Το περιεχόμενο του Blog αποτελεί πνευματική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του χωρίς την άδειά μου και την αναφορά του ονόματός μου.
Αν δω τίποτα στο wattpad θα κινήσω νομικές διαδικασίες.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 19- Ελλάδα-Ιταλία


Κεφάλαιο 19
Η Κλόι σκέφτηκε πολύ πριν το κάνει, ώρες ατελείωτες, αλλά ήταν τόση η ανάγκη της να μιλήσει με κάποιον που άφησε στην άκρη τις ανασφάλειές της. Και έκανε το αδιανόητο. Στο δεύτερο κουδούνισμα, εκείνος σήκωσε το τηλέφωνό του. Το αυτί της χάιδεψε ένα κελαρυστό γέλιο.
«Κύριε…» ρώτησε μπερδεμένη. Άραγε είχε δει ποιος τον καλούσε ή απάντησε μηχανικά;
«Αυτή τη στιγμή» συνέχισε να γελάει, αλλά πιο ήπια «βρίσκομαι στο ταξί και δεξιά μου έχω το Κολοσσέο. Κατευθύνομαι σε μια τραττορία για ένα γρήγορο μεσημεριανό και επιστρέφω στη δουλειά».
«Κύριε, είμαι η Κλόι και…»
«Ξέρω ποια είστε» της είπε. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να συγκρατηθεί αλλά το κέφι του ξεχείλιζε στη φωνή του. «Περίμενα να μου τηλεφωνήσετε από την πρώτη μέρα. Παραδέχομαι ότι εξεπλάγην που κράτησατε τρεις μέρες» την αιφνιδίασε με το σχόλιό του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το αφεντικό της ήξερε πολύ καλά για ποιο λόγο του τηλεφωνούσε.
«Κύριε, είναι αφόρητη η κατάσταση. Συγγνώμη που σας ενοχλώ. Δε θα σας αναφέρω τις προσωπικές επιθέσεις και τις αιχμές προς πάσα κατεύθυνση, αλλά τώρα η δεσποινίς Λέστερ αποφάσισε να πάει με τα παιδιά στην Αθήνα αλλά δεν θέλει να πάει στον ορθοδοντικό και πραγματικά κόπιασα για να κλείσω το ραντεβού και δε θέλω να περιμένω άλλους δύο μήνες! Της ζήτησα να πάμε όλοι μαζί και να συνοδεύσω την Άρτεμη στο γιατρό και μετά να γυρίσω μόνη μου ώστε να μην τους χαλάσω τα σχέδια, αλλά λέει ότι θέλει να περάσει χρόνο μόνη της με τα παιδιά και έχει κανονίσει να πάνε μόνο για ψώνια. Σας παρακαλώ, μπορείτε να τη λογικέψετε;» τον ρώτησε ελπίζοντας για το καλύτερο.
«Δε θέλω καν να προσπαθήσω» της το ξέκοψε.
«Μα περίμενα τόσο καιρό και είναι σημαντικό για το κορίτσι να νιώσει αυτοπεποίθηση» επέμεινε εκείνη. «Δε θα το αφήσω να περάσει έτσι. Πρέπει να της επιβληθείτε».
«Εδώ δεν έπεισα εσάς, που είστε και εργαζόμενή μου, να με συνοδεύσετε για επαγγελματικούς λόγους στην Ιταλία και θα πείσω την κουνιάδα μου να συμπεριφερθεί ώριμα; Σας φαίνομαι γενικά άτομο που με ακούνε… οι γυναίκες;» γέλασε και πάλι. Η Κλόι έπιασε τον εαυτό της να χαμογελάει. «Αλλά πείτε μου τώρα. Σας είπε ότι έχω κοιμηθεί με όλες τις παιδαγωγούς πριν από εσάς; Σας είπε ότι είμαι ακατάλληλος πατέρας και ότι η αδερφή της ήταν δυστυχισμένη μαζί μου; Μάλωσε με το κύριο Τόμας για το πρωινό της;».
«Για τα αβγά της χθες» του είπε. Είχε πέσει διάνα σε όλα, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες.
«Ο κύριος Τόμας τής έχει αδυναμία. Είχε και στη συχωρεμένη τη γυναίκα μου βέβαια, οπότε…» της είπε εκείνος. Η Κλόι σκέφτηκε ότι ο κύριος Τόμας δεν της είχε δείξει ποτέ ούτε μια στάλα συμπάθειας. Και αυτό την πείραζε ξαφνικά λίγο πιο πολύ.
«Αφήστε τη να κάνει ό,τι θέλει με τα παιδιά, αρκεί να είναι αυτά χαρούμενα. Είναι;» τη ρώτησε σοβαρά.
«Περνάνε καλά. Δε λέω. Πάνε βόλτες και δείχνει να απολαμβάνει την παρέα τους και να συζητάνε, αλλά δεν είμαι κοντά. Το ραντεβού…»
«Θα της τηλεφωνήσω και θα προσπαθήσω να την πείσω αλλά δεν εγγυώμαι τίποτα. Μπορεί να το κάνει επίτηδες για να πικάρει εμένα ή εσάς για κάποιο λόγο και να μη δεχτεί. Θα προσπαθήσω όμως. Μου είναι δύσκολη κάθε επικοινωνία με μια τόσο παράλογη γυναίκα αλλά θα το κάνω. Εντωμεταξύ ηρεμήστε. Έχετε πάθει εμμονή με τα δόντια της μικρής. Εν ανάγκη θα κλείσουμε ένα δεύτερο ραντεβού ή θα τον πληρώσουμε όσα ζητήσει για να τη βάλει μια μέρα εμβόλιμα. Μην υπερβάλλετε».
«Πότε…θα γυρίσετε;» τον ρώτησε, ελπίζοντας να μην ακούγεται απεγνωσμένη. Για κάποιο θεότρελο λόγο ένιωθε φοβερή ανασφάλεια όσο εκείνος ήταν μακριά.
«Σε δύο ή τρεις μέρες, ανάλογα με μια δουλειά στην πολεοδομία» της απάντησε. Η Κλόι συνειδητοποίησε ότι ήταν η ώρα να κλείσει το τηλέφωνο. Δεν είχε κάτι άλλο να του πει. Έπρεπε να το κλείσει.
«Καλώς, κύριε. Ήταν αντιεπαγγελματικό εκ μέρους μου να σας ενοχλήσω αλλά πιέστηκα. Συγγνώμη για αυτό» του είπε απολογητικά, λίγο πριν κλείσει. Τον άκουσε να μιλάει ιταλικά, μάλλον στον οδηγό του ταξί. Υπέθεσε ότι έδινε οδηγίες ή πλήρωνε. Τον φαντάστηκε καλοντυμένο, σε πλήρη αρμονία με την ομορφιά του τοπίου. «Ελπίζω να μην επιβαρύνετε το πόδι σας» συμπλήρωσε με ειλικρινή ανησυχία.
«Καλό απόγευμα, δεσποινίς» της είπε εκείνος και η Κλόι ανατρίχιασε. Ξαφνικά η φωνή του βάθυνε, και μια μικρή σιωπή απλώθηκε στο ακουστικό. «Θα μπορούσες να είσαι εδώ τώρα, αν δεν ήσουν τόσο ξεροκέφαλη» της είπε και η κλήση τερματίστηκε. Η Κλόι έμεινε να κοιτάει την οθόνη του κινητού της και να αναρωτιέται αν το αφεντικό της την κάλεσε στην Ιταλία για να βοηθήσει εκείνη αυτόν ή αυτός εκείνη.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 18-να πάει;


Κεφάλαιο 18
«Σας πέρασαν τα μούτρα, δεσποινίς;» με ρώτησε με το που έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Μάλιστα, σκέφτηκα. Δεν είχε όρεξη για κλάδο ελαίας. Ήθελε να ρίξει λάδι στη φωτιά. Να δώσει συνέχεια και να με κάνει να φανώ ανώριμη.
«Δεν κάνω μούτρα, κύριε» του είπα έξτρα επίσημα, για να μεγαλώσω την απόσταση που αυτός έβαλε. «Δεν είστε φίλος μου ή συγγενής μου για να κάνω μούτρα και να περιμένω να με καταλάβετε. Είστε το αφεντικό μου. Οπότε το μόνο που μπορώ να κάνω για να προφυλάξω τον εαυτό μου είναι να σας αποφεύγω, ειδικά όσον αφορά καθήκοντα για τα οποία δεν έχω προσληφθεί» του εξηγώ με σταθερή φωνή και τον κοιτάζω κατάματα. Μεγάλο λάθος. Είναι πανέμορφος όπως πάντα. Η καρδιά μου χτυπάει λίγο πιο δυνατά. Παρατηρώ την απόλυτη συμμετρία των χαρακτηριστικών του και την αρμονία με την οποία συνυπάρχουν όλα πάνω του. Είναι μαγευτικός. Θα μπορούσε να είναι πίνακας. Κρίμα που...
«Ωραία λοιπόν» χαμογελάει ψυχρά. Υπέροχα χείλη. «Ας περάσουμε λοιπόν στο θέμα που με απασχολεί. Τα παιδιά ίσως σας είπαν ότι θα έρθει η κουνιάδα μου και η αλήθεια είναι ότι θέλω να λείπω όσες μέρες είναι εδώ. Είναι ευκαιρία να πεταχτώ μέχρι την Ιταλία και να κλείσω μερικές εκκρεμότητες» μου λέει. Προσπαθώ να καταλάβω αν κάνει πλάκα. Δεν κάνει.
«Κύριε… το πόδι σας…» είναι το μόνο που καταφέρνω να πω. Δεν έχει περάσει ούτε ένας μήνας από το άσχημο σπάσιμο και δεν έχει βγάλει καν τον γύψο. Περπατάει πολύ άνετα πια με τις πατερίτσες αλλά φυσικά και δεν είναι σε θέση να ταξιδέψει! Είναι τρελός;
«Θα ταξιδέψω με το ελικόπτερό μου. Δε θα είναι μεγάλη ταλαιπωρία» λέει χωρίς να με κοιτάει. Διαβάζει κάποιο έγγραφο. Η βιβλιοθήκη έχει χαμηλό φωτισμό και νιώθω λες και παίζω σε κάποια ταινία μυστηρίου. Εκμεταλλεύομαι την παύση για να τον παρατηρήσω κι άλλο. Σήμερα φοράει ένα μπορντό μακρυμάνικο μπλουζάκι που τονίζει το γυμνασμένο σώμα του και παντελόνι φόρμας. Το μπλουζάκι έχει δύο κουμπιά στο λαιμό και είναι ανοιχτά. Η ζέστη είναι αφόρητη εδώ μέσα. Το βλέμμα μου εστιάζει στο λακκάκι στο λαιμό του. Ευτυχώς που δε με κοιτάζει. Το μυαλό μου σήμερα παίζει παράξενα παιχνίδια.
«Δεν μπορώ να αξιολογήσω τις εκκρεμότητες αυτές. Ελπίζω να είναι πραγματικά σοβαρές για να βάλετε την ανάρρωσή σας σε κίνδυνο» λέω τελικά, πιο πολύ για να αναγκαστώ να μιλήσω και να βγω από την ονειροπόληση. «Θα φροντίσω τα παιδιά όσο καλύτερα γίνεται και θα σας δω όταν γυρίσετε» λέω και κάνω να φύγω αλλά με σταματάει με ένα…γρύλισμα.
«Δεν τελείωσα» λέει κοφτά και καταλαβαίνω ότι έχει νεύρα. Συνήθως είναι κοφτός, αλλά όχι επιθετικός. Γυρνάω προς το μέρος του και το βλέμμα του είναι στραμμένο πάνω μου. Επιτέλους; Δεν ξέρω αν χαίρομαι. Μου δείχνει την καρέκλα απέναντί του. Κάθομαι.
«Πείτε μου» τον παροτρύνω.
«Είμαι απόλυτα ικανός να ταξιδέψω, αλλά φοβάμαι πως μπορεί να χρειαστώ βοήθεια» μου λέει ενώ τρίβει το πιγούνι του. Γένι μιας βδομάδας κρύβει το λείο δέρμα του, αλλά του πάει κι αυτό. Όλα του πάνε.
«Είναι καλή ευκαιρία να δει ο Βασίλης την Ιταλία» του χαμογελάω ξερά. Δεν μπορεί. Όχι, δεν μπορεί.
«Εσείς την έχετε δει;» μου απαντάει εξίσου σατανικά. Η ανάσα μου κόβεται. Ήλπιζα να μην είναι αυτό που νομίζω.
«Όχι, αλλά δεν ήρθα εδώ για ντόλτσε βίτα» επιχειρώ ένα αστειάκι. Δε γελάει. «Ήρθα για να βοηθήσω τα παιδιά σας. Ούτε για να είμαι γραμματέας σας, ούτε συνοδός» λέω την τελευταία λέξη αργά, ώστε να έχει την επίδραση που θέλω πάνω του.
«Χρησιμοποιείτε βαρύ λεξιλόγιο» μου λέει.
«Χρησιμοποιώ το κατάλληλο λεξιλόγιο, κύριε» του λέω.
«Δε σας ζήτησε κανείς να κοιμηθείτε μαζί μου» μου λέει και νιώθω τα μάγουλά μου να βάφονται κόκκινα. Πώς εκτροχιάστηκε έτσι η συζήτηση; «Νομίζω ότι αυτό κάνουν οι συνοδοί» σπεύδει να συμπληρώσει.
«Όχι όλες. Μη γενικεύετε» τον μαλώνω τάχα. «Όπως και να έχει, εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να έρθω. Θέλω να είμαι εδώ για τα παιδιά και με τα παιδιά».
«Θα είναι με τη θεία τους».
«Για να μη θέλετε καν να τη δείτε, υποθέτω ότι δεν είναι κάποια που μπορείς εύκολα να εμπιστευτείς. Δεν ξέρω τους λόγους που την αντιπαθείτε, αλλά δε θέλω να μείνει μόνη με τα παιδιά» περνάω στην αντεπίθεση και το βλέπω ότι τον αιφνιδιάζω.
«Θέλετε να μου πείτε ότι εσείς ενδιαφέρεστε πιο πολύ για τα παιδιά από μένα;» ρωτάει, εμφανώς εκνευρισμένος αλλά το ελέγχει.
«Θέλω να πω ότι εσείς έχετε μια δουλειά να κάνετε και λέτε ότι πρέπει να λείψετε. Εγώ δεν έχω να πάω πουθενά. Οπότε θέλω να μείνω».
«Θα είναι ο κύριος Τόμας και όλο το προσωπικό εδώ. Δε θα τους κάνει κακό δα!».
«Έχουν ένα σωρό εργασίες να ολοκληρώσουν και έχουμε ραντεβού με τον ορθοδοντικό στην Αθήνα και δε θέλω να το χάσω».
«Η αλήθεια είναι ότι δε θέλετε να ξεβολευτείτε και ότι δε σας αρέσουν οι εκπλήξεις και οι αλλαγές» μου λέει τελικά.
«Δεν ντρέπομαι για αυτό. Δε μεγάλωσα μέσα στα πλούτη και πάντα έπρεπε να ακολουθώ ένα σταθερό πρόγραμμα».
«Είστε…σνομπ;» με ρωτάει και γελάει. Έχει θράσος. «Δεν είναι κακό να απολαμβάνετε μερικά πράγματα όταν σας δίνεται η δυνατότητα. Εκτός και αν είστε από αυτούς τους οραματιστές που μισούν τα πλούτη και προτιμάτε να τρώτε παξιμάδια και να φοράτε τα ίδια ρούχα συνέχεια για να δείχνετε ότι δεν σας ενδιαφέρουν τα υλικά αγαθά και μπλα μπλα μπλά».
«Τώρα ποιος είναι σνομπ;» σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Γελάει πάλι.
«Τουσέ».
«Αν δεν σας πειράζει, πρέπει να γυρίσω στο σπιτάκι και να αλλάξω γιατί πρέπει να πάω στην πόλη. Έχω μάθημα πιλάτες» εξηγώ χωρίς να υπάρχει ανάγκη. Λες και θέλω να βάλω απόσταση ανάμεσα στην ιδέα του και εμένα.
«Σάββατο πρωί θα είμαι εδώ για να υποδεχτώ την κουνιάδα μου και μεσημέρι πετάω για Ιταλία. Χρειάζομαι κάποιον να με βοηθάει με τις μετακινήσεις μου, ίσως να μου κρατάει τα σχέδια και την τσάντα. Η γραμματέας μου θα είναι εκεί οπότε εκείνη θα αναλάβει όσα έχουν να κάνουν με τη δουλειά. Εσείς απλά θα με συνοδεύετε παντού και θα φροντίζετε να μη σκοτωθώ» λέει. Χαμογελάει. «Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον δεν είστε η κατάλληλη για αυτό».
«Χαίρομαι που ήρθατε στα συγκαλά σας. Καλό απόγευμα» λέω και κάνω να φύγω. Με σταματάει ξανά.
«Ορίστε την αμοιβή σας και ενημερώστε με».
«Τώρα με κάνετε να νιώθω περισσότερο σαν… συνοδός».
«Θα ανταμειφθείτε πλουσιοπάροχα και χαίρομαι που θα το σκεφτείτε».
«Δεν είπα τέτοιο πράγμα» διαμαρτύρομαι.
«Είναι ευκαιρία να βγάλετε χρήματα και να βγείτε λίγο από τα νερά σας. Καλό θα σας κάνει» μου χαμογελάει σατανικά. Αυτή τη φορά με αφήνει να φύγω.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

κεφάλαιο 17-kalh xronia, kouklitses mou!


Κεφάλαιο 17
Δεν ήταν πολύ ώριμο και το γνώριζε αλλά ούτε την επόμενη, ούτε την παρεπόμενη μέρα πήγε το πρωί να δουλέψει για το αφεντικό της. Φυσικά έκανε τα μαθήματα με τα παιδιά και μάλιστα με αμείωτο κέφι και ενθουσιασμό αλλά δεν πλησίαζε καν στη βιβλιοθήκη και δε δειπνούσε στο σπίτι μαζί τους. Ούτε κι εκείνος φυσικά την είχε ψάξει και εντύπωση της είχε κάνει ότι δεν την είχε ενοχλήσει ούτε ο κύριος Τόμας ούτε ο Βασίλης για κάποιο λόγο.
«Κλόι, πρέπει να σε ενημερώσουμε για κάτι» της είπε σοβαρά ο Απόλλωνας. Είχαν τελειώσει το μάθημά τους και έβλεπαν μια αγγλική σειρά εποχής με υπέροχη πλοκή και θαυμάσιους διαλόγους. Η Άρτεμη χαμογελούσε, οπότε δεν ανησύχησε πολύ για αυτό που επρόκειτο να πει ο μικρός. «Το Σάββατο θα έρθει επίσκεψη η θεία μας και θα μείνει μερικές μέρες στο σπίτι» είπε τελικά.
«Μάλιστα» είπε απλά η Κλόι. Είχε ένα εκατομμύριο ερωτήσεις αλλά είχε εμπιστοσύνη στον Απόλλωνα. Ποτέ δεν κρατούσε τις λεπτομέρειες για τον εαυτό του! «Καλώς να έρθει» τον παρότρυνε.
«Είναι…η αδερφή της…μητέρας μας» είπε κομπιάζοντας. «Θα έρθει από την Αγγλία για να μας δει. Συνήθως έρχεται τα Χριστούγεννα, αλλά αυτή τη φορά θα έρθει λίγο πιο νωρίς γιατί έμαθε ότι είναι εδώ ο πατέρας» εξήγησε ο μικρός.
«Θα πρέπει να αλλάξουμε κάτι στο πρόγραμμά μας;» ρώτησε απλά η Κλόι. Ο μικρός έδειχνε σοβαρός, λες και της έλεγε κάτι πραγματικά άσχημο. Κάτι της διέφευγε. «Να σας θυμίσω το ραντεβού με τον ορθοδοντικό» τους είπε. Είχε κλείσει ραντεβού με έναν διάσημο ορθοδοντικό στην Αθήνα και σκόπευε να το συνδυάσει με μια ημερήσια με τα παιδιά στην πρωτεύουσα. Ήλπιζε να έβρισκαν μια πιο βιώσιμη λύση από το αντιαισθητικό μασελάκι που φορούσε η Άρτεμη και να μείωνε λίγο τις ώρες που χρειαζόταν το εξωστοματικό ώστε η μικρή να νιώσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Ο δε Απόλλωνας, μάλλον χρειαζόταν κι αυτός μια μικρή παρέμβαση αλλά αυτό σκόπευε να του το πει μόλις ο γιατρός τούς ενέπνεε εμπιστοσύνη.
«Λογικά δε θα χρειαστεί να αλλάξουμε κάτι. Απλά η θεία θα μείνει μερικές μέρες μαζί μας και θα θέλει να κάνουμε πράγματα μαζί, οπότε ίσως τα απογεύματα να είμαστε πιο πολύ μαζί της» είπε η Άρτεμη ντροπαλά. Η Κλόι χαμογέλασε.
«Παιδιά, δεν είναι ανάγκη να νιώθετε άσχημα» γέλασε με τον ενοχικό τρόπο που της έλεγαν το νέο. «Απλά θα πρέπει να έχω την εποπτεία του διαβάσματός σας λίγο πιο διακριτικά. Θα βρω κάτι να κάνω τον υπόλοιπο χρόνο» γέλασε πάλι.
«Η θεία…εμ…» ψέλλισε ο Απόλλωνας αλλά δεν ολοκλήρωσε. Η Κλόι περίμενε. Η Άρτεμη το ίδιο. Σιωπή.
«Πες μου» τον παρότρυνε τελικά. Τους γέμισε τις κούπες τους με ζεστό κακάο. Τα παιδιά λάτρευαν όσα τους σέρβιρε παρόλο που στο σπίτι είχαν όλα τα καλά. Ο δε Απόλλωνας είχε ενδιαφερθεί και για τη μαγειρική. Φυσικά δεν το είχε εκφράσει ξεκάθαρα αλλά με λόγια του τύπου «αυτή η συνταγή φαίνεται πανεύκολη. Ο καθένας μπορεί να τη φτιάξει». Η Κλόι έπιασε το μήνυμα ότι απλά δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι θέλει να του δείξει. Είχε βάλει μια υπενθύμιση στο μυαλό της να περάσουν μια μέρα μαγειρεύοντας μερικά παραδοσιακά πιάτα.
«Η θεία…βασικά ο μπαμπάς…ας πούμε ότι δεν τα πάνε καλά. Αλλά ο μπαμπάς δεν θεωρεί σωστό να μας αποκόψει από την οικογένεια της μητέρας και έτσι…»
«Εσείς τι γνώμη έχετε;» ρώτησε χωρίς δισταγμό. Είχε εμπιστοσύνη στην κρίση τους. Αλλά όχι στου πατέρα τους.
«Εμείς περνάμε καλά μαζί της. Είναι θεία μας» είπε η Άρτεμη γρήγορα. «Δεν έχουμε τη μαμά μας και…»
«Καταλαβαίνω» τους είπε. Δεν ήθελε να τους πιέσει να μιλήσουν περισσότερο μιας και ακόμα δεν της είχαν ανοιχτεί. Από μισόλογα είχε μάθει όσα είχε μάθει για τη συγχωρεμένη. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήταν νέα, ότι είχε σκοτωθεί σε κάποιο ατύχημα, ότι λάτρευε την αρχαία ελληνική μυθολογία και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και ότι είχε ερωτευτεί το αφεντικό της σε κάποιο ταξίδι της εδώ και έμεινε για πάντα στον τόπο. Είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι πρέπει να επρόκειτο για μεγάλη ιστορία αγάπης και ίσως γι’ αυτό το αφεντικό της δεν είχε φτιάξει ακόμα τη ζωή του. Από τις λίγες φωτογραφίες που είχε δει μέσα στα δωμάτια των παιδιών έβλεπε μια ξανθιά καλλονή, με υπέροχα μάτια και ψιλόλιγνο κορμί. Όχι ότι περίμενε και κάτι λιγότερο για γυναίκα του Λαέρτη Δελή φυσικά.
«Παππούδες έχετε;» τους ρώτησε απλά.
«Οι γονείς του μπαμπά δε ζουν. Πέθαναν όταν σπούδαζε στην Αγγλία. Δε μεγάλωσε μαζί τους, αλλά σε οικοτροφείο, οπότε δεν ήταν πολύ κοντά. Της μαμάς ζουν στο Λονδίνο. Εκεί ζει και η θεία Κέιτ. Αυτοί είναι όλοι» δίπλωσε τα χέρια του ο Απόλλωνας.
«Κάποια στιγμή που θα νιώθετε έτοιμοι θα ήθελα να μου μιλήσετε πιο διεξοδικά για την οικογένειά σας» τους είπε γλυκά.
«Έγινε» τη διαβεβαίωσε η Άρτεμη.  «Αν και δεν είμαι σίγουρη ότι ξέρω τι σημαίνει ‘διεξοδικά’» διευκρίνισε και γέλασαν όλοι.
«Θα μου λείψει η παρέα σας» τους είπε ειλικρινά. «Αλλά θα περάσει γρήγορα ο καιρός και θα επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας».
«Μπορείς να δουλέψεις λίγο με τον πατέρα και να τον βοηθήσεις να προχωρήσει τη δουλειά του» πρότεινε η Άρτεμη. «Υποπτεύομαι ότι θα μένει κλεισμένος στο γραφείο του όλη μέρα όσο είναι η θεία εδώ!».
«Ο πατέρας δε χαίρεται που έρχεται η θεία, αλλά δεν μπορεί να κάνει και πολλά. Συνήθως λείπει αλλά τώρα δεν έχει άλλες επιλογές!» είπε ο Απόλλωνας γελώντας σατανικά. Η Κλόι έσκαγε να μάθει για ποιο λόγο είχαν κακές σχέσεις αλλά δε θα πίεζε ποτέ τα παιδιά για κάτι τόσο ευαίσθητο.
«Απόλλωνα!» τον μάλωσε η Κλόι αλλά γέλασε κι αυτή με το σχόλιο. Του άξιζε του κυρίου Δελή να ταλαιπωρηθεί λιγάκι. Ωστόσο τη βασάνιζε η απορία για ποιο λόγο ερχόταν η γυναίκα τώρα που το αφεντικό της ήταν εδώ εφόσον εκείνος το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν την ήθελε στα πόδια του.
«Και μιας και τον αναφέραμε, ζήτησε να σε δει σήμερα μόλις τελειώσουμε το μάθημά μας» είπε τελικά ο μικρός και έβαλε τέλος στο κέφι της και στην προσωρινή περίοδο χάριτος.




Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

έκλεισαν τα σχολεία και χαλαρώνω επιτέλους!

Μια φίλη αρθογραφεί

http://www.ewoman.gr/2282/ekeines-oi-skartes-files-poy-thelisan-na-soy-fane-laryggi?fbclid=IwAR3LMqgTtwzERrIPoe_QZXaeKmTIw8KQQDFNiPRcDdMP3EI1rADin0ObsRg

Και μην ξεχάσετε να αγοράσετε τον Έρωτα στις Κυκλάδες που κυκλοφορεί από τον Ιούνιο παντού <3

κεφάλαιο 16-μόνη σαν το λεμόνι


Κεφάλαιο 16
Κόντεψε να βάλει φωτιά στο πετάλι τόσο γρήγορα που έκανε ποδήλατο. Συνήθως της έπαιρνε μισή ώρα να φτάσει μέχρι την παλιά πόλη αλλά σήμερα έφτασε σε 26 λεπτά με το ρολόι. Όταν τελικά κλείδωσε το ποδήλατο σε ένα ασφαλές σημείο, ένιωθε τα πόδια της να τρέμουν και δεν έβγαινε η φωνή της από την κούραση, αλλά δεν μετάνιωνε για την απόφασή της να απομακρυνθεί από το σπίτι.
Είχε προηγηθεί μια πολύ τεταμένη συζήτηση με το αφεντικό της. Εκείνη δεν είχε προσπαθήσει ιδιαίτερα να υπερασπίσει τον εαυτό της και τον άφησε να μιλάει και να της λέει ένα σωρό πράγματα, κάποια δίκαια αλλά και κάποια άδικα, προσπαθώντας να μετράει τις ανάσες της και να σκέφτεται ότι όταν τελειώσει όλο αυτό θα πάει μια βόλτα στο Ναύπλιο να ηρεμήσει και να φάει ένα ωραίο παγωτό. Η ιδέα την έκανε να παίρνει δύναμη και να είναι σε θέση να τον ακούει χωρίς να ξεσπάσει σε κλάματα.
Και ήταν επιτέλους εδώ. Η πόλη τη μάγευε κάθε φορά που την επισκεπτόταν. Κάποια πρωινά έκανε μαθήματα πιλάτες αλλά λίγο πιο έξω από την παλιά πόλη. Μόνο για βόλτα και για να χαλαρώσει ερχόταν εδώ, στο κέντρο. Είχε αρχίσει ήδη να ξεχωρίζει κάποια μαγαζιά. Ένα μικρό καφενείο κοντά στην κεντρική πλατεία με υπέροχα γλυκά που ετοίμαζε ένας συμπαθητικός γεράκος που την ήξερε με το μικρό της όνομα αλλά της μιλούσε ελληνικά, το αγαπημένο της παγωτατζίδικο με γεύσεις που δεν είχε δοκιμάσει ούτε στην Αγγλία, ένα ντελικατέσεν με υπέροχα σοκολατάκια και διάφορα είδη ροφημάτων και ένα μικρό μαγαζί με παλιά βιβλία και γκραβούρες από τον περασμένο αιώνα. Σήμερα όμως θα περπατούσε απλά με το παγωτό της και δε θα καθόταν κάπου. Δεν είχε όρεξη να της μιλήσει κανείς, και συνήθως αυτό συνέβαινε όταν καθόταν σε κάποιο τραπεζάκι μόνη.
Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει ότι είχε άδικο. Το επαναλάμβανε συνεχώς μέσα της για να καταφέρει να νιώσει καλύτερα. Είχε φανεί μαλθακή ενώπιόν του. Είχε κάνει μεγάλο αγώνα για να φέρει τα παιδιά στα νερά της, αλλά και να επιβάλει μερικούς κανόνες και ήταν πραγματικά άδικο να θεωρεί το αφεντικό της ότι τα κακομάθαινε. Αν ήξερε πιο καλά τα παιδιά και αν τα έβλεπε πιο συχνά θα έβλεπε πόσο μη συνεργάσιμα ήταν πριν φτάσει εκείνη εκεί και πόσα όρια κατάφερε να τους βάλει σε τόσο μικρό διάστημα. Αλλά κι εκείνη ήταν άνθρωπος και καμιά φορά η λογική της θόλωνε και τα μικρά την «τούμπαραν» κατά κάποιο τρόπο. Είχε συναισθήματα και δεν ήταν κάτι κατακριτέο αυτό. Δεν υπάρχει παιδαγωγός στον κόσμο αυτό, που αγαπάει τα παιδιά, και δεν έχει υποκύψει ποτέ σε κάποιο παρακάλι τους.
Δεν ήταν τόσο αυτά που της είπε που την έκαναν να νιώσει τόσο άσχημα. Την έβαλε στη θέση της με λίγα λόγια αλλά ακριβή. Της θύμισε το ρόλο για τον οποίο την είχε προσλάβει και την παρότρυνε να αφήσει λίγο τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών στα χέρια του τώρα που ήταν εκείνος εδώ. Αυτό που την έκανε να νιώσει άσχημα ήταν ο τρόπος που την κοιτούσε, λες και είχε κάτι πραγματικά φρικτό. Μπορεί να έφταιγε ο φωτισμός, μπορεί να έφταιγε ότι κι εκείνη συνειδητοποιούσε ότι είχε σφάλει, αλλά πραγματικά ένιωθε ότι τα μάτια του πετούσαν σπίθες.
Σταμάτησε σε μια βιτρίνα με ξύλινα χειροποίητα παιχνίδια και αγόρασε ένα μικρό ξύλινο καλειδοσκόπιο για τον Απόλλωνα που τα λάτρευε. Στην Άρτεμη πήρε ένα μολύβι με το όνομά της. Θα τους τα έδινε σε κάποια άλλη φάση, αν είχαν κάνει κάτι καλό, ως επιβράβευση. Συνέχισε να περπατάει και κάθε βήμα της, με κατεύθυνση την παραλία και τον φάρο του λιμανιού,  της χάριζε όλο και περισσότερη ηρεμία. Ο αέρας ήταν δροσερός αλλά τα πλακόστρωτα δρομάκια ήταν γεμάτα κόσμο, μικρούς και μεγάλους, ένα πολύβουο μελίσσι από ενθουσιασμό. Όταν ολοκλήρωνε τη δουλειά της εδώ, αυτή την εικόνα θα έπαιρνε μαζί της. Ένα φθινοπωρινό βράδυ όπου όλοι ήταν έξω για καφέ και τα γέλια και οι συζητήσεις πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα. Ήταν κάτι που μόνο σε μια χώρα όπως η Ελλάδα μπορούσες να συναντήσεις.
Το κινητό της χτύπησε την ώρα που άνοιγε την κλειδαριά του ποδηλάτου της, με βαριά καρδιά, για να γυρίσει πίσω. Ήταν ο Βασίλης και ήθελε να τη ρωτήσει αν θέλει το αυτοκίνητο για αύριο. Του απάντησε πως όχι. Μετά τη ρώτησε τι ώρα θα γυρίσει. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ήδη δέκα! Του απάντησε ότι θα γυρίσει με το ποδήλατο σε περίπου μισή ώρα και τον ρώτησε αν θέλει κάτι από την πόλη. Εκείνος αρνήθηκε, μουρμούρισε κάτι αμήχανα και το έκλεισε. Η Κλόι επέστρεψε στο σπίτι απορημένη με το τηλεφώνημα αυτό αλλά μιας και δε βρήκε κανέναν να την περιμένει, αποφάσισε να μην ασχοληθεί άλλο. Έβαλε πιτζάμες και άρχισε να μαγειρεύει κάτι πρόχειρο για να φάει. Μάλλον σήμερα ήταν μια κακή μέρα για να δειπνήσει στο σπίτι. Είχε παραπάνω από όσα χρειαζόταν στο σπιτάκι της.
Έκανε μια σούπα με λαχανικά και ένα εύκολο κέικ για να έχει κάτι να κεράσει τα παιδιά που θα έρχονταν αύριο. Σήμερα τους είχε δώσει άδεια να περάσουν χρόνο με τον πατέρα τους. Δεν είχε ιδέα τι θα έκαναν αλλά εφόσον εκείνος είχε ζητήσει να κάνει ένα βήμα πίσω αυτό θα έκανε. Ανησυχούσε ότι θα έμεναν αδιάβαστα αλλά ήλπιζε να είχαν την ωριμότητα να του θυμίσουν ότι πρέπει να τα φροντίσει και σε αυτό στο κομμάτι και όχι μόνο να τα ψυχαγωγήσει. Αν αυτό σκόπευε.
Ξαφνικά ένιωσε απέραντα μόνη. Είχε έρθει να κάνει μια δουλειά και για λίγο καιρό δε θα  την έκανε. Είχε καταλήξει να δέχεται κριτική για τις επαγγελματικές της ικανότητες και να δουλεύει ως γραμματέας αντί για παιδαγωγός. Δεν είχε κανέναν φίλο σε ολόκληρη την χώρα, εκτός από τα κορίτσια στο σπίτι, με τις οποίες όμως σπάνια συνέπιπταν τα ρεπό τους. Τηλεφώνησε στη μαμά της και μίλησε και με τον αδερφό της. Τον βοήθησε με μια εργασία και έτσι κάπως πέρασε η ώρα. Έπεσε για ύπνο αργά το βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, με βαριά καρδιά και με ένα κακό προαίσθημα ότι το επόμενο πρωί η ένταση και η αμηχανία δε θα είχε καταλαγιάσει.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

κεφάλαιο 15-άντε πάλι νεύρα


Κεφάλαιο 15
Από τις τρεις ώρες που πέρασε στο γραφείο, κλεισμένη μαζί του σε απόσταση αναπνοής, ζήτημα ήταν να της είχε απευθυνθεί πάνω από 3 φορές. Άκουσε μερικά «σήκωσέ το εσύ» και «πάρε αυτό εδώ», αλλά τίποτα άλλο. Ήταν σε συνεχείς τηλεσυσκέψεις και εκείνη έπρεπε απλά να απαντά σε κλήσεις και να μέιλ ώστε να μπορεί εκείνος να δουλεύει απερίσπαστος. Το κεφάλι της κόντευε να σπάσει από τον πονοκέφαλο και τη βαρεμάρα. Ανυπομονούσε να τον δει να στέκεται στα πόδια του με άνεση και να επιστρέφει στην Ιταλία. Ήταν απίστευτα ψυχοφθόρο όλο αυτό για κάποιο λόγο.
«Κλόι, μπορείς να του μιλήσεις εσύ;» την έβγαλε από τις σκέψεις της ο Απόλλωνας. Της μιλούσε εδώ και ώρα για κάτι αλλά δεν είχε ακούσει λέξη. Τον τελευταίο καιρό δυσκολευόταν να εστιάσει σε όσα άκουγε. Το μυαλό της ταξίδευε συνεχώς.
«Εμ…για ποιο πράγμα;» ρώτησε. Και ο Απόλλωνας και η Άρτεμη την κοιτούσαν προβληματισμένοι. Βρίσκονταν στο σπίτι της και έκαναν μια άσκηση δημιουργικής γραφής. Τους είχε δώσει μια πρόταση για να συνεχίσουν όπως θέλουν την ιστορία. Είχαν τελειώσει και οι δύο και αφού τις είχε ελέγξει και είχαν προτείνει ο ένας στον άλλον τι θα άλλαζαν, είπαν να ρίξουν μια ματιά σε κάτι φυλλάδια που είχαν φέρει από το σχολείο για το σπίτι και μετά να παίξουν κάποιο επιτραπέζιο.
«Μας άκουγες τόση ώρα; Σου λέγαμε ότι θέλουμε να μείνουμε σπίτι το Σάββατο αλλά ο πατέρας θέλει να πάμε μια επίσκεψη στον Κώστα».
«Ποιος είναι ο Κώστας;» ρώτησε σαν χαμένη.
«Σίγουρα δεν άκουγε» κούνησε το κεφάλι με αποδοκιμασία η Άρτεμη.
«Ο κολλητός του μπαμπά. Ήταν συμμαθητές και φίλοι και τώρα είναι κουμπάροι. Είναι ο νονός μου» είπε ο Απόλλωνας. «Αλλά παρόλο που γενικά αγαπώ τον νονό μου και δεν έχω πρόβλημα να πηγαίνω επισκέψεις στο σπίτι του, αυτό το Σάββατο θέλω να μείνω σπίτι γιατί έχει έναν αγώνα μπάσκετ και δε θέλω να το χάσω».
«Μα είναι λόγος αυτός;» αντέδρασε η Κλόι.
«Και εγώ θέλω να μείνω μέσα γιατί όλες μου οι φίλες θα είναι ονλάιν και έχουμε πει ότι θα κάνουμε πάρτυ μέσω viber. Θα ανοίξουμε κάμερες και θα τραγουδάμε και θα φορέσουμε τρελά ρούχα και θα κάνουμε διαγωνισμό στολής».
«Και γιατί δε μαζεύεστε σε κάποιο σπίτι; Θα με τρελάνετε, παιδιά. Πώς θα τον πείσω αν δεν έχω πειστεί ούτε εγώ;».
«Το αποφασίσαμε χθες στο σχολείο και δεν είχαμε χρόνο να ενημερώσουμε γονείς, οπότε σκέφτηκα την ιδέα του ονλάιν πάρτυ και ενθουσιάστηκαν όλες!» είπε η Άρτεμη με καμάρι. «Θέλω πολύ να το κάνω!».
«Θεωρώ ότι είναι πιο σωστό να πάτε μια επίσκεψη με τον πατέρα σας, στον νονό σας από το να κάτσετε μέσα και να κάνετε όσα μου περιγράψατε!» τους είπε αυστηρά.
«Κι εγώ θεωρώ ότι η επίσκεψη στο νονό μπορεί να γίνει Κυριακή ενώ η δική μου υποχρέωση δεν αναβάλλεται» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι βόγγηξε.
«Και περιμένετε να πάω να πω στον πατέρα σας όσα μου είπατε; Δε θα το δεχτεί».
«Εσένα σε ακούει! Θα το δεχτεί!» είπε ο Απόλλωνας. Η Κλόι έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη.
«Πώς προκύπτει αυτό;».
«Όταν μιλάς, σε προσέχει» είπε η Άρτεμη απλά.
«Αυτό δεν αποδεικνύει ότι εφαρμόζει όσα λέω κιόλας» προσπάθησε να τους εξηγήσει αλλά μάταια. Τα παιδιά ήταν πεπεισμένα ότι η Κλόι κρατούσε το κλειδί της ελευθερίας τους.
«Είναι η τελευταία φορά που μεσολαβώ για κάτι τόσο ασήμαντο» τους είπε με αποφασιστικότητα. «Και το κάνω επειδή όλη αυτή τη βδομάδα είστε πολύ συνεργάσιμοι». Τα μικρά έγνεψαν χαμογελαστά. «Δε θα ξαναγίνει αυτό. Οφείλω σε εσάς και στον πατέρα σας να είμαι αυστηρή μαζί σας και να σας καθοδηγώ στη σωστή συμπεριφορά. Αλλά, μόνο για αυτή τη φορά, θα δω αν ο πατέρας σας μπορεί να δείξει λίγη ελαστικότητα».
Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους τσιρίζοντας ενθουσιασμένα και η Κλόι χαμογέλασε γιατί σπάνια έδειχναν τόση χαρά. Ωστόσο, όταν μετά από μισή ώρα βρισκόταν στην κεντρική τραπεζαρία για να δειπνήσει μαζί τους και μαζί με τον πατέρα τους, δεν είχε την ίδια διάθεση για χαμόγελα. Ούτε και το αφεντικό της όμως.
«Κύριε, θέλετε ένα παυσίπονο μήπως;» ρώτησε ο κύριος Τόμας ενώ τον σέρβιρε σούπα. Το αφεντικό της αρνήθηκε, αν και το ύφος του έδειχνε ότι πονάει. Η συζήτηση στο τραπέζι ήταν πολύ ήπια. Μιλούσε μόνο η Άρτεμη και οι υπόλοιποι άκουγαν, όχι τόσο από ενδιαφέρον, αλλά γιατί δεν είχε κανείς κάτι καλύτερο να πει.
«Κύριε Δελλή» επιχείρησε στην πρώτη παύση «άκουσα ότι σκοπεύετε να πάτε μια επίσκεψη το Σάββατο αλλά τα παιδιά μου μετέφεραν ότι έχουν κάποια υποχρέωση και επιθυμούν να πάτε την επίσκεψη την Κυριακή αν είναι δυνατόν» είπε με μια ανάσα. Τον είδε να σφίγγεται, να κοκκινίζει και να ξεφυσάει. Δε μίλησε αμέσως.
«Τα παιδιά μου από πότε χρειάζονται μεσάζοντα για να μου μιλήσουν;» είπε ήρεμα, αλλά η Κλόι έβλεπε ότι προσπαθούσε να συγκρατηθεί.
«Προσπάθησα και χθες να σου εξηγήσω αλλά δεν άκουγες» είπε ο Απόλλωνας αμέσως.
«Κύριε Δελλή, ακούστε…»
«Με βλέπετε σπάνια και σας ζήτησα να πάμε μαζί μια επίσκεψη. Τόσο δύσκολο είναι;» τη διέκοψε και γύρισε προς τα παιδιά του. Εκείνα κατέβασαν αμέσως το βλέμμα στο πιάτο τους.
«Αν μπορούμε να αλλάξουμε μέρα….»
«Ο Κώστας δεν μπορεί την Κυριακή και το Σάββατο θα είναι εκεί μαζεμένοι όλοι οι παλιοί συμμαθητές με τα παιδιά τους. Κάτι σαν reunion. Πάντα τα χάνω αυτά και σκέφτηκα φέτος να παρευρεθώ» εξήγησε.
«Δεν είχα ιδέα. Με συγχωρείτε» είπε η Κλόι. Τα δεδομένα άλλαζαν. «Απλά τα παιδιά μού ζήτησαν….»
«Τα παιδιά ζητάνε πάντα. Σκοπεύετε να μην τους χαλάτε χατίρι; Νόμιζα ότι είστε παιδαγωγός. Αν είναι, άφηνα τον κύριο Τόμας να τα κακομάθει κι άλλο!» της είπε και τα λόγια του ακούστηκα σαν χαστούκι πάνω στο δέρμα της.
Για λίγο δε μίλησε κανείς. Η Άρτεμη ήταν ακόμα με το κεφάλι κατεβασμένο και ο Απόλλωνας ξεφυσούσε εκνευρισμένος.
«Η Κλόι ήθελε απλά να βοηθήσει, επειδή της το ζητήσαμε. Θα έρθουμε στην επίσκεψη αφού είναι τόσο σημαντικό για εσένα» είπε τελικά ο Απόλλωνας. Η Κλόι χαμογέλασε. Παρέμενε πολύ τραχύς, αλλά κάτω από τα στρώματα σκόνης κρυβόταν ένα ακατέργαστο διαμάντι. Και λάτρευε τη λάμψη του. «Κλόι, συγγνώμη για τον τρόπο του πατέρα μας» στράφηκε στο μέρος της. «Καταλαβαίνει ότι έχεις καλές προθέσεις. Δεν εννοούσε όσα σου είπε και θα σου ζητήσει άμεσα συγγνώμη».
Η Άρτεμη σήκωσε το κεφάλι της με τα φρύδια κολλημένα σχεδόν στη ρίζα των μαλλιών της από την έκπληξη και κοίταξε εναλλάξ τον εμβρόντητο πατέρα της και τον αδερφό της, που χαμογελούσε με τον τρόπο που χαμογελάει κάποιος που έχει βάλει κάποιον στη θέση του. Η Κλόι δεν μπορούσε να μιλήσει. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ο παραμικρός ήχος ή θόρυβος θα έκανε τα πάντα να ανατιναχτούν. Σχεδόν δεν ανέπνεε.
«Παιδιά, αφήστε μας μόνους».

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

κεφάλαιο 14-ενημερωση γονιών


Κεφάλαιο 14

«Μπορείτε να σταματήσετε να γελάτε;» προσπάθησε μάταια να τον σταματήσει. Την έκανε έξαλλη με τον ανάλαφρο τρόπο που αντιμετώπιζε κάτι τόσο σοβαρό, ενώ για τη δουλειά του έκανε σαν τρελός.
«Και τι να κάνω; Έπρεπε να δεις το ύφος σου όταν σου μιλούσε για τον Απόλλωνα. Πίστευα ότι είσαι το πιο συγκρατημένο άτομο που έχω γνωρίσει και μέσα σε μερικά λεπτά έχασες κάθε ψυχραιμία!» συνέχισε να γελάει.
«Μα η γυναίκα δεν είναι με τα καλά της! Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να πληρώνετε τόσα λεφτά για να πηγαίνουν τα παιδιά σε ένα διεθνές σχολείο και να έχουν μια καθηγήτρια σαν την κα Πίτερσον!» είπε το όνομα ειρωνικά. «Που τόλμησε!! Τόλμησε να πει ότι ο Απόλλωνας δεν έχει ανεπτυγμένη κριτική ικανότητα!» ούρλιαξε μέσα στο αμάξι και ο Βασίλης άρχισε να γελάει και αυτός. Το αφεντικό της στράφηκε στον νεαρό άντρα από τη θέση του συνοδηγού. «Βλέπεις; Αυτά έκανε και στην κυρία Πίτερσον και κόντεψαν να μας πετάξουν έξω!» είπε.
«Μα η Κλόι είναι πάντα ήρεμη» επανέλαβε και ο Βασίλης. «Πώς έχασε τον έλεγχο;».
«Συγχίζομαι όταν ακούω βλακείες» τους διευκρίνισε, από το πίσω κάθισμα. Ήταν ψύχραιμη όταν μίλησαν με τους δασκάλους της Άρτεμης. Σε γενικές γραμμές το κορίτσι ήταν καλή μαθήτρια αλλά είχε ένα μικρό πρόβλημα με τα μαθηματικά και το δούλευαν μαζί. Δεν ήταν κάτι που δεν το ήξερε. Επίσης, η δασκάλα της και οι άλλοι εκπαιδευτικοί έδειχναν να ξέρουν καλά τις ικανότητες και τις αδυναμίες της.
«Μα δεν είπε κάτι που δεν ξέρουμε. Ο Απόλλωνας δεν είναι ακριβώς…χαρισματικός μαθητής!» της είπε το αφεντικό της.
«Πρώτον» σήκωσε το δάχτυλο της και τoν κοίταξε στον καθρέπτη «ο Απόλλωνας έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο από τη μέρα που έχω έρθει και δεν έχει πάει ποτέ αδιάβαστος στο σχολείο. Η κυρία αυτή δεν έχει πάρει χα-μπά-ρι ότι το παιδί διαβάζει επειδή απλά του έχει βάλει την ταμπέλα ότι δε διαβάζει από πέρσι. Δεύτερον, το ότι δεν είναι χαρισματικός δεν είναι κάτι που μπορείτε να το κρίνετε εσείς μιας και δεν είστε ποτέ εδώ για τους βαθμούς του και δεν ξέρετε τις επιδόσεις του. Τρίτον, το παιδί φυσικά και είναι χαρισματικό και λυπάμαι που μεγαλώνει και μορφώνεται σε ένα περιβάλλον όπου δεν πιστεύει κανείς στις δυνατότητές του» είπε με την πικρία να χύνεται από το στομάχι στη γλώσσα της και από εκεί να ποτίζει κάθε λέξη με θυμό και απογοήτευση.
«Δεσποινίς, συγγνώμη αν… ταραχθήκατε» ξαφνικά εκείνος σοβάρεψε.
«Είναι η δουλειά μου και δεν της επιτρέπω να λέει ότι ο Απόλλωνας δεν έχει κριτική ικανότητα. Ο Απόλλωνας! Που ενίοτε με κάνει να αμφισβητώ ακόμα και τα πιστεύω μου. Ο Απόλλωνας. Που επιχειρηματολογεί και τεκμηριώνει με ακρίβεια ενήλικα. Μπορεί να μη γράφει άριστα στα τεστ και να μην είναι εξίσου καλός σε όλα τα μαθήματα αλλά δε δέχομαι ότι δεν έχει κριτική ικανότητα ένα αγόρι 12 χρονών, κοντά 13, που προχθές συζητούσε μαζί μου τουλάχιστον μία ώρα για τα στερεότυπα που επικρατούν σχετικά με τους εφήβους».
«Ο Απόλλωνας;» έδειχνε να μην πιστεύει λέξη από όσα του έλεγε.
«Ναι, ο Απόλλωνας. Το παιδί σας» δεν κρατήθηκε.
«Μιλήσαμε με άλλους πέντε καθηγητές του. Αλλά δεν παρεκτραπήκατε όσο με την κυρία Πίτερσον. Μήπως είστε λίγο…υπερπροστατευτική με τα παιδιά μου;». Δεν απάντησε στο τελευταίο γιατί δεν μπορούσε. Αλλά το πρώτο…Δε θα το άφηνε έτσι.
«Το ξέρω ότι ο Απόλλωνας δε χωνεύει τη φυσική και το ξέρω ότι μάλλον δε θα σπουδάσει Ιστορία. Άρα δεν αντέδρασα όταν μας είπαν ότι πρέπει να βρει αλλού την κλίση του. Αλλά σε μερικά μαθήματα είναι πολύ καλός και τον βοηθάω κι εγώ αρκετά και ουσιαστικά η Κα Πίτερσον ακύρωσε την προσπάθεια του παιδιού και τη δική μου».
«Δε μου φάνηκε κακή».
«Από ποια άποψη;» είπε και αμέσως έκλεισε τα μάτια. Αυτό που είχε ξεστομίσει ήταν απαράδεκτο. Η Κα Πίτερσον ήταν μια γυναίκα από αυτές που κάνουν κεφάλια να γυρνάνε. Στη συνάντηση με τους γονείς φορούσε μια στενή δερμάτινη πένσιλ φούστα και γόβες στιλέτο (!) και ένα λευκό κρουαζέ μπλουζάκι, αρκετά ανοιχτό για επαγγελματική εμφάνιση. Ήταν ξανθιά και όλα πάνω της φώναζαν «κοιτάξτε με». Επίσης, ήταν αρκετά αγενής για να απευθύνεται μόνο στον κο Δελλή και όχι στην ίδια, παρόλο που την είχε συστήσει ως παιδαγωγό των παιδιών και τόσο ξεδιάντροπή  που μόνο που δεν γδύθηκε μπροστά του. Ο τρόπος που τον κοιτούσε και του μιλούσε ήταν τουλάχιστον προκλητικός. Πετάριζε βλεφαρίδες, έπαιζε με τα μαλλιά της και χαμογελούσε σαν ηλίθια. Ήταν αηδιαστικό.
Το αφεντικό της δεν απάντησε. Απλά την κοίταξε λίγο από τον καθρέπτη και έκανε ό,τι χειρότερο μπορούσε να κάνει σε έναν άνθρωπο που ήταν έξαλλος και μόλις είχε ξεστομίσει κάτι τόσο απρεπές. Χαμογέλασε.