όντως ο πατέρας των παιδιών. Παρόλο που τον έβλεπε να τα αγκαλιάζει και να τα φιλάει διαδοχικά, παρόλο που διέκρινε στο πρόσωπό του την ομοιότητα με τον Απόλλωνα, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο…
«Εσείς πρέπει να είστε…η παιδαγωγός;» ο άντρας διέκοψε τις σκέψεις της και έκανε ένα βήμα στο εσωτερικό του σπιτιού. Κοίταξε τριγύρω του το χώρο και της έτεινε το χέρι. Η Κλόι σκέφτηκε να μην το δώσει. Δεν ήθελε. Ξαφνικά δεν ήθελε.
«Κλόι Σενέλ, χάρηκα» του είπε και καθάρισε το λαιμό της.
«Λαέρτης Δελής, παρομοίως» της είπε. Το χέρι του ήταν μαλακό αλλά την έσφιξε με τρόπο που έδειχνε δυναμικό άνθρωπο. Είχε ένα σταθερό, ήρεμο βλέμμα που την έκανε να νιώθει πολύ άβολα. Κοίταξε και πάλι τριγύρω του. «Έχω χρόνια να μπω εδώ μέσα. Ελπίζω να είστε άνετα» ρώτησε αλλά δεν περίμενε απάντηση. Γύρισε προς τα παιδιά.
«Θα έρθετε στο σπίτι να φάμε μαζί και να σας δώσω τα πράγματα που σας πήρα;» ρώτησε. Η Άρτεμη συμφώνησε αμέσως. Ο Απόλλωνας ρώτησε αν του έφερε το κινητό του και μετά από την καταφατική απάντηση σηκώθηκε. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες στα ελληνικά.
«Θα έρθουμε αύριο για να πιούμε τσάι» είπε το αγόρι στην Κλόι λίγο πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους. Η Κλόι χάρηκε που ένιωσε την ανάγκη να ανανεώσει το ραντεβού τους. Ο πατέρας τους δεν σκέφτηκε να την καλέσει στο σπίτι και να δειπνήσει μαζί τους. Από μία άποψη καλύτερα. Δεν θα ένιωθε άνετα.
«Καληνύχτα!» είπαν και τα δύο παιδιά και της έγνεψαν. Ο πατέρας τους μουρμούρισε ένα «καληνύχτα, δεσποινίς» και χωρίς δεύτερη ματιά έκλεισε την πόρτα πίσω του.




Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

κεφάλαιο 6-σοκάκια

Κεφάλαιο 6

Είχαν περάσει δύο βδομάδες από τη μέρα που πρωτοήρθε σε αυτή τη μικρή πόλη και σήμερα ήταν η τρίτη της επίσκεψη στο κέντρο. Τις δύο πρώτες φορές είχε κατέβει το πρωί με το ποδήλατό της για να ψάξει μαθήματα πιλάτες και να στείλει μια κάρτα στη μαμά της. Σήμερα είχε μαζί της και τα παιδιά. Ο Βασίλης τούς είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητο και θα είχαν ραντεβού σε δύο ώρες στο ίδιο σημείο όπου τους άφησε.
«Αυτή η ιδέα να κάνουμε το μάθημα έξω είναι πολύ καλή» είπε ο Απόλλωνας βγαίνοντας από το αμάξι και η Κλόι χάρηκε λίγο, μέχρι που ακολούθησε το βλέμμα του και είδε ότι αναφερόταν σε δύο κορίτσια στον απέναντι δρόμο που τον χαιρετούσαν. «Είναι από το σχολείο» της διευκρίνισε. Μάλιστα. Το αγόρι που εδώ και δύο βδομάδες την έβγαζε καθημερινά εκτός εαυτού είχε φαν κλαμπ. 
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Απόλλωνας, μετά από 100 μέτρα περπάτημα.
«Έλεγα να μου δείξετε λίγο την πόλη και να φάμε ένα παγωτό. Εκτός αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να δω» είπε διερευνητικά. Σήμερα ήταν Παρασκευή και έτσι είχαν λίγη μεγαλύτερη ελευθερία γιατί δεν είχαν να ξυπνήσουν νωρί την επόμενη μέρα.
«Είναι αργά για να ανέβουμε στο Παλαμήδι ή να πάμε στο Μπούρτζι. Ας περπατήσουμε απλά» πρότεινε το αγόρι.
«Εσύ τι λες;» ρώτησε την Άρτεμη. Η μικρή ανασήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη της αλλά η Κλόι επέμεινε να τη ρωτάει.
«Ας περπατήσουμε στα δρομάκια της παλιάς πόλης και καταλήγουμε στην παραλία» είπε η Κλόι και συμφώνησαν όλοι.

Η Κλόι τούς αγόρασε παγωτά και ενώ τριγυρνούσαν στην πόλη συζητούσαν συγκρατημένα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα και τα δύο παιδιά παρέμεναν μαγκωμένα. Αλλά η Κλόι δεν χαλάρωνε την προσπάθεια. Έδινε καθημερινά τον καλύτερο εαυτό της σχεδιάζοντας δραστηριότητες ώστε να σπάσει ο πάγος και να τους κάνει να μιλήσουν αλλά και να δοκιμάσουν καινούργιες εμπειρίες. Είχαν ήδη πάει για πεζοπορία σε ένα μικρό λόφο πιο έξω από την πόλη, είχαν επισκεφτεί το μουσείο και τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και είχαν παίξει ένα σωρό επιτραπέζια και παιχνίδια στον κήπο. Συμμετείχαν στις δραστηριότητες πολύ νωχελικά, χωρίς να δείχνουν να το απολαμβάνουν και πάντα έτρεχαν στα δωμάτιά τους όταν τελείωνε ο χρόνος. ¨Έδειχναν αποφασισμένα να μην την συμπαθήσουν και να μην την αφήσουν να μπει στη ζωή τους. Το μόνο θετικό ήταν ότι ο Απόλλωνας είχε μειώσει τις προσβολές και τις κρίσεις αγένειας και έδειχνε πολύ δειλά ενδιαφέρον να βελτιώσει τα αγγλικά του. Μάλλον είχε κάτι στο μυαλό του αλλά φυσικά δεν της είχε πει κάτι, ούτε επρόκειτο σύντομα.
«Θα έρθει ο πατέρας την Κυριακή» είπε ο Απόλλωνας ξαφνικά και η Κλόι έχασε το βήμα της. Η Άρτεμη έπεσε πάνω της και γέλασε δειλά.
«Σε ξάφνιασε» της είπε, σε μια από τις σπάνιες φορές που μιλούσε χωρίς να τη ρωτήσεις κάτι.
«Δεν είχα ιδέα» τους είπε. Περπατούσαν παράλληλα με την παραλία και σκόπευαν να κάτσουν κοντά στο φάρο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Τα χρώματα στον ουρανό ήταν μαγικά. Άραγε οι ντόπιοι καταλάβαιναν πόσο όμορφη είναι η πόλη ή την είχαν συνηθίσει;
«Έρχεται και φεύγει χωρίς προειδοποίηση. Εμάς μας το είπε ο κύριος Τόμας πριν φύγουμε» είπε το αγόρι. Μάλιστα, σκέφτηκε η Κλόι. Εκείνη δεν είχε σκεφτεί κανείς να την ενημερώσει. Τι παράξενοι άνθρωποι. «Λογικά θα μείνει ένα βράδυ. Ίσως τον γνωρίσεις» συνέχισε.
«Καλή ιδέα» είπε απλά, αλλά μέσα της είχε αρχίσει ήδη να αναρωτιέται με τι άνθρωπο θα είχε να κάνει. Δεν ήξερε πολλά. Μόνο ότι δούλευε πολύ και ότι δεν περνούσε χρόνο με τα παιδιά του. Ήταν νέος ή μεγάλος; Κοκκινομάλλης όπως η Άρτεμη ή καστανός όπως ο Απόλλωνας; Θα ήθελε να τη γνωρίσει; Θα δεχόταν όσα σκόπευε να του πει; Θα έπρεπε να φιλτράρει τα λόγια της. Να σκεφτεί καλά απόψε στο κρεβάτι της πώς θα του έλεγε και τι.
«Του είχα ζητήσει ένα κινητό. Άραγε θα σκέφτηκε να το αγοράσει;» αναρωτήθηκε ο Απόλλωνας.
«Δεν έχεις κινητό;» τον ρώτησε η Κλόι απορημένη.
«Φυσικά, αλλά θέλω το καινούργιο μοντέλο.
«Μα και αυτό που έχεις είναι καινούργιο» επέμεινε.
«Έχει βγει καλύτερο και το θέλω. Θέλω να είμαι ο πρώτος στο σχολείο που θα το έχει» επέμεινε.
«Εγώ θα προτιμούσα να είμαι πρώτη στο σχολείο σε άλλα θέματα, αλλά είναι θέμα προτεραιοτήτων» του είπε καυστικά.
«Δηλαδή σαν τι; Να θέλω να είμαι ο πιο καλός μαθητής; Δεν είμαι φυτό».
«Ποιος μίλησε για ακαδημαϊκή επίδοση;» επέλεξε πιο σύνθετες λέξεις. «Θα ήθελα όμως να είμαι η πιο ευγενική ή η πιο εργατική ή πιο κοινωνική. Κάτι τέτοιο. Κάτι που αργότερα θα με βοηθήσει. Κανείς δε θα θυμάται σε είκοσι χρόνια από τώρα τι κινητό είχες αλλά θα θυμούνται τι αντίκτυπο είχες στην καθημερινότητά τους» προσπάθησε να του πει αν και ήξερε ότι τα ήθη των σημερινών εφήβων ήταν πολύ διαφορετικά.
«Καλά. Αν μου φέρει ο πατέρας το κινητό θα το δώσω στους φτωχούς» της είπε κι εκείνος, και η Κλόι σκέφτηκε να τον ρίξει στο λιμάνι, αλλά δεν το έκανε. Είχε ρίξει το σποράκι τη και ποιος ξέρει. Ίσως άνθιζε μια μέρα.
«Εσύ τι ζήτησες;» ρώτησε τη μικρή. Η Άρτεμη παρόλο που δε μιλούσε πολύ έδειχνε να απολαμβάνει πολύ το περπάτημα και τις βόλτες. Μάλλον επειδή δεν είχε πολλές φίλες και δεν περνούσε πολύ χρόνο έξω ή με παρέα.
«Τίποτα. Δε θέλω κάτι» είπε.
«Δε μας λείπει και κάτι» είπε ο αδερφός της με καμάρι. Μόνο μια φυσιολογική παιδική ηλικία, σκέφτηκε να απαντήσει εκείνη, αλλά δεν το έκανε.
«Μιλήστε μου για τον πατέρα σας» τους παρότρυνε η Κλόι για δύο λόγους. Για να μάθει φυσικά με ποιον θα είχε να κάνει και για να τους δώσει την ευκαιρία να μιλήσουν ελεύθερα για μερικά λεπτά.
«Τον λένε Λαέρτη» είπε η Άρτεμη και χαμογέλασε. Μάλλον είχε αδυναμία στον πατέρα-φάντασμα. Η Κλόι λυπήθηκε τα παιδιά. «Είναι αρχιτέκτονας και ασχολείται σχεδόν μόνο με αναπαλαιώσεις κτιρίων. Είναι πολύ καλός».
«Έχει σπουδάσει στην Αγγλία και η προγιαγιά μας ήταν από τη Σκωτία. Ο πατέρας έχει και μετοχές σε μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Σκωτίας».
«Εγώ θέλω να μάθω τι άνθρωπος είναι» τους διάκοψε πριν μάθει λεπτομέρειες. «Όχι την περιουσία του!» γέλασε.
«Εμ… είναι καλός» είπε η Άρτεμη απλά. Τίποτα άλλο. Άραγε ήξεραν κάτι για τον πατέρα τους;
«Τρέχει το πρωί και του αρέσει το κουάκερ. Τέτοια πράγματα;» είπε ο μικρός. Η Κλόι γέλασε. «Φοράει συχνά γαλάζιο πουκάμισο και διαβάζει πολλά βιβλία. Έχεις δει την βιβλιοθήκη;» τη ρώτησε. Εκείνη έγνεψε αρνητικά. Δεν πήγαινε συχνά στο κεντρικό κτίριο και ήξερε ότι δεν είχε δει ολόκληρο το σπίτι. Τα παιδιά πήγαιναν στο δικό της. Είχε σκεφτεί ότι ήταν ίσως λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένος χώρος για εκείνα. «Έχει μυωπία και έχει γενέθλια τον Νοέμβριο. Αυτά».
«Και σαν χαρακτήρας;» ρώτησε. «Χρησιμοποίησε επίθετα».
«Είναι ευγενικός, απαιτητικός και γενναιόδωρος. Αλλά είναι και λίγο ισχυρογνώμων».
«Μπράβο, Απόλλωνα!» τον τσίμπησε στο μπράτσο. Εκείνος χαμογέλασε. «Ισχυρογνώμων; Μπράβο!».
«Σου το είπα ότι μιλάμε αγγλικά» της είπε εκείνος.
«Κάθε μέρα και καλύτερα» είπε εκείνη διπλωματικά, ώστε να μην μειώσει και τη δική της συνεισφορά αλλά ούτε και τη φυσική τους ικανότητα.

«Άρτεμη, πλησιάζουν τα γενέθλιά σου. Θα κάνεις κάτι;» ρώτησε την ώρα που έμπαιναν στο αμάξι. Ο Βασίλης είχε πάει σούπερ μάρκετ και είχε γεμίσει το πορτ μπαγκάζ ένα σωρό πράγματα και για το σπίτι και για εκείνη.
«Ποτέ δεν κάνω κάτι. Θα κόψουμε μια τούρτα στο σπίτι».
«Δεν έχεις κάποια φίλη να καλέσεις;» επέμεινε η Κλόι.
«Κάνω με δύο κορίτσια παρέα στο σχολείο αλλά δεν νομίζω ότι θα έρχονταν στο σπίτι».
«Δε θα μάθουμε αν δεν το προτείνεις» της είπε. «Θα φτιάξουμε χειροποίητες προσκλήσεις και θα ετοιμάσουμε ένα κοριτσίστικο απόγευμα με καπκέικς και ροζ μπαλόνια και μπισκότα και μονόκερους και…»
«Αυτό μας έλειπε» διέκοψε τον ενθουσιασμό της ο Απόλλωνας. Γέλασε με το ύφος του.
«Μην είσαι έτσι. Η αδερφή σου πρέπει να γιορτάσει τα γενέθλιά της με φίλες της. Όχι με ένα μουρτζούφλη αδερφό και ένα σωρό μεγάλους».
«Ήταν κακό αυτό που μου είπες τώρα ε;» μούτρωσε εκείνος. Η Κλόι γέλασε πάλι και στράφηκε πάλι στη μικρή.
«Σου υπόσχομαι ότι θα περάσετε τέλεια».
«Κι αν δεν δεχτούν;» είπε η μικρή φοβισμένη. Το κορίτσι είχε μεγάλο θέμα αυτοπεποίθησης.
«Αν δε δεχτούν θα ενεργοποιήσουμε το πλάνο Β: βρίσκουμε νέες φίλες» της είπε δυναμικά και κοίταξε μπροστά το δρόμο.





Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Κεφάλαιο 5-ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω

Κεφάλαιο 5

Πέρασε την Κυριακή μόνη και τη Δευτέρα μόλις τα παιδιά γύρισαν από το σχολείο προφασιστηκαν πονοκέφαλο και αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους χωρίς να ασχοληθούν μαζί της περαιτέρω. Την Τρίτη το πρωί, ενώ έτρωγε το υπέροχο πρωινό που της είχε ετοιμάσει ο κύριος Τόμας, έθιξε το θέμα. Ωραία περνούσε, αλλά δεν είχε έρθει για διακοπές.
«Κύριε Τόμας, σήμερα θέλω να περάσω χρόνο με τα παιδιά. Θέλω μόλις γυρίσουν από το σχολείο, να φάνε, να ξεκουραστούν και να με συναντήσουν στο σαλόνι. Μπορείτε να τους μεταφέρετε το μήνυμα;».
«Φυσικά και θα το κάνω αλλά δεν ξέρω αν θα δεχτούν» της είπε σοβαρά προβληματισμένος.
«Κύριε Τόμας, δεν ήρθα εδώ για να σπαταλήσω το χρόνο μου και τον δικό σας. Με φροντίζετε άψογα τόσες μέρες, αλλά δε βλέπω το λόγο να είμαι εδώ αν δε δουλεύω. Μπορώ να βοηθήσω».
«Δε θέλω να πιέζω τα παιδιά, δεσποινίς. Έχουν περάσει δύσκολα και προσπαθώ να τα έχω με το μαλακό».
«Σας καταλαβαίνω και εν μέρει χαίρομαι που τα φροντίζετε, αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να τα κακομαθαίνετε. Πρέπει να τα βοηθήσω να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες. Να βελτιώσουν τα αγγλικά τους. Μπορώ να τα στηρίξω και ψυχολογικά. Γιατί δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου;».
«Ίσως αν τα αφήναμε να ηρεμήσουν λίγο…» είπε ο κύριος Τόμας. «Ήταν ιδέα του κυρίου να βρεθεί μια παιδαγωγός, και δε διαφωνώ ότι μπορείτε να τα βοηθήσετε. Αλλά δε θέλω να τα πιέσω. Ίσως θέλουν χρόνο να ξεπεράσουν το σοκ της απώλειας της μητέρας τους».
«Χωρίς να πάει πίσω η ζωή τους. Και νομίζω ότι αυτό γίνεται τώρα. Κύριε Τόμας, αν δε δω τα παιδιά σήμερα, θα προσπαθήσω να επικοινωνήσω με τον πατέρα τους. Νομίζω κάπου μπορεί να έχω το μέιλ του. Τον έχετε κάνει κοινοποίηση σε κάποιο από τα μηνύματα που ανταλλάξαμε» είπε ευγενικά, αλλά ο τόνος της ήταν αποφασιστικός. Ήταν ο άσσος στο μανίκι της, γιατί ο κύριος Τόμας δεν έδειχνε διατεθειμένος να επιβάλει κάποια τάξη στα παιδιά.
«Ο κύριος σπάνια απαντάει στο προσωπικό μέιλ του. Είναι πολύ απασχολημένος. Ταξιδεύει πολύ» της είπε για χιλιοστή φορά. Είχε ακούσει την ίδια κασέτα τρεις φορές μέσα σε τρεις μέρες. Ο κύριος δουλεύει πολύ. Ο κύριος πετάει από Βραζιλία σε Αμερική και από Ισπανία σε Ντουμπάι. Ο κύριος είναι πετυχημένος αρχιτέκτονας και ασχολείται με τις αναπαλαιώσεις. Είναι διάσημος στο χώρο. Ο κύριος ταξιδεύει πολύ. Έρχεται ελάχιστες μέρες το μήνα για να δει λίγο τα παιδιά και ξαναφεύγει. Ο κύριος το ένα και ο κύριος το άλλο. Ο τρόπος που μιλούσε για το αφεντικό του δεν της άφηνε αμφιβολία. Τον είχε κακομάθει και αυτόν πολύ και τώρα τον αντιμετώπιζε σαν θεό.
«Εγώ θα το προσπαθήσω» επέμεινε. «Και αν δεν απαντήσει θα αναγκαστώ να γυρίσω πίσω. Δε θέλω να σπαταλάω τα χρήματα που μου δίνει» μπλόφαρε. Ειλικρινά ευχόταν να μη χρειαζόταν να γυρίσει πίσω. Είχε παραιτηθεί από το σχολείο όπου δούλευε και είχε ανάγκη τα χρήματα για να στηρίξει την οικογένειά της. Και ήθελε και είχε ανάγκη να μείνει στη θέση της.

Μέχρι το μεσημέρι έμεινε στο σπίτι της και τακτοποίησε τα βιβλία της. Μετά την επισκέφτηκε ο Βασίλης, ο οποίος της έφερε ένα ολοκαίνουργιο ποδήλατο. Εκείνη είχε ρωτήσει αν υπήρχε κάποιο να δανειστεί, αλλά ο κύριος Τόμας κανόνισε να της αγοράσουν ένα. Η πόλη απείχε περίπου δύο χιλιόμετρα από το σπίτι και προτιμούσε τα πρωινά της να τα περνάει εκεί, κάνοντας δραστηριότητες ή βόλτες μερικές φορές τη βδομάδα από το να κάθεται σπίτι και να βαριέται.

Κατά τις τρεις επέστρεψαν τα παιδιά. Άκουσε το αυτοκίνητο. Κατά τις έξι ξεκίνησε για το κεντρικό κτίριο. Δεν βρήκε κανέναν στο σαλόνι. Μάλιστα.
«Παιδιά!» φώναξε. Ο κύριος Τόμας και τα κορίτσια ήταν στην κουζίνα αλλά δεν αντέδρασαν. «Σας περιμένω σε πέντε λεπτά στο σαλόνι, αλλιώς θα ανέβω πάνω». Περίμενε πέντε λεπτά. Περίμενε δέκα. Ανέβηκε τα σκαλιά δυο δυο. Ο επάνω όροφος ήταν εξίσου τεράστιος και δαιδαλώδης με τον κάτω. Στον κάτω όροφο είχε δει ήδη μια κουζίνα, ένα μεγάλο σαλόνι, ένα μικρό σαλόνι, μια βιβλιοθήκη, μια μικρή αίθουσα δεξιώσεων. Στον πάνω όροφο το μόνο που έβλεπε ήταν διαδρόμους και κλειστές πόρτες. Άνοιξε τυχαία μία αφού χτύπησε. Ταυτόχρονα μιλούσε δυνατά και ανακοίνωνε ότι πλησιάζει για να μην τους αιφνιδιάσει. Η πρώτη πόρτα έκρυβε έναν ξενώνα, η δεύτερη ένα μεγάλο μπάνιο που δεν έδειχνε να χρησιμοποιείται συχνά. Μετά βρήκε ένα παλιό παιδικό υπνοδωμάτιο, ένα τεράστιο μπάνιο με μαρμάρινη μπανιέρα, ένα κλειδωμένο δωμάτιο και…
«Τι είναι επιτέλους;» άκουσε μια φωνή και είδε τον Απόλλωνα να βγαίνει από ένα δωμάτιο στην άλλη άκρη.
«Σας περιμένω κάτω να ξεκινήσουμε το μάθημα» του είπε αυστηρά. «Και φόρα μια μπλούζα πριν κατέβεις».
«Σπίτι μου είναι ό,τι θέλω κάνω» είπε ο μικρός με θράσος. Η Κλόι δεν λύγισε όμως.
«Σε πέντε λεπτά εσύ και η αδερφή σου να είστε κάτω και ευπρεπώς ενδεδυμένοι. Αλλιώς θα επικοινωνήσω με τον πατέρα σας» έκανε μεταβολή και κατέβηκε στον κάτω όροφο.

Σε δεκαπέντε λεπτά τα δύο παιδιά κατέβηκαν τις σκάλες σπρώχνοντας το ένα το άλλο. Η απροθυμία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.
«Διαβάσατε για αύριο; Αν θέλετε μπορώ να σας βοηθήσω και με τα μαθήματά σας» τους είπε ανάλαφρα για να σπάσει τον πάγο. Τα παιδιά έκατσαν στον απέναντι καναπέ και έμπλεξαν τα χέρια τους. Τα παρατήρησε λίγο. Αν έβγαζες από την εξίσωση τα τελείως διαφορετικά χρώματά τους, η μικρή είχε κατακόκκινα μαλλιά ενώ ο Απόλλωνας είχε σκούρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, είχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά όπως λεπτά χείλη, φακίδες και μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια.  
«Διαβάσαμε» είπαν και οι δύο ταυτόχρονα. Δεν τους πίστευε αλλά θα είχε χρόνο να το εξακριβώσει.
«Για σήμερα προτείνω να μιλήσουμε λιγάκι ελεύθερα για να σας ακούσω λίγο και μετά σκέφτηκα να φάμε μαζί βραδινό. Αύριο θα ήθελα να πάμε μαζί στην πόλη και να μου δείξετε τα πιο ωραία μέρη για βόλτες. Είμαι καινούργια εδώ και…»
«Δεν είναι λίγο βαρύ να περνάμε κάθε μέρα το απόγευμα μαζί σας;» είπε ο Απόλλωνας. «Δε θα έχουμε καθόλου ελεύθερο χρόνο. Πότε θα ξεκουραζόμαστε;». Είχε κάποιο δίκιο και αυτό το είχε σκεφτεί η Κλόι.
«Θέλω να περνάμε μαζί δύο ώρες τις καθημερινές, δηλαδή πέντε με εφτά. Θα κάνουμε λίγο μάθημα και μετά θα κάνουμε δραστηριότητες μαζί. Μετά θα είστε ελεύθεροι. Το Σαββατοκύριακο θέλω να περνάμε όλο το πρωινό μαζί».
«Αυτό ακούγεται πολύ βαρύ» επέμεινε ο μικρός.
«Δεν είναι και δυσβάσταχτο» χαμογέλασε αυτή.
«Δυσ…τι;» την κοίταξε μπερδεμένος.
«Δυσβάσταχτο. Σημαίνει κάτι τόσο βαρύ που δεν μπορείς να το σηκώσεις. Γι΄ αυτό είμαι εδώ. Είναι σημαντικό να μιλάτε καλά αγγλικά. Θα σας βοηθήσω. Άρτεμις, εσύ τι λες για αυτό;» ρώτησε τη μικρή.
«Δεν ξέρω…» ψέλλισε. Η Κλόι περίμενε.
«Πες μας» την παρότρυνε. Η μικρή έπαιξε λίγο με τα μαλλιά της αμήχανα.
«Εγώ δεν έχω πρόβλημα» είπε τελικά. Ο Απόλλωνας ξεφύσηξε.
«Θέλω να εκφράζεστε ελεύθερα, αν και δεν εγγυώμαι ότι οι επιθυμίες σας θα είναι διαταγή. Θα προσπαθήσω βέβαια να περνάτε καλά, αλλά θα μπουν κάποια όρια στη συμπεριφορά σας».
«Είναι ό,τι πιο ηλίθιο έχει σκεφτεί ο πατέρας» είπε ο Απόλλωνας και έκανε να σηκωθεί αλλά η Κλόι τον απέτρεψε.
«Κάτσε κάτω!» είπε με έντονο ύφος. «Αν δε συνεργαστείς, θα επικοινωνήσω με τον πατέρα σου. Έχω την άδειά του να σας βάλω τιμωρία. Και το πρώτο που θα κάνω είναι να σου δεσμεύσω μερικές μέρες τα βιντεοπαιχνίδια σου» μπλόφαρε.
«Αποκλείεται ο πατέρας να απαντήσει! Ποτέ δεν απαντάει στο τηλέφωνο» γέλασε ο μικρός αλλά το γέλιο του ήταν ξερό. Η Άρτεμις έδειχνε να μην ακούει όσα γίνονταν. Κοιτούσε τα παπούτσια της συνεχώς.
«Θα δεις που θα απαντήσει σε μένα» είπε με ψεύτικη σιγουριά. «Ξέρει ότι θέλω το καλό σας».
«Ούτε εσύ, ούτε εκείνος ξέρετε το καλό μας. Θέλουμε να μας αφήσετε σε ησυχία» επέμεινε.
«Μπορώ να περάσω άνετα δύο ώρες και να τσακώνομαι μαζί σου, αλλά έχω κι άλλον άνθρωπο να φροντίσω. Την αδερφή σου. Σε ενδιαφέρει καθόλου να νιώσει άνετα; Να μιλάει πιο πολύ; Να περάσει λίγο χρόνο με μια γυναικεία φιγούρα ή σε νοιάζει μόνο ο εαυτός σου;» έπαιξε άλλο ένα χαρτί. Την αδερφική αγάπη. Θα έπιανε; Για κάποιο λόγο τής έδειχναν δεμένοι.
«Και τι θα λέτε; Για κούκλες; Πόσο είσαι; Καμιά τριανταριά;» κάγχασε. Η Κλόι πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν μικρότερη και έδειχνε ακόμα μικρότερη. Ήξερε ότι ήθελε να την πικάρει, αλλά δεν τσίμπησε.
«Είμαι 24, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε μου αρέσουν οι κούκλες» είπε ανάλαφρα, αλλά μέσα της έβραζε με το προσβλητικό του ύφος. «Και είμαι διατεθειμένη να δοκιμάσω ό,τι σας διασκεδάζει. Θα παίξω μαζί σας, θα κάνουμε σπορ, βόλτες, θα μιλήσουμε και θα περάσουμε γενικά ποιοτικό χρόνο μαζί. Δεν ακούγεται τόσο τραγικό».
«Για σένα. Για εμάς είναι».
«Μη μιλάς εκ μέρους και των δύο σας. Η Άρτεμις έχει δική της άποψη» του θύμισε.
«Ξέρω πώς σκέφτεται».
«Κανείς δεν ξέρει πώς ακριβώς σκέφτεται ένας άλλος άνθρωπος. Θα εκπλαγείς».
«Ακούγεσαι σαν μια ψυχολόγο που μας είχε πάει ο κύριος Τόμας πριν λίγο καιρό. Άρτεμις, τη θυμάσαι; Αυτή με τα μαύρα μαλλιά. Όχι αυτή με τα καστανά». Η Άρτεμις έγνεψε θετικά. Σε πόσες ψυχολόγους είχαν πάει αυτά τα παιδιά; Πήγαιναν ακόμα; Δεν ήταν ώρα να μάθει.
«Θέλω απλώς μία ευκαιρία. Νομίζω ότι θα περάσουμε καλά. Αλλά δε θα ανεχτώ προσβλητική συμπεριφορά και ασέβεια μπρος το πρόσωπό μου. Είναι ξεκάθαρο;» ρώτησε. Η Άρτεμις ψέλλισε ένα «ναι». Ο Απόλλωνας δεν απάντησε ποτέ.
«Έχετε πολύ όμορφα ονόματα και οι δύο» προσπάθησε να αλλάξει το θέμα.
«Τα είχε διαλέξει εκείνη» είπε τελικά ο Απόλλωνας. Η Κλόι δεν ρώτησε ποια. Ήταν προφανές ότι το παιδί δυσκολευόταν να πει το όνομα της μητέρας του.
«Ο Απόλλωνας ήταν ο θεός της μουσικής. Σωστά; Αλλά η Άρτεμις;» ρώτησε. Ήξερε την απάντηση αλλά ήθελε να πιάσει συζήτηση.
«Του κυνηγιού. Ήταν η δίδυμη του Απόλλωνα» είπε η συνονόματη απαλά.
«Υπέροχα ονόματα» είπε η Κλόι ξανά και το εννοούσε.
«Λάτρευε την μυθολογία. Και την Ελλάδα γενικά. Φυσικά έχουμε και οι δύο δεύτερο όνομα, όπως συνηθίζεται στην Αγγλία. Εγώ είμαι ο Απόλλωνας Πάτρικ Δελής και αυτή είναι η Άρτεμις Ελίζαμπεθ Δελή».
«Χάρηκα για τη γνωριμία» τους χαμογέλασε. «Εγώ είμαι η Κλόι Τάμπιθα Σενέλ».
«Τάμπιθα;» γέλασε ο Απόλλωνας. Η Άρτεμις απλά χαμογέλασε. «Σε μισούν οι γονείς σου;»
«Η μητέρα μου σίγουρα όχι» γέλασε κι εκείνη. «Αλλά για τον πατέρα μου δεν ξέρω. Μας εγκατέλειψε όταν εγώ ήμουν εφτά χρονών και ο αδερφός μου μωρό. Δεν τον θυμάμαι πολύ. Έλειπε συχνά σε ταξίδια. Ήταν οδηγός φορτηγού. Μάλλον μας απέφευγε» είπε συννεφιασμένη. Δεν μιλούσε συχνά για αυτό αλλά ήθελε να τους δείξει ότι όλοι οι άνθρωποι κουβαλούσαν τον σταυρό τους. Όχι ότι συνέκρινε τις τραγωδίες τους, αλλά ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι πρέπει να φερόμαστε πάντα ευγενικά γιατί δεν ξέρουμε ποτέ σε ποιον μιλάμε.
«Λυπάμαι γι’ αυτό» είπε απλά ο Απόλλωνας. Η Κλόι χαμογέλασε πικρά. Ο πατέρας της είχε για μια φορά φανεί χρήσιμος.
«Κάθε μέρα πονάει και λιγότερο» τους είπε απλά και ήλπιζε να ισχύει και για αυτά κάποια μέρα. «Το Τάμπιθα όμως πονάει κάθε μέρα» άλλαξε τον τόνο και γέλασαν μαζί και οι τρεις.
«Συνεχίζω να πιστεύω ότι είναι πολλές δύο ώρες τη μέρα!» επέμεινε ο μικρός μετά από μια αμήχανη σιωπή. Η Κλόι ήξερε ότι είχε σημειώσει μια νίκη όμως.
«Αν συνεργαστείτε δε θα καταλάβετε καν πότε πέρασε η ώρα. Δουλειά μου είναι να μη βαριέστε» τους διαβεβαίωσε. Είχε ανεβάσει τον πήχυ και ήλπιζε να τα κατάφερνε.
«Θα κάνουμε κεραμική και τέτοια;» ρώτησε η Άρτεμις και τους αιφνιδίασε.
«Αν αυτό θέλετε» είπε η Κλόι.
«Εγώ θέλω να δοκιμάσω καρτ αλλά ο κύριος Τόμας το αναβάλει συνεχώς» είπε ο Απόλλωνας.
«Θα πάμε μαζί» τους υποσχέθηκε. «Δύο φορές μεσοβδόμαδα και το Σάββατο θα βγαίνουμε εκτός».
«Και θα μας διορθώνεις όταν κάνουμε λάθη;» ρώτησε η Άρτεμις.
«Δεν κάνετε λάθη. Ελάχιστα μόνο. Εγώ θα σας βοηθήσω να βελτιώσετε το λεξιλόγιό σας και την προφορά σας. Είστε σε πολύ καλό δρόμο όμως».
«Εσύ μιλάς τέλεια» της είπε. Η Κλόι χαμογέλασε.
«Έχω κοπιάσει πολύ για να μην ακούγεται η ουαλική προφορά μου».
«Είσαι από την Ουαλία;» τη ρώτησε ο Απόλλωνας. «Έχω ακούσει ότι οι άνθρωποι εκεί είναι όλοι βοσκοί. Άξεστοι».
«Έτσι λένε οι Άγγλοι αλλά δεν ισχύει» είπε χωρίς να θίγεται. Έπρεπε να δείχνει χαλαρή όταν την πρόσβαλε. Μέχρι να καταλάβει αν το έκανε επίτηδες ή επειδή δεν είχε μάθει να φιλτράρει τις σκέψεις του.
«Η μαμά μου είναι νοσοκόμα και εγώ…ξέρετε» γέλασε.

Πέρασαν την υπόλοιπη ώρα μιλώντας για το σχολείο τους και τα μαθήματά τους. Η Κλόι έβγαλε το συμπέρασμα ότι η Άρτεμις ήταν καλή μαθήτρια, αλλά δεν είχε φίλους. Ο Απόλλωνας είχε σαφή προτίμηση στα θετικά μαθήματα αλλά δεν είχε τόσο καλούς βαθμούς γενικά. Ήταν δημοφιλής και οι καθηγητές τον συμπαθούσαν. Μόλις η ώρα πήγε οκτώ, ο μικρός πετάχτηκε από τον καναπέ λες και ήταν ελατήριο. «Τέλος!» αναφώνησε ανακουφισμένος και άρχισε να τρέχει προς το δωμάτιό του, διαλύοντας τις ψευδαισθήσεις που είχε μέχρι εκείνη την ώρα ότι τον είχε φέρει λίγο στα νερά της.





Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

κεφάλαιο 4-Μοντεσόρι

Κεφάλαιο 4

Η Κλόι δεν πίστευε στα μάτια της. Ειλικρινά. Είχε καθίσει στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό της. Είχαν σερβίρει φαγητό και αφού ο κύριος Τόμας τη συμβούλευσε να αρχίσει να τρώει και να «μην περιμένει τα παιδιά», ακολούθησε τη συμβουλή του αλλά κάπου δέκα λεπτά μετά εμφανίστηκαν δύο παιδιά που φώναζαν «πρόβλημα» από μακριά. Το αγόρι έδειχνε να έχει ξυπνήσει μόλις (!) και δεν είχε μπει στον κόπο να βγάλει τις πιτζάμες και να φορέσει κάτι για να εμφανιστεί. Ούτε καν είχε χτενιστεί. Φυσικά δεν της απηύθυνε το λόγο. Κάθισε στην άλλη άκρη και άρχισε να τρώει, αγνοώντας ακόμα και τον κύριο Τόμας που τον ρωτούσε με μεγάλο άγχος αν του άρεσε το φαγητό. Μάλιστα, σκέφτηκε. Κακομαθημένος από γονείς και προσωπικό μάλλον.

Η δε μικρή, έδειχνε σε χειρότερη μοίρα. Ούτε εκείνη χαιρέτισε, αλλά για άλλο λόγο. Έδειχνε τόσο ντροπαλή και συγκρατημένη, που σπάνια σήκωνε το βλέμμα από τα παπούτσια της. Είχε κατακόκκινα, ξασμένα μαλλιά και φορούσε σιδεράκια και γυαλιά. Πίσω από όλα αυτά πρέπει να ήταν ένα όμορφο κορίτσι, αλλά αυτή τη στιγμή έδειχνε λίγο…ατημέλητη. 
«Είμαι η Κλόι και θα είμαι η δασκάλα των αγγλικών σας» τους είπε τελικά. Κάποιος έπρεπε να σπάσει τον πάγο και μάλλον έπρεπε εκείνη.
«Ξέρουμε αγγλικά» είπε το αγόρι με μπουκωμένο το στόμα. Τουλάχιστον είχε όρεξη. Ο κύριος Τόμας πηγαινοερχόταν, οπότε ήταν σχεδόν μόνοι οι τρεις τους.
«Εγώ θα σας τα μάθω καλύτερα» επέμεινε η Κλόι χαμογελώντας. Το αγόρι δεν απάντησε.
«Εσένα πώς σε λένε;» ρώτησε το κορίτσι.
«Εμένα με λένε Άρτεμις και είμαι εννιά. Ο Απόλλωνας είναι 12» είπε γρήγορα και συνέχισε να κοιτάει το φαγητό της.
«Και πώς περνάτε τον καιρό σας εδώ; Έχετε χόμπι;» δοκίμασε. Κανείς δεν απάντησε όμως. «Θέλετε να πάμε στην πισίνα; Είναι καλός ο καιρός. Να μου δείξετε και λίγο τον κήπο» προσπάθησε. Κανείς. Κανείς δεν απάντησε.
«Παιδιά, είμαι εδώ για να σας βοηθήσω με τα αγγλικά σας και να φροντίσω να περνάτε καλά. Αν δεν μου πείτε τι σας αρέσει να κάνετε, θα πάρω πρωτοβουλίες και μάλλον θα σας βάλω να διαβάζετε λογοτεχνία όλη τη μέρα! Δεν τον θέλετε αυτό. Σωστά;» είπε ανάλαφρα, αλλά το αστείο έπεσε στο κενό.
«Εγώ παίζω PS4 και η Άρτεμις βλέπει παιδικά. Δεν θέλουμε χόμπι. Είμαστε καλά» είπε ο Απόλλωνας.
«Το βλέπω» είπε καυστικά πριν το φιλτράρει. Ο Απόλλωνας την κοίταξε για λίγο, χαρίζοντάς της το πιο παγωμένο βλέμμα που είχε δει ποτέ. Η Κλόι δεν έκανε πίσω. Δε θα την τρόμαζε ένα αγόρι με τα μισά της χρόνια.
«Σίγουρα μπορούμε να βρούμε κάτι καλύτερο από την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια» είπε η Κλόι χαμογελώντας γλυκά, αλλά αποφασιστικά. «Σωστά, Άρτεμις;» ρώτησε το κορίτσι αλλά δεν απάντησε.
«Η αδερφή μου δε μιλάει πολύ» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι σκέφτηκε ότι η μικρή πρέπει να είχε σοβαρά θέματα κοινωνικοποίησης και έλλειψης αυτοπεποίθησης αλλά μπορούσε να τη βοηθήσει. Δεν ήταν κάτι που δεν είχε ξανααντιμετωπίσει. Αλλά το αγόρι, ήταν πολύ εχθρικό και πολύ πιο συνειδητοποιημένο.
«Δεν καταλαβαίνω τι τον έπιασε τον πατέρα και θέλει να κάνουμε μαθήματα αγγλικών. Μιλάμε και οι δύο πολύ καλά και δε θέλουμε νταντά. Ο Τόμας μάς φροντίζει καλά από τότε που...». Δεν ολοκλήρωσε. Κάρφωσε μια πατάτα και την έφερε στο στόμα του. Μασούσε αργά, λες και δεν ήθελε να καταπιεί ποτέ. Κάτι έφραζε το λαιμό του.
«Ο πατέρας σας θα σκέφτηκε ότι πρέπει κάποιος να σας βοηθήσει με τους τρόπους σας. Με αντιμετωπίζετε με εχθρότητα και αδιαφορία και κανείς δε με ρώτησε ποια είμαι και πώς με λένε. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι διαπαιδαγώγησης. Θα βοηθήσω σε αυτό. Καθώς και με μερικά λαθάκια που κάνετε στα αγγλικά και με βελτίωση και εμπλουτισμό του λεξιλογίου σας» εξήγησε. Ήταν μεγάλα παιδιά και έπρεπε να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν τα πλεονεκτήματα του να είναι εκεί.
«Εγώ κουράζομαι στο σχολείο και το απόγευμα διαβάζω και παίζω. Δεν έχω χρόνο για αγγλικά» επέμεινε ο Απόλλωνας.
«Αν ξεκουράζεσαι καλύτερα, θα έχεις ενέργεια για όλα» επέμεινε.
«Και η Άρτεμις το απόγευμα παίζει με τις φίλες της» της είπε. Σοβαρό επιχείρημα.
«Η Άρτεμις έχει γλώσσα και μπορεί να μιλήσει αν θέλει» του είπε. Η Άρτεμις δεν μίλησε. Φυσικά.

Μετά από αυτό έφαγαν σε απόλυτη σιωπή. Φυσικά όταν τελείωσαν το φαγητό, παράτησαν τα πιάτα εκεί όπου ήταν και σηκώθηκαν και έφυγαν από την τραπεζαρία χωρίς να χαιρετίσουν. Είχε πολλή πολλή δουλειά με αυτά τα παιδιά. Αυτό που φοβόταν όμως δεν ήταν ότι τα παιδιά δεν είχαν τρόπους. Αυτό που φοβόταν ήταν ότι αυτά τα παιδιά ήταν σοβαρά παραμελημένα.    




Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

κεφάλαιο 3-βούτυρο με μέλι

Κεφάλαιο 3

Το σπίτι της ήταν υπέροχο. Ήταν ένα πλήρως αυτόνομο σπίτι με ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο με διπλό κρεβάτι και δικό του γραφείο και ντουλάπα. Το σαλόνι και η κουζίνα ήταν ένας ενιαίος χώρος και υπήρχε ένα τζάκι κοντά στο παράθυρο που έβλεπε στην πισίνα και ένα τεράστιο σιδερένιο κλουβί γεμάτο χρωματιστά πουλιά.

Αφού θαύμασε για ώρα την θέα και προσπάθησε να ελέγξει την επιθυμία της να τσιρίξει από ενθουσιασμό, άνοιξε τις βαλίτσες της και τακτοποίησε τα ρούχα της στην ντουλάπα και τα καλλυντικά της στην τουαλέτα της. Υπήρχε αρκετός χώρος για όλα. Ακόμα και για τα βιβλία της, τα παιχνίδια που είχε φέρει για να κάνει δραστηριότητες με τα παιδιά και τις μικρές κορνίζες με φωτογραφίες φίλων και συγγενών. Στη συνέχεια έστησε το λάπτοπ της και συνδέθηκε στο ίντερνετ, με τον κωδικό που της είχε δώσει ο κύριος Τόμας. Έπρεπε να του αναγνωρίσει ότι δεν ήταν πολύ φιλικός αλλά ήταν πολύ οργανωμένος.

Λίγο πριν την αφήσει για να τακτοποιηθεί την είχε ρωτήσει πού επιθυμούσε να δειπνήσει και του είχε πει ότι για απόψε προτιμούσε να φάει μόνη της στο σπίτι. Ήθελε επιτέλους να μείνει με τις πιτζάμες. Οπότε της είχε στείλει με μια ευγενική κοπέλα που την έλεγαν Μαρία, ένα δίσκο με ρύζι με λαχανικά και μπιφτέκια, ένα ζελέ φράουλα και κομμένα φρούτα που μοσχομύριζαν. Έφαγε από όλα γιατί πεινούσε σαν λύκος και ξάπλωσε νωρίς για να ξεκουραστεί. Δεν είχε ιδέα τι θα αντιμετώπιζε αύριο και ήθελε να είναι τουλάχιστον γεμάτη ενέργεια.

Στις οκτώ ακριβώς ξύπνησε και ετοιμάστηκε με χαλαρούς ρυθμούς. Ήξερε ότι το πρωινό σερβιριζόταν στις 09.00 τα Σαββατοκύριακα στο κεντρικό σπίτι και σκέφτηκε να φάει μαζί με τα παιδιά σήμερα και να γνωριστούν. Όταν μπήκε στο σπίτι όμως, δεν ήταν κανείς εκεί. Περιπλανήθηκε λίγο σε έναν μακρύ διάδρομο γεμάτο φωτογραφίες και βρέθηκε στην κουζίνα όπου επικρατούσε οργασμός προετοιμασίας, μάλλον για το μεσημεριανό γεύμα. Η Μαρία ήταν εκεί, μια άλλη κοπέλα επίσης και ο κύριος Τόμας.
«Το μεσημεριανό σήμερα θα είναι ψάρι με πατάτες. Αν έχεις κάποια αλλεργία ή κάποια προτίμηση, άσε μου ένα χαρτάκι να το έχω υπόψη μου» της είπε φιλικά η Μαρία ενώ ανακάτευε κάτι.
«Νόμιζα ότι άργησα για το πρωινό» είπε εκείνη και  την κοίταξαν παραξενεμένοι. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο κύριος Τόμας κατάλαβε.
«Συγγνώμη! Θα πω στην Ελισάβετ να σας ετοιμάσει κάτι. Σας είπα χθες ότι το πρωινό σερβίρεται στις εννιά και ισχύει αλλά αν τα παιδιά δεν κατέβουν, δεν βγάζουμε πρωινό».
«Δε χρειάζεται να μου ετοιμάσετε κάτι. Θα φάω λίγο ψωμί με βούτυρο και μέλι και θα πάρω κι εγώ μερικά πράγματα για το ψυγείο μου για να μην σαν επιβαρύνω».
«Μην το συζητάτε καθόλου. Και φυσικά το ψυγείο σας είναι ήδη γεμάτο. Μάλλον δεν το ανοίξατε» είπε ο κύριος Τόμας και χαμογέλασε. Η Κλόι εξεπλάγη με αυτό. Εντωμεταξύ η Ελισάβετ είχε ήδη βάλει μπροστά της ένα πιάτο με ψωμί και μέλι.
«Θα πιεις κάτι;» τη ρώτησε και η Κλόι ζήτησε λίγο κρύο γάλα.
«Τα παιδιά δεν ξύπνησαν ακόμα;» ρώτησε αφού είχε φάει και ετοιμαζόταν να φύγει. Δεν ήθελε να είναι στα πόδια τους παρόλο που η κουζίνα ήταν τεράστια και το τραπέζι όπου καθόταν απείχε από τον πάγκο όπου μαγείρευαν οι κοπέλες. Ο κύριος Τόμας σημείωνε κάτι σε μια μικρή ατζέντα.
«Τα Σαββατοκύριακα ξυπνάνε αργά. Δεν καταφέρνουμε να τα βάλουμε νωρίς για ύπνο και έτσι βγαίνουν από της σειρά τους» τη εξήγησε.
«Εσείς; Εσείς τα βάζετε για ύπνο;» ρώτησε έκπληκτη. Ο κύριος Τόμας σήκωσε το βλέμμα και την κοίταξε σχεδόν θιγμένος.
«Εργάζομαι για την οικογένεια Δελή εδώ και τριάντα χρόνια. Ο κύριος ήταν παιδί όταν ο αείμνηστος Πέτρος Δελής με διόρισε. Όπως φρόντιζα εκείνον, φροντίζω και τα παιδιά του κυρίου πιο καλά από κάθε παιδαγωγό» της είπε και η Κλόι έπιασε το υπονοούμενο. Την είχε βάλει στη θέση της. Όμως τι στο καλό την ήθελε αν ο ίδιος ασκούσε την γονεϊκή εξουσία; Και ο κύριος; Πού ήταν; Και ποιος ήταν; Είχε δει μια φωτογραφία ενός μελαχρινού άντρα αγκαλιά με ένα μικρό παιδί και ένα μωρό και υπέθετε ότι ήταν εκείνος αλλά δεν ήξερε κάτι άλλο. Ήταν ένα παράξενο σπίτι.
«Θα ήθελα να μιλήσω με τον κύριο Δελή» είπε τελικά.
«Αυτό δεν είναι δυνατόν. Ο κύριος λείπει για ταξίδι και θα γυρίσει σε έναν μήνα. Γενικά λείπει πολύ» της διευκρίνισε.
«Και τα παιδιά;» ρώτησε σοκαρισμένη.
«Τα παιδιά τα φροντίζουμε εμείς» της είπε ήρεμα. Κι εμένα τι στο καλό με θέλετε, έκανε να ρωτήσει αλλά δεν το έκανε. Είχε μάθει να κρατάει τη γλώσσα της. Αυτό συνήθως της έβγαινε σε καλό αλλά όχι πάντα.
«Είμαι σίγουρη ότι θα κάνει καλό τόσο σε εκείνα όσο και σε εσάς να έχουν λίγο πιο σταθερό πρόγραμμα» είπε χαμογελαστή και προσπάθησε να αγνοήσει το άγριο βλέμμα του κυρίου Τόμας και το πονηρό χαμογελάκι της Μαρία.

Λίγο πριν φύγει από την κουζίνα αφού έφαγε στα γρήγορα μέσα σε βαριά σιωπή τους ευχαρίστησε όλους και ζήτησε να συναντήσει τα παιδιά στο μεσημεριανό.
Κάτι της έλεγε μέσα της ότι θα δούλευε κάθε τελευταίο σεντ από τον παχυλό μισθό της.




Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

κεφάλαιο 2-διαμονή 5 αστέρων

Κεφάλαιο 2

«Είμαι ο κύριος Τόμας» είπε ο ηλικιωμένος άντρας και της έτεινε το χέρι ευγενικά. Η Κλόι το έσφιξε και έδωσε σε κάποιον νεαρό που δε συστήθηκε τις βαλίτσες της. Δεν είχε φέρει πολλά. Μόνο μια βαλίτσα και ένα μικρό σακ βουαγιάζ. Η μητέρα της θα της έστελνε τα χειμερινά της ρούχα σε λίγες βδομάδες. Ακόμα ο καιρό ήταν καλός.
«Χαίρω πολύ. Κλόι Σενέλ» χαμογέλασε και πέρασε στο εσωτερικό της πέτρινης έπαυλης.
«Σας περίμενα…μεγαλύτερη» είπε ο κύριος Τόμας κοφτά. Η Κλόι σκέφτηκε να του απαντήσει ότι είχε το βιογραφικό της στα χέρια του εδώ και ένα μήνα, οπότε ήξερε την ακριβή της ηλικία αλλά δε μίλησε. Πάντα κρατούσε μέσα της τις απαντήσεις που ήθελε να δώσει. «Είχατε καλό ταξίδι;» συνέχισε ο άντρας ενώ την οδηγούσε σε ένα μικρό γραφείο.
«Ναι. Σας ευχαριστώ» χαμογέλασε και έκατσε σε μια καρέκλα απέναντι από ένα τεράστιο γραφείο. Η Κλόι δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν το γραφείο του κύριου Τόμας.

Το σπίτι ήταν τεράστιο. Επρόκειτο για ένα πέτρινο κτίσμα, δύο ορόφων. Έδειχνε παλιό και καινούργιο ταυτόχρονα. Μάλλον είχε υποστεί αναπαλαίωση από κάποιον αρχιτέκτονα με μεράκι. Τα χρώματα, η πέτρα και το ξύλο έδεναν με απόλυτη αρμονία και η εσωτερική διακόσμηση, από όσο μπόρεσε να δει, ήταν τόσα φίνα που πραγματικά θα ήθελε να μιλήσει με αυτόν που διάλεξε τα έπιπλα και τα έργα τέχνης και να ανταλλάξουν μερικές ιδέες. Δεν είχε πολλά χρήματα, αλλά ανέκαθεν της άρεσαν τα παλιά έπιπλα και τα καλαίσθητα διακοσμητικά χώρου.

Ο δε κήπος πρέπει να ξεπερνούσε τα δέκα στρέμματα. Ενώ περπατούσε από το σημείο όπου την άφησε το ταξί προς την κεντρική είσοδο, είδε φευγαλέα οπωροφόρα δέντρα, ελιές, ένα μικρό θερμοκήπιο και πισίνα.
«Εγώ είμαι ο μπάτλερ της οικίας» της είπε επίσημα ο άντρας μετά από μια ατελείωτη σιωπή. «Μερικές από τις αρμοδιότητές μου είναι η πρόσληψη προσωπικού, η αγορά τροφίμων και εξοπλισμού καθώς και η οικονομική διαχείριση του νοικοκυριού και η επίβλεψη της μαγείρισσας και των δύο καθαριστριών μας».
«Ακούγεστε…πολυάσχολος» του χαμογέλασε. Εκείνος δεν ανταπέδωσε.
«Ό,τι χρειάζεστε, θα απευθύνεστε σε εμένα. Σας διάλεξα προσωπικά και ελπίζω να τιμήσετε τη θέση σας και, φυσικά, να αντεπεξέλθετε στις απαιτήσεις της». Η Κλόι ξεροκατάπιε αλλά δεν έδειξε κάτι. Να «τιμήσει τη θέση της»; Πόσο παράξενος άνθρωπος.
«Πέρασα ένα σωρό ψυχολογικές δοκιμασίες και ελέγξατε κάθε εργοδότη που είχα στο παρελθόν. Νομίζω ότι είναι η ώρα να μου δώσετε και εμένα μερικές απαντήσεις» του είπε εκείνη χαμογελώντας πάντα, αλλά αποφασιστικά. Στα ατελείωτα μέιλ δεν της είχε αποκαλύψει πολλά. Ήταν ένας λόγος που φοβόταν τόσο να έρθει ως εδώ. Δεν ήξερε τι θα αντιμετωπίσει. Αλλά την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είχε κάτι να φοβάται και ότι από κοντά θα της έλυνε κάθε απορία.
«Όπως σας έχω πει, θα είστε η δασκάλα αγγλικών δύο παιδιών και θα ασχολείστε δημιουργικά μαζί τους από το μεσημέρι και μετά».
«Κάτι παραπάνω;» επέμεινε. Μα καλά; Τι περίμενε; Ότι δε θα ρωτήσει; Ο κύριος Τόμας έδειχνε να δυσφορεί αλλά τελικά μίλησε.
«Ο Απόλλωνας είναι 12 ετών και η Άρτεμις είναι 9. Το πρωί πάνε σε ένα ιδιωτικό διεθνές σχολείο που απέχει περίπου μία ώρα από εδώ και το μεσημέρι επιστρέφουν σπίτι. Σας χρειαζόμαστε για να τους ενισχύσετε τα αγγλικά και για να τα φροντίζετε όσο είναι σπίτι».
«Ξέρουν ήδη καλά αγγλικά; Στο σπίτι μιλούν όλοι καλά αγγλικά όπως εσείς;» τον ρώτησε.
«Η μητέρα των παιδιών ήταν Αγγλίδα. Γνώρισε τον κύριο σε ένα ταξίδι της εδώ και δεν επέστρεψε στη χώρα της. Ο κύριος μιλάει άπταιστα αγγλικά επειδή η γιαγιά του ήταν Σκοτσέζα και ήταν σε ένα αγγλικό οικοτροφείο από τα 12 μέχρι να περάσει στο πανεπιστήμιο. Σπούδασε εκεί. Οι σχέσεις του με τη χώρα είναι στενές. Όλο το προσωπικό είναι δίγλωσσο, ώστε να  επικοινωνούμε όλοι με όλους σε κάθε δυνατό συνδυασμό».
«Μου είπατε ότι τα αγγλικά των παιδιών φθίνουν; Πώς είναι δυνατόν σε ένα τέτοιο περιβάλλον;»
«Η μητέρα των παιδιών έφυγε πριν από τρία χρόνια» της εξήγησε. «Από τότε μιλάμε όλοι αγγλικά στα παιδιά αλλά κανείς δεν μπορεί να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτό. Είναι διαφορετικό να ξέρουν να μιλάνε με άνεση, αυτό το κάνουν ήδη, και διαφορετικό να αναπτύξουν ένα καλό λεξιλόγιο, να μάθουν τις παραδόσεις και να ενημερώνονται για την επικαιρότητα».
«Ταξιδεύουν στην Αγγλία; Έχουν συγγενείς εκεί;»
«Ναι, φυσικά. Πάνε συχνά. Αλλά ο κύριος επιμένει να έχουν ένα καλό επίπεδο αγγλικών για ευνόητους λόγους. Για να διατηρήσουν επαφές με τις ρίζες τους και ουσιαστικά με την μητέρα τους».
«Καταλαβαίνω και νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω» τον διαβεβαίωσε.
«Υπάρχουν και κάποια θέματα συμπεριφοράς. Αυτά θα τα συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή γιατί από στιγμή σε στιγμή πρέπει να σερβίρω το βραδινό. Θέλω να ξεκουραστείτε απόψε και αύριο με το καλό ξεκινάμε. Ευτυχώς είναι Σάββατο και θα έχετε όλο το Σαββατοκύριακο για να γνωρίσετε τα μικρά και να τακτοποιηθείτε».
«Τη Δευτέρα έχουν σχολείο κανονικά;»
«Ναι, φυσικά» είπε και σηκώθηκε. Η Κλόι τον μιμήθηκε. «Ο Βασίλης θα σας οδηγήσει στο σπιτάκι σας» της είπε και όταν την είδε να σμίγει τα φρύδια διευκρίνισε ότι ο Βασίλης ήταν ο νεαρός που της κουβάλησε τη βαλίτσα στο εσωτερικό. Ήταν κηπουρός και γενικός επιστάτης.
«Έχω δικό μου σπιτάκι;» τον ρώτησε απορημένη. Αυτό ήταν που της είχε προκαλέσει την έκπληξη. Όχι η ταυτότητα του Βασίλη.

«Σκέφτηκα ότι θα θέλετε κάποια απομόνωση και αποφάσισα να μείνετε σε ένα μικρό πέτρινο σπίτι πίσω από το κεντρικό κτίριο. Είναι πλήρως αυτόνομο. Θα δείτε» την καθησύχασε, αλλά δε χρειαζόταν. Είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα. 

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Μια απλή κοπέλα/κεφαλαιο 1

Μια απλή κοπέλα

Κεφάλαιο 1

Ο καιρός έξω από το αεροδρόμιο της Αθήνας ήταν όπως της είχαν πει και ακόμα χειρότερος. Η ζέστη ήταν αφόρητη και ο ήλιος ήταν καυτός παρόλο που ήταν απόγευμα. Είχε δεχτεί τη δουλειά χωρίς να έχει την πολυτέλεια να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Είχε μεγάλη οικονομική στενότητα και θα ήταν πραγματικά γελοίο να απορρίψει μια τόσο καλή δουλειά ακόμη και αν ήταν σίγουρη ότι ο καιρός θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία της.

Η ζέστη της έφερνε ανέκαθεν ημικρανίες και μια φορά που είχε πάει μερικές μέρες διακοπές στην Ισπανία το δέρμα της είχε βγάλει ένα απαίσιο εξάνθημα. Ο δερματολόγος της στην Ουαλία την ενημέρωσε ότι είχε φωτοευαισθησία και καλό θα ήταν να αποφεύγει τέτοιες εξορμήσεις στο μέλλον. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ταξίδευε σε μεσογειακή χώρα. Είχε αγοράσει καλά αντηλιακά και ένα ψάθινο πλατύγυρο καπέλο και ήλπιζε. Πραγματικά ήλπιζε.

Είχε ακόμα μεγάλη διαδρομή μέχρι τον τελικό προορισμό της. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να φτάσει στον σταθμό των λεωφορείων και από εκεί σε δύο ώρες θα έφτανε στον προορισμό της. Το άτομο με το οποίο είχε επικοινωνήσει σχετικά με τη δουλειά είχε προτείνει να στείλει κάποιο όχημα να την παραλάβει από το αεροδρόμιο αλλά εκείνη δεν ήθελε. Προτιμούσε να ταξιδεύει μόνη. Ένιωθε αμήχανα με τις ανάλαφρες, επιπόλαιες συζητήσεις των πάρτι και των ασανσέρ.

Έσερνε τη βαλίτσα της στο πεζοδρόμιο και σκεφτόταν τα γεγονότα που την οδήγησαν ως εδώ. Δεν είχε ταξιδέψει πολύ στη ζωή της και όλο αυτό στο μυαλό της έμοιαζε σαν μια τεράστια περιπέτεια. Μια τεράστια περιπέτεια που είχε ως αφετηρία το χωριό της λίγο πιο έξω από την Κορνουάλη. Εκεί είχε μεγαλώσει και εκεί ζούσε όταν επικοινώνησαν μαζί της από το γραφείο εύρεσης εργασίας για να της πουν ότι έχουν μια θέση που μπορεί εκείνη να καλύψει αν περάσει μια σειρά συνεντεύξεων και ψυχολογικών τεστ. Στην αρχή τρόμαξε. Είχε σπουδάσει παιδαγωγικά και ψυχολογία παιδιών και δούλευε σε ένα μικρό ιδιωτικό σχολείο ως δασκάλα. Δεν είχε χρειαστεί ποτέ να περάσει τόσο εντατική διαδικασία επιλογής προσωπικού και μάλιστα χωρίς να γνωρίζει καλά καλά για το τι πρόκειται. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι το πακέτο αποδοχών ήταν αστρονομικό και η θέση περιλάμβανε μετεγκατάσταση σε μια μικρή πόλη νότια της Αθήνας. Κοίταξε μόνο φωτογραφίες στο ίντερνετ και το αποφάσισε. Η πόλη ήταν γραφική και τα λεφτά καλά. Χρειαζόταν οπωσδήποτε αυτό το ποσό. Η μητέρα της ήταν νέα και δούλευε ακόμα αλλά ο μικρός αδερφός της χρειαζόταν πολλά χρήματα για να σπουδάσει. Χρήματα που δεν είχαν. Εκείνη είχε πάρει υποτροφία αλλά ο Νίκολας δεν τα είχε καταφέρει. Και ήταν πραγματικά πολύ έξυπνος. Θα έκανε τα πάντα για να σπουδάσει αυτό που ήθελε και εκεί που ήθελε.

«Ένα εισιτήριο για Ναύπλιο» είπε στον γκισέ όταν έφτασε στον σταθμό. Είχε αρχίσει να διαβάζει λίγο το αλφάβητο και πίστευε ότι το είχε προφέρει σωστά. Η κοπέλα την κατάλαβε αμέσως και χαμογέλασε.
«Με επιστροφή;» τη ρώτησε. Η Κλόι έγνεψε αρνητικά. Θα έκανε καιρό να πάρει άδεια. Η θέση αφορούσε ολόκληρο το ακαδημαϊκό έτος και περιλάμβανε μία βδομάδα διακοπές τα Χριστούγεννα, μία βδομάδα το Πάσχα και δύο βδομάδες το καλοκαίρι.

Βολεύτηκε σε μια θέση κοντά στο παράθυρο και σκέφτηκε να διαβάσει κάτι αλλά σύντομα τα παράτησε. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Είχε πολλά στο μυαλό της. Είχε αφήσει την μικρή πόλη της και την οικογένειά της. Είχε αφήσει τους φίλους της. Τι θα αντιμετώπιζε στη νέα δουλειά; Το άτομο που διεξήγαγε τις συνεντεύξεις και τα τεστ, μόνο όταν της ανακοίνωσε ότι πήρε τη θέση, της αποκάλυψε ότι πρόκειται για μια θέση εσωτερικής παιδαγωγού και δασκάλας αγγλικών σε δύο παιδιά 9 και 12 ετών. Ζούσαν με τον πατέρα τους και τα αγγλικά τους έφθιναν με το χρόνο καθότι η Αγγλίδα μητέρα τους είχε πεθάνει πριν από τρία χρόνια. Αναρωτήθηκε αν τα παιδιά θα είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν το αρχικό σοκ, αν θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Το πολύβουο μελίσσι που έκανε το μυαλό της έτοιμο να εκραγεί ήρθε και διέκοψε ένα ανάλαφρος ύπνος. Έγειρε το κεφάλι της στο τζάμι και όταν ξανάνοιξε τα μάτια της, αντίκρισε την πιο χαριτωμένη, την πιο ονειρεμένη πόλη που είχε δει ποτέ.