Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

κεφάλαιο 10-θα ακολουθήσει σύντομα συνέχεια

Κεφάλαιο 10

Όλος ο μήνας πέρασε με απίστευτη δραστηριότητα. Πρώτον, το πάρτυ της Άρτεμης είχε τόση επιτυχία που η μικρή είχε πάρει την πρωτοβουλία και κάλεσε  ξανά τις φίλες της, πιο πολλές αυτή τη φορά, στο σπίτι για να παίξουν και η Κλόι ένιωσε την ανάγκη να επαναλάβει τον ίδιο αριθμό δραστηριοτήτων αν και με μικρή παραλλαγή. Αυτή τη φορά έφτιαξαν κοσμήματα και έπαιξαν στον κήπο με μεγάλα φουσκωτά παιχνίδια που είχε νοικιάσει για τη μέρα.

Επιπλέον, ο Απόλλωνας είχε αρρωστήσει άσχημα. Φυσικά δεν ήταν στα καθήκοντά της να τον προσέχει, αλλά το έκανε και μάλιστα με ευχαρίστηση. Ο μικρός ήταν απαράδεκτος ασθενής. Γκρινιάρης και μη συνεργάσιμος. Είχε πυρετό τρεις μέρες και έβηχε συνεχώς αλλά δεν ήθελε να πάει σε γιατρό, δεν ήθελε σιρόπια, δεν ήθελε να φάει, δεν ήθελε τίποτα. Την τέταρτη μέρα, που ξαγρύπνησε πάλι πλάι του, κάλεσε τον γιατρό στο σπίτι. Πήρε αντιβίωση και αμέσως ένιωσε καλύτερα. Περνούσε το χρόνο μαζί του μέχρι να αναρρώσει, διαβάζοντας τα μαθήματα που είχε χάσει στο σχολείο, βλέποντας σειρές και μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Ο μικρός δεν έδειχνε να δυσανασχετεί με την παρέα της και αυτό της έδινε μεγάλη χαρά.

Ο πατέρας τους τηλεφωνούσε καθημερινά και μιλούσε με τον γιο του αλλά ποτέ μαζί της. Μία από αυτές τις μέρες, ο γιος του του ευχήθηκε χρόνια πολλά. Η Κλόι σκέφτηκε να ζητήσει το τηλέφωνο και να ευχηθεί και εκείνη αλλά προτίμησε να κάνει νόημα στον Απόλλωνα και να μεταφέρει εκείνος τις ευχές. Όταν ρώτησε το αγόρι αν θέλει να αγοράσουν κάτι μαζί ως δώρο, ο μικρός είχε πει ότι δεν έχουν πάρει ποτέ δώρο στον πατέρα τους. Η Κλόι σκέφτηκε ότι μιας και πλησίαζε η ημερομηνία που θα ερχόταν για την ενημέρωση των γονιών, ίσως μπορούσαν να του πάρουν ένα δώρο. Θα το πρότεινε και στη μικρή.

Κάτι άλλο που έκανε το μήνα να περάσει τόσο γρήγορα ήταν ότι ο αδερφός της έπρεπε να κάνει αιτήσεις σε πανεπιστήμια και έπρεπε να συντάξει το βιογραφικό του και ένα σωρό επιστολές και εκείνη να τις ελέγξει. Είχε μεγάλη αγωνία για το μέλλον του αλλά προσπαθούσε να βοηθάει και να μην εστιάζει στην πιθανότητα να μη γίνει δεκτός στα ιδρύματα της πρώτης επιλογής του. Θα έκανε τα πάντα για να τον στηρίξει, γιατί ήταν ένα γλυκύτατο αγόρι, πολύ έξυπνο και χαρισματικό. Ένας λόγος που ανεχόταν τον κύριο Τόμας να της κάνει υποδείξεις, και τον Απόλλωνα να είναι εριστικός μαζί της και τον πατέρα Δελλή να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ήταν ότι μέσω αυτής τη δουλειάς θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του. Τον πίστευε ειλικρινά.

Σε έξι μέρες ερχόταν το αφεντικό της και δεν μπορούσε να πει ότι ανυπομονούσε. Δεν ήταν σίγουρη ότι θα τον έβλεπε πάνω από δέκα λεπτά, αλλά ακόμα και αυτό τη γέμιζε αγωνία. Η παρουσία του της προκαλούσε πολύ παράξενα συναισθήματα. Ανάμικτα και αντιφατικά. Το ότι ήταν ένας πολύ εντυπωσιακός άντρας ήταν αναμφίβολο. Ήταν από αυτές τις παρουσίες μέσα σε ένα χώρο που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και ένα σωρό άλλα μικρά πράγματα που συνέθεταν την εικόνα. Η βαθιά φωνή που σε έκανε να ανατριχιάζεις, ένα παράξενα οικείο αλλά και αρρενωπό άρωμα, ένα αργό και δυναμικό περπάτημα, μια εξαίσια αριστοκρατική στάση σώματος και ένα βλέμμα που σε έκανε ενστικτωδώς να κοκκινίζεις, χωρίς καν να σε κοιτάζει με υπονοούμενο.

Ήξερε ότι όλες αυτές οι σκέψεις ήταν παράλογες τουλάχιστον. Ήταν το αφεντικό της και η έλλειψη χημείας μεταξύ τους ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή. Ήταν αδύνατο να μην προσέξει όμως την επιβλητική του παρουσία και να μείνει ανεπηρέαστη.

Ήταν ευχάριστο μάλλον που δεν τον έβλεπε συχνά γιατί την αποδιοργάνωνε. Έπρεπε όμως να έχουν μια κάποια επαφή για χάρη των παιδιών. Ήταν σίγουρη ότι αν τον έβλεπαν πιο συχνά θα γίνονταν πιο ευτυχισμένα. Κι ας γινόταν η δική της η σκέψη ένα κουβάρι στην ιδέα μόνο ότι είναι κάπου εκεί κοντά.



Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

κεφάλαιο 9-πάρτυ με μονόκερους

Κεφάλαιο 9

Ο Δελής έφυγε όπως είχε κανονίσει, φυσικά, και δεν ήταν παρών στα γενέθλια της κόρης του. Το πρωί εκείνης της μέρας είχε καταφτάσει μια τεράστια ανθοδέσμη με μικρά ροζ τριαντάφυλλα για τη μικρή και ο κύριος Τόμας τής έδωσε ένα μεγάλο κουτί που «είχε αφήσει ο πατέρας της πριν φύγει». Σίγουρα το είχε διαλέξει ο ηλικιωμένος άντρας αν έκρινε από το περιεχόμενο. Το κουτί είχε μέσα μια πανέμορφη…πορσελάνινη κούκλα. Η Άρτεμη ευχαρίστησε ευγενικά και τη διακόσμησε στο δωμάτιό της, πάνω στο μικρό καναπεδάκι που είχε μέσα. Μέχρι εκεί όμως. Δεν είχε τι άλλο να την κάνει.
«Έχουμε ένα σωρό ετοιμασίες» είπε η Κλόι αγχωμένη στον Απόλλωνα, ο οποίος έδειχνε να υποφέρει από το πρωί με την αναστάτωση που επικρατούσε. «Οι φίλες της θα έρθουν το μεσημέρι για τσάι και θα μείνουν μέχρι το βράδυ. Πρέπει να με βοηθήσεις» του είπε. Εκείνος βόγγηξε.
«Είναι ανάγκη;»
«Ο κύριος Τόμας και η Μαρία έχουν ετοιμάσει βουτήματα, κέικ, πίτες και τοστάκια. Η Ελισάβετ διακόσμησε το μικρό σαλόνι με ροζ τραπεζομάντιλα και φιόγκους αλλά εμείς πρέπει να ετοιμάσουμε τις δραστηριότητες!» τον ενημέρωσε.
«Κλόι! Είμαι αγόρι!» της είπε σχεδόν θιγμένος.
«Τα έχω όλα κανονίσει από πριν. Θα κάνουμε μια γωνιά με είδη μακιγιάζ και περιποίησης για να διασκεδάσουν και μια γωνιά με υλικά ζαχαροπλαστικής για να φτιάξουν καπκέικς. Θέλω απλά να μου μεταφέρεις μερικά πράγματα και θα τα στήσω εγώ. Ο ανδρισμός σου είναι ασφαλής» γέλασε και προς μεγάλη της έκπληξη γέλασε κι εκείνος. Είχε το ίδιο βαθύ γέλιο με τον πατέρα του.
«Θα βοηθήσω αλλά θέλω να με αφήσεις στην ησυχία μου όσο γίνεται το πάρτι» της είπε. Η Κλόι το σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να του επιβάλλει να είναι εκεί, και δε θα ήταν και ωραίο να βρίσκεται ένα αγόρι σε ένα κοριτσίστικο πάρτι.
«Το πάρτι πιστεύω ότι θα διαρκέσει 3-4 ωρίτσες αν όλα πάνε καλά και δε βαρεθούν. Είναι σημαντικό για να κοινωνικοποιηθεί η αδερφή σου και θέλω να βοηθήσω όσο μπορώ. Φυσικά δε θα μπορώ να ασχοληθώ μαζί σου, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θα περάσεις τέσσερις ώρες παίζοντας βιντεοπαιχίδια. Θέλω να γράψεις μια μικρή παράγραφο, σχολιάζοντας ένα κείμενο που σου έχω αφήσει εκτυπωμένο στη βιβλιοθήκη σου. Αφορά στην υπερθέρμανση του πλανήτη και τον ανθρώπινο αντίκτυπο σε αυτή».
«Με πήρε ήδη ο ύπνος» είπε ο Απόλλωνας.
«Μην είσαι αναιδής».
«Συνήθως με λες αγενή».
«Ξέρω πολλές λέξεις» του τσίμπησε το μάγουλο.
«Ωωωω, Κλόι, είσαι σωστή τύραννος. Αλλά νομίζω προτιμώ την παράγραφο και το κείμενο από το να υποστώ τις τσιρίδες των κοριτσιών» υποχώρησε. Η Κλόι χαμογέλασε. Είχε κάνει μικρή πρόοδο με τον Απόλλωνα, αλλά δεδομένων των συνθηκών και του χρόνου που βρισκόταν εκεί, ήταν σημαντική η κάθε μικρή αλλαγή.

Έμεινε στο μικρό σαλόνι μόνη ενώ ο Απόλλωνας πήγε να φέρει τα πράγματα. Είχε πολλές ιδέες και είχε σχεδιάσει έναν μικρό παράδεισο για κορίτσια. Χειροποίητες προσκλήσεις, σπιτικές λεμονάδες και γλυκά, χειροτεχνίες, γκλίτερ και ό,τι άλλο κάνει τα κορίτσια ευτυχισμένα. Είχε σημασία να κάνει καλή εντύπωση η Άρτεμη. Είχε άγχος ότι τα κορίτσια δεν την ήθελαν στην παρέα τους, αλλά είχαν δεχτεί αμέσως την πρόσκληση της. Η Κλόι ήθελε να καταλάβει αν όντως τα κορίτσια ήταν σνομπ ή απλά η Άρτεμη είχε τόσο πεσμένη αυτοπεποίθηση που δεν πίστευε ότι μπορεί κάποιος να τη συμπαθεί ειλικρινά.
«Ο κύριος Δελής τηλεφώνησε και με ενημέρωσε ότι σκοπεύει να έρθει αυθημερόν την ημέρα που τον συμβουλεύσατε για να μιλήσει με τους καθηγητές των παιδιών » της είπε κοφτά και χωρίς περιστροφές ο κύριος Τόμας, εισβάλλοντας στο σαλόνι.
«Αυτό είναι πολύ ευχάριστο» του είπε.
«Ο κύριος είναι απασχολημένος και αυτά τα έχω αναλάβει εγώ» της είπε εκείνος σχεδόν θιγμένος.
«Εκείνος…παραπονέθηκε;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα η Κλόι. Αν είχε κάποιο πρόβλημα, γιατί σκόπευε να έρθει;
«Όχι φυσικά. Απλά εγώ φροντίζω για το καλό του και για των παιδιών» της είπε σχεδόν χωρίς ανάσα.
«Κι εγώ θέλω το καλό όλων και δε σκοπεύω να σας παραγκωνίσω. Αλλά επιμένω ότι η παρουσία του είναι πολύτιμη για τα παιδιά».
«Και θα έρθει μόνο για μία μέρα; Αν είναι δυνατόν!» αναφώνησε ο άντρας.
«Ε ας μείνει και καμιά επιπλέον μέρα. Δε θα κάνει κακό» είπε χωρίς να φιλτράρει την ειρωνεία που ξεχύθηκε από μέσα της. Ο κύριος Τόμας ξεφύσησε και εξαφανίστηκε από το δωμάτιο, αφήνοντάς της μόνη με την πεποίθηση ότι η νίκη που είχε σημειώσει ήταν περισσότερο ήττα.


Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

κεφαλαιο 8-με το μπαμπάκι

Κεφάλαιο 8

Τα παιδιά πήγαν κανονικά στο σχολείο τη Δευτέρα. O πατέρας τους θα έφευγε Τρίτη πρωί για Ιταλία και θα επέστρεφε σε δύο βδομάδες αν πήγαιναν καλά τα πράγματα, την ενημέρωσε ο κύριος Τόμας την ώρα που της έφερνε ένα δέμα που είχε φτάσει για αυτή. Η μητέρα της της είχε στείλει μερικά ρούχα γιατί ο καιρός είχε αρχίσει να ψυχραίνει, καθώς και μερικά μπισκότα και σοκολάτες που της είχαν λείψει.
«Επιθυμεί να σας δει» της είπε την ώρα που έκλεινε την πόρτα πίσω του. Η Κλόι, παρόλο που το περίμενε και το θεωρούσε απόλυτα λογικό, ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Είχε πολλά θέματα προς συζήτηση αλλά δεν ένιωθε άνετα μαζί του. Της είχε ασκήσει μια παράξενη δύναμη, χωρίς καν να προσπαθήσει. Ήταν δυνατόν να φοβάται μια συνάντηση με το αφεντικό της; Έπρεπε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, μάλωσε τον εαυτό της.
«Πότε;» ρώτησε απλά. Ο κύριος Τόμας της εξήγησε ότι ο κύριος επιθυμούσε να τη δει πριν γυρίσουν τα παιδιά, οπότε είχε ένα περιθώριο τριών ωρών μέχρι να γίνει αυτό. «Καλώς» του είπε. «Μόλις ετοιμαστώ θα έρθω από το σπίτι. Σε περίπου μισή ώρα, ενημερώστε τον».

Μέσα στα επόμενα τριάντα λεπτά, άλλαξε τρεις φορές ρούχα. Κατέληξε σε ένα σύνολο ούτε πολύ επαγγελματικό αλλά ούτε και κάζουαλ. Διάλεξε λοιπόν ένα μαύρο παντελόνι και μια μονόχρωμη μακώ μπλούζα, χαμηλά παπούτσια και διακριτικό μακιγιάζ. Δεν σπαταλούσε ποτέ χρόνο στην εμφάνισή της γιατί γνώριζε ότι δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να αναδείξει και αντικειμενικά, δεν ήταν ελκυστική. Όσες σχέσεις είχε κάνει ήταν επειδή κάποιος την είχε βρει «γλυκιά» και τον είχε τραβήξει με την προσωπικότητά της. Συνήθως της έκαναν κοπλιμέντα για τα μαλλιά ή τα μάτια της αλλά και αυτό όχι συχνά. Δεν την πείραζε. Καθόλου. Μάλιστα την είχε απελευθερώσει από την επιθυμία να είναι πάντα όμορφη και περιποιημένη.
Λίγο πριν βγει από το σπίτι έδεσε τα μαλλιά της σε μια γαλλική κοτσίδα και πήρε μερικά πράγματα μαζί της για να δείξει τι δραστηριότητες είχε ήδη κάνει με τα παιδιά, καθώς και πράγματα που τους είχε διδάξει, πρότζεκτ και μικρές εκθέσεις.

Βρήκε την πόρτα του κεντρικού κτιρίου ανοιχτή και μπήκε μέσα φωνάζοντας το όνομα του κυρίου Τόμας. Η Μαρία εμφανίστηκε από την κουζίνα.
«Ο κύριος Τόμας είναι στο θερμοκήπιο και μαζεύει βότανα για να τα αποξηράνει. Θες να πω στον κύριο Δελή ότι ήρθες; Σε περιμένει» σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της. Η Μαρία ήταν πάντα πολύ γλυκιά και κατάφερνε να την κάνει να νιώθει πολύ άνετα. «Ή μάλλον, κάτσε, θα σε συνοδεύσω στη βιβλιοθήκη» προσφέρθηκε. Η Κλόι συνειδητοποίησε ότι θα έμπαινε επιτέλους στο δωμάτιο που της είχε περιγράψει ο Απόλλωνας με θαυμασμό. Κρίμα που οι συνθήκες δεν ήταν ευχάριστες.
«Περάστε» άκουσε τη φωνή του και η Μαρία την προέτρεψε να περάσει. Έκανε ένα βήμα μπροστά και πριν προλάβει καν να απορροφήσει το μεγαλείο του χώρου, η Μαρία έκλεισε την πόρτα πίσω της και την άφησε μόνη. Βασικά, όχι τελείως μόνη.
«Καθίστε» της είπε εκείνος, χαμογελώντας με την αμηχανία της.
 «Τι…όμορφος χώρος» είπε εκείνη και κάθισε σε μια δερμάτινη, αναπαυτική πολυθρόνα, απέναντι από ένα βαρύ μαονένιο γραφείο που είχε πάνω μερικά βιβλία, ένα υπερσύγχρονο λάπτοπ και μια κορνίζα με τα παιδιά μικρά. Γύρω γύρω υπήρχαν βιβλιοθήκες από το πάτωμα ως την οροφή, γεμάτες βιβλία, παλιά και καινούργια, που μπορούσες να προσεγγίσεις με ξύλινες σκάλες αν βρίσκονταν ψηλά. Ο χώρος ήταν παράξενα ζεστός και μύριζε υπέροχα. Ο χώρος ή εκείνος; Αναρωτήθηκε άθελά της.
«Λοιπόν…μιλήστε μου για εσάς» την προέτρεψε εκείνος τρίβοντας τα χέρια του. «Βέβαια έχω διαβάσει αναλυτικά το βιογραφικό σας, οπότε ξέρω τις σπουδές σας και το υπόβαθρό σας. Πείτε μου κάτι για εσάς. Τα ενδιαφέροντά σας ας πούμε».
«Και αυτά αναφέρονται στο βιογραφικό μου» είπε εκείνη. «Διαβάζω, πάω σινεμά και κάνω χειροτεχνίες. Φοβάμαι ότι δεν έχω κάτι άλλο» είπε απολογητικά. «Μπορούμε να μιλήσουμε για τα παιδιά όμως».
«Επιμένω να μου πείτε για εσάς» επέμεινε εκείνος. «Πείτε μου για την οικογένειά σας ή για κάτι τέτοιο τελοσπάντων. Ασχολείστε με τα παιδιά μου. Καλό είναι να ξέρω ποια είστε». Μάλιστα, σκέφτηκε η Κλόι. Ξαναπερνάει συνέντευξη, μόνο που αυτή άργησε μερικούς μήνες.
«Η μητέρα μου είναι νοσοκόμα και ο αδερφός μου τελειώνει φέτος το λύκειο και ελπίζω του χρόνου να μπει στη σχολή της επιθυμίας του. Είμαι γενικά ήσυχη, αποφεύγω τις εντάσεις και αγαπώ πολύ την δουλειά μου» σταμάτησε.
«Αν μπορούσατε να ταξιδέψετε κάπου πού θα πηγαίνατε;» τη ρώτησε, αφού κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο να συνεχίσει.
«Μαρόκο».
«Αν παίρνατε κάποιο βραβείο ποιο θα θέλατε να είναι;»
«Κάποιο φιλανθρωπικό. Κάτι για τη βοήθεια στην εξάλειψη του αναλφαβητισμού. Μα αυτό τι…»
«Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο;»
«Ο Φύλακας στη Σίκαλη. Μα τι παίζουμε; Τις 20 ερωτήσεις;» γέλασε αμήχανα.
«Δε σας βλέπω πρόθυμη να μιλήσετε για τον εαυτό σας και σκέφτηκα να σας διευκολύνω» χαμογέλασε κι εκείνος.
«Έμαθα από τον κύριο Τόμας ότι θα λείψετε πάλι» του είπε απότομα, αλλάζοντας θέμα. «Το Σάββατο είναι τα γενέθλια της μικρής και έχουμε καλέσει μερικά κορίτσια. Υπάρχει κάποια περίπτωση να αλλάξετε τα σχέδιά σας;».
«Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Το πρόγραμμά μου είναι απαιτητικό» της το ξέκοψε.
«Καλώς. Αλλά τον επόμενο μήνα είναι η ενημέρωση γονέων στο σχολείο και θέλω να είστε παρών».
«Συγγνώμη;» τη ρώτησε με γουρλωμένα τα μάτια. Είχαν ένα τόσο παράξενο μπλε χρώμα. Σχεδόν υπνωτιστικό. «Τι μου είπατε μόλις;».
«Ότι πρέπει να είστε εδώ για την ενημέρωση» επέμεινε.
«Μα ο κύριος Τόμας παρίσταται εδώ και χρόνια σε όλες αυτές τις χρονοβόρες ενημερώσεις. Δεν μπορεί να περιμένετε να αφήσω μια δουλειά εκατομμυρίων ευρώ για 15 λεπτά υπόθεση. Θα με ενημερώσει εκείνος για την πρόοδο των παιδιών».
«Κύριε Δελή, θέλω να είμαι ειλικρινής» καθάρισε τη φωνή της. Ήξερε ότι ρισκάρει αλλά η αλήθεια την έπνιγε. «Ο κύριος Τόμας κάνει εξαιρετική δουλειά και εγώ προσπαθώ για το καλύτερο. Αλλά όλοι οι καλοπροαίρετοι υπάλληλοι του κόσμου δεν αντικαθιστούν την πατρική παρουσία».
«Ο κύριος Τόμας είναι σαν οικογένεια».
«Σαν. Και επίσης είναι μεγάλος σε ηλικία. Τι να πει ο Απόλλωνας μαζί του; Τι αντρικό πρότυπο προσφέρει;» απέκρουσε το επιχείρημα.
«Η δουλειά μου είναι απαιτητική και τα παιδιά έχουν συνηθίσει έτσι. Εγώ μεγάλωσα σε οικοτροφείο και έβλεπα τους δικούς μου δύο φορές το χρόνο. Πολλά παιδιά φοιτούν σε οικοτροφείο. Αλλά εγώ δεν το ήθελα αυτό για τα παιδιά. Πιστεύω ότι πρέπει να μεγαλώσουν στο σπίτι τους» της είπε. Τον κοίταξε λίγο. Ήταν τρελός;
«Οι γονείς κάνουν το σπίτι. Όχι τα τούβλα».
«Μου ασκείτε κριτική;» τη ρώτησε μετά από μια ατελείωτη, φορτισμένη σιωπή. Έδειχνε έκπληκτος. Λες και δεν είχε δεχτεί ποτέ κάποιο αρνητικό σχόλιο.
«Σας ζητώ να είστε περισσότερο παρών για τα παιδιά ώστε να μεγαλώσουν πιο φυσιολογικά. Δεν μπορώ να κάνω θαύματα. Δεν ωφελεί να μιλάνε καλά αγγλικά και να πάρουν την καλύτερη μόρφωση όταν μεγαλώνουν με έναν υπερήλικα μπάτλερ και χωρίς τρυφερότητα».
«Ο κύριος Τόμας θα σε σκότωνε αν σε άκουγε» γέλασε τρανταχτά. Η Κλόι αναρωτήθηκε πού έβρισκε το κέφι.
«Τα παιδιά έχουν σοβαρά θέματα κοινωνικοποίησης και συμπεριφοράς. Πρέπει να συμμετέχετε πιο ενεργά στη ζωή τους» διέκοψε το γέλιο του.
«Μα τι λέτε; Ο κύριος Τόμας μού λέει ότι είναι όλα μια χαρά».
«Είναι όλα μια χαρά και θα είναι ακόμα καλύτερα, αν ήσασταν εδώ πιο πολύ. Στα γενέθλιά τους, στους βαθμούς τους, μερικές μέρες το μήνα. Πόσο δύσκολο είναι πια;».
«Αυτό θα το κρίνω εγώ, αν μου επιτρέπετε» της είπε κοφτά. Η Κλόι ξεφύσησε.
«Μπορείτε να το σκεφτείτε με την ησυχία σας. Ελπίζω να κάνετε αυτό που πρέπει για τα παιδιά σας» τον προέτρεψε και σηκώθηκε να φύγει.
«Δεσποινίς Σενέλ, δεν έχω συνηθίσει να μου μιλάνε σε αυτό τον τόνο» της είπε εκείνος λίγο πριν βγει από το δωμάτιο.

«Ξεχάστε τον τόνο. Εστιάστε στα λόγια» είπε εκείνη και με ένα νεύμα του κεφαλιού έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

Κεφάλαιο 7-ψύχρα έπιασε

Κεφάλαιο 7

Τα παιδιά ήταν μαζί της και έφτιαχναν τσάι όταν άκουσαν ένα δυνατό ήχο να σκίζει τον ουρανό. Τα φλιτζάνια χοροπήδησαν στα πιατάκια και κόντεψε να πάθει συγκοπή.
«Τι έγινε;» ρώτησε τρομαγμένη τρέχοντας στο παράθυρο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και δεν έβλεπε κάτι.
«Ο μπαμπάς» είπαν ταυτόχρονα και τα δύο παιδιά, λες και όλο αυτό ήταν συνηθισμένο. Όταν συνέχιζε να τα κοιτάζει απορημένη, της έδωσαν περισσότερες εξηγήσεις.
«Πίσω από το γήπεδο μπάσκετ έχουμε ένα μικρό ελικοδρόμιο. Ο πατέρας μεταφέρεται προς και από το αεροδρόμιο στην Αθηνά με το ελικόπτερό του. Κάνει και μικρά ταξίδια με αυτό» είπε ο Απόλλωνας απλά, λες και της έλεγε κάτι συνηθισμένο.
«Θα βάλω και λίγο λεμόνι» είπε αμέσως μετά ο μικρός, αλλάζοντας θέμα.
«Δε θα πάμε να τον χαιρετίσουμε;» ρώτησε η Κλόι.
«Θα έρθει αυτός εδώ. Είπα στον κύριο Τόμας ότι θα είμαστε εδώ» την ενημέρωσε.
«Δεν ήξερα ότι θα έρθει τόσο γρήγορα από Αθήνα. Ας αφήσουμε το τσάι και ας πάμε να τον υποδεχτούμε» πρότεινε. Είχε φοβερό άγχος, αλλά έπρεπε να το κάνει.
«Είπαμε να μάθουμε να φτιάχνουμε τσάι Γιατί να χαλάσουμε τα σχέδιά μας;» ρώτησε ο Απόλλωνας και ο Κλόι αναρωτήθηκε αναπόφευκτα αν το παιδί διασκέδαζε με αυτό που έκαναν και δεν ήθελε να διακόψει ή αν απλά δεν ανυπομονούσε να δει τον πατέρα του.
«Μπορούμε να το κάνουμε και αύριο. Είναι ευγενικό να έρθει ο άνθρωπος και να μην τον περιμένει κανείς;» επέμεινε.
«Θα έρθει εδώ» επέμεινε και εκείνος, ενώ σέρβιρε βραστό νερό στο φλιτζάνι του. Έδειχνε να απολαμβάνει τη διαδικασία.
«Η μητέρα λάτρευε το τσάι» είπε η Άρτεμη και χαμογέλασε. Ο Απόλλωνας δε μίλησε, αλλά η Κλόι ένιωσε την ατμόσφαιρα να αλλάζει. «Δε θυμάμαι πολλά, αλλά αυτή η μυρωδιά μού είναι οικεία».
«Μα είναι πολύ φυσικό. Όλοι οι Άγγλοι λατρεύουν το τσάι. Πολλοί πίνουν πάνω από τρία φλιτζάνια τη μέρα. Κι εγώ πίνω πολύ. Μάλιστα έχω φέρει μαζί μου τις αγαπημένες μου ποικιλίες» είπε εκείνη ανάλαφρα. Ήταν η πρώτη φορά που η Άρτεμη έλεγε κάτι για τη μητέρα της και ήθελε να της δώσει την εντύπωση ότι μπορεί να μιλήσει όσο θέλει για εκείνη χωρίς να νιώθει ότι τη λυπούνται ή ότι προκαλεί αμηχανία.
«Εγώ προτιμώ το απλό» είπε ο Απόλλωνας και έδειξε ένα κίτρινο φακελάκι. Η Άρτεμη διάλεξε ένα φακελάκι με άρωμα φράουλα.
Έπιναν τσάι και έτρωγαν μπισκότα και κέικ συζητώντας για τις συνήθειες των Άγγλων σχετικά με το τσάι όταν χτύπησε το κουδούνι. Η Κλόι πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Είχε έρθει η ώρα που έτρεμε. Για κάποιο λόγο η γνωριμία με αυτόν τον άνθρωπο τη γέμιζε ανησυχία.
«Ο πατέρας» είπε άχρωμα ο Απόλλωνας. Η μικρή έδειξε περισσότερο ενθουσιασμό και έτρεξε στην πόρτα για να ανοίξει.
«Πατέρα» τσίριξε και χώθηκε στην αγκαλιά του άντρα που στεκόταν στο κατώφλι της.
Η Κλόι χρειάστηκε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να πειστεί ότι αυτός ο άντρας ήταν όντως ο πατέρας των παιδιών. Παρόλο που τον έβλεπε να τα αγκαλιάζει και να τα φιλάει διαδοχικά, παρόλο που διέκρινε στο πρόσωπό του την ομοιότητα με τον Απόλλωνα, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο…
«Εσείς πρέπει να είστε…η παιδαγωγός;» ο άντρας διέκοψε τις σκέψεις της και έκανε ένα βήμα στο εσωτερικό του σπιτιού. Κοίταξε τριγύρω του το χώρο και της έτεινε το χέρι. Η Κλόι σκέφτηκε να μην το δώσει. Δεν ήθελε. Ξαφνικά δεν ήθελε.
«Κλόι Σενέλ, χάρηκα» του είπε και καθάρισε το λαιμό της.
«Λαέρτης Δελής, παρομοίως» της είπε. Το χέρι του ήταν μαλακό αλλά την έσφιξε με τρόπο που έδειχνε δυναμικό άνθρωπο. Είχε ένα σταθερό, ήρεμο βλέμμα που την έκανε να νιώθει πολύ άβολα. Κοίταξε και πάλι τριγύρω του. «Έχω χρόνια να μπω εδώ μέσα. Ελπίζω να είστε άνετα» ρώτησε αλλά δεν περίμενε απάντηση. Γύρισε προς τα παιδιά.
«Θα έρθετε στο σπίτι να φάμε μαζί και να σας δώσω τα πράγματα που σας πήρα;» ρώτησε. Η Άρτεμη συμφώνησε αμέσως. Ο Απόλλωνας ρώτησε αν του έφερε το κινητό του και μετά από την καταφατική απάντηση σηκώθηκε. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες στα ελληνικά.
«Θα έρθουμε αύριο για να πιούμε τσάι» είπε το αγόρι στην Κλόι λίγο πριν κλείσουν την πόρτα πίσω τους. Η Κλόι χάρηκε που ένιωσε την ανάγκη να ανανεώσει το ραντεβού τους. Ο πατέρας τους δεν σκέφτηκε να την καλέσει στο σπίτι και να δειπνήσει μαζί τους. Από μία άποψη καλύτερα. Δεν θα ένιωθε άνετα.
«Καληνύχτα!» είπαν και τα δύο παιδιά και της έγνεψαν. Ο πατέρας τους μουρμούρισε ένα «καληνύχτα, δεσποινίς» και χωρίς δεύτερη ματιά έκλεισε την πόρτα πίσω του.




Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

κεφάλαιο 6-σοκάκια

Κεφάλαιο 6

Είχαν περάσει δύο βδομάδες από τη μέρα που πρωτοήρθε σε αυτή τη μικρή πόλη και σήμερα ήταν η τρίτη της επίσκεψη στο κέντρο. Τις δύο πρώτες φορές είχε κατέβει το πρωί με το ποδήλατό της για να ψάξει μαθήματα πιλάτες και να στείλει μια κάρτα στη μαμά της. Σήμερα είχε μαζί της και τα παιδιά. Ο Βασίλης τούς είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητο και θα είχαν ραντεβού σε δύο ώρες στο ίδιο σημείο όπου τους άφησε.
«Αυτή η ιδέα να κάνουμε το μάθημα έξω είναι πολύ καλή» είπε ο Απόλλωνας βγαίνοντας από το αμάξι και η Κλόι χάρηκε λίγο, μέχρι που ακολούθησε το βλέμμα του και είδε ότι αναφερόταν σε δύο κορίτσια στον απέναντι δρόμο που τον χαιρετούσαν. «Είναι από το σχολείο» της διευκρίνισε. Μάλιστα. Το αγόρι που εδώ και δύο βδομάδες την έβγαζε καθημερινά εκτός εαυτού είχε φαν κλαμπ. 
«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Απόλλωνας, μετά από 100 μέτρα περπάτημα.
«Έλεγα να μου δείξετε λίγο την πόλη και να φάμε ένα παγωτό. Εκτός αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να δω» είπε διερευνητικά. Σήμερα ήταν Παρασκευή και έτσι είχαν λίγη μεγαλύτερη ελευθερία γιατί δεν είχαν να ξυπνήσουν νωρί την επόμενη μέρα.
«Είναι αργά για να ανέβουμε στο Παλαμήδι ή να πάμε στο Μπούρτζι. Ας περπατήσουμε απλά» πρότεινε το αγόρι.
«Εσύ τι λες;» ρώτησε την Άρτεμη. Η μικρή ανασήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη της αλλά η Κλόι επέμεινε να τη ρωτάει.
«Ας περπατήσουμε στα δρομάκια της παλιάς πόλης και καταλήγουμε στην παραλία» είπε η Κλόι και συμφώνησαν όλοι.

Η Κλόι τούς αγόρασε παγωτά και ενώ τριγυρνούσαν στην πόλη συζητούσαν συγκρατημένα. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα και τα δύο παιδιά παρέμεναν μαγκωμένα. Αλλά η Κλόι δεν χαλάρωνε την προσπάθεια. Έδινε καθημερινά τον καλύτερο εαυτό της σχεδιάζοντας δραστηριότητες ώστε να σπάσει ο πάγος και να τους κάνει να μιλήσουν αλλά και να δοκιμάσουν καινούργιες εμπειρίες. Είχαν ήδη πάει για πεζοπορία σε ένα μικρό λόφο πιο έξω από την πόλη, είχαν επισκεφτεί το μουσείο και τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και είχαν παίξει ένα σωρό επιτραπέζια και παιχνίδια στον κήπο. Συμμετείχαν στις δραστηριότητες πολύ νωχελικά, χωρίς να δείχνουν να το απολαμβάνουν και πάντα έτρεχαν στα δωμάτιά τους όταν τελείωνε ο χρόνος. ¨Έδειχναν αποφασισμένα να μην την συμπαθήσουν και να μην την αφήσουν να μπει στη ζωή τους. Το μόνο θετικό ήταν ότι ο Απόλλωνας είχε μειώσει τις προσβολές και τις κρίσεις αγένειας και έδειχνε πολύ δειλά ενδιαφέρον να βελτιώσει τα αγγλικά του. Μάλλον είχε κάτι στο μυαλό του αλλά φυσικά δεν της είχε πει κάτι, ούτε επρόκειτο σύντομα.
«Θα έρθει ο πατέρας την Κυριακή» είπε ο Απόλλωνας ξαφνικά και η Κλόι έχασε το βήμα της. Η Άρτεμη έπεσε πάνω της και γέλασε δειλά.
«Σε ξάφνιασε» της είπε, σε μια από τις σπάνιες φορές που μιλούσε χωρίς να τη ρωτήσεις κάτι.
«Δεν είχα ιδέα» τους είπε. Περπατούσαν παράλληλα με την παραλία και σκόπευαν να κάτσουν κοντά στο φάρο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Τα χρώματα στον ουρανό ήταν μαγικά. Άραγε οι ντόπιοι καταλάβαιναν πόσο όμορφη είναι η πόλη ή την είχαν συνηθίσει;
«Έρχεται και φεύγει χωρίς προειδοποίηση. Εμάς μας το είπε ο κύριος Τόμας πριν φύγουμε» είπε το αγόρι. Μάλιστα, σκέφτηκε η Κλόι. Εκείνη δεν είχε σκεφτεί κανείς να την ενημερώσει. Τι παράξενοι άνθρωποι. «Λογικά θα μείνει ένα βράδυ. Ίσως τον γνωρίσεις» συνέχισε.
«Καλή ιδέα» είπε απλά, αλλά μέσα της είχε αρχίσει ήδη να αναρωτιέται με τι άνθρωπο θα είχε να κάνει. Δεν ήξερε πολλά. Μόνο ότι δούλευε πολύ και ότι δεν περνούσε χρόνο με τα παιδιά του. Ήταν νέος ή μεγάλος; Κοκκινομάλλης όπως η Άρτεμη ή καστανός όπως ο Απόλλωνας; Θα ήθελε να τη γνωρίσει; Θα δεχόταν όσα σκόπευε να του πει; Θα έπρεπε να φιλτράρει τα λόγια της. Να σκεφτεί καλά απόψε στο κρεβάτι της πώς θα του έλεγε και τι.
«Του είχα ζητήσει ένα κινητό. Άραγε θα σκέφτηκε να το αγοράσει;» αναρωτήθηκε ο Απόλλωνας.
«Δεν έχεις κινητό;» τον ρώτησε η Κλόι απορημένη.
«Φυσικά, αλλά θέλω το καινούργιο μοντέλο.
«Μα και αυτό που έχεις είναι καινούργιο» επέμεινε.
«Έχει βγει καλύτερο και το θέλω. Θέλω να είμαι ο πρώτος στο σχολείο που θα το έχει» επέμεινε.
«Εγώ θα προτιμούσα να είμαι πρώτη στο σχολείο σε άλλα θέματα, αλλά είναι θέμα προτεραιοτήτων» του είπε καυστικά.
«Δηλαδή σαν τι; Να θέλω να είμαι ο πιο καλός μαθητής; Δεν είμαι φυτό».
«Ποιος μίλησε για ακαδημαϊκή επίδοση;» επέλεξε πιο σύνθετες λέξεις. «Θα ήθελα όμως να είμαι η πιο ευγενική ή η πιο εργατική ή πιο κοινωνική. Κάτι τέτοιο. Κάτι που αργότερα θα με βοηθήσει. Κανείς δε θα θυμάται σε είκοσι χρόνια από τώρα τι κινητό είχες αλλά θα θυμούνται τι αντίκτυπο είχες στην καθημερινότητά τους» προσπάθησε να του πει αν και ήξερε ότι τα ήθη των σημερινών εφήβων ήταν πολύ διαφορετικά.
«Καλά. Αν μου φέρει ο πατέρας το κινητό θα το δώσω στους φτωχούς» της είπε κι εκείνος, και η Κλόι σκέφτηκε να τον ρίξει στο λιμάνι, αλλά δεν το έκανε. Είχε ρίξει το σποράκι τη και ποιος ξέρει. Ίσως άνθιζε μια μέρα.
«Εσύ τι ζήτησες;» ρώτησε τη μικρή. Η Άρτεμη παρόλο που δε μιλούσε πολύ έδειχνε να απολαμβάνει πολύ το περπάτημα και τις βόλτες. Μάλλον επειδή δεν είχε πολλές φίλες και δεν περνούσε πολύ χρόνο έξω ή με παρέα.
«Τίποτα. Δε θέλω κάτι» είπε.
«Δε μας λείπει και κάτι» είπε ο αδερφός της με καμάρι. Μόνο μια φυσιολογική παιδική ηλικία, σκέφτηκε να απαντήσει εκείνη, αλλά δεν το έκανε.
«Μιλήστε μου για τον πατέρα σας» τους παρότρυνε η Κλόι για δύο λόγους. Για να μάθει φυσικά με ποιον θα είχε να κάνει και για να τους δώσει την ευκαιρία να μιλήσουν ελεύθερα για μερικά λεπτά.
«Τον λένε Λαέρτη» είπε η Άρτεμη και χαμογέλασε. Μάλλον είχε αδυναμία στον πατέρα-φάντασμα. Η Κλόι λυπήθηκε τα παιδιά. «Είναι αρχιτέκτονας και ασχολείται σχεδόν μόνο με αναπαλαιώσεις κτιρίων. Είναι πολύ καλός».
«Έχει σπουδάσει στην Αγγλία και η προγιαγιά μας ήταν από τη Σκωτία. Ο πατέρας έχει και μετοχές σε μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Σκωτίας».
«Εγώ θέλω να μάθω τι άνθρωπος είναι» τους διάκοψε πριν μάθει λεπτομέρειες. «Όχι την περιουσία του!» γέλασε.
«Εμ… είναι καλός» είπε η Άρτεμη απλά. Τίποτα άλλο. Άραγε ήξεραν κάτι για τον πατέρα τους;
«Τρέχει το πρωί και του αρέσει το κουάκερ. Τέτοια πράγματα;» είπε ο μικρός. Η Κλόι γέλασε. «Φοράει συχνά γαλάζιο πουκάμισο και διαβάζει πολλά βιβλία. Έχεις δει την βιβλιοθήκη;» τη ρώτησε. Εκείνη έγνεψε αρνητικά. Δεν πήγαινε συχνά στο κεντρικό κτίριο και ήξερε ότι δεν είχε δει ολόκληρο το σπίτι. Τα παιδιά πήγαιναν στο δικό της. Είχε σκεφτεί ότι ήταν ίσως λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένος χώρος για εκείνα. «Έχει μυωπία και έχει γενέθλια τον Νοέμβριο. Αυτά».
«Και σαν χαρακτήρας;» ρώτησε. «Χρησιμοποίησε επίθετα».
«Είναι ευγενικός, απαιτητικός και γενναιόδωρος. Αλλά είναι και λίγο ισχυρογνώμων».
«Μπράβο, Απόλλωνα!» τον τσίμπησε στο μπράτσο. Εκείνος χαμογέλασε. «Ισχυρογνώμων; Μπράβο!».
«Σου το είπα ότι μιλάμε αγγλικά» της είπε εκείνος.
«Κάθε μέρα και καλύτερα» είπε εκείνη διπλωματικά, ώστε να μην μειώσει και τη δική της συνεισφορά αλλά ούτε και τη φυσική τους ικανότητα.

«Άρτεμη, πλησιάζουν τα γενέθλιά σου. Θα κάνεις κάτι;» ρώτησε την ώρα που έμπαιναν στο αμάξι. Ο Βασίλης είχε πάει σούπερ μάρκετ και είχε γεμίσει το πορτ μπαγκάζ ένα σωρό πράγματα και για το σπίτι και για εκείνη.
«Ποτέ δεν κάνω κάτι. Θα κόψουμε μια τούρτα στο σπίτι».
«Δεν έχεις κάποια φίλη να καλέσεις;» επέμεινε η Κλόι.
«Κάνω με δύο κορίτσια παρέα στο σχολείο αλλά δεν νομίζω ότι θα έρχονταν στο σπίτι».
«Δε θα μάθουμε αν δεν το προτείνεις» της είπε. «Θα φτιάξουμε χειροποίητες προσκλήσεις και θα ετοιμάσουμε ένα κοριτσίστικο απόγευμα με καπκέικς και ροζ μπαλόνια και μπισκότα και μονόκερους και…»
«Αυτό μας έλειπε» διέκοψε τον ενθουσιασμό της ο Απόλλωνας. Γέλασε με το ύφος του.
«Μην είσαι έτσι. Η αδερφή σου πρέπει να γιορτάσει τα γενέθλιά της με φίλες της. Όχι με ένα μουρτζούφλη αδερφό και ένα σωρό μεγάλους».
«Ήταν κακό αυτό που μου είπες τώρα ε;» μούτρωσε εκείνος. Η Κλόι γέλασε πάλι και στράφηκε πάλι στη μικρή.
«Σου υπόσχομαι ότι θα περάσετε τέλεια».
«Κι αν δεν δεχτούν;» είπε η μικρή φοβισμένη. Το κορίτσι είχε μεγάλο θέμα αυτοπεποίθησης.
«Αν δε δεχτούν θα ενεργοποιήσουμε το πλάνο Β: βρίσκουμε νέες φίλες» της είπε δυναμικά και κοίταξε μπροστά το δρόμο.





Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Κεφάλαιο 5-ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω

Κεφάλαιο 5

Πέρασε την Κυριακή μόνη και τη Δευτέρα μόλις τα παιδιά γύρισαν από το σχολείο προφασιστηκαν πονοκέφαλο και αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους χωρίς να ασχοληθούν μαζί της περαιτέρω. Την Τρίτη το πρωί, ενώ έτρωγε το υπέροχο πρωινό που της είχε ετοιμάσει ο κύριος Τόμας, έθιξε το θέμα. Ωραία περνούσε, αλλά δεν είχε έρθει για διακοπές.
«Κύριε Τόμας, σήμερα θέλω να περάσω χρόνο με τα παιδιά. Θέλω μόλις γυρίσουν από το σχολείο, να φάνε, να ξεκουραστούν και να με συναντήσουν στο σαλόνι. Μπορείτε να τους μεταφέρετε το μήνυμα;».
«Φυσικά και θα το κάνω αλλά δεν ξέρω αν θα δεχτούν» της είπε σοβαρά προβληματισμένος.
«Κύριε Τόμας, δεν ήρθα εδώ για να σπαταλήσω το χρόνο μου και τον δικό σας. Με φροντίζετε άψογα τόσες μέρες, αλλά δε βλέπω το λόγο να είμαι εδώ αν δε δουλεύω. Μπορώ να βοηθήσω».
«Δε θέλω να πιέζω τα παιδιά, δεσποινίς. Έχουν περάσει δύσκολα και προσπαθώ να τα έχω με το μαλακό».
«Σας καταλαβαίνω και εν μέρει χαίρομαι που τα φροντίζετε, αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να τα κακομαθαίνετε. Πρέπει να τα βοηθήσω να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες. Να βελτιώσουν τα αγγλικά τους. Μπορώ να τα στηρίξω και ψυχολογικά. Γιατί δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου;».
«Ίσως αν τα αφήναμε να ηρεμήσουν λίγο…» είπε ο κύριος Τόμας. «Ήταν ιδέα του κυρίου να βρεθεί μια παιδαγωγός, και δε διαφωνώ ότι μπορείτε να τα βοηθήσετε. Αλλά δε θέλω να τα πιέσω. Ίσως θέλουν χρόνο να ξεπεράσουν το σοκ της απώλειας της μητέρας τους».
«Χωρίς να πάει πίσω η ζωή τους. Και νομίζω ότι αυτό γίνεται τώρα. Κύριε Τόμας, αν δε δω τα παιδιά σήμερα, θα προσπαθήσω να επικοινωνήσω με τον πατέρα τους. Νομίζω κάπου μπορεί να έχω το μέιλ του. Τον έχετε κάνει κοινοποίηση σε κάποιο από τα μηνύματα που ανταλλάξαμε» είπε ευγενικά, αλλά ο τόνος της ήταν αποφασιστικός. Ήταν ο άσσος στο μανίκι της, γιατί ο κύριος Τόμας δεν έδειχνε διατεθειμένος να επιβάλει κάποια τάξη στα παιδιά.
«Ο κύριος σπάνια απαντάει στο προσωπικό μέιλ του. Είναι πολύ απασχολημένος. Ταξιδεύει πολύ» της είπε για χιλιοστή φορά. Είχε ακούσει την ίδια κασέτα τρεις φορές μέσα σε τρεις μέρες. Ο κύριος δουλεύει πολύ. Ο κύριος πετάει από Βραζιλία σε Αμερική και από Ισπανία σε Ντουμπάι. Ο κύριος είναι πετυχημένος αρχιτέκτονας και ασχολείται με τις αναπαλαιώσεις. Είναι διάσημος στο χώρο. Ο κύριος ταξιδεύει πολύ. Έρχεται ελάχιστες μέρες το μήνα για να δει λίγο τα παιδιά και ξαναφεύγει. Ο κύριος το ένα και ο κύριος το άλλο. Ο τρόπος που μιλούσε για το αφεντικό του δεν της άφηνε αμφιβολία. Τον είχε κακομάθει και αυτόν πολύ και τώρα τον αντιμετώπιζε σαν θεό.
«Εγώ θα το προσπαθήσω» επέμεινε. «Και αν δεν απαντήσει θα αναγκαστώ να γυρίσω πίσω. Δε θέλω να σπαταλάω τα χρήματα που μου δίνει» μπλόφαρε. Ειλικρινά ευχόταν να μη χρειαζόταν να γυρίσει πίσω. Είχε παραιτηθεί από το σχολείο όπου δούλευε και είχε ανάγκη τα χρήματα για να στηρίξει την οικογένειά της. Και ήθελε και είχε ανάγκη να μείνει στη θέση της.

Μέχρι το μεσημέρι έμεινε στο σπίτι της και τακτοποίησε τα βιβλία της. Μετά την επισκέφτηκε ο Βασίλης, ο οποίος της έφερε ένα ολοκαίνουργιο ποδήλατο. Εκείνη είχε ρωτήσει αν υπήρχε κάποιο να δανειστεί, αλλά ο κύριος Τόμας κανόνισε να της αγοράσουν ένα. Η πόλη απείχε περίπου δύο χιλιόμετρα από το σπίτι και προτιμούσε τα πρωινά της να τα περνάει εκεί, κάνοντας δραστηριότητες ή βόλτες μερικές φορές τη βδομάδα από το να κάθεται σπίτι και να βαριέται.

Κατά τις τρεις επέστρεψαν τα παιδιά. Άκουσε το αυτοκίνητο. Κατά τις έξι ξεκίνησε για το κεντρικό κτίριο. Δεν βρήκε κανέναν στο σαλόνι. Μάλιστα.
«Παιδιά!» φώναξε. Ο κύριος Τόμας και τα κορίτσια ήταν στην κουζίνα αλλά δεν αντέδρασαν. «Σας περιμένω σε πέντε λεπτά στο σαλόνι, αλλιώς θα ανέβω πάνω». Περίμενε πέντε λεπτά. Περίμενε δέκα. Ανέβηκε τα σκαλιά δυο δυο. Ο επάνω όροφος ήταν εξίσου τεράστιος και δαιδαλώδης με τον κάτω. Στον κάτω όροφο είχε δει ήδη μια κουζίνα, ένα μεγάλο σαλόνι, ένα μικρό σαλόνι, μια βιβλιοθήκη, μια μικρή αίθουσα δεξιώσεων. Στον πάνω όροφο το μόνο που έβλεπε ήταν διαδρόμους και κλειστές πόρτες. Άνοιξε τυχαία μία αφού χτύπησε. Ταυτόχρονα μιλούσε δυνατά και ανακοίνωνε ότι πλησιάζει για να μην τους αιφνιδιάσει. Η πρώτη πόρτα έκρυβε έναν ξενώνα, η δεύτερη ένα μεγάλο μπάνιο που δεν έδειχνε να χρησιμοποιείται συχνά. Μετά βρήκε ένα παλιό παιδικό υπνοδωμάτιο, ένα τεράστιο μπάνιο με μαρμάρινη μπανιέρα, ένα κλειδωμένο δωμάτιο και…
«Τι είναι επιτέλους;» άκουσε μια φωνή και είδε τον Απόλλωνα να βγαίνει από ένα δωμάτιο στην άλλη άκρη.
«Σας περιμένω κάτω να ξεκινήσουμε το μάθημα» του είπε αυστηρά. «Και φόρα μια μπλούζα πριν κατέβεις».
«Σπίτι μου είναι ό,τι θέλω κάνω» είπε ο μικρός με θράσος. Η Κλόι δεν λύγισε όμως.
«Σε πέντε λεπτά εσύ και η αδερφή σου να είστε κάτω και ευπρεπώς ενδεδυμένοι. Αλλιώς θα επικοινωνήσω με τον πατέρα σας» έκανε μεταβολή και κατέβηκε στον κάτω όροφο.

Σε δεκαπέντε λεπτά τα δύο παιδιά κατέβηκαν τις σκάλες σπρώχνοντας το ένα το άλλο. Η απροθυμία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.
«Διαβάσατε για αύριο; Αν θέλετε μπορώ να σας βοηθήσω και με τα μαθήματά σας» τους είπε ανάλαφρα για να σπάσει τον πάγο. Τα παιδιά έκατσαν στον απέναντι καναπέ και έμπλεξαν τα χέρια τους. Τα παρατήρησε λίγο. Αν έβγαζες από την εξίσωση τα τελείως διαφορετικά χρώματά τους, η μικρή είχε κατακόκκινα μαλλιά ενώ ο Απόλλωνας είχε σκούρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, είχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά όπως λεπτά χείλη, φακίδες και μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια.  
«Διαβάσαμε» είπαν και οι δύο ταυτόχρονα. Δεν τους πίστευε αλλά θα είχε χρόνο να το εξακριβώσει.
«Για σήμερα προτείνω να μιλήσουμε λιγάκι ελεύθερα για να σας ακούσω λίγο και μετά σκέφτηκα να φάμε μαζί βραδινό. Αύριο θα ήθελα να πάμε μαζί στην πόλη και να μου δείξετε τα πιο ωραία μέρη για βόλτες. Είμαι καινούργια εδώ και…»
«Δεν είναι λίγο βαρύ να περνάμε κάθε μέρα το απόγευμα μαζί σας;» είπε ο Απόλλωνας. «Δε θα έχουμε καθόλου ελεύθερο χρόνο. Πότε θα ξεκουραζόμαστε;». Είχε κάποιο δίκιο και αυτό το είχε σκεφτεί η Κλόι.
«Θέλω να περνάμε μαζί δύο ώρες τις καθημερινές, δηλαδή πέντε με εφτά. Θα κάνουμε λίγο μάθημα και μετά θα κάνουμε δραστηριότητες μαζί. Μετά θα είστε ελεύθεροι. Το Σαββατοκύριακο θέλω να περνάμε όλο το πρωινό μαζί».
«Αυτό ακούγεται πολύ βαρύ» επέμεινε ο μικρός.
«Δεν είναι και δυσβάσταχτο» χαμογέλασε αυτή.
«Δυσ…τι;» την κοίταξε μπερδεμένος.
«Δυσβάσταχτο. Σημαίνει κάτι τόσο βαρύ που δεν μπορείς να το σηκώσεις. Γι΄ αυτό είμαι εδώ. Είναι σημαντικό να μιλάτε καλά αγγλικά. Θα σας βοηθήσω. Άρτεμις, εσύ τι λες για αυτό;» ρώτησε τη μικρή.
«Δεν ξέρω…» ψέλλισε. Η Κλόι περίμενε.
«Πες μας» την παρότρυνε. Η μικρή έπαιξε λίγο με τα μαλλιά της αμήχανα.
«Εγώ δεν έχω πρόβλημα» είπε τελικά. Ο Απόλλωνας ξεφύσηξε.
«Θέλω να εκφράζεστε ελεύθερα, αν και δεν εγγυώμαι ότι οι επιθυμίες σας θα είναι διαταγή. Θα προσπαθήσω βέβαια να περνάτε καλά, αλλά θα μπουν κάποια όρια στη συμπεριφορά σας».
«Είναι ό,τι πιο ηλίθιο έχει σκεφτεί ο πατέρας» είπε ο Απόλλωνας και έκανε να σηκωθεί αλλά η Κλόι τον απέτρεψε.
«Κάτσε κάτω!» είπε με έντονο ύφος. «Αν δε συνεργαστείς, θα επικοινωνήσω με τον πατέρα σου. Έχω την άδειά του να σας βάλω τιμωρία. Και το πρώτο που θα κάνω είναι να σου δεσμεύσω μερικές μέρες τα βιντεοπαιχνίδια σου» μπλόφαρε.
«Αποκλείεται ο πατέρας να απαντήσει! Ποτέ δεν απαντάει στο τηλέφωνο» γέλασε ο μικρός αλλά το γέλιο του ήταν ξερό. Η Άρτεμις έδειχνε να μην ακούει όσα γίνονταν. Κοιτούσε τα παπούτσια της συνεχώς.
«Θα δεις που θα απαντήσει σε μένα» είπε με ψεύτικη σιγουριά. «Ξέρει ότι θέλω το καλό σας».
«Ούτε εσύ, ούτε εκείνος ξέρετε το καλό μας. Θέλουμε να μας αφήσετε σε ησυχία» επέμεινε.
«Μπορώ να περάσω άνετα δύο ώρες και να τσακώνομαι μαζί σου, αλλά έχω κι άλλον άνθρωπο να φροντίσω. Την αδερφή σου. Σε ενδιαφέρει καθόλου να νιώσει άνετα; Να μιλάει πιο πολύ; Να περάσει λίγο χρόνο με μια γυναικεία φιγούρα ή σε νοιάζει μόνο ο εαυτός σου;» έπαιξε άλλο ένα χαρτί. Την αδερφική αγάπη. Θα έπιανε; Για κάποιο λόγο τής έδειχναν δεμένοι.
«Και τι θα λέτε; Για κούκλες; Πόσο είσαι; Καμιά τριανταριά;» κάγχασε. Η Κλόι πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήταν μικρότερη και έδειχνε ακόμα μικρότερη. Ήξερε ότι ήθελε να την πικάρει, αλλά δεν τσίμπησε.
«Είμαι 24, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε μου αρέσουν οι κούκλες» είπε ανάλαφρα, αλλά μέσα της έβραζε με το προσβλητικό του ύφος. «Και είμαι διατεθειμένη να δοκιμάσω ό,τι σας διασκεδάζει. Θα παίξω μαζί σας, θα κάνουμε σπορ, βόλτες, θα μιλήσουμε και θα περάσουμε γενικά ποιοτικό χρόνο μαζί. Δεν ακούγεται τόσο τραγικό».
«Για σένα. Για εμάς είναι».
«Μη μιλάς εκ μέρους και των δύο σας. Η Άρτεμις έχει δική της άποψη» του θύμισε.
«Ξέρω πώς σκέφτεται».
«Κανείς δεν ξέρει πώς ακριβώς σκέφτεται ένας άλλος άνθρωπος. Θα εκπλαγείς».
«Ακούγεσαι σαν μια ψυχολόγο που μας είχε πάει ο κύριος Τόμας πριν λίγο καιρό. Άρτεμις, τη θυμάσαι; Αυτή με τα μαύρα μαλλιά. Όχι αυτή με τα καστανά». Η Άρτεμις έγνεψε θετικά. Σε πόσες ψυχολόγους είχαν πάει αυτά τα παιδιά; Πήγαιναν ακόμα; Δεν ήταν ώρα να μάθει.
«Θέλω απλώς μία ευκαιρία. Νομίζω ότι θα περάσουμε καλά. Αλλά δε θα ανεχτώ προσβλητική συμπεριφορά και ασέβεια μπρος το πρόσωπό μου. Είναι ξεκάθαρο;» ρώτησε. Η Άρτεμις ψέλλισε ένα «ναι». Ο Απόλλωνας δεν απάντησε ποτέ.
«Έχετε πολύ όμορφα ονόματα και οι δύο» προσπάθησε να αλλάξει το θέμα.
«Τα είχε διαλέξει εκείνη» είπε τελικά ο Απόλλωνας. Η Κλόι δεν ρώτησε ποια. Ήταν προφανές ότι το παιδί δυσκολευόταν να πει το όνομα της μητέρας του.
«Ο Απόλλωνας ήταν ο θεός της μουσικής. Σωστά; Αλλά η Άρτεμις;» ρώτησε. Ήξερε την απάντηση αλλά ήθελε να πιάσει συζήτηση.
«Του κυνηγιού. Ήταν η δίδυμη του Απόλλωνα» είπε η συνονόματη απαλά.
«Υπέροχα ονόματα» είπε η Κλόι ξανά και το εννοούσε.
«Λάτρευε την μυθολογία. Και την Ελλάδα γενικά. Φυσικά έχουμε και οι δύο δεύτερο όνομα, όπως συνηθίζεται στην Αγγλία. Εγώ είμαι ο Απόλλωνας Πάτρικ Δελής και αυτή είναι η Άρτεμις Ελίζαμπεθ Δελή».
«Χάρηκα για τη γνωριμία» τους χαμογέλασε. «Εγώ είμαι η Κλόι Τάμπιθα Σενέλ».
«Τάμπιθα;» γέλασε ο Απόλλωνας. Η Άρτεμις απλά χαμογέλασε. «Σε μισούν οι γονείς σου;»
«Η μητέρα μου σίγουρα όχι» γέλασε κι εκείνη. «Αλλά για τον πατέρα μου δεν ξέρω. Μας εγκατέλειψε όταν εγώ ήμουν εφτά χρονών και ο αδερφός μου μωρό. Δεν τον θυμάμαι πολύ. Έλειπε συχνά σε ταξίδια. Ήταν οδηγός φορτηγού. Μάλλον μας απέφευγε» είπε συννεφιασμένη. Δεν μιλούσε συχνά για αυτό αλλά ήθελε να τους δείξει ότι όλοι οι άνθρωποι κουβαλούσαν τον σταυρό τους. Όχι ότι συνέκρινε τις τραγωδίες τους, αλλά ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι πρέπει να φερόμαστε πάντα ευγενικά γιατί δεν ξέρουμε ποτέ σε ποιον μιλάμε.
«Λυπάμαι γι’ αυτό» είπε απλά ο Απόλλωνας. Η Κλόι χαμογέλασε πικρά. Ο πατέρας της είχε για μια φορά φανεί χρήσιμος.
«Κάθε μέρα πονάει και λιγότερο» τους είπε απλά και ήλπιζε να ισχύει και για αυτά κάποια μέρα. «Το Τάμπιθα όμως πονάει κάθε μέρα» άλλαξε τον τόνο και γέλασαν μαζί και οι τρεις.
«Συνεχίζω να πιστεύω ότι είναι πολλές δύο ώρες τη μέρα!» επέμεινε ο μικρός μετά από μια αμήχανη σιωπή. Η Κλόι ήξερε ότι είχε σημειώσει μια νίκη όμως.
«Αν συνεργαστείτε δε θα καταλάβετε καν πότε πέρασε η ώρα. Δουλειά μου είναι να μη βαριέστε» τους διαβεβαίωσε. Είχε ανεβάσει τον πήχυ και ήλπιζε να τα κατάφερνε.
«Θα κάνουμε κεραμική και τέτοια;» ρώτησε η Άρτεμις και τους αιφνιδίασε.
«Αν αυτό θέλετε» είπε η Κλόι.
«Εγώ θέλω να δοκιμάσω καρτ αλλά ο κύριος Τόμας το αναβάλει συνεχώς» είπε ο Απόλλωνας.
«Θα πάμε μαζί» τους υποσχέθηκε. «Δύο φορές μεσοβδόμαδα και το Σάββατο θα βγαίνουμε εκτός».
«Και θα μας διορθώνεις όταν κάνουμε λάθη;» ρώτησε η Άρτεμις.
«Δεν κάνετε λάθη. Ελάχιστα μόνο. Εγώ θα σας βοηθήσω να βελτιώσετε το λεξιλόγιό σας και την προφορά σας. Είστε σε πολύ καλό δρόμο όμως».
«Εσύ μιλάς τέλεια» της είπε. Η Κλόι χαμογέλασε.
«Έχω κοπιάσει πολύ για να μην ακούγεται η ουαλική προφορά μου».
«Είσαι από την Ουαλία;» τη ρώτησε ο Απόλλωνας. «Έχω ακούσει ότι οι άνθρωποι εκεί είναι όλοι βοσκοί. Άξεστοι».
«Έτσι λένε οι Άγγλοι αλλά δεν ισχύει» είπε χωρίς να θίγεται. Έπρεπε να δείχνει χαλαρή όταν την πρόσβαλε. Μέχρι να καταλάβει αν το έκανε επίτηδες ή επειδή δεν είχε μάθει να φιλτράρει τις σκέψεις του.
«Η μαμά μου είναι νοσοκόμα και εγώ…ξέρετε» γέλασε.

Πέρασαν την υπόλοιπη ώρα μιλώντας για το σχολείο τους και τα μαθήματά τους. Η Κλόι έβγαλε το συμπέρασμα ότι η Άρτεμις ήταν καλή μαθήτρια, αλλά δεν είχε φίλους. Ο Απόλλωνας είχε σαφή προτίμηση στα θετικά μαθήματα αλλά δεν είχε τόσο καλούς βαθμούς γενικά. Ήταν δημοφιλής και οι καθηγητές τον συμπαθούσαν. Μόλις η ώρα πήγε οκτώ, ο μικρός πετάχτηκε από τον καναπέ λες και ήταν ελατήριο. «Τέλος!» αναφώνησε ανακουφισμένος και άρχισε να τρέχει προς το δωμάτιό του, διαλύοντας τις ψευδαισθήσεις που είχε μέχρι εκείνη την ώρα ότι τον είχε φέρει λίγο στα νερά της.





Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

κεφάλαιο 4-Μοντεσόρι

Κεφάλαιο 4

Η Κλόι δεν πίστευε στα μάτια της. Ειλικρινά. Είχε καθίσει στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό της. Είχαν σερβίρει φαγητό και αφού ο κύριος Τόμας τη συμβούλευσε να αρχίσει να τρώει και να «μην περιμένει τα παιδιά», ακολούθησε τη συμβουλή του αλλά κάπου δέκα λεπτά μετά εμφανίστηκαν δύο παιδιά που φώναζαν «πρόβλημα» από μακριά. Το αγόρι έδειχνε να έχει ξυπνήσει μόλις (!) και δεν είχε μπει στον κόπο να βγάλει τις πιτζάμες και να φορέσει κάτι για να εμφανιστεί. Ούτε καν είχε χτενιστεί. Φυσικά δεν της απηύθυνε το λόγο. Κάθισε στην άλλη άκρη και άρχισε να τρώει, αγνοώντας ακόμα και τον κύριο Τόμας που τον ρωτούσε με μεγάλο άγχος αν του άρεσε το φαγητό. Μάλιστα, σκέφτηκε. Κακομαθημένος από γονείς και προσωπικό μάλλον.

Η δε μικρή, έδειχνε σε χειρότερη μοίρα. Ούτε εκείνη χαιρέτισε, αλλά για άλλο λόγο. Έδειχνε τόσο ντροπαλή και συγκρατημένη, που σπάνια σήκωνε το βλέμμα από τα παπούτσια της. Είχε κατακόκκινα, ξασμένα μαλλιά και φορούσε σιδεράκια και γυαλιά. Πίσω από όλα αυτά πρέπει να ήταν ένα όμορφο κορίτσι, αλλά αυτή τη στιγμή έδειχνε λίγο…ατημέλητη. 
«Είμαι η Κλόι και θα είμαι η δασκάλα των αγγλικών σας» τους είπε τελικά. Κάποιος έπρεπε να σπάσει τον πάγο και μάλλον έπρεπε εκείνη.
«Ξέρουμε αγγλικά» είπε το αγόρι με μπουκωμένο το στόμα. Τουλάχιστον είχε όρεξη. Ο κύριος Τόμας πηγαινοερχόταν, οπότε ήταν σχεδόν μόνοι οι τρεις τους.
«Εγώ θα σας τα μάθω καλύτερα» επέμεινε η Κλόι χαμογελώντας. Το αγόρι δεν απάντησε.
«Εσένα πώς σε λένε;» ρώτησε το κορίτσι.
«Εμένα με λένε Άρτεμις και είμαι εννιά. Ο Απόλλωνας είναι 12» είπε γρήγορα και συνέχισε να κοιτάει το φαγητό της.
«Και πώς περνάτε τον καιρό σας εδώ; Έχετε χόμπι;» δοκίμασε. Κανείς δεν απάντησε όμως. «Θέλετε να πάμε στην πισίνα; Είναι καλός ο καιρός. Να μου δείξετε και λίγο τον κήπο» προσπάθησε. Κανείς. Κανείς δεν απάντησε.
«Παιδιά, είμαι εδώ για να σας βοηθήσω με τα αγγλικά σας και να φροντίσω να περνάτε καλά. Αν δεν μου πείτε τι σας αρέσει να κάνετε, θα πάρω πρωτοβουλίες και μάλλον θα σας βάλω να διαβάζετε λογοτεχνία όλη τη μέρα! Δεν τον θέλετε αυτό. Σωστά;» είπε ανάλαφρα, αλλά το αστείο έπεσε στο κενό.
«Εγώ παίζω PS4 και η Άρτεμις βλέπει παιδικά. Δεν θέλουμε χόμπι. Είμαστε καλά» είπε ο Απόλλωνας.
«Το βλέπω» είπε καυστικά πριν το φιλτράρει. Ο Απόλλωνας την κοίταξε για λίγο, χαρίζοντάς της το πιο παγωμένο βλέμμα που είχε δει ποτέ. Η Κλόι δεν έκανε πίσω. Δε θα την τρόμαζε ένα αγόρι με τα μισά της χρόνια.
«Σίγουρα μπορούμε να βρούμε κάτι καλύτερο από την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια» είπε η Κλόι χαμογελώντας γλυκά, αλλά αποφασιστικά. «Σωστά, Άρτεμις;» ρώτησε το κορίτσι αλλά δεν απάντησε.
«Η αδερφή μου δε μιλάει πολύ» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι σκέφτηκε ότι η μικρή πρέπει να είχε σοβαρά θέματα κοινωνικοποίησης και έλλειψης αυτοπεποίθησης αλλά μπορούσε να τη βοηθήσει. Δεν ήταν κάτι που δεν είχε ξανααντιμετωπίσει. Αλλά το αγόρι, ήταν πολύ εχθρικό και πολύ πιο συνειδητοποιημένο.
«Δεν καταλαβαίνω τι τον έπιασε τον πατέρα και θέλει να κάνουμε μαθήματα αγγλικών. Μιλάμε και οι δύο πολύ καλά και δε θέλουμε νταντά. Ο Τόμας μάς φροντίζει καλά από τότε που...». Δεν ολοκλήρωσε. Κάρφωσε μια πατάτα και την έφερε στο στόμα του. Μασούσε αργά, λες και δεν ήθελε να καταπιεί ποτέ. Κάτι έφραζε το λαιμό του.
«Ο πατέρας σας θα σκέφτηκε ότι πρέπει κάποιος να σας βοηθήσει με τους τρόπους σας. Με αντιμετωπίζετε με εχθρότητα και αδιαφορία και κανείς δε με ρώτησε ποια είμαι και πώς με λένε. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι διαπαιδαγώγησης. Θα βοηθήσω σε αυτό. Καθώς και με μερικά λαθάκια που κάνετε στα αγγλικά και με βελτίωση και εμπλουτισμό του λεξιλογίου σας» εξήγησε. Ήταν μεγάλα παιδιά και έπρεπε να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν τα πλεονεκτήματα του να είναι εκεί.
«Εγώ κουράζομαι στο σχολείο και το απόγευμα διαβάζω και παίζω. Δεν έχω χρόνο για αγγλικά» επέμεινε ο Απόλλωνας.
«Αν ξεκουράζεσαι καλύτερα, θα έχεις ενέργεια για όλα» επέμεινε.
«Και η Άρτεμις το απόγευμα παίζει με τις φίλες της» της είπε. Σοβαρό επιχείρημα.
«Η Άρτεμις έχει γλώσσα και μπορεί να μιλήσει αν θέλει» του είπε. Η Άρτεμις δεν μίλησε. Φυσικά.

Μετά από αυτό έφαγαν σε απόλυτη σιωπή. Φυσικά όταν τελείωσαν το φαγητό, παράτησαν τα πιάτα εκεί όπου ήταν και σηκώθηκαν και έφυγαν από την τραπεζαρία χωρίς να χαιρετίσουν. Είχε πολλή πολλή δουλειά με αυτά τα παιδιά. Αυτό που φοβόταν όμως δεν ήταν ότι τα παιδιά δεν είχαν τρόπους. Αυτό που φοβόταν ήταν ότι αυτά τα παιδιά ήταν σοβαρά παραμελημένα.