Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 24-serkova

κεφάλαιο 24

«Πάρε ένα τέταρτο» μου λέει ο Στίβεν, μαλακά, αλλά και επίμονα. «Είσαι κουρασμένη; Έχεις μπερδέψει τρεις φορές τις παραγγελίες». Του εξήγησα ήδη ότι είμαι καλά, αλλά δε με πιστεύει. Αφήνω την ποδιά μου πίσω από το μπαρ και πάω στο τραπέζι όπου κάθεται η Ντάνι με τον Πίτερ και 2-3 άλλους φίλους μας. Είναι Σάββατο απόψε και το μαγαζί είναι γεμάτο. Κακή μέρα διάλεξα για να μην έχω όρεξη.
«Τι είναι;» με ρωτάει η Ντάνι, που ξέρει ότι σπάνια κάθομαι εν ώρα δουλειάς. Της εξηγώ ότι μπέρδεψα τις παραγγελίες.
«Ερωτευμένη θα είσαι» μου λέει ο Πίτερ και μου τσιμπάει τα πλευρά. Γελάμε ανάλαφρα, αλλά δε δίνουμε συνέχεια ευτυχώς. Η ιδέα με ανατριχιάζει.
«Σου είπα να μη στενοχωριέσαι» μου λέει η Ντάνι ψιθυριστά, για να μη μας ακούσουν ο Πίτερ και οι άλλοι. «Θα του περάσουν τα μούτρα».
«Είναι αφόρητο να συνεργάζομαι τόσο στενά με κάποιον και να είναι τόσο θυμωμένος μαζί μου» της λέω. Σήμερα είχαμε άλλη μια σκληρή αναμέτρηση με τον Κίραν. Η διοργάνωση της δεξίωσης πλησιάζει το τέλος της και συνεχίζουμε με ένα άλλο πρότζεκτ. Εκείνος μου στέλνει ό,τι χρειάζεται με μέιλ, ενώ καθόμαστε πλάι πλάι. Μετά από εκείνο το απόγευμα που τσακωθήκαμε για εκατοστή φορά για τη βραδινή δουλειά μου, είναι έτσι. Δεν αντέχω αυτό το σκοτσέζικο ντους.
«Μπορεί να είναι μπερδεμένος. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Με τον Ρομπ τι θα κάνεις;» με ρωτάει η φίλη μου.
«Βγήκαμε μία φορά την περασμένη βδομάδα και του είπα ότι δεν τον βλέπω ερωτικά. Ευτυχώς έδειξε να το δέχεται. Μου αρέσει η παρέα του, αλλά…».
«Λυπάμαι που σε πίεσα να βγεις μαζί του. Είναι εμφανές ότι ακόμα δεν είναι ξεκάθαρα τα συναισθήματά σου για τον Κίραν».
«Μην το λες αυτό» κλαψουρίζω. Δε θέλω να το πιστέψω ότι ακόμα με απασχολεί αυτός ο άντρας.
«Είναι καιρός να το αντιμετωπίσεις το θέμα. Δε γίνεται να αγνοείς το λόγο που σε επηρεάζει τόσο» μου λέει. Ο Στίβεν μού κάνει νόημα να γυρίσω επειδή το μαγαζί ξαφνικά γέμισε.
«Είσαι καλύτερα;» με ρωτάει και γνέφω καταφατικά αν και δεν το πιστεύω. Νιώθω πολύ άσχημα. Το κλίμα με τον Κίραν είναι πολύ ψυχρό. Σε λίγες βδομάδες φεύγει από την εταιρεία και μετά δε θα τον ξαναδώ. Αυτό με γεμίζει θλίψη. Αλλά και το να τον βλέπω με γεμίζει θλίψη. Μου αρέσει ο Κίραν που ενδιαφέρεται, αλλά ο ψυχρός Κίραν είναι κάτι που δεν μπορώ να αντέξω. Το χειρότερο δε, είναι ότι χθες, ημέρα Παρασκευή, τον είδα να φεύγει με μια κοπέλα που τον περίμενε έξω από την εταιρεία. Ήταν μια πανέμορφη ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά και πολύ κομψό ντύσιμο. Τον είδα να τη φιλάει στο μάγουλο και εκείνη πετάρισε τις βλεφαρίδες της. Μάλιστα. Έχει σχέση. Αυτό είναι που με αποδιοργάνωσε τόσο και δε θυμάμαι ποιος παρήγγειλε τι.
Για το επόμενο μισάωρο γεμίζω ποτήρια και τα δίνω στους πελάτες. Κάποιοι γνωστοί πελάτες έχουν όρεξη για συζήτηση αλλά δεν ανταποκρίνομαι. Ελπίζω να μην κάνω κακό στο μαγαζί αλλά δεν έχω όρεξη. Τόσο απλά. Άνθρωπος είμαι κι εγώ, όχι μηχανή.
«Θεέ μου, τι κούκλος» ψιθυρίζει ενθουσιασμένη η Χάριετ στο αυτί μου και τη βλέπω να σπεύδει σε ένα μικρό τραπέζι κοντά στην πόρτα. Είναι μια παρέα αντρών που δεν έχω ξαναδεί. «Πάω εγώ!» λέει και σχεδόν τρέχει, λες και είχα όρεξη να τη συναγωνιστώ.
Ετοιμάζω δύο κοκτέιλ και τα δίνω σε δύο κοπέλες, όταν έρχεται η Χάριετ και μου δίνει την παραγγελία των αντρών. Μπίρες και ένα βότκα με σόδα. Το μυαλό μου πετάει στον Κίραν πάλι. Εκείνος έπινε βότκα με σόδα. Παράξενος συνδυασμός.
Γυρνάω προς το μέρος της Ντάνι και τη βλέπω να με κοιτάει χαμογελώντας πονηρά. Της κάνω ένα νεύμα που δείχνει ότι δεν ξέρω γιατί χαμογελάει και με ένα νεύμα του κεφαλιού μού δείχνει προς την πόρτα. Η ανάσα μου κόβεται. Ανάμεσα στο πλήθος τον βλέπω να κοιτάει προς το μέρος μου, αλλά δε χαμογελάει καθόλου. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δίνω τα ποτά στην Χάριετ. Να πάω να χαιρετίσω; Να κεράσω κάτι; Καλύτερα να μείνω μακριά. Αναρωτιέμαι αν ήξερε ότι δουλεύω εδώ ή αν ήρθε τυχαία.
Η ώρα περνάει και δεν πλησιάζω στο τραπέζι τους, όπου οι άντρες δείχνουν να διασκεδάζουν. Το βλέμμα του συναντάει το δικό μου 2-3 φορές αλλά δε μιλάμε ποτέ. Ελπίζω να βλέπει ότι το μαγαζί είναι αξιοπρεπές και ότι δεν είμαι θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από κανέναν.  Ο Στίβεν με αγριοκοιτάει ξανά, όταν κάνω άλλη μια παραγγελία λάθος, αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
«Κίραν, γεια σου!» ακούω μέσα στη φασαρία την Ντάνι και κοιτάω προς το μέρος της φίλης μου, σίγουρη ότι μου κάνει κάποια κακόγουστη φάρσα. Ο Κίραν έχει πάει στο τραπέζι της και χαιρετάει εκείνη, τον Πίτερ και συστήνεται με τους άλλους. Η Ντάνι χαμογελάει ευγενικά, πράγμα που με κάνει έξαλλη. Μιλάνε λίγο και πλησιάζει στο μπαρ. Βρίσκει ένα άδειο σκαμπό και κάθεται απέναντί μου. Χωρίς να μιλάει.
«Θες να σου φτιάξω κάτι;» ρωτάω χωρίς πολλά πολλά.
«Όχι» λέει άτονα. Συνεχίζω να γεμίζω ποτήρια με πάγο και να φτιάχνω ποτά, αγνοώντας φαινομενικά την παρουσία του απέναντί μου. Τι θέλει; Γιατί δε μιλάει;
«Ωραίο μαγαζί» λέει τελικά και χαμογελάω.
«Σου το έλεγα» λέω απλά. Αμηχανία και πάλι.
«Πώς θα γυρίσεις σπίτι;» με ρωτάει τελικά και εκπλήσσομαι με το ενδιαφέρον που δείχνει. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ.
«Συνήθως με γυρίζει ο Στίβεν αν αργήσουμε να κλείσουμε. Η Ντάνι κοιμάται στου Πίτερ τα Σαββατοκύριακα».
«Μπορώ να σε γυρίσω εγώ» λέει και με πιάνει απροετοίμαστη.
«Εμ…εγώ…» ψελλίζω και κοκκινίζω. Ωραία, σκέφτομαι. Λες και είμαι 15 χρονών πάλι και μου μιλάει ο ωραίος του σχολείου.
«Όλα καλά εδώ;» ρωτάει ο Στίβεν ενώ σκουπίζει ένα ποτήρι. Ξέρει ότι σπάνια μιλάω με αγνώστους, οπότε του βγαίνει το προστατευτικό του. Κοιτάζει εναλλάξ εμένα και τον Κίραν.
«Είναι συνάδελφός μου» λέω και ο Στίβεν μου κάνει ένα κεφαλοκλείδωμα. Με φιλάει στο κεφάλι και συνεχίζει να φτιάχνει ποτά. Ο Κίραν δείχνει έτοιμος να πηδήξει πίσω από το μπαρ και να σκοτώσει και τους δύο.
«Θα σε περιμένω να σχολάσεις» λέει και φεύγει από μπροστά μου, αφήνοντας πίσω του πολλά ερωτηματικά.




Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 23-μάνι μάνι μάνι, μαστ μπι φάνι

Κεφάλαιο 23

Η Κέντρα έκανε την παρουσίαση και ο Γουέστμπρουκ έφυγε από το γραφείο μας χαιρετώντας εμένα και τον Κίραν με ένα νεύμα περπατώντας νευρικά προς το ασανσέρ. Τι έγινε, τι ειπώθηκε, δε μάθαμε.
«Τον έχεις ξαναδεί;» τον ρωτάω στο τέλος της μέρας, όταν ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Ο Κίραν δεν έχει πολλή όρεξη σήμερα. Σχεδόν δε βγήκε από το γραφείο του.
«Με γνώρισε μια φορά σε μια μικρή γιορτή που έκαναν για τους πιο πολλά υποσχόμενους υπαλλήλους. Δε νομίζω ότι θυμάται πώς με λένε» λέει αδιάφορα και νιώθω ότι κάτι μου κρύβει. Ο Κίραν που ξέρω, είναι ικανός και πολύ μορφωμένος. Έχει αξιοζήλευτα προσόντα και υποδειγματικό επαγγελματισμό.   Δεν καταλαβαίνω γιατί αρκείται σε μια θέση που θυμίζει άσκηση, δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν διεκδικεί κάτι πιο δυναμικό. Δεν είναι δυνατόν να μην τον ξέρει προσωπικά ο Γουέστμπρουκ. Είναι σίγουρα 10 φορές καλύτερος από την Κέντρα. Αυτή η εταιρεία κάτι κάνει λάθος.
Με συναντάει δέκα λεπτά αργότερα ξανά, εκεί που με άφησε το πρωί και πάμε στο σπίτι του για να πάρω το βαλιτσάκι μου. Η Ντάνι θα με περιμένει ήδη στο διαμέρισμά μας. Σήμερα είχε ρεπό και βοήθησε την κοπέλα που προσέλαβε ο Κίραν για να βάλει τάξη στο σπίτι.
«Να δω εγώ πότε θα βρω χρόνο να φτιάξω τα πράγματά μου» μονολογώ και με αγριοκοιτάει ενώ βγάζω το κράνος μου. Έχουμε φτάσει ήδη και λυπάμαι που θα με αφήσει. Για να είμαι ειλικρινής, λυπάμαι που θα πρέπει να σταματήσω να έχω τα χέρια μου τυλιγμένα γύρω από τη μέση του.
«Το Σαββατοκύριακο» λέει ουδέτερα.
«Δουλεύω…» του θυμίζω. Σχεδόν ντροπαλά. Αποκλείεται να το έχει ξεχάσει ότι δουλεύω Παρασκευές και σαββατοκύριακα.
«Πάρε άδεια. Παραιτήσου επιτέλους» λέει κοφτά. Ξεφυσάω. Δεν μπορεί να είναι τόσο κολλημένος. Πάλι τα ίδια; Πάνω που πάω να μαλακώσω, πάνω που πάω να αφεθώ, με τρυπάει στα πλευρά ο εγωισμός του και μου θυμίζει για ποιο λόγο εμείς οι δύο δε θα μπορέσουμε ποτέ να είμαστε μαζί.
«Χρειάζομαι τα χρήματα» του υπενθυμίζω. «Δεν είναι ότι το κάνω από χόμπι».
«Ο Ρομπ τι λέει; Το δέχεται;» με αιφνιδιάζει. Είναι δυνατόν να μην έχει καταλάβει ότι η σχέση μου με τον Ρομπ δεν είναι τόσο σοβαρή που να κάνω τέτοιες συζητήσεις μαζί του; «Οι φίλοι σου μετά από μένα;». Δεν είναι ανάγκη να εξηγήσω ότι δεν είχα σοβαρή σχέση μετά το χωρισμό μας. Δεν απαντάω καν αλλά εκείνος δε σταματάει. «Δεν μπορεί να σε πάρει κάποιος στα σοβαρά όταν δουλεύεις σε…μπαρ. Τι θα πεις στην οικογένειά τους;» συνεχίζει τον παραλογισμό.
«Εμ… δεν έχει χρειαστεί να φτάσει ως εκεί το θέμα και αρνούμαι να τσακωθώ πάλι για το ίδιο θέμα. Θέλω να πιστεύω» καθαρίζω τη φωνή μου και τεντώνω το κορμί μου «ότι όποιος με επιλέξει και θέλει να με γνωρίσει στους γονείς του δε θα κολλήσει στο ότι δουλεύω στη νύχτα σε ένα ευπρεπές μαγαζί για ένα επιπλέον εισόδημα. Εκτός αν είναι σνομπ» χαμογελάω. «Μήπως μεγάλωσες σε κανένα παλάτι;» ειρωνεύομαι.
«Μειώνεις τον εαυτό σου» λέει μέσα από σφιγμένα δόντια. Αρπάζω την τσάντα μου και κατευθύνομαι προς το διαμέρισμά μου. Εκείνος με ακολουθεί χωρίς να μιλάει. Νιώθω λίγο φοβισμένη που επιστρέφω εκεί, αλλά ευτυχώς η Ντάνι θα με περιμένει. Ο συναγερμός και η πόρτα βοηθάνε επίσης πολύ στο να φοβάμαι λιγότερο.
«Σε ευχαριστώ για όλα» λέω όταν φτάνουμε έξω από την πόρτα, αλλά δεν περιμένει. Σπρώχνει την πόρτα και μπαίνει μέσα. Περπατάει και επιθεωρεί το χώρο, την πόρτα, τα παράθυρα. Η Ντάνι βγαίνει από το μπάνιο και με αγκαλιάζει.
«Ευτυχώς που είμαι ντυμένη» γελάει, προσπαθώντας να εκτονώσει την ένταση που επικρατεί αλλά ο Κίραν δε χαλαρώνει. Ούτε κι εγώ.
«Ευχαριστούμε για τα παράθυρα» λέει η Ντάνι στον Κίραν. Δεν είχα ιδέα ότι εγκατέστησε άλλα παράθυρα, πολύ πιο ασφαλή.
«Πώς θα σε ξεπληρώσουμε;» αναρωτιέμαι εγώ μεγαλόφωνα και με αγνοεί. Η Ντάνι τού προσφέρει έναν καφέ, αλλά εκείνος αρνείται ευγενικά.  Αφήνω τα πράγματά μου στο δωμάτιό μου. Έχουν βάλει τάξη αλλά πρέπει κι εγώ να κάνω κι εγώ πολλή δουλειά.
«Λείπουν τα σκουλαρίκια που μου είχαν κάνει οι γονείς μου δώρο όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο» ανακοινώνω περίλυπη. Η Ντάνι έχει αποσυρθεί διακριτικά στο δωμάτιό της και ο Κίραν μπαίνει στο δικό μου, γεμίζοντας το χώρο με την παρουσία του.
«Είναι όμορφο» λέει απλά και ξέρω ότι εννοεί το δωμάτιό μου. Είναι όντως προσεγμένο. «Πώς ήταν τα σκουλαρίκια;» ρωτάει τελικά.
«Απλά μαργαριτάρια. Μικρά, αλλά αληθινά. Δεν είχα ποτέ αληθινό κόσμημα και μου άρεσαν πολύ» σουφρώνω τα χείλη και χαμογελάω πικρά. Ακούγομαι σαν κακομαθημένο παιδί μάλλον.
«Δεν ήξερα ότι σου άρεσαν όταν…» λέει αλλά δεν ολοκληρώνει.
«Δεν ήξερα ότι είχες λεφτά τότε» γελάω και ένα ψήγμα χαμόγελου απαλύνει τα χαρακτηριστικά του.
«Σε ενδιαφέρουν τα χρήματα;» με μαλώνει ήπια και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος. Με αποσπά ο τρόπος που φουσκώνουν οι μυς του αλλά συγκεντρώνομαι στο πρόσωπό του. Είναι τόσο όμορφος, κι ας δείχνει να νιώθει άβολα με τη συζήτηση.
«Όχι των άλλων. Μόνο τα δικά μου» χαμογελάω. Ο πάγος δε λέει να σπάσει.
«Είναι σημαντικό οι σχέσεις των ανθρώπων να μην επηρεάζονται από αυτά» λέει.
«Ούτε τα χρήματα, ούτε το επάγγελμα κάποιου πρέπει να επηρεάζουν μια σχέση» τον διορθώνω.
«Δεν είναι όλα τα επαγγέλματα ίδια».
«Είσαι αγύριστο κεφάλι, ξεροκέφαλος, ισχυρογνώμων!» υψώνω τον τόνο της φωνής μου. «Ποιος είσαι και έχεις τόσο αναχρονιστικές ιδέες επιτέλους;».
«Είμαι αυτός που είμαι» λέει πεισμωμένος.
«Κι εγώ ποια είμαι; Κάποια άλλη;» εκνευρίζομαι.
«Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε εμείς οι δύο. Είναι ανέφικτο» λέει λυπημένος. Ειλικρινά λυπημένος.
«Δε θες να συνεννοηθούμε».
«Αν χρειαστείς κάτι, τηλεφώνησέ μου» λέει και βγαίνει νευριασμένος από το δωμάτιό μου.
«Σε ευχαριστώ για όλα και θα σε ξεπληρώσω» του λέω και γρυλίζει έξαλλος.
«Με φιλοδωρήματα;» με ειρωνεύεται.

«Καληνύχτα» του λέω και κοπανάω την καινούργια πόρτα πίσω του.

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 22-μμμ, κάτι μυρίζει

Κεφάλαιο 22

«Σήμερα βρήκες να αργήσεις;» μου γελάει η Λούσι ενώ μπαίνω στην εταιρεία. Στην πραγματικότητα δεν έχω αργήσει, απλά δεν ήρθα πάρα πολύ νωρίς όπως συνήθως. Ο Κίραν με άφησε σε ένα μικρό καφέ να πάρω κάτι για το μεσημέρι και για να μη μας δουν να φτάνουμε μαζί. Αυτός λογικά πρέπει να είναι ήδη πάνω.
«Γιατί; Τι έγινε;» τη ρωτάω και από την τσάντα μου βγάζω ένα σακουλάκι με μπισκότα σοκολάτας και της τα δίνω. Τα λατρεύει.
«Η Κέντρα είναι πάνω ήδη και είναι πολύ νευρική» μου λέει και γελάει. Το ίδιο και εγώ.
«Είχε ένα ραντεβού χθες με έναν επιχειρηματία. Δε θα πήγε καλά» λέω. Ανεβαίνω στον όροφο όπου είναι το γραφείο μου και βρίσκω τον Κίραν ήδη στο δικό του. Μου χαμογελάει φευγαλέα και συνεχίζει να κοιτάζει το ημερολόγιό του.
«Σε μία ώρα να έχετε έτοιμη μια παρουσίαση για το περιοδικό Kiss me!» ακούω την Κέντρα να φωνάζει από το γραφείο της χωρίς να μπει στον κόπο να πει καλημέρα. Παγώνω. Γυρίζω προς το μέρος του Κίραν. Εκείνος δείχνει λίγο πιο πολύ ψύχραιμος, αλλά και πάλι, με κοιτάει.  Σηκωνόμαστε σχεδόν ταυτόχρονα από τις θέσεις μας και πάμε στο γραφείο της Κέντρα, όπου ανέκφραστη, μας ενημερώνει ότι θέλει να έχουμε έτοιμη την παρουσίαση για το δημοφιλές γυναικείο περιοδικό που λανσάρει ο όμιλος για να τη δείξει κάπου. Της εξηγούμε ότι έχουμε ήδη μια έρευνα σε εξέλιξη, την δεξίωση και τις αλλαγές στο περιοδικό αυτοκινήτου και δεν είναι δυνατόν σε μία ώρα να μπορέσουμε να έχουμε έτοιμη μια παρουσίαση για ένα περιοδικό με το οποίο δεν ασχολούμαστε εμείς. Μας ενημερώνει ότι είναι «δουλειά μας» να ασχολούμαστε με όλα τα περιοδικά του ομίλου και όχι με «όσα μας βολεύει». Ο Κίραν έχει αρχίσει και εκνευρίζεται. Το μόνο για το οποίο χαίρομαι είναι ότι επιτέλους έπεσαν οι μάσκες και η Κέντρα δείχνει και στον Κίραν ποια είναι.
Κατευθυνόμαστε στην αίθουσα συνεδριάσεων και καθόμαστε πλάι πλάι, μπροστά από το λάπτοπ που είναι συνδεδεμένο με τον προτζέκτορα. Χρειαζόμαστε και δεύτερο και ο Κίραν φέρνει το δικό του για να δουλεύουμε παράλληλα.
«Δε μας είπε καν για ποιον θα κάνει την παρουσίαση να ξέρουμε σε ποια στοιχεία να εστιάσουμε» λέει ο Κίραν. Είναι εκνευρισμένος, αλλά δεν εκφράζεται ποτέ αρνητικά για τους συναδέλφους μας. Ακόμα και όταν κάποιοι είναι έκδηλα αναποτελεσματικοί. Εκτιμώ το γεγονός ότι εκτελεί τα καθήκοντά του και δεν ασχολείται με την ανεπάρκεια των άλλων. Η Κέντρα, φυσικά, ξεπερνάει τα όρια.
«Ας κάνουμε κάτι γενικό. Ανάλαβε εσύ μερικά οικονομικά στοιχεία, όπως πωλήσεις ανά πολιτεία και ηλικιακή ομάδα, και εγώ θα αναλάβω μερικές ιδέες για το πώς μπορεί να βελτιωθεί το περιοδικό» ανεμίζω το χέρι μου και εκείνος συμφωνεί.
«Τώρα, αλήθεια, έχουμε μία ώρα;» ξεφυσάει. Δεν ξέρω τι να του πω. Δεν ξέρω τίποτα. Εγώ έχω συνηθίσει της Κέντρα αλλά εκείνος δείχνει σοκαρισμένος με την έλλειψη οργάνωσης. «Δε θα προλάβω να συνεννοηθώ έγκαιρα με τα κέτερινγκ και εσύ πρέπει να μιλήσεις με τους γραφίστες για τις προσκλήσεις. Τι θα κάνουμε; Αν δουλεύουμε 3 πράγματα ταυτόχρονα δε θα κάνουμε τίποτα καλά» παραπονιέται και τον αφήνω. Το κάνει σπάνια, οπότε μάλλον έχει ανάγκη να το βγάλει από μέσα του.
Δουλεύουμε αμίλητοι, δημιουργώντας περίπου 20 διαφάνειες. Για μία ώρα προετοιμασία, νομίζω ότι κάναμε καλή δουλειά, αλλά σίγουρα θα ήμασταν καλύτεροι αν είχαμε 5-6 ώρες.
«Σώσε το αρχείο στην επιφάνεια εργασίας και πάμε να συνεχίζουμε με τη δεξίωση» λέω και επιστρέφουμε στο γραφείο μας. Η Κέντρα μιλάει με τον Κέιν μέσα στο γραφείο της. Δείχνει νευρική, αλλά δε φωνάζει και δεν ακούμε τι λέει.
Κανονίζουμε μερικές λεπτομέρειες σχετικά με ένα άλλο πρότζεκτ που μας έχει αναθέσει η Κέντρα και ταυτόχρονα εγώ διαλέγω σχέδια πρόσκλησης που μου έχουν στείλει οι δύο γραφίστες με τους οποίους συνεργαζόμαστε. Το καλό είναι ότι είχαν ήδη έτοιμα μερικά σχέδια με ινδικό θέμα. Ο Κίραν δεν είναι πολύ τυχερός όμως. Τα κέτερινγκ που ξέρουμε δεν προσφέρουν ινδικό φαγητό.
«Αν είναι δυνατόν» τον ακούω να λέει και να κλείνει το τηλέφωνο με φόρα.
«Ψάξε άλλο κέτερινγκ» λέω και πηγαίνω στο γραφείο του.
«Θέλω κάτι αυθεντικό» επιμένει. Έτσι είναι ο Κίραν. Όταν θέλει κάτι δεν κάνει πίσω.
«Έχω μια ιδέα» λέω και χαμογελάω. Με κοιτάει με προσοχή. «Αν βρούμε κάποιο μεγάλο και καλό ινδικό εστιατόριο μπορούμε να ζητήσουμε στον σεφ να ετοιμάσει μερικά πιο αυθεντικά πιάτα. Ίσως να είναι εκεί και να τα ετοιμάζει μπροστά στους καλεσμένους» λέω.
«Είσαι καλή» μου λέει και μου κλείνει το μάτι.
«Το ένα είναι κοντά εδώ» του λέω και μια αμήχανη σιωπή απλώνεται ανάμεσά μας. Ξέρω τι σκέφτεται. Ξέρει τι σκέφτομαι. Δε μιλάμε για λίγο.
«Πες μου τη διεύθυνση και όποιο άλλο ξέρεις να προτείνεις και θα πάω απόψε κιόλας να μιλήσω με τους σεφ. Εντωμεταξύ ας κλείσω ένα κέτερινγκ να έχουμε κάτι ινδικό να φάμε κι ας μην είναι τελείως αυθεντικό» λέει και σηκώνει το ακουστικό. Απογοητεύομαι που δε μου ζητάει να πάμε μαζί στο εστιατόριο. Εντωμεταξύ ο Κέιν  φεύγει από το γραφείο της Κέντρα χωρίς να μπει στον κόπο να μας χαιρετίσει.
Μία ώρα περίπου μετά, και ενώ στέλνω στη γραφίστριά μας τις τελικές οδηγίες για το σχέδιο που διάλεξα και το τι να γράψει στην πρόσκληση, βλέπω έναν λεπτό και ψηλό γκριζομάλλη κύριο να μπαίνει στο γραφείο μας. Δείχνει να ψάχνει κάποιον. Κοιτάει τριγύρω. Σηκώνομαι και τον χαιρετώ με χειραψία.  Δείχνει αυστηρός, αλλά όχι ψυχρός.
«Πού είναι η Κέντρα;» με ρωτάει χωρίς να συστηθεί, αφού εγώ του λέω το όνομα και το επίθετό μου.
«Θέλετε να περιμένετε λίγο; Θα την ενημερώσω και θα…» λέω αλλά πριν ολοκληρώσω, εκείνος ανοίγει την πόρτα του γραφείο της Κέντρα.
«Κύριε Γουέστμπρουκ» την ακούω να λέει μελιστάλαχτα και μένω με το στόμα ανοιχτό. Αυτός  είναι; Γιατί ήρθε; Κάναμε κάτι; Αναρωτιέμαι. Πώς είναι δυνατόν αν μην το ξέρει η Λούσι;
Ο Κίραν επιστρέφει από το τμήμα διαφήμισης μετά από δέκα λεπτά. Ο Γουέστμπρουκ με την Κέντρα είναι ακόμα στο γραφείο της.
«Μάντεψε ποιος είναι μέσα» του λέω, ακόμα σοκαρισμένη με την άφιξη του αφεντικού μας εδώ. Ο Γουέστμπροουκ εμφανίζεται σπάνια. Ακόμα σπανιότερα δύο φορές μέσα σε δύο μήνες. Κάτι βρωμάει.
«Ποιος;» ρωτάει εκείνος σχεδόν  αδιάφορα, ενώ κοιτάει μερικά εξώφυλλα περιοδικών.
«Ο Γουέστμπρουκ!» του λέω ψιθυρίζοντας. Τον βλέπω να αλλάζει χρώματα, αλλά ανακτά τάχιστα την αυτοκυριαρχία του.
«Πώς;» με ρωτάει κοφτά και κοιτάει ξανά προς το γραφείο της Κέντρα.
«Είναι εδώ! Υποθέτω ότι σε αυτόν θα κάνει η Κέντρα την παρουσίαση. Μάλλον θα το έμαθε κι αυτή τελευταία στιγμή ότι θα έρθει και δεν προλάβαινε να το κάνει μόνη της» του λέω. Εκείνος δεν μιλάει. Δείχνει να τα έχει χαμένα. Δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο είναι τόσο ταραγμένος. Δεν έχει κάτι να φοβάται. Σε λίγες βδομάδες θα φύγει από εδώ.

Επιστρέφουμε στα γραφεία μας και συνεχίζουμε να δουλεύουμε. Αλλά δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι κάτι μου διαφεύγει. 

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 21-περιποιηση 5 αστερων

Κεφάλαιο 21
Το πρωί με περιμένει ένα πλούσιο πρωινό στην κουζίνα. Ο Κίραν χαζεύει στο κινητό του ενώ τρώει ένα κρουασανάκι. Μπροστά του έχει έναν καφέ.
«Ξύπνησες;» με ρωτάει και χαμογελάω αμήχανα. Είμαι ντυμένη και βαμμένη, έτοιμη για τη δουλειά. Έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα αλλά ντρεπόμουν να βγω. Δε ξέρω γιατί ξαφνικά με έχει πιάσει τόση συστολή, αλλά σίγουρα δεν είναι εύκολο να συνυπάρχουμε σε ένα χώρο φορώντας τις πιτζάμες μας και ανταλλάζοντας υπονοούμενα.
«Όλα αυτά για εμένα;» ρωτάω και κάθομαι απέναντί του. Έχω πολλές ώρες να φάω και πεινάω. Εκείνος συνεχίζει να χαζεύει στο κινητό του αλλά δεν είναι ότι με αγνοεί. Μου δίνει χώρο. Εκτιμώ τη διακριτικότητά του. Απολαμβάνω ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα, καφέ και ένα μικρό κομμάτι κέικ. Είναι όλα πεντανόστιμα. Παλιά δεν έτρωγε πρωινό.  Έπινε μόνο λίγο καφέ και έτρωγε ίσως κανένα μπισκότο στα όρθια.
«Χαίρομαι που άλλαξες γνώμη σχετικά με το πιο σημαντικό γεύμα της μέρας» τον πειράζω. Πάντα του έλεγα ότι πρέπει να τρώει πιο καλά το πρωί.
«Δεν άλλαξα» χαμογελάει. «Για εσένα τα αγόρασα».
«Πότε;» ανασηκώνω τα φρύδια με απορία.
«Πετάχτηκα σε ένα μίνι μάρκετ έναν τετράγωνο από εδώ πριν από μισή ώρα» μου λέει άνετα. Νιώθω τα μάγουλά μου να καίνε. Μπήκε σε τόσον κόπο για μένα. Δεν ξέρω πώς πρέπει να το εκλάβω όλο αυτό.
«Έχουμε πολλή δουλειά σήμερα» λέω για να σπάσω την αμήχανη σιωπή. «Να κανονίσουμε το κέιτερινγκ, να κλείσουμε προσκλήσεις και να ενημερώσουμε την Κέντρα για το θέμα. Είναι πολύ καλό που το διαλέξαμε ήδη».
«Τι κάνεις αύριο το βράδυ;» με ρωτάει, σαν να μην άκουγε τίποτα από αυτά που έλεγα και το βλέμμα του συναντάει το δικό μου. Με κοιτάει με έναν τρόπο που με κάνει να νιώθω γυμνή. Έχει τον τρόπο να με κάνει να νιώθω αδύναμη.
«Εμ…αύριο είναι Πέμπτη και έχω κανονίσει με τον Ρομπ» λέω και ταυτόχρονα δαγκώνω τη γλώσσα μου. Έχω όντως ραντεβού με τον Ρομπ, αλλά είναι γελοίο να πάω. Είναι διπλά γελοίο που του το λέω ενώ κάθομαι απέναντί του και τρώμε μαζί πρωινό, τόσο άνετα. Με το που το είπα ξεκαθάρισε μέσα μου ότι δεν πρέπει να βγω με τον Ρομπ. Δεν έχω καμία σχέση με τον Κίραν, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορώ να βγαίνω με κάποιον άλλον όταν νιώθω ακόμα τόσο μπερδεμένη σχετικά με τον άντρα που κάθεται απέναντί μου αυτή τη στιγμή και με κοιτάει με ένα μείγμα θυμού και θλίψης.
«Μάλιστα. Θα… εντάξει» λέει και στρέφεται πάλι στο κινητό του. Θέλω να πω κάτι αλλά δεν ξέρω τι.
«Θα είναι όλα έτοιμα στο σπίτι το απόγευμα;» αναρωτιέμαι και μου γνέφει. Ξύπνησα λίγο πιο αισιόδοξη σήμερα. Συνεχίζω να φοβάμαι να γυρίσω εκεί αν λείπει η Ντάνι, αλλά θα το παλέψω. Θα μαζέψω λεφτά και θα αγοράσω όσα μου έκλεψαν και θα αποπληρώσω τον Κίραν. Δεν είναι θέμα ζωής ή θανάτου. Μπορώ να τα καταφέρω.
«Ο άνθρωπος θα αλλάξει την πόρτα στις 11.00 σήμερα και ο συναγερμός θα είναι έτοιμος το απόγευμα. Λογικά όταν θα επιστρέψεις σήμερα θα είναι όλα εντάξει» με διαβεβαιώνει.
«Μπορώ να αφήσω τα πράγματά μου εδώ; Δε θέλω να τα σέρνω μαζί μου. Θα περάσω το απόγευμα να τα πάρω και μετά γυρνάω με το τρένο» προτείνω και με αγριοκοιτάει.
«Φυσικά και μπορείς να τα αφήσεις εδώ. Θα γυρίσουμε μαζί να τα πάρεις και θα σε πάω σπίτι. Θέλω να βεβαιωθώ ότι είναι όλα εντάξει» λέει κοφτά και δε μου αφήνει περιθώριο αντίδρασης. Αναρωτιέμαι αν ήταν πάντα τόσο σέξι ή αν οι ορμόνες μου παίζουν παράξενα παιχνίδια. Τον κοιτάω προσεκτικά. Φοράει ένα στενό κρεμ παντελόνι και γαλάζιο πουκάμισο. Δεν φοράει ακόμα τη γραβάτα του και έχει ανοιχτό το πάνω κουμπί. Μου αποσπά την προσοχή ο τρόπος που κάθεται χαλαρά απέναντί μου, και απολαμβάνει τον καφέ του. Ξαφνικά θέλω να μην πάμε στη δουλειά και να περάσουμε τη μέρα στο σπίτι. Πιο συγκεκριμένα, στην κρεβατοκάμαρά του.
«Τι έπαθες; Κοκκίνισες ξαφνικά» με ρωτάει ανήσυχος και κοκκινίζω ακόμα περισσότερο.
«Ζεστάθηκα» λέω αδύναμα και προσεύχομαι να μην διαβάζει στα μάτια μου τις ακατάλληλες σκηνές που εκτυλίσσονται στο μυαλό μου.
«Ένα λεπτό» λέει και σηκώνεται αμέσως. Ανοίγει ένα παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
«Με κακομαθαίνεις» λέω και γελάω. «Τώρα δε θα μπορώ να διαφωνώ μαζί σου χωρίς να σκέφτομαι πόσο καλός οικοδεσπότης ήσουν».
«Μην το βλέπεις έτσι. Να διαφωνείς όσο θες μαζί μου» λέει και φοράει το σακάκι του. Χώνει τη γραβάτα στην τσέπη του και κοιτάει το ρολόι του.
«Πρέπει να φύγουμε ε;» ρωτάω με βαριά καρδιά. Ελπίζω να μην ακούει την απογοήτευση στη φωνή μου.
«Όλα τα ωραία τελειώνουν κάποια στιγμή» λέει σοβαρά εκείνος. Δεν ξέρω αν εννοεί το βράδυ που περάσαμε μαζί ή ολόκληρη τη σχέση μας. Δείχνει όμως ξαφνικά πιο βαρύς.
«Θα με αφήσεις ένα τετράγωνο από το γραφείο για να μη φανεί ότι ήρθαμε μαζί;» του προτείνω.
«Έγινε» λέει και σηκώνομαι από την καρέκλα μου με βαριά καρδιά.



Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 20-κι η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.

Κεφάλαιο 20

«Γιατί δεν κοιμάσαι;» τον ακούω να ρωτάει έξω από την πόρτα μου. Δεν την έχω κλειστή. Μάλλον βλέπει ότι έχω αναμμένη τη λάμπα στο κομοδίνο μου.
«Δεν μπορώ να ηρεμήσω» λέω ήσυχα. Έχω ξαπλώσει εδώ και μία ώρα αλλά δεν χαλαρώνω με τίποτα. Τα πόδια μου τρέμουν και σκέφτομαι συνέχεια ότι ακούω θορύβους. Φοβάμαι ότι αν κοιμηθώ θα δω απαίσιους εφιάλτες.
«Είναι 12.10. Πρέπει να ξεκουραστείς. Σβήσε το φως και προσπάθησε να χαλαρώσεις» μου λέει ήρεμα. Πώς; Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε κάποιος να κοιμηθεί εύκολα στη θέση μου. Για να συνοψίσω, γύρισα σπίτι μου πάνω στη μηχανή του και ενώ η καρδιά μου έκανε τούμπες στο στήθος μου μαθαίνω ότι λήστεψαν το σπίτι μου. Προσπαθώ να εστιάσω στο γεγονός ότι δεν κινδύνευσα και όχι στο κόστος αγοράς καινούργιου λάπτοπ και αντικατάστασης της πόρτας. Πάνω που ηρεμώ, συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πού να κοιμηθώ. Ανάμεσα στον καναπέ του Πίτερ και τον ξενώνα του Κίραν διαλέγω το δεύτερο και τώρα βρίσκομαι μέσα σε ένα σπίτι που μου προκαλεί μια θύελλα συναισθημάτων. Όλα εδώ μέσα έχουν εκατομμύρια αναμνήσεις.
«Πέρνα μέσα» του λέω αλλά διστάζει για λίγο. Τελικά ανοίγει την πόρτα και κάθεται σε μια όμορφη πολυθρόνα απέναντί μου. Το δωμάτιο αυτό όταν ήμασταν μαζί είχε ένα απλό κρεβάτι και μια βιβλιοθήκη. Τώρα ήταν πλήρως επιπλωμένο, με σιδερένιο κρεβάτι, ένα παχύ μωβ χαλί και ασορτί κουρτίνες και πολυθρόνες. Αναρωτήθηκα αν είχε εμπλουτίσει και την κρεβατοκάμαρά του.
«Μίλησα με την Ντάνι και μου έδωσε το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος» λέει και πριν προλάβω να αντιδράσω με διακόπτει. «Σκόπευε να αλλάξει την πόρτα και βρήκαμε μια λύση από κοινού».
«Γιατί μπήκες σε αυτό τον κόπο;» λέω, αλλά δε με ακούει.
«Αύριο θα έρθουν μάστορες και θα την αλλάξουν κι εσείς δε θα δώσετε το επόμενο νοίκι» μου λέει. Γνέφω θετικά. «Επίσης ένα συνεργείο καθαρισμού θα τακτοποιήσει και θα καθαρίσει το σπίτι και κανόνισα να σας βάλουν συναγερμό».
«Κίραν, δε χρειάζονται όλα αυτά. Πώς θα σε ξεπληρώσουμε; Θα πρέπει να κάνω διπλές βάρδιες στο μπαρ για να…»
«Δε θέλω τίποτα πίσω. Δεν ξοδεύω για τον εαυτό μου. Μου αρέσει να το κάνω για άλλους».
«Είμαι περίπτωση φιλανθρωπίας;» τον ρωτάω.
«Θέλω να βοηθήσω και το κάνω. Θέλω να ηρεμήσεις και να ξυπνήσεις αύριο το πρωί, να πάμε στη δουλειά και να τσακωνόμαστε όλη μέρα για το θέμα της δεξίωσης» λέει και τολμάει να χαμογελάει το κάθαρμα. Χαμογελάω κι εγώ. Νιώθω πολύ πιεσμένη, αλλά δε νομίζω ότι θα υπήρχε άλλο μέρος όπου θα ένιωθα καλύτερα. Είναι υπέροχο το διαμέρισμά του. Γαλήνιο.
«Σκέφτηκα ήδη το θέμα. Μπορούμε να τσακωθούμε και τώρα» προτείνω. Θα με ανακούφιζε κάπως.
«Έχεις πάρει ρούχα για αύριο ή θα πρέπει να πεταχτούμε πριν το γραφείο;» ρωτάει αφού γελάει με το αστείο μου.
«Έχω πάρει αρκετά πράγματα. Δε νομίζω να χρειαστώ κάτι» λέω.
«Θες ένα τοστ; Δεν έφαγες αρκετά. Μήπως πεινάς και δεν μπορείς να κοιμηθείς;» ρωτάει τρυφερά. Δεν έχω όρεξη. Γνέφω αρνητικά. Θέλω να μείνει κοντά μου και να μιλάμε όλο το βράδυ αλλά δεν μπορώ να ζητήσω κάτι τέτοιο.
«Σε ευχαριστώ για όλα, Κίραν».
«Μη νιώθεις υποχρεωμένη, σε παρακαλώ» λέει εκείνος και σηκώνεται.  Δε θέλω να φύγει.
«Άσπρο και μαύρο» του λέω. Με κοιτάει απορημένος και ξανακάθεται.
«Δε θα το έλεγα. Έχουμε πολλά κοινά» τρίβει το σαγόνι του σκεπτικός. Γελάω.
«Άσπρο και μαύρο για το θέμα της δεξίωσης. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες για διακόσμηση,   λευκά κρίνα, μαύρα τραπεζομάντιλα, ανάλογο dress code.  Τι λες;» περιμένω την απάντησή του και απολαμβάνω το γεγονός ότι παρέτεινα τη συζήτηση. Τι με έχει πιάσει απόψε; Είναι μάλλον που έχω καιρό να τον δω τόσο χαλαρό. Είναι ξυπόλητος και φοράει μια πρόχειρη φόρμα και ένα κολλητό μπλουζάκι. Είναι πιο γυμνασμένος από παλιά και είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός.
«Σαν το δεύτερο γάμο της Καρντάσιαν;» λέει.
«Μα πού στο καλό το θυμήθηκες αυτό;» γελάω και γελάει κι εκείνος.
«Ενημερώνομαι» μου λέει και συνεχίζουμε να γελάμε.
«Πες εσύ τότε ιδέα» τον προκαλώ.
«Εγώ έλεγα να διαλέξουμε έναν πολιτισμό και να διαλέξουμε αντίστοιχο ντεκόρ και φαγητό» μου λέει. Δεν έχει πολύ άδικο.
«Κίνα;» ρωτάω.
«Ινδία έλεγα» προτείνει και ανασηκώνω τα φρύδια.
«Καλή ιδέα» παραδέχομαι.
«Τόσο εύκολα;» εκπλήσσεται. «Είσαι σίγουρα καλά; Να καλέσω έναν γιατρό;» γελάει.
«Όταν λες κάτι καλό συμφωνώ. Δε φταίω εγώ που συνέβη πρώτη φορά απόψε» του λέω εύθυμα.
«Άρα πρέπει να ακυρώσουμε τα κέτερινγκ που δεν κάνουν ινδικό φαγητό και δεν μπορούμε να έχουμε τζαζ μουσική. Άκυρο το ραντεβού μας» λέει παιχνιδιάρικα.
«Νόμιζα ότι δε θα ήταν ραντεβού» του θυμίζω.
«Ό,τι και να ήταν τη χάσαμε την ευκαιρία» σουφρώνει τα χείλη. Γελάω. Μέσα μου νιώθω ότι το εννοεί.
«Ναι, αλλά σκέψου πόσο χρόνο γλυτώσαμε μόλις! Αύριο η δουλειά μας μειώθηκε κατά το ήμισυ. Είναι πολύ βολικό να συμφωνούμε εύκολα τελικά» τείνω έναν κλάδο ελαίας. Μου χαμογελάει αλλά σηκώνεται. Με πλησιάζει και μου χαϊδεύει το κεφάλι σαν να είμαι παιδάκι. Διστάζει για λίγο και κάνει τελικά ένα βήμα πίσω.
«Προσπάθησε να κοιμηθείς. Αύριο θα είναι όλα καλύτερα» λέει καθησυχαστικά και με ένα χαμόγελο με αφήνει μόνη στο δωμάτιό μου.

Χαλαρώνω και αποκοιμιέμαι σε ελάχιστο χρόνο.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

κεφάλαιο 19-συγκατοίκηση

Κεφάλαιο 19

Ευτυχώς είχε κρύο και έδειχνε λογικό που τον έσφιγγε πάνω της σαν σανίδα σωτηρίας. Εκείνος της είχε δώσει το κράνος του και έδειχνε να οδηγεί μέσα στη νύχτα χωρίς καμιά έγνοια. Μόνο εκείνη ένιωθε ένα κύμα πανικού και πολλών άλλων συναισθημάτων να την ζαλίζει; Εκείνος πώς μπορούσε να είναι τόσο ήρεμος όταν ήταν αγκαλιασμένοι; Η Μπριάνα σκέφτηκε ότι η πικρή αλήθεια ήταν ότι εκείνη επηρεαζόταν πιο πολύ από την παρουσία του μάλλον. Από τον τρόπο που το επίπεδο στομάχι του σφιγγόταν κάτω από το δερμάτινο τζάκετ του, από το άρωμά του, από τον τρόπο που έσφιγγε τις λαβές.
Έφτασαν στο σπίτι της μέσα σε είκοσι περίπου λεπτά και δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει ανακουφισμένη ή λυπημένη.
«Τι κόσμος είναι αυτός;» τη ρώτησε και τότε η Μπριάνα παρατήρησε ότι μερικοί ένοικοι της πολυκατοικίας της, βρίσκονταν έξω, άλλοι με πιτζάμες και άλλοι ντυμένοι κανονικά. Ανάμεσά τους και η Ντάνι. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει.
«Ντάνι» είπε ο Κίραν και της έτεινε το χέρι. Είχε να τη δει από τότε. Εκείνη τον χαιρέτισε αλλά δε χαμογέλασε.
«Μπριάνα, μπήκαν στο σπίτι μας όσο λείπαμε» μπήκε αμέσως στο ψητό η φίλη της. Ο Κίραν γύρισε προς το μέρος της για να ελέγξει τις αντιδράσεις της.  «Και στους δίπλα και στους από πάνω. Η αστυνομία έχει έρθει και πήρε αποτυπώματα αλλά δεν είναι ασφαλές να κοιμηθούμε μέσα απόψε».
«Τι…πήραν;» ψέλλισε αδύναμα η Μπριάνα. Είχε αρχίσει να τρέμει και ο Κίραν έριξε στους ώμους της το τζάκετ του. Δε μιλούσε καθόλου, αλλά η παρουσία του εκεί την ηρεμούσε κάπως.
«Το λάπτοπ σου, την τηλεόραση, τα δαχτυλίδια που μου είχε αγοράσει ο Πίτερ. Δεν είχα χρόνο να κοιτάξω καλά, αλλά το σημαντικό είναι ότι λείπαμε» είπε δυναμικά η Ντάνι, προσπαθώντας να πείσει τη φίλη της ότι είναι σημαντικό να βλέπουν τη θετική πλευρά.
«Είστε όλοι καλά;» ρώτησε η Μπριάνα τριγύρω και όλοι έγνεψαν. Ήταν όλοι παγωμένοι. Της εξήγησαν ότι οι διαρρήκτες  μπήκαν από την κύρια είσοδο και μετά διέρρηξανν τα διαμερίσματα που δεν είχαν καινούργια πόρτα. Ευτυχώς έλειπαν όλοι στις δουλειές τους».
«Γιατί δε με πήρες;» ρώτησε η Μπριάνα ενώ περπατούσε πάνω κάτω νευρικά. Είχε αρχεία και φωτογραφίες στο λάπτοπ, αλλά σημασία είχε ότι ήταν ασφαλής εκείνη και η Ντάνι. Δεν είχε σημασία ένα παλιολάπτοπ, όσο δύσκολο κι αν ήταν να το αντικαταστήσει.
«Επικρατούσε πανικός. Ήρθε η αστυνομία και μέχρι να τελειώσουμε με καταθέσεις και αποτυπώματα, πέρασε η ώρα. Συγγνώμη» είπε η Ντάνι.
«Πήγαινε πάνω και μάζεψε μερικά πράγματα και πάμε» είπε ο Κίραν αποφασιστικά. Οι γυναίκες γύρισαν προς το μέρος του σοκαρισμένες. «Η Ντάνι θα μείνει στου Πίτερ, αλλά εσύ θα έρθεις μαζί μου».
«Αποκλείεται» του είπε και ήθελε να γελάσει. Αλλά δεν μπορούσε.
«Ο Πίτερ έχει έναν άνετο καναπέ που γίνεται κρεβάτι» ξεκίνησε να λέει η Ντάνι αλλά τη διέκοψε.
«Δε με νοιάζει. Η Μπριάνα πρέπει να ξεκουραστεί και σε έναν καναπέ δε θα το κάνει».
«Θα είναι με τους φίλους της. Θα είναι πιο άνετα» του είπε η Ντάνι όλο νόημα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Μα τι έκαναν; Τσακώνονταν για κείνη;
«Βολεύει να μείνει σε μένα. Έχω έξτρα δωμάτιο και θα την πάω κατευθείαν στη δουλειά αύριο. Μπριάνα, περιμένω» είπε έντονα.
Εκείνη δεν κουνήθηκε και εκείνος έκανε να ξεκινήσει μόνος του προς το διαμέρισμα.
«Περίμενε» του είπε και τον συνόδευσε πάνω. Το σπίτι ήταν ανοιχτό και ακατάστατο. Είχαν διαλύσει τα πάντα. Είχαν σπάσει πολλά. Έβαλε τα κλάματα. Ο Κίραν την αγκάλιασε και ένιωσε ασφαλής. Δεν ήθελε να το αρνείται άλλο. Ήθελε να πάει σπίτι του.
«Πάρε μερικά ρούχα και πάμε σπίτι μου. Μη σκέφτεσαι. Απλώς κάνε αυτό που σου λέω. Αύριο θα ασχοληθούμε με όλα. Χρειάζεσαι ξεκούραση» επέμεινε.
Με ένα βαλιτσάκι στο χέρι βγήκε από την πολυκατοικία και συνάντησε την Ντάνι.
«Θα περιμένω τον Πίτερ και θα φύγουμε» είπε και η Μπριάνα έγνεψε. Δεν είχε κουράγιο ούτε να μιλήσει. «Είσαι σίγουρη που θα πας μαζί του;» ρώτησε με κάθε ειλικρίνεια μπροστά του.
«Όχι» είπε κι εκείνη εξίσου ειλικρινά.
«Μια εξυπηρέτηση κάνω» είπε ο Κίραν κοφτά.   «Θες να περιμένουμε να έρθει ο Πίτερ;» πρότεινε αλλά η Ντάνι δεν ήθελε.
«Μπριάνα, προσπάθησε να ηρεμήσεις και θα τα αντιμετωπίσουμε όλα» είπε και οι δύο φίλες αγκαλιάστηκαν σφικτά. «Και αν νιώσεις άβολα, σε περιμένουμε» .
Η Μπριάνα ανέβηκε ξανά στην μηχανή και ο Κίραν στερέωσε το βαλιτσάκι πίσω.
«Είμαι συναισθηματικά εξαντλημένη» του είπε ενώ περίμεναν σε ένα κόκκινο φανάρι.
«Θα σου βάλω λίγο κρασί μόλις πάμε σπίτι μου και θα χαλαρώσεις. Θα κάνεις έναν ντους, θα κοιμηθείς και αύριο θα τα διορθώσουμε όλα» της είπε καθησυχαστικά. Είχε ακουμπήσει το μάγουλό της στην πλάτη του. Για ποιον διεστραμμένο λόγο αυτός ο άντρας βρέθηκε αυτό το βράδυ  κοντά της; Γιατί να μην μπορεί να τον αποφύγει;
«Μη μιλάς στον α’ πληθυντικό» είπε εκείνη άψυχα. Δεν το εννοούσε με όλη της την ψυχή. Της έλειπε η συντροφικότητα. Το εμείς.
Ο Κίραν πάρκαρε στο υπόγειο πάρκινγκ της πολυκατοικίας του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι σε μερικά λεπτά θα περνούσε ένα κατώφλι που νόμιζε ότι είχε αφήσει πίσω της για πάντα. Ότι θα έμπαινε σε ένα σπίτι όπου είχε ζήσει τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της.
«Σταμάτα να σκέφτεσαι» της είπε ενώ βρίσκονταν μέσα στο ασανσέρ. Η αμηχανία ήταν έντονη. Οι σκέψεις της σχεδόν εκκωφαντικές.
«Τι από όλα; Από το μυαλό μου περνάνε εκατομμύρια σκέψεις αυτή τη στιγμή» χαμογελάει αδύναμα.
«Πρώρα ντους, μετά κρασί και φαγητό και όλα θα ξεκαθαρίσουν μέσα σου. Είσαι τυχερή που δεν είχες γυρίσει πιο νωρίς. Αν το καλοσκεφτείς, η Κέντρα σε έσωσε» της είπε και η Μπριάνα χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από πολλή ώρα.
«Θεέ μου, το χιούμορ σου» τον πειράζει και εκείνος ανοίγει με το κλειδί του.
Τίποτα δεν είχε αλλάξει εκεί μέσα. Σχεδόν τίποτα δηλαδή. Έλειπε το κερί που του είχε αγοράσει και μια φωτογραφία τους που ήταν πάνω στο τζάκι.
«Σαν στο σπίτι σου» της λέει ξαφνικά. Ένα οξύ σχόλιο πάει να αφήσει τα χείλη της αλλά το καταπίνει. Σπίτι της; Έτσι νόμιζε κάποτε.

«Σε ευχαριστώ» λέει απλά, παραιτημένη. Δεν μπορεί να τσακώνεται άλλο. 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Κεφάλαιο 18-καβάλα παν στην εκκλησια

Κεφάλαιο 18

«Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή δουλεύεις στο μπαρ. Πότε θα γίνει;» εκνευρίζεται και μάλλον δικαίως, αλλά αυτό που προτείνει δεν είναι εφικτό.
«Έχω ακυρώσει δύο ραντεβού στον Ρομπ και δεν το κάνω τρίτη φορά». Η Πέμπτη είναι η μόνη μέρα για να πάμε να κάνουμε γευστική δοκιμή στα κέτερινγκ αλλά έχω κανονίσει να βγω με τον Ρομπ.
«Ε τότε να πάμε Παρασκευή. Ακύρωσε τη βάρδια στο μπαρ ή πήγαινε πιο μετά» προτείνει επειδή το ξέρει ότι δε θα το κάνω.
«Μα γιατί δεν πας μόνος σου; Σε εμπιστεύομαι. Φαγητό είναι άλλωστε. Διάλεξε κάτι ελαφρύ και νόστιμο και όλα θα πάνε καλά» λέω. Το έχουμε κάνει τεράστιο θέμα. «Βρήκαμε ξενοδοχείο πανεύκολα. Θα κολλήσουμε στο φαγητό;».
«Διαλέξαμε ξενοδοχείο πανεύκολα επειδή έτυχε να μας αρέσει το πρώτο στο οποίο πήγαμε. Άσε που υποπτεύομαι ότι είπες ότι σου αρέσει για να μη συνεχίσουμε το ψάξιμο» λέει κατσουφιασμένος και πνίγω ένα γέλιο. Έχει δίκιο. «Έχουμε πολλά να κάνουμε ακόμα και δεν ωφελεί να φέρνεις εμπόδια σε κάθε βήμα».
«Δικαιούμαι να βγω ένα βράδυ» του θυμίζω.
«Πώς θα καταθέσουμε προϋπολογισμό την Δευτέρα αν δεν ξέρουμε πόσο θα κοστίσει το φαγητό; Και ακόμα δεν έχουμε καταλήξει για τους καλεσμένους» επιμένει.
«Μπορούμε να υποβάλουμε μια τιμή κατά προσέγγιση. Αφού ξέρουμε πάνω κάτω πόσο θα πάει. Μην υπερβάλλεις τόσο, Κίραν!» χάνω την υπομονή μου. «Μπορώ να βγω για ένα ποτό χωρίς να καταρρεύσει όλη δεξίωση».
«Βάζεις την προσωπική σου ζωή πάνω από την επαγγελματική» λέει έξαλλος λες και αυτό είναι κακό πράγμα.
«Νόμιζα ότι αυτό είναι το σωστό» λέω με ύφος. Θα βοηθούσε αν δεν είχα βγάλει τα παπούτσια μου και αν δεν ήμουν ξαπλωμένη στην καρέκλα μου με τα πόδια απλωμένα σε μια συρταριέρια απέναντί μου. Η ώρα είναι περασμένες οκτώ και βρισκόμαστε  μόνοι στην αίθουσα συνεδριάσεων.   Φυσικά έχουν φύγει όλοι.
«Είναι μια έκτακτη περίσταση και πρέπει να σταθούμε αντάξιοι των προσδοκιών».
«Εσύ μπορεί να θες να εντυπωσιάσεις την Κέντρα, αλλά εγώ δεν σκοπεύω να θυσιάσω τη ζωή μου και άλλο χρόνο για να κάνω κάτι το οποίο θα καρπωθεί εκείνη» ανοίγομαι. Ίσως δεν κάνω καλά, αλλά δεν έχω και κάτι να χάσω. Η Κέντρα δεν μπορεί να με αντιπαθήσει περισσότερο.
«Δεν είσαι επαγγελματίας».
«Δεν πειράζει. Είσαι εσύ διπλά, οπότε πήγαινε μόνος σου. Διάλεξε γαρίδες και καναπεδάκια και όλα θα πάνε καλά» ειρωνεύομαι και κάνω να σηκωθώ αλλά με μια κίνηση του χεριού με σταματάει.
«Θα κανονίσω να μας φέρουν δείγμα στη δουλειά Τετάρτη πρωί και Πέμπτη πρωί. Θα επιλέξουμε ανάμεσα σε τέσσερα» λέει μετά από μια μακρά παύση. Το σκέφτομαι λίγο. Είναι καλή ιδέα.  Ήθελα να επιλέξω κι εγώ αλλά ντρεπόμουν να το ακυρώσω στον Ρομπ. Πάλι. Είναι καλό παιδί και έχει δείξει μεγάλη υπομονή με το τρελό ωράριο που έχω τον τελευταίο καιρό.
«Μας μένει η διακόσμηση και η λίστα καλεσμένων! Και να επιλέξουμε θέμα ώστε να προσαρμόσουμε τις προσκλήσεις και κάτι τελευταίο. Πρέπει να διαλέξουμε μουσική» λέει.
«Τι να διαλέξουμε; Θα βρούμε έναν ντιτζέι και θα κάνει εκείνος τη δουλειά».
«Ξέρω μια ομάδα μουσικών που παίζουν σε ένα τζαζ μπαρ εδώ κοντά. Είναι πολύ καλοί».
«Δεν ήξερα ότι σου αρέσει η τζαζ» λέω αδιάφορα, αν και πραγματικά με εκπλήσσει. Δεν είχα ιδέα.
«Μου αρέσει, ναι. Μπορούμε κάποιο βράδυ να πάμε να τους ακούσουμε και αν σου αρέσουν, να τους μιλήσουμε επί τόπου» λέει. Δεν απαντάω. Δεν ξέρω τι να πω.
«Δε θα είναι ραντεβού. Άλλωστε βγαίνεις με άλλον. Ηρέμησε» διευκρινίζει νευρικά, αλλά ξέρω ότι σκέφτεται το ίδιο.
«Θα είναι άβολα και δε θέλω να το περάσω αυτό» λέω με ειλικρίνεια. Δεν υπάρχει λόγος να πιέζομαι τόσο. Θα σκάσω.
«Μπορείς να πας μόνη σου τότε. Μπορείς να πας την Πέμπτη με τον Ρομπ» λέει. Σκέφτομαι ότι αυτό είναι πολύ άκομψο. Πραγματικά κακή ιδέα.
«Πρέπει να τον ρωτήσω αν του αρέσει η τζαζ πρώτα. Θα το σκεφτώ όμως» λέω και τρίβω τους κροτάφους μου. Είμαι πολύ κουρασμένη. Σωματικά και συναισθηματικά. Δεν είναι εύκολο να δουλεύω μαζί του. Δεν είναι εύκολο να ξέρω ότι θα φύγει σε λίγο καιρό. Νιώθω αδημονία και λύπη ταυτόχρονα κι ας είναι τρελό. Τον βλέπω απέναντί μου να δαγκώνει το στιλό του και να κοιτάει τα χαρτιά του. Έχει χαλαρώσει τη γραβάτα του και έχει ανακατεμένα μαλλιά. Νομίζω ότι μου αρέσει πιο πολύ έτσι παρά όταν είναι ατσαλάκωτος.
«Επίτρεψέ μου να σε γυρίσω σπίτι σου απόψε» λέει σχεδόν παρακλητικά. Είμαι κουρασμένη και θέλω πολύ να με πάει, αλλά…
«Σταμάτα να σκέφτεσαι» μου λέει κοφτά. «Θα σε πάω με τη μηχανή. Σε δέκα λεπτά θα είμαστε εκεί και δε θα χρειαστεί να μου μιλήσεις καθόλου» γελάει.
«Έχεις μηχανή;» ανασηκώνω τα φρύδια μου. Γνέφει θετικά. Πόσα πράγματα για εκείνον δεν ξέρω;
«Δείχνεις μεγάλο ενδιαφέρον για τα ενδιαφέροντα και τη περιουσία μου. Μάλλον πρέπει να ξανασυστηθούμε εμείς οι δύο» χαμογελάει και ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς μου λιώνει. Εντάξει, μεγάλο.
«Την τελευταία φορά που συστηθήκαμε δεν πήγε πολύ καλά» του θυμίζω και σηκώνομαι. Πρέπει να θυμάμαι κι εγώ πώς ένιωσα τότε και πόσο καιρό μου πήρε να το ξεπεράσω. Αν το ξεπέρασα δηλαδή ποτέ.
«Για όσο κράτησε πήγε υπέροχα» με διορθώνει. Χαίρομαι που κι εκείνος θυμάται εκείνο το διάστημα τόσο θετικά.

«Το τέλος όμως…» κατεβάζω τα μάτια μου στο πάτωμα γιατί δεν αντέχω το βλέμμα του «ήταν λίγο…οδυνηρό».